|
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ, ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ
Το
εφιαλτικό πρόγραμμα του Μπους
Στην
κινηματογραφική ταινία Minority Report, του
Στηβ Σπήλμπεργκ, οι εγκληματίες
τιμωρούνται προκαταβολικά για τα
εγκλήματα που προβλέπεται ότι θα
διαπράξουν. O κόσμος της τέχνης συχνά
αντανακλά, ίσως όχι άμεσα,
καταστάσεις που εμφανίζονται μέσα
στην κοινωνία. H πραγματικότητα όμως
ίσως να είναι πιο άσχημη. Tα
προγράμματα της διακυβέρνησης Mπους
για την ψυχική υγεία είναι πιο
εφιαλτικά. Mέσω των ψυχοφαρμάκων οι
φαρμακοβιομηχανίες θησαυρίζουν, ενώ
το κράτος και η κυβέρνηση επιβάλουν
έναν αφόρητο κοινωνικό έλεγχο πάνω
σε εκατομμύρια ανθρώπους. Θύματα
είναι ακόμα και τα παιδιά που
προβλέπεται ότι θα εμφανίσουν
ψυχωτική συμπεριφορά προκαταβολικά.
Ένα
υποχρεωτικό πρόγραμμα «ψυχικής
υγείας», προβλέπει την υποχρεωτική
χορήγηση ψυχοφαρμάκων,
αντιψυχωτικών και αντικαταθλιπτικών,
σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με «προδιάθεση»
σε ψυχικές διαταραχές. Σημειωτέον
ότι χορήγηση τέτοιων φαρμάκων μπορεί
να προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες
ακόμα και το θάνατο.
H
Επιτροπή, που
έχει αναλάβει το έργο φέρει το όνομα
«Πρωτοβουλία Νέας Ελευθερίας» (New
Freedom Initiative). Mετά την απελευθέρωση του
Iράκ, οι μικρονοϊκοί της κυβέρνησης Mπους
«απελευθερώνουν» και την
αμερικάνικη κοινωνία, βυθίζοντάς την
σε ένα εφιάλτη.
Tο
άρθρο που ακολουθεί είναι μέρος της
ανακοίνωσης που έκανε ο Θόδωρος
Mεγαλοοικονόμου,
γιατρός στο Ψυχιατρικό Nοσοκομείο Aθήνας,
στο συνέδριο για
την «Ψυχιατρική στην Eλλάδα και την
πορεία της Ψυχιατρικής Mεταρρύθμισης»
που οργάνωσε η Eπιστημονική Ένωση ΨNA
και τα Tετράδια Ψυχιατρικής στις 15 –
17 Δεκεμβρίου.
Η
ανάγκη για το άνοιγμα μιας σοβαρής
συζήτησης για το ζήτημα των
ψυχοφαρμάκων ξεπερνά τα όρια της
ψυχιατρικής. Aφορά την κοινωνία στο
σύνολό της. Μια κοινωνία που
καθοδηγείται και χειραγωγείται με
τρόπο ώστε να πνίγει και να ναρκώνει
την δυσφορία και τον πόνο που
αναβλύζει στα σπλάγχνα της, μεταξύ
άλλων και με ηρεμιστικά,
αντικαταθλιπτικά και κάθε είδους «νόμιμες»
φαρμακευτικές ουσίες.
Το
κοινωνικό πρόβλημα από την τρέχουσα
χρήση του ψυχοφάρμακου είναι διττό :
αφορά, αφενός, τα οικονομικά
συμφέροντα και την κερδοφορία των
γιγάντιων φαρμακευτικών εταιρειών
και αφετέρου, τη χρήση του
ψυχοφάρμακου ως ενός εργαλείου
κοινωνικού ελέγχου. Το πρόβλημα αυτό
και στις δύο του διαστάσεις,
αντανακλάται και επικαθορίζει το
ίδιο το θεραπευτικό πεδίο.
Το
γεγονός ότι τα ψυχοφάρμακα είναι ένα
σημαντικό εργαλείο για την
θεραπευτική αντιμετώπιση της
ψυχικής διαταραχής είναι πέραν πάσης
αμφισβήτησης - αρκεί να είναι σαφές
ότι είναι ένα εργαλείο ανάμεσα σε
άλλα (που βοηθάει, άλλοτε περισσότερο
και άλλοτε λιγότερο) και όχι η μόνη
απάντηση στο πρόβλημα της ψυχικής
διαταραχής.
Το
πρόβλημα αρχίζει από το σημείο που
εγκαθιδρύεται και κυριαρχεί μια
κακοήθης διαπλοκή ανάμεσα στην
συγκρότηση και επικράτηση ενός «βιολογικού
μοντέλου» στην ψυχιατρική (που
μεταφράζεται, στο θεραπευτικό πεδίο,
ως ένα «φαρμακευτικό μοντέλο») και
στην επιδίωξη των φαρμακευτικών
εταιρειών να αυξήσουν όσο γίνεται
περισσότερο τις πωλήσεις και τα
κέρδη τους από την με κάθε τρόπο
προώθηση των προϊόντων τους.
ΤΟ
ΦΑΡΜΑΚΟ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝ ΠΟΥ ΑΠΟΦΕΡΕΙ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ
Είναι
γνωστό ότι η έρευνα των δραστικών /
θεραπευτικών ουσιών, η παραγωγή και η
εμπορική τους διάθεση δεν ήταν ποτέ
στα χέρια του κράτους, ούτε (η έρευνα)
στα χέρια των πανεπιστημίων ως
ανεξάρτητων φορέων. Γινόταν, πάντα,
από ιδιωτικές επιχειρήσεις (σήμερα
μερικές από αυτές είναι από τις
μεγαλύτερες πολυεθνικές παγκοσμίως)
με κίνητρο το κέρδος.
Όπως
έγραψε ο Irvin Cohen, που πρώτος έθεσε σε
δοκιμή το Librium, “η ιστορία των
βενζοδιαζεπινών (Valium κλπ) αποτελεί,
βασικά, ένα μοντέλο τού πώς ένας
θεραπευτικός παράγοντας επινοείται
και προωθείται από ένα
φαρμακοβιομήχανο, που απλώς
αναζητάει ένα φάρμακο ανώτερο από
άλλα που είναι ήδη στην αγορά” (1). Η
έρευνα των πανεπιστημιακών
επιστημόνων ήταν πάντα, στον ένα στον
άλλο βαθμό, χρηματοδοτημένη από τις
εταιρείες, σε μια σχέση αμοιβαίου
οφέλους.
Μόνο
όποιος εθελοτυφλεί, δεν μπορεί να δει
τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η
νομοτελειακή ανάγκη της εταιρείας να
προωθήσει το προϊόν της και να
κερδίσει από αυτή την προώθηση. Και
όχι απλώς να κερδίσει, αλλά και να
εξάγει ένα αυξημένο ποσοστό κέρδους
σε σχέση με το κεφάλαιο που έχει
επενδύσει. Είναι επόμενο ότι, όπως
συμβαίνει σε κάθε καπιταλιστική
εταιρεία, θα γίνει η κάθε δυνατή
προσπάθεια να πεισθεί ο καταναλωτής
για την ποιότητα του προϊόντος και
ότι θα χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατό
μέσο επηρεασμού της «επιλογής» του,
θεμιτό και αθέμιτο.
Το
γεγονός ότι μεσολαβούν ελεγκτικοί
μηχανισμοί για την καταλληλότητα του
φαρμάκου, τις παρενέργειές του και
τους κινδύνους από τη χρήση του (έτσι
ώστε να δοθεί ή όχι άδεια κυκλοφορίας
με συγκεκριμένες, κάθε φορά,
ενδείξεις), δεν αποτελεί ασφάλεια για
τον καταναλωτή, δεδομένου ότι η
φαρμακευτική εταιρεία έχει τα μέσα
να επηρεάζει όχι μόνο την έρευνα και
την παραγωγή επιστημονικών εργασιών,
που επιβεβαιώνουν την
αποτελεσματικότητα του φαρμάκου,
ελαχιστοποιώντας ή και
αποκρύπτοντας τις παρενέργειες και
τους κινδύνους, αλλά και τους ίδιους
τους ελεγκτικούς / αδειοδοτικούς
μηχανισμούς, μέσα από ένα
πολυδαίδαλο δίκτυο διαπλοκής και
διαφθοράς, που υφαίνεται γύρο από τα
τεράστια κονδύλια των εταιρειών
για δωροδοκία και εξαγορά όλων
των κομβικών σημείων στην διακίνηση
και προώθηση του φαρμάκου – με
πρώτους, μια μεγάλη
μερίδα γιατρών.
Η
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΩΝ

Ένα
υποχρεωτικό πρόγραμμα «ψυχικής
υγείας», προβλέπει την
υποχρεωτική χορήγηση
ψυχοφαρμάκων, αντιψυχωτικών και
αντικαταθλιπτικών, σε παιδιά
προσχολικής ηλικίας με «προδιάθεση»
σε ψυχικές διαταραχές. Σημειωτέον
ότι χορήγηση τέτοιων φαρμάκων
μπορεί να προκαλέσει
ανεπανόρθωτες βλάβες ακόμα και το
θάνατο.
H
Επιτροπή, που
έχει αναλάβει το έργο φέρει το
όνομα «Πρωτοβουλία Νέας
Ελευθερίας» (New Freedom Initiative). Mετά
την απελευθέρωση του Iράκ, οι
μικρονοϊκοί της κυβέρνησης Mπους
«απελευθερώνουν» και την
αμερικάνικη κοινωνία, βυθίζοντάς
την σε ένα εφιάλτη. |
Δεν είναι μόνο ότι οι
πολυεθνικές του φαρμάκου έχουν
συμβάλλει στην πρωτοκαθεδρία, στις
μέρες μας, της βιολογικής
κατεύθυνσης στην ψυχιατρική, αλλά
έχουν, επίσης, συμβάλλει και στον
αποικισμό της ίδιας της λεγόμενης «κοινωνικής»
ψυχιατρικής από την πρωτοκαθεδρία
του φαρμάκου. Η πλειοψηφία των
ψυχιάτρων, αλλά και των γιατρών άλλων
ειδικοτήτων, είναι πεπεισμένη (και
εκπαιδεύεται να είναι πεπεισμένη)
για την μονοδιάστατη βιολογική βάση
της ψυχικής δυσφορίας / αρρώστιας /
διαταραχής, ως δυσλειτουργίας του
εγκεφάλου, την οποία μπορεί κανείς να
επιδιορθώσει διαμέσου του φαρμάκου.
Αυτή η «προδιάθεση» (που στην ακραία,
δογματική εκδοχή της, ισοδυναμεί με
καθαρή δεισιδαιμονία και
προκατάληψη) παγιώνεται από τη δράση
των εταιρειών και των τεράστιων
κονδυλίων που διαθέτουν για τον
επηρεασμό των γιατρών.
Το
αποτέλεσμα είναι ότι, στις μέρες μας,
αυτά τα ψυχοφάρμακα έχουν τέτοια
πέραση, που η πλειοψηφία των ασθενών
βλέπει τους γιατρούς κυρίως ως «ενδιάμεσους»
διαρκώς νεότερων προϊόντων με
μαγικές δυνατότητες, παρά ως
θεραπευτές, ικανούς να
χρησιμοποιήσουν την
ίδια τη σχέση γιατρού - ασθενή
θεραπευτικά.
Σκοπός
των εταιρειών δεν είναι, φυσικά,
απλώς η μονοπώληση, από το φάρμακο,
της θεραπείας των επίσημα
διαγνωσμένων ως πασχόντων από μια
ψυχική διαταραχή, αλλά η διάχυση του
φαρμάκου στον γενικό πληθυσμό,
διαμέσου όλων των ιατρικών
ειδικοτήτων και ιδιαίτερα αυτών που
εμπλέκονται στην πρωτοβάθμια υγεία
και στη λειτουργία των εξωτερικών
ιατρείων. Ένα μεγάλο μέρος της
λεγόμενης «κοινωνικής ψυχιατρικής»
δεν ανάγεται σε τίποτα περισσότερο «από
την αδιαφοροποίητη και εκτεταμένη
συνταγογράφηση των ψυχοφαρμάκων
στον πληθυσμό», (2) μέσα από τις ίδιες
τις κοινοτικές υπηρεσίες, που
υποτίθεται ότι θα αναδείκνυαν, στην
αντίληψη και στην πρακτική τους, τον
πολυδιάστατο χαρακτήρα του ψυχικού
πόνου (ενάντια στην αναγωγική/απλοποιητική
προσέγγιση της ιδρυματικής -
νοσοκομειακής ψυχιατρικής).
ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ-ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ
ΜΠΟΥΣ
Η
επιδίωξη των φαρμακευτικών
εταιρειών να διαδώσουν όσο γίνεται
περισσότερο και να κάνουν απαραίτητο
για τον καθένα, το κάθε είδους «χάπι
της ευτυχίας», συμπίπτει με τις
κεντρικές κατευθύνσεις της
σύγχρονης βιοπολιτικής, για τον
έλεγχο του πληθυσμού. Μέσα στον
ορυμαγδό των διεθνών οικονομικών και
κοινωνικοπολιτικών γεγονότων της
φετεινής χρονιάς, δεν έγιναν όσο
έπρεπε αντιληπτές μερικές
εξαιρετικά επικίνδυνες εξελίξεις,
που έχουν σχέση με την επιδίωξη
περαιτέρω ενδυνάμωσης της
παντοκρατορίας των πολυεθνικών του
φαρμάκου, διαμέσου της διαπλοκής
τους με μια από τις πιο αντιδραστικές
κυβερνήσεις στην ιστορία του
καπιταλισμού, την κυβέρνηση Μπους.
Ήδη
πριν από τις πρόσφατες εκλογές στις HΠΑ,
η κυβέρνηση Μπους ανακοίνωσε ότι
προωθεί ένα υποχρεωτικό πρόγραμμα «ψυχικής
υγείας», που αφορά τον έλεγχο όλου
του πληθυσμού των HΠΑ,
συμπεριλαμβανόμενων όλων των
παιδιών - και αυτών της προσχολικής
ηλικίας - για την πιθανότητα «ψυχικών
διαταραχών», ήδη παρόντων, ή με
προδιάθεση ν’ αναπτυχθούν στο
μέλλον, έτσι ώστε τα παιδιά αυτά να
κάνουν «έγκαιρη θεραπεία» με
ψυχοφάρμακα, αντιψυχωσικά και
αντικαταθλιπτικά.(3)
Όπως
αποκάλυψε το περιοδικό “British Medical
Journal” (BMJ), στις 19 Ιουνίου, η κυβέρνηση
Μπους είχε ορίσει, τον Απρίλιο του 2002,
μια Επιτροπή, με το όνομα «Πρωτοβουλία
Νέας Ελευθερίας» (New Freedom Initiative) με
σκοπό να κάνει μια πλήρη μελέτη του
συστήματος παροχής υπηρεσιών
ψυχικής υγείας των ΕΠΑ. Η Επιτροπή
εξέδωσε τις συστάσεις της, τον Ιούλιο
του 2003 και η κυβέρνηση Μπους
έδωσε οδηγίες σε περισσότερους
από 25 ομοσπονδιακούς φορείς ν΄
αναπτύξουν ένα σχέδιο εφαρμογής
βασισμένο πάνω σ’ αυτές τις
συστάσεις. (4)
Οι
προτάσεις της Επιτροπής
συνοψίζονται στον ολοκληρωτικό
έλεγχο (screening), από πλευράς ψυχικής
υγείας, των «καταναλωτών όλων των
ηλικιών». Σύμφωνα με την Επιτροπή,
αυτό είναι αναγκαίο γιατί «παρά την
συχνότητά τους, οι ψυχικά διαταραχές
συχνά δεν διαγιγνώσκονται». (5)
Ο
πρόεδρος της Επιτροπής, ψυχίατρος
Graham Emslie, δήλωσε ότι «κάθε χρόνο μικρά
παιδιά διώχνονται από το νηπιαγωγείο
και τους παιδικούς σταθμούς λόγω
εξαιρετικά διαταρακτικών
συμπεριφορών και συναισθηματικών
διαταραχών». «Υπάρχουν αξιόπιστα
στοιχεία ότι αν ταυτοποιήσεις, σ’
ένα πρώιμο στάδιο τα παιδιά που είναι
επιθετικά, μπορείς να παρέμβεις… και
ν΄ αλλάξεις την διαδρομή της ζωής
τους». (6)
ΤΟ
“TEXAS PROJECT”
Ο
Gr. Eslie είναι αυτός που είχε επιμεληθεί
της ανάπτυξης του γνωστού ως «πιλοτικού
προγράμματος του Τέξας», πάνω στο
οποίο βασίζεται το σχέδιο της
κυβέρνησης Μπους.(7) Το πιλοτικό αυτό
πρόγραμμα είναι γνωστό ως “Texas Medication
Algorithm” (TMAP) και είχε εφαρμοστεί από
τον Μπους, όταν ήταν κυβερνήτης του
Τέξας, στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας
και στο σωφρονιστικό σύστημα (φυλακές)
της πολιτείας αυτής, με τη
χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων και
αρκετών μεγάλων φαρμακευτικών
εταιρειών και με τη θερμή υποστήριξη
της Αμερικανικής Ψυχιατρικής
Εταιρείας (ΑΡΑ), που είχε καλέσει για
την αύξηση της χρηματοδότησης για
την εφαρμογή του σχεδίου αυτού. Όπως
δήλωσε ο διευθυντής του τομέα
έρευνας της ΑΡΑ, «αυτό που είναι καλό
με το ΤΜΑΡ, είναι ότι αποτελεί ένα
λογικό σχέδιο βασισμένο πάνω σε
στοιχεία για την αποτελεσματικότητα
από κλινικές δοκιμές».
Το
ΤΜΑΡ προωθεί τη χρήση των νέων και
πανάκριβων αντιψυχωσικών και
αντικαταθλιπτικών για τη θεραπεία,
μεταξύ άλλων, των παιδιών σχολικής
ηλικίας, στα οποία έχει τεθεί η
διάγνωση «προβλήματα συμπεριφοράς».
Όπως
έγραψε το British Medical Journal, το σχέδιο που
προτείνει η Επιτροπή που όρισε ο
Μπους, ξεκινά με μια μεγαλόστομη
διακήρυξη υπέρ της «πλήρους
ενσωμάτωσης των ψυχικά πασχόντων
στην κοινότητα, με την παροχή
υπηρεσιών στην κοινότητα, παρά σε
ιδρύματα» («Progress Report” της “New Freedom
Initiative”, Μαρτίου 2004).(8) Και προχωρά να
εξηγήσει τι εννοεί με αυτό.
Προτείνει
τη «σύνδεση του ελέγχου (screening) με
θεραπεία και υποστηρικτικά
συστήματα”, μεταξύ άλλων και “legge artis
θεραπείες”, που χρησιμοποιούν «ειδικά
φάρμακα για ειδικές συνθήκες». Η
Επιτροπή συστήνει το ΤΜΑΡ, ως ένα
μοντέλο σχεδίου φαρμακευτικής
θεραπείας, που δείχνει μια «βασισμένη
στη εμπειρία πρακτική (evidence based practice)
που οδηγεί σε καλλίτερα αποτελέσματα
στους
καταναλωτές».(9)
ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ
Ωστόσο,
το Texas project ήρθε μ΄ ένα εκκωφαντικό
τρόπο στο προσκήνιο της δημοσιότητας
στις HΠΑ όταν, στις 15 Mαΐου 2004, ο Allen Jones,
ένας αξιωματούχος του Γραφείου του
Γενικού Επιθεωρητή (Inspector General) στην
Πενσυλβάνια, που συμμετείχε στην
εφαρμογή, σ’ αυτή την πολιτεία, μιας
εκδοχής αυτού του προγράμματος,
αποκάλυψε ότι «ανώτεροι υπάλληλοι σε
κρίσιμα πόστα για την υλοποίηση του
σχεδίου χορήγησης των φαρμάκων,
έλαβαν χρήματα και δώρα από τις
φαρμακευτικές εταιρείες που
ενδιαφέρονται για
τον φαρμακευτικό αλγόριθμο». (10) O Jones
απολύθηκε, γι’ αυτές τις αποκαλύψεις
του, στα μέσα του Ιουνίου.
Ο
Jones είχε δηλώσει, τότε, ότι «η ίδια
πολιτικο-φαρμακευτική συμμαχία, που
βρίσκονταν πίσω από το ΤΜΑΡ,
χρησιμοποιούσε την «New Freedom Commission»,
για να ενισχύσει το ΤΜΑΡ ώστε να
γίνει ολοκληρωμένη εθνική πολιτική
για την θεραπεία των ψυχικών
διαταραχών με ακριβά και
πατενταρισμένα φάρμακα, που έχουν
αμφίβολα αποτελέσματα και θανάσιμες
παρενέργειες και να αναγκάσει τις
ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες να
πληρώνουν αυτά τα φάρμακα».
Η
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ
ΚΕΡΔΗ
Για
να καταλάβει κανείς τι διακυβεύεται
στο ζήτημα της φρενήρους προσπάθειας
των φαρμακευτικών εταιρειών για την
αύξηση της διάδοσης των νεότερων
ψυχοφαρμάκων, αρκεί να συγκρίνει το
κόστος της θεραπείας με ένα παλιό
αντιψυχωτικό (το Aloperidin), με αυτό των
νεότερων, λεγόμενων «άτυπων»
αντιψυχωτικών, τα οποία, ενώ δεν
έχουν μεγαλύτερη (αντίθετα, συνήθως,
ίση ή μικρότερη) αποτελεσματικότητα
από το Aloperidin (το οποίο χρησιμομοιούν
πάντα ως σημείο αναφοράς και μέτρο
σύγκρισης), παρουσιάζουν το
πλεονέκτημα ότι δεν έχουν, ή έχουν σε
μικρό βαθμό, τις πολύ ενοχλητικές
παρενέργειες του πρώτου, ιδιαίτερα
αυτές που προέρχονται από το
εξωπυραμιδικό σύστημα (τρόμος,
ακαθησία, δυστονία κλπ, αλλά και την
εξαιρετικά σοβαρή όψιμη δυσκινησία)
και έτσι γίνονται περισσότερο ανεκτά
από τους ασθενείς (χωρίς αυτό, φυσικά,
να είναι πάντα ο κανόνας, δεδομένου
ότι και αυτά έχουν παρενέργειες και,
εν πάσει περιπτώσει, ακόμα και γι’
αυτά τα «άτυπα», που κυκλοφορούν
αρκετά χρόνια τώρα, χρειάζεται
περισσότερος χρόνος για να
διαπιστωθεί πραγματικά η τυχόν
δυσμενής επίδρασή τους).
Υπολογίζοντας την αντιστοιχία της
δοσολογίας ανάμεσα στα διαφορετικά
φάρμακα, με ισοδύναμη δοσολογία, η
μηνιαία θεραπεία με Aloperidin στοιχίζει 5
Ευρώ,
ενώ με τα νεώτερα Risperdal και Zyprexa
στοιχίζει 189 και 330 Ευρώ αντίστοιχα.
Για
να δώσουμε ένα παράδειγμα, η
ολανζαπίνη (Zyprexa), που φιγουράρει ως
πρώτης γραμμής φάρμακο στο ΤΜΑΡ, είχε
έσοδα από τις παγκόσμιες πωλήσεις
της, το 2003, 4,28 δισ. δολάρια,
αποτελώντας το πρώτο σε πωλήσεις
φάρμακο της Elli Lilly. Τα έσοδα από την
ολανζαπίνη ανήλθαν σε περισσότερο
από το ένα τρίτο των εσόδων από τις
συνολικές πωλήσεις της Lilly. Σύμφωνα
με τους New York Times (περσινό άρθρο του
Gardiner Harris), 2,63 δισ. δολάρια ήταν τα
έσοδα από τις πωλήσεις της
ολανζαπίνης στις ΕΠΑ, εκ των οποίων,
το 70% πληρώνεται από κρατικές
υπηρεσίες (Medicare, Medicaid). (11)
ΤΟ
ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ
Κύκλοι
μέσα από το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό
Κόμμα (γύρω από τον γερουσιαστή Ron Paul),
δήλωναν, το Σεπτέμβρη του 2004,
ευθαρσώς ότι «η φαρμακευτική
βιομηχανία έπεισε τον πρόεδρο Μπους
να υποστηρίξει τον υποχρεωτικό
έλεγχο της κατάστασης ψυχικής υγείας
κάθε παιδιού στις ΕΠΑ,
συμπεριλαμβανόμενων αυτών της
προσχολικής ηλικίας και συνεχίζει
τώρα τις προσπάθειές της για να
πείσει το Κογκρέσσο... Το σχέδιο αυτό
δεν είναι παρά μια δυσκόλως
υποκρυπτόμενη προσπάθεια των
φαρμακευτικών εταιρειών να
επιτύχουν μιαν ευρύτερη αγορά για τα
πανάκριβα αντικαταθλιπτικά και
αντιψυχωτικά τους φάρμακα, βάζοντας
την κυβέρνηση σε περιοχές της ζωής
των Αμερικανών που μέχρι τώρα δεν της
ανήκαν... Το πραγματικό όφελος για τις
φαρμακευτικές εταιρείες θα είναι η
αναγκαστική χορήγηση φαρμάκων στα
παιδιά, την οποία θα έχει ως
αποτέλεσμα -όπως μάθαμε μ΄ ένα
τραγικό τρόπο με τη Ritalin- ακόμα και
όταν οι γονείς αρνούνται» (Kent Snyder, εκ
μέρους της Liberty Committee, που ίδρυσε ο Paul).(12)
Μάλιστα ο Paul επρόκειτο
να καταθέσει μια τροπολογία ενάντια
στην συμπερίληψη στον σχετικό
οικονομικό προϋπολογισμό για το 2005,
του σχεδίου για τον υποχρεωτικό
έλεγχο και χορήγηση ψυχοφαρμάκων στα
παιδιά. (Για την ριταλίνη βλέπε
παρακάτω, με αφορμή την επαναφορά της
στη θεραπευτική πρακτική στην Ιταλία).
Γενικά,
τα σχέδια του Μπους έχουν ξεσηκώσει
θύελλα αντιδράσεων από όλο το
πολιτικό φάσμα. Χαρακτηρίστηκαν ως η
πιο ολοκληρωτικού χαρακτήρα
προσπάθεια για να αναχθεί η διαφωνία,
ή η «παρέκκλιση», σε παθολογία (σε
ψυχική διαταραχή) -δεδομένου ότι,
όπως υπολογίζει η επιτροπή, που
συγκρότησε την πρόταση, διαμέσου των
σχολείων και μόνο, θα μπορούν να
ελέγξουν 52 εκατομμύρια μαθητές και 6
εκατομμύρια ενήλικες που δουλεύουν
στα σχολεία. (13) Άλλοι, τόνισαν ότι «αμφισβητούνται
τα γονικά δικαιώματα πάνω στα παιδιά»,
ότι «επιβάλλεται ένας ”πολιτικά
σωστός”, αντι-αμερικανικός τρόπος
ζωής» κλπ (14)
Η
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
. ΠΡΩΤΟ ΜΕΤΡΟ, Η ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ
ΜΠΟΥΣ
Καταλαβαίνει
κανείς ότι οι φαρμακευτικές
εταιρείες, όπως θα φανεί παρακάτω, θα
χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο
στη διάθεσή τους, από τη μια, για νά
μεγαλοποιήσουν τη δραστικότητα και
να πολλαπλασιάσουν τις ενδείξεις
χρήσης του φαρμακευτικού τους
προϊόντος και από την άλλη, για να
μειώσουν ή και να εξαφανίσουν τη
δημοσιοποίηση των κινδύνων από τη
χρήση του.
Ο
Jones δεν είχε παραλείψει να σημειώσει
ότι οι εταιρείες που συμμετείχαν στο
ξεκίνημα του “Texas project” ήταν και οι
μεγάλοι χηματοδότες της
προεκλογικής εκστρατείας του Μπους
– την ίδια στιγμή που μέλη της
παραπάνω αναφερθείσας New Freedom Commission
είχαν χρηματίσει μέλη
συμβουλευτικών επιτροπών των ίδιων
αυτών εταιρειών και άλλα είχαν άμεση
σχέση με το ΤΜΑΡ.(15)
Είναι
γνωστό ότι οι φαρμακευτικές
εταιρείες συνεισέφεραν στην
προεκλογική εκστρατεία του Μπους
τρεις φορές περισσότερα χρήματα απ΄
ό, τι σ΄ αυτήν του Κέρι. Από τα 1.6 δισ.
δολλάρια των εισφορών της Eli Lilly στα
πολιτικά κόμματα, το έτος 2000, το 82%
πήγε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και
στον Μπους. Ηταν τότε που ο Μπους,
στην προεκλογική του εκστρατεία,
υποστήριζε ανοιχτά το Texas project και,
επίσης, το γεγονός ότι η νομοθεσία
που είχε περάσει, επεξέτεινε την
κάλυψη των ψυχοφαρμάκων από το
ομοσπονδιακό πρόγραμμα Medicaid.
Αλλά
και άλλες φαρμακευτικές εταιρείες,
που βρίσκονται πίσω από το Texas project,
χρηματοδοτούσαν γενναία (και
εξακολούθησαν και το 2004) την
προεκλογική εκστρατεία του Μπους (είχαν
δώσει, μέχρι τον Απρίλη φέτος, 764.274
δολ. στον Μπους και μόλις 149.400 δολ.
στον Κέρι).
ELI
LILLY ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΠΟΥΣ : ΜΙΑ
ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΗ ΣΧΕΣΗ ΑΓΑΠΗΣ
Ειδικώτερα,
για τις σχέσεις της Eli Lilly με την
οικογένεια Μπους, πολλοί μιλούν για
δεσμούς που ισοδυναμούν με ένα Lillygate (τα
στοιχεία από το άρθρο του Bruce Levine).
Για
να γίνει ανάγλυφα κατανοητό πώς
ασκούνται οι επηρεασμοί και τι
πραγματικά είναι η περίφημη «διαπλοκή»,
αρκεί να δει κανείς ποιοί βρίσκονται
ή βρίσκονταν στις μισθοδοτικές
καταστάσεις της Eli Lilly:
-
ο πατήρ Μπους, πρώην πρόεδρος των
ΕΠΑ, πρώην αρχηγός τηςCIA, πρώην μέλος
του συμβουλίου των διευθυντών (Board of
Directors) της Lilly.
-
ο Sidney Taurel, γενικός διευθυντής (chief
executive officer-CEO) της Lilly, που διορίστηκε
από τον πρόεδρο Μπους το νεώτερο,
μέλος του Homeland Security Council (Υπηρεσία
Εσωτερικής Ασφάλειας).
-
ο Ken Lay, πρώην CEO της Enron και πρώην
μέλος του διοικητικού συμβουλίου της
Lilly.
-
ο Mitch Daniels, πρώην διευθυντής
Διαχείρισης και προϋπολογισμού του
Μπους και πρώην αντιπρόεδρος της Lilly.
-
η
Εθνική
Συμμαχία
για
τοους
Ψυχικά
Ασθενείς
(Νational
Alliance for the Mentally Ill - NAMI). (16)
Επιπλέον,
μερικά από τα μέλη της New Freedom Commission,
ήταν μέλη των διοικητικών συμβουλίων
των εταιρειών αυτών, ενώ άλλα είχαν
άμεσους δεσμούς με
το ΤΜΑΡ.
Αλλά
θα υπάρξει και συνέχεια.
|