Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Επικοινωνία

  Webmaster: Δημήτρης  

Ανάλυση οθόνης 800Χ600   

Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης   

  Καθημερινή ανανέωση.                                         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                 Τελευταία ενημέρωση 29 May 2005

 

Υγεία

 

Αρχείο

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα αυτού του θέματος

 

 Κεντρική Σελίδα

 

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΥΓΕΙΑΣ – ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Το κείμενο αυτό κυκλοφόρησε πριν τις εκλογές της ΕΙΝΠΑ το 1999

Θέσεις

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ, ΤΗΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ

της

Αριστερής Ριζοσπαστικής Συνεργασίας Ιατρών

(Α.Ρ.Σ.Ι.)

Μάρτιος 1999

Συνάδελφοι, συναδέλφισες,

 

‘Ολοι εμείς που πριν τρία χρόνια ιδρύσαμε την Α.Ρ.Σ.Ι. ή στην πορεία συμμετείχαμε σ' αυτή, θέλουμε μέσα από τα κείμενα που ακολουθούν ενόψει και των εκλογών της Ε.Ι.Ν.Α.Π., να σας εκθέσουμε τις απόψεις μας για τις εξελίξεις στο χώρο της υγείας και γενικότερα στα πολιτικά δρώμενα της κοινωνίας, αλλά και να διατυπώσουμε τη δική μας θέση για το πως μπορούν να αλλάξουν με συνολικούς όρους τόσο το υγειονομικό μας σύστημα όσο και οι όροι ζωής και εργασίας μας.

Σε μια τέτοια κατεύθυνση, η έκδοση του τεύχους αυτού έρχεται, εκτός των άλλων, να αντιστρατευτεί και την περπατημένη οδό των εκλογικών διαδικασιών : μια οδό, που συνήθως διέρχεται της άκρατης υποσχεσεολογίας, της ακατάσχετης ρητορικής και της επιστράτευσης ποικίλων προσωπικών, επαγγελματικών και επιστημονικών εξαρτήσεων στο σκοπό ενός καλού εκλογικού αποτελέσματος. Μιας οδού, που την επομένη των εκλογών, συνήθως καταλήγει στη λήθη των υποσχέσεων και στην απαξίωση του προεκλογικού λόγου των κυρίαρχων παρατάξεων (ε,… άντε και να θυμηθούν κανένα προεκλογικό ρουσφετάκι). Από τη μεριά μας, αδυνατώντας, ιδεολογικά και υλικά, να παίξουμε αυτό το παιχνίδι (το οποίο άλλωστε παλαιότερα, κάπως αλλιώς ονομαζόταν, και όχι συνδικαλισμός!), καλούμε όλους τους νοσοκομειακούς γιατρούς να προσέλθουν στις κάλπες, αναλογιζόμενοι, πρώτα από όλα τη συμφωνία λόγου και πράξης της κάθε δύναμης. Να σταθούν και να αποφασίσουν για τη στάση τους με γνώμονα την πρόσφατη και απώτερη εμπειρία τους, αλλά και να συγκρίνουν τις θέσεις τους, πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα πολιτικής στο χώρο της υγείας και όχι μόνο. Στην κατεύθυνση αυτή, της διαφάνειας και της αποσαφήνισης των θέσεών μας, κινείται η παρούσα έκδοση. ‘Αλλωστε, η Α.Ρ.Σ.Ι., από την ίδρυσή της, ποτέ δεν δίστασε να εκτεθεί παίρνοντας ανοικτά θέση στα προβλήματα της υγείας και του κλάδου, ποτέ δεν κατέφυγε σε διφορούμενα, δισημίες με σκοπό να θολώσει τα νερά. ‘Ισως, πάλι, να είναι αυτός ο λόγος, που οι κατεστημένες παρατάξεις του Δ.Σ. της Ε.Ι.Ν.Α.Π., από την πρώτη στιγμή, δεν είδαν με καλό μάτι αυτή την προσπάθεια.

Στην παρούσα, λοιπόν, έκδοση, παρουσιάζονται οι βασικές θέσεις της Α.Ρ.Σ.Ι., για μια σειρά από ζητήματα: η πολιτική συγκυρία, οι αναδιαρθρώσεις στο χώρο της υγείας, οι επιδιώξεις της κυβέρνησης, οι εξελίξεις μέσα στο ίδιο το ιατρικό σώμα, η κατάσταση του συνδικαλιστικού νοσοκομειακού κινήματος και οι κατεστημένες του παρατάξεις, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις και η πρότασή μας για το σύστημα υγείας και τους λειτουργούς του……

 

 

α) Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

 

Ζούμε σ' ένα κόσμο που αλλάζει γοργά και δυστυχώς προς το χειρότερο. Η πτώση (πριν από μια δεκαετία περίπου) των χωρών του πάλαι ποτέ "υπαρκτού σοσιαλισμού", που κάθε άλλο παρά την ανθρώπινη χειραφέτηση και απελευθέρωση υπηρέτησαν, τελικά επιτάχυνε την εφαρμογή μιας νέας παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Μια νέα κοινωνική πραγματικότητα που μέσα από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής διεθνοποίησης (Ιαπωνία - Ειρηνικός, Βόρεια - Νότια Αμερική, Ευρώπη - Ε.Ε.) οδηγεί σε μια άνευ προηγουμένου στην ανθρώπινη ιστορία επίθεση των κυρίαρχων του πλανήτη (σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο) απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας, στα εργατικά δικαιώματα και τις ανθρώπινες ανάγκες.

Σε μια εποχή που παράγεται τεράστιος κοινωνικός πλούτος μέσα και από την αξιοποίηση των μεγάλων επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνικής, η ιδιοποίηση του μεγαλύτερου κομματιού αυτού του πλούτου από λίγες δεκάδες πολυεθνικών εταιριών σε παγκόσμιο επίπεδο οδηγεί ολόκληρες περιοχές του πλανήτη στη φτώχια, το λιμό και την εξαθλίωση. Η προσπάθεια για τον έλεγχο από μέρους των ισχυρών της γης των πηγών της ενέργειας, αλλά και της εμπέδωσης των συμφερόντων των ισχυρών, οδηγεί σε νέους πολέμους που σπέρνουν την καταστροφή και την ερήμωση σε εκατομμύρια ανθρώπους. Είναι πραγματικά φοβερό να αναλογιστεί κανείς ότι 225 άνθρωποι έχουν στα χέρια τους τόσο πλούτο όσο ο μισός πληθυσμός της γης. ‘Η ότι μια μείωση μόνο κατά 8% των κερδών αυτών των 225 ανθρώπων θα μπορούσε να εξασφαλίσει στέγη, διατροφή, νερό, συνθήκες υγιεινής, βασική εκπαίδευση και βασική περίθαλψη σε ολόκληρο τον πληθυσμό της γης! Ποτέ στην ιστορία του ανθρώπινου είδους τόσο λίγοι δεν είχαν τόσα πολλά και τόσο πολλοί δεν είχαν τόσα λίγα. Οι αντιθέσεις πλούτου και φτώχιας ειδικά στις υπανάπτυκτες χώρες λαμβάνουν εκρηκτικές διαστάσεις.

‘Ομως και στις "αναπτυγμένες" χώρες οι διαδικασίες της διεθνοποίησης και του ελέγχου των αγορών, που στην Ευρώπη εκφράζεται με την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση και την οικονομική και νομισματική ενοποίηση οδηγεί σε πολιτικές περικοπής κοινωνικών δαπανών, σκληρής λιτότητας, δημιουργία μεγάλης ανεργίας σε ζωντανά κομμάτια του πληθυσμού, σε αφαίρεση βασικών εργατικών κατακτήσεων (δώρα και επιδόματα - ασφάλιση - σύνταξη), με δυο λόγια σε πιο άγρια εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας. Οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρώπης παρά το σοσιαλδημοκρατικό παρελθόν των περισσότερων, έχουν υποταχθεί πλήρως στη λογική της Ο.Ν.Ε. και έχουν μεταβληθεί σε απευθείας υπηρέτες των εγχώριων και διεθνών αφεντικών τους.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, μιλώντας και για τη χώρα μας, εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια από τις κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του Π.Α.Σ.Ο.Κ. μια σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, λιτότητας, ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, καταστροφής του "κράτους πρόνοιας" και παράλληλα μια πολιτική ανοιχτής υποταγής στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της ΡΑΧ ΑΜΕRICANA (Κουρδικό, Σκόπια, Κοσσυφοπέδιο, Τουρκία, Μέση Ανατολή). Οι πολιτικές αυτές έχουν οδηγήσει, από τη μια σε δραματική επιδείνωση των όρων ζωής και εργασίας μεγάλων κομματιών της κοινωνίας και από την άλλη σε μια εκτίναξη των κερδών του συμπλέγματος του βιομηχανικού - τραπεζικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Η επίτευξη των κριτηρίων της Ο.Ν.Ε. και του Μάαστριχτ έχει γίνει ο οδοστρωτήρας που από κάτω του συνθλίβονται περιοχές που αποβιομηχανοποιούνται και γεμίζουν ανέργους, αγρότες που χάνουν την παραγωγή τους, Δ.Ε.Κ.Ο. που ξεπουλιούνται, μισθοί και συντάξεις που συμπιέζονται στα όρια, εκπαίδευση που αντιδραστικοποιείται για να διαμορφώσει τον "απασχολήσιμο" και "υπερεκμεταλλεύσιμο" εργαζόμενο του μέλλοντος, Ε.Σ.Υ. και πρόνοια που αποσαθρώνονται.

Ταυτόχρονα γίνεται ορατή πλέον η πιθανότητα της εμπλοκής της χώρας μας στα ψυχροπολεμικά σχέδια των Η.Π.Α. και σε κάποιο επεισόδιο με την "γείτονα" για να ανοίξει ο δρόμος να ρυθμιστούν με βάση τα Αμερικανικά συμφέροντα τα προβλήματα της Κύπρου, του Αιγαίου και της Γιουγκοσλαβίας. Η πρόσφατη ανοιχτή παράδοση του ηγέτη των Κούρδων Αμπντουλάχ Οτσαλάν από την κυβέρνηση Σημίτη στα χέρια των στρατοκρατών της ‘Αγκυρας, αποδεικνύει το πόσο υποτελές στα κελεύσματα του "παγκόσμιου χωροφύλακα" είναι το πολιτικό προσωπικό που μας κυβερνάει.

Αυτή η κατάσταση έχει πυροδοτήσει αγωνιστικά ξεσπάσματα σε διάφορους κλάδους εργαζόμενων με μεγάλη συμμετοχή, μεγάλη διάρκεια, έντονες έως άγριες μορφές πάλης (αγρότες, εκπαίδευση, Ιονική, Ολυμπιακή, νοσοκομειακοί γιατροί κλπ.). Αγώνες που δεν πέτυχαν αυτό που θα μπορούσαν όχι μόνο γιατί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πρωτοφανέρωτη κυβερνητική αδιαλλαξία - τρομοκρατία - καταστολή, αλλά και γιατί οι υπάρχουσες συνδικαλιστικές ηγεσίες έπαιξαν φανερά ή κρυφά ρόλο υπονόμευσης και ποδηγέτησης των αγώνων αυτών είτε "χαμηλώνοντας" τα αιτήματα, είτε κάνοντας πίσω στις μορφές πάλης την κρίσιμη στιγμή. Σίγουρα ένα προβληματικό στοιχείο των αγώνων αυτών ήταν και η αδυναμία των κινημάτων, σε κρίσιμες στιγμές, να αρθρώσουν ένα διακριτό πολιτικό λόγο. ‘Ομως αυτοί οι αγώνες έτσι κι αλλιώς έχουν σημάνει την αρχή ενός νέου γύρου κοινωνικών αναμετρήσεων ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και της εργασίας στη χώρα, που θα οξυνθεί πολύ την επόμενη περίοδο, καθώς οι δείκτες και οι αριθμοί θα ευημερούν και οι άνθρωποι θα δυστυχούν.

 

β) Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ “ΑΛΛΗ” ΑΡΙΣΤΕΡΑ

 

Είναι προφανές ότι πρέπει να υποστηριχθεί μια άλλη Αριστερά. Όχι αριστερά του ασφυκτικού εναγκαλισμού με τα εκσυγχρονιστικά ιδεολογήματα και μαϊντανός κάθε αντιδραστικού μέτρου (ΣΥΝ) αλλά ούτε και της προσκόλλησης σε αναλύσεις των προηγούμενων δεκαετιών που θα πριμοδοτεί μόνο όσους αγώνες μπορούν να μετατραπούν σε ψήφους στις βουλευτικές εκλογές και τους άλλους θα τους καταδικάζει ή και θα τους υπονομεύει ανοικτά (Κ.Κ.Ε.). Θέλουμε μια αριστερά:

     

  • Που θα κάνει τα προβλήματα ΠΟΛΙΤΙΚΗ και όχι πολιτική με τα προβλήματα.

     

  • Που θα επαναδιατυπώσει λόγο και όραμα συνολικά για την κοινωνία, σε ρήξη με τους σημερινούς σχεδιασμούς του συστήματος (Ο.Ν.Ε. - Ευρώ - Μάαστριχτ) αντί να ψελλίζει “ηθικοπλαστικές” εκκλήσεις για το "κοινωνικό πρόσωπο" των ίδιων αυτών των σχεδιασμών .

     

  • Που στη δράση της απόλυτη προτεραιότητα θα έχει η ικανοποίηση των αναγκών και των δικαιωμάτων της εργαζόμενης λαϊκής πλειοψηφίας και των ανέργων και όχι η διαρκής συμπίεσή τους για να χωρέσουν στους στόχους της σύγκλισης.

     

  • Που δεν θα υποτάσσεται στους συσχετισμούς, αλλά θα αξιοποιεί τη δυναμική των αιτημάτων των εργαζομένων για να τους αλλάξει.

     

  • Που θα είναι ανοιχτή στην κριτική και στην αναζήτηση και θα ενισχύει τις αμεσοδημοκρατικές μορφές οργάνωσης και αγώνα των εργαζόμενων, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στο κίνημα να κάνει πολιτική.

     

  • Που θα δρα με λογική μετώπου συσπειρώνοντας στη βάση των κοινών προβλημάτων κάθε εργαζόμενο που νιώθει να συνθλίβεται, κάθε ανεξάρτητο άνθρωπο που θέλει να αγωνιστεί, κάθε ανήσυχο πνεύμα που αναζητεί, χωρίς να προτάσσει την ιδεολογική συμφωνία επί παντός επιστητού για να υπάρξει κοινή δράση και χωρίς τάσεις ηγεμονισμού και ιδιοκτησίας απέναντι στο κίνημα.

 

Η Αριστερή Ριζοσπαστική Συνεργασία Ιατρών (Α.Ρ.Σ.Ι.), που λειτουργεί ως μια ανεξάρτητη πολιτικοσυνδικαλιστική συσπείρωση στο χώρο των νοσοκομειακών γιατρών, φτιάχτηκε από συναδέλφους που τους ενώνει:

 

     

  • Η κοινή αγωνία για το μέλλον της δημόσιας περίθαλψης.

     

  • Η αντίληψη ότι το σύστημα περίθαλψης πρέπει να λειτουργεί με κριτήριο τη δωρεάν ολόπλευρη και ποιοτική κάλυψη των υγειονομικών αναγκών των εργαζομένων.

     

  • Η θέληση για κοινή αγωνιστική δράση και διεκδίκηση λύσεων τόσο στους όρους ζωής - εργασίας και επιστημονικής εξέλιξης των νοσοκομειακών γιατρών, όσο και στα προβλήματα της περίθαλψης, προβλήματα που τα θεωρούμε άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους.

     

  • Η ανάγκη για συνολική αλλαγή της γραμμής πλεύσης του συνδικαλιστικού κινήματος στο χώρο μας ώστε το κέντρο της λήψης των αποφάσεων να περάσει από τους ξεκομμένους επαγγελματίες συνδικαλιστές, στους ίδιους τους γιατρούς και τις συνελεύσεις τους.

Θέλουμε με τη δράση μας, τις σκέψεις και τις αναλύσεις μας για το χώρο της υγείας να συμβάλλουμε στη δημιουργία της Αριστεράς που προηγουμένως περιγράψαμε, γιατί κατανοούμε ότι χωρίς ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές μέσα από ένα συνολικό μέτωπο εργατικών διεκδικήσεων και οι δικοί μας αγώνες θα έχουν μικρό βεληνεκές. Γι' αυτό είμαστε ανοιχτοί στη συνεργασία και στην κοινή δράση με αντίστοιχα σχήματα σε άλλους κοινωνικούς χώρους της μισθωτής διανόησης, των εργαζομένων και της νεολαίας.

 

γ) Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ.

ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ

 

Μέσα στο γενικότερο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό έδαφος που διαμορφώνουν οι διαδικασίες της καπιταλιστικής διεθνοποίησης όπως αυτές εκφράζονται για τις χώρες της Ευρώπης με το στόχο της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης, μεγάλες αλλαγές πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια στα συστήματα ασφάλισης και περίθαλψης των χωρών αυτών και της Ελλάδας. Πριν δούμε τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις αξίζει να σταθούμε σε κάποιες γενικότερες πλευρές για να εξηγηθεί τι επιβάλλει από τη μεριά του συστήματος αυτή τη γενικότερη αναδιάρθρωση που κατά τη γνώμη μας βρίσκεται σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες και τα δικαιώματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

 

Α. Η ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ : ΟΙ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Η οικονομική ουσία της τόσο διαφημιζόμενης και προβαλλόμενης ως "μονόδρομου" διαδικασίας της σύγκλισης της Ε.Ε., έγκειται στην προσπάθεια των κυρίαρχων πολυεθνικών εταιριών της Ευρώπης να διαμορφώσουν ένα ενιαίο πλέγμα μειωμένου κόστους εργασίας, αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης και “ελαστικοποίησης” της εργασίας, αξιοποίησης σε μια τέτοια κατεύθυνση της εισαγωγής και χρήσης των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής και αυξημένων δυνατοτήτων διακίνησης εμπορευμάτων και υπηρεσιών ("ενιαία αγορά"). Τελικός σκοπός αυτής της κίνησης δεν είναι άλλος από την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και την αύξηση των κερδών τους στα πλαίσια του παγκόσμιου ανταγωνισμού με τα άλλα δύο ισχυρά κέντρα (ΗΠΑ, Ιαπωνία).

Σε μια τέτοια κατεύθυνση, είναι επιτακτική ανάγκη για τις κυρίαρχες δυνάμεις, να αναιρεθούν όλες οι κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος, όλες οι “εγγυήσεις” που το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας “παρείχε” (υγεία, πρόνοια, ασφάλιση, εκπαίδευση, κ.ο.κ.). Η ανάγκη για “μείωση του κόστους εργασίας” (όπως κομψά συνηθίζεται να λέγεται η απομύζηση των εργαζόμενων), επιβάλλει την εγκατάλειψη των κοινωνιών των οποιωνδήποτε συλλογικών “εγγυήσεων” και την εγκαθίδρυση των κοινωνιών του ανταγωνισμού, των ατομικών λύσεων, του διαρκούς άγχους για την εξασφάλιση ακόμα κι αυτής της ίδιας της επιβίωσης. ‘Αλλωστε, αυτή η πολιτική, που οργανώνεται και καθοδηγείται από το σύμπλεγμα πολυεθνικών - τραπεζικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου, απαιτεί και επιβάλλει τον προσανατολισμό των οικονομικών πόρων τόσο των κρατικών προϋπολογισμών όσο και του Ευρωπαϊκού ταμείου προς τη χρηματοδότηση πολύ “χρησιμότερων” δραστηριοτήτων από την υγεία των εργαζόμενων, όπως της προώθησης των αλλαγών στην παραγωγική βάση (νέες τεχνολογίες), της δημιουργίας των υποδομών (οδικοί άξονες, τηλεπικοινωνίες κλπ) που απαιτεί η διευκόλυνση της διακίνησης προϊόντων και υπηρεσιών και της ενίσχυσης των ιδιωτικών επενδύσεων στις νέες αγορές της Ανατολικής Ευρώπης και αλλού.

‘Αρα σήμερα πολύ περισσότερο απ' ότι στο παρελθόν για τις κυρίαρχες δυνάμεις ούτε “περισσεύουν”, ούτε “χρειάζονται” πόροι για να χρηματοδοτηθούν κοινωνικές δαπάνες κάθε μορφής (περίθαλψη, πρόληψη, πρόνοια, εκπαίδευση, συντάξεις).

Ταυτόχρονα όλη αυτή η εξόρμηση του κεφαλαίου βασίζεται όπως είπαμε πρώτα απ' όλα στη "συμπίεση του κόστους εργασίας", δηλαδή στη σαφή χειροτέρευση των όρων εργασίας και αμοιβής της μεγάλης πλειοψηφίας των μισθωτά εργαζόμενων. Αυτό σημαίνει ελαστικές εργασιακές σχέσεις, αύξηση του χρόνου εργασίας, αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, πάγωμα ή μείωση μισθών, μαύρη εργασία για τα χαμηλότερα εργατικά στρώματα (π.χ. μετανάστες) και σταθερά μεγάλη ανεργία σε όλες τις χώρες.

‘Ετσι, αργά αλλά σταθερά, διαμορφώνεται μια κοινωνία που ένα κομμάτι της θα βρίσκεται στο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιθώριο ζώντας κάτω από το όριο φτώχιας ενώ ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της υπόλοιπης θα είναι "ελαστικά" απασχολήσιμο και βέβαια υπερεντατικά εκμεταλλεύσιμο.

Οι πραγματικές αιτίες της σχετικής καθυστέρησης της εμφάνισης μιας τέτοιας πραγματικότητας (και των αποτελεσμάτων της) στην ελληνική κοινωνία βρίσκονται αφενός στο μεγάλο εύρος των κατακτήσεων των εργαζομένων κατά τη διάρκεια των δύο προηγουμένων δεκαετιών και των συνακόλουθων προσκομμάτων στην επιχείρηση αναίρεσής τους, αφετέρου δε, σε ιστορικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, όπως το μεγάλο ποσοστό των αυτοαπασχολούμενων, την εκτεταμένη παραοικονομία και των οικογενειακών δεσμών που συντηρούν ένα "άνετο" επίπεδο διαβίωσης σε κάποια τμήματα του πληθυσμού. Αυτή η καθυστέρηση δεν πρέπει όμως να κρύβει από τα μάτια μας τη (ζοφερή για το σύνολο της εργαζόμενης πλειοψηφίας) προοπτική της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Η πολιτική αυτή, σε συνδυασμό με τη συνολική υποχώρηση του εργατικού κινήματος την τελευταία δεκαετία, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα: το κράτος απεκδύεται από την υποχρέωση να χρηματοδοτεί ένα σχετικά καθολικό και ενιαίο σύστημα περίθαλψης και ασφάλισης, από οποιαδήποτε, δηλαδή, υποχρέωσή του να αποκαθιστά, έστω και με τον ελλιπή τρόπο του πρόσφατου παρελθόντος, τις βλάβες υγείας, ή αλλιώς να αναπαράγει την ικανότητα προς εργασία του συνόλου των εργαζομένων. Ο "ελαστικά απασχολήσιμος" πρέπει σήμερα να καταβάλει ένα μεγάλο βάρος της αποκατάστασής του από την τσέπη του. Με δυο λόγια ο καπιταλισμός σήμερα και δεν θέλει και δεν του χρειάζεται η μορφή του κράτους πρόνοιας της μεταπολεμικής Ευρώπης. Εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι η μόνιμη και σταθερή πολιτική επιδίωξη του συστήματος για έλεγχο της συνείδησης, της σκέψης και της δράσης των εργαζόμενων σαφέστατα μπορεί να εξυπηρετηθεί από την απώλεια του συστήματος κάλυψης των υγειονομικών αναγκών.

Τα παραπάνω αποτυπώνονται πεντακάθαρα στα οικονομικά στοιχεία, όπου ενώ από το 1960 έως το 1985 είχαμε στις χώρες του Ο.Ο.Σ.Α. αύξηση των συνολικών δαπανών υγείας από το 4,5% του Α.Ε.Π. στο ύψος του 7,5%, από τότε και μετά παρατηρείται μια μείωση των ρυθμών αύξησης, οι οποίες φθάνουν το 8,2% το 1996 και από τότε υποχωρούν στο 7,8% το 1999 με προοπτική το 7,5% το 2000. Παράλληλα αυξάνει ιδιαίτερα μετά το 1990 το ποσοστό των ιδιωτικών δαπανών υγείας μέσα σ' αυτό το ποσό (από 25% σε 35-37%).

Μιλώντας για την Ελλάδα βλέπουμε ότι ακολούθησε με μια δεκαετία καθυστέρηση την αύξηση των υπόλοιπων χωρών, φθάνοντας το 7% το 1984 και το 8% το 1996. ‘Ομως ταυτόχρονα, η αναλογία δημόσιων - ιδιωτικών δαπανών αλλάζει από 75%-25% το 1984 σε 60%-40% το 1996 (Συνυπολογίζεται η παραοικονομία η οποία σε απόλυτες τιμές φθάνει το 1994 στα 269δις δραχμές!!!)

 

Β. ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ.

ΜΕΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η πραγματικότητα που περιγράψαμε στην προηγούμενη ενότητα έχει σαφέστατη αντανάκλαση στην υγειονομική κατάσταση του πληθυσμού. Μέσα από τη μελέτη των στοιχείων προκύπτει ότι η εντατικοποίηση της εργασίας και οι αγχώδεις ρυθμοί ζωής που φέρνει μαζί της, η καταστροφή και μόλυνση του περιβάλλοντος, η βιομηχανοποίηση της διατροφής, ιδιαίτερα μάλιστα με την εξέλιξη που παίρνει μέσα από την παραγωγή των βιολογικά τροποποιημένων προϊόντων, αλλά και η ανεργία και η οικονομική περιθωριοποίηση, όλα αυτά δηλαδή που είναι πλευρές και αποτελέσματα της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης σε συνδυασμό με το μεταναστευτικό ρεύμα από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και τη "νέα φτώχια" έχουν επιφέρει σαφείς μεταβολές στο νοσολογικό χάρτη της χώρας την τελευταία 15ετία. Ταυτόχρονα, η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και η εδραίωση στην ιατρική μιας σειράς σύγχρονων μεθόδων, κύρια στο πεδίο της αποκατάστασης, επιτείνουν σημαντικά αυτές τις τάσεις. Συγκεκριμένα από τα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε. βλέπουμε ότι:

Ο συνολικός αριθμός αυτών που εισήχθησαν στο σύνολο των νοσηλευτηρίων της χώρας το 1983 ήταν 1.174.040 και το 1994 ήταν 1.416.429. Ο συνολικός αριθμός ατόμων με νεοπλασία κάθε είδους που πέρασαν από το σύνολο των νοσηλευτηρίων της χώρας το 1983 ήταν 71.390, το 1990 ήταν 113.087 και το 1994 ήταν 128.898. Τα αντίστοιχα νούμερα για τα άτομα με καρδιολογικές παθήσεις το 1983 ήταν 127.445 και το 1994 ήταν 204.671. Για τις νόσους του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων το 1984 ήταν 53.530 και το 1994 ήταν 83.481. Οι κακώσεις και οι δηλητηριάσεις παραμένουν υψηλές (133.517 το 1994) παραμένοντας η 4η κατά σειρά αιτία εισαγωγής σε νοσοκομείο. Σ' αυτή την κατηγορία εντάσσονται και τα τροχαία ατυχήματα, τα οποία εδώ και μια δεκαετία έχουν ως αποτέλεσμα τη σταθερή απώλεια περίπου 2.000 ζωών κάθε χρόνο. Τις ημέρες με νέφος αυξάνονται κατά 31% οι εισαγωγές στα νοσοκομεία της Αθήνας ασθενών π.χ. με βρογχικό άσθμα. Τα εργατικά ατυχήματα έχουν παρουσιάσει μια μεγάλη μείωση στη 10ετία 1983-1994 (από 38.823 σε 22.608) διατηρώντας όμως σταθερό τον αριθμό θανάτων (περίπου 90 κάθε χρόνο). Αυτή η μείωση σύμφωνα με τη μελέτη του Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Γ.Σ.Ε.Ε. δεν οφείλεται σε βελτίωση των όρων ασφαλείας αλλά συνδέεται άμεσα με τη συνεχή αποβιομηχάνιση της Ελλάδας την τελευταία 15ετία. Αντίθετα αυξάνονται όσα νοσήματα και καταστάσεις σχετίζονται με τις υπηρεσίες γραφείου (κεφαλαλγίες, προβλήματα όρασης, χρόνια κόπωση). Τα λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα ενώ παρουσιάζουν μια σαφή πτωτική τάση μέχρι το 1990 (από 40.870 περιστατικά το 1983 σε 33.524 το 1990) από τότε και μετά σιγά-σιγά αυξάνουν σταθερά φθάνοντας ξανά στις 39.243 το 1994. Η φυματίωση ξαναχτυπάει την πόρτα των φτωχών συνοικιών της Δυτικής Αθήνας με νέα κρούσματα, διαψεύδοντας τις προβλέψεις για την οριστική εξάλειψή της.

Καταγράφεται, λοιπόν, από όλες τις πλευρές, μια πραγματική έκρηξη υγειονομικών αναγκών που είναι και ποσοτικά μεγαλύτερες και ποιοτικά διαφορετικές από τα προηγούμενα χρόνια, οι οποίες απαιτούν με επιτακτικό τρόπο την κάλυψή τους τόσο σε επίπεδο πρόληψης και περίθαλψης όσο και σε επίπεδο θεραπειών αποκατάστασης.

 

Γ. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Μια τρίτη πλευρά των γενικότερων εξελίξεων που έχει να κάνει με αυτές καθαυτές τις υπηρεσίες περίθαλψης και τον τρόπο άσκησης της ιατρικής είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται, στη βάση των τεχνολογικών εξελίξεων, μια μεγάλης έκτασης προσπάθεια αντικειμενοποίησης των διαγνωστικών κυρίως αλλά και των θεραπευτικών μεθόδων. Καταγράφεται, δηλαδή, μια τάση, εργασίες που στο παρελθόν απαιτούσαν τη διανοητική εργασία ή την τεχνική δεξιότητα του υγειονομικού επιστήμονα σήμερα να υποκαθίστανται από ένα μηχάνημα, ένα εργαλείο, ένα test (αιματολογικοί και βιοχημικοί αναλυτές, νέες τεχνικές απεικόνισης, συρραπτικά χειρουργικά μηχανήματα, test εγκυμοσύνης κ.λ.π.). Η δυνατότητα της χρήσης αυτής της τεράστιας πραγματικά γκάμας "προϊόντων υγείας" αλλάζει τον τρόπο άσκησης της ιατρικής και φέρνει μαζί της την προοπτική αποκομιδής τεράστιων κερδών από αυτούς που παράγουν αυτά τα προϊόντα ή ελέγχουν τη διανομή και τη χρήση τους. Αυτή η προοπτική αποτελεί άλλον ένα αυτοτελή λόγο, εκτός από όσα περιγράψαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, για την αύξηση των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα σε υπηρεσίες υγείας (κύρια στον τομέα της διάγνωσης και των χειρουργικά θεραπευόμενων παθήσεων).

Ακόμα, η επέκταση των δραστηριοτήτων της ιατρικής, αλλά και των αντίστοιχων δυνατοτήτων ελέγχου από τη μεριά του ιατροβιομηχανικού συμπλέγματος, σε πεδία όπως η μελέτη και τροποποίηση του γενετικού κώδικα, γεννά σήμερα τεράστια βιοηθικά και κοινωνικά προβλήματα. Η πρόσφατη “εξαγορά” και “κατοχύρωση” του γεννετικού κώδικα του πληθυσμού ολόκληρης της Ισλανδίας, αναδεικνύει το ζήτημα στην έκταση και τις πολύπλευρες συνέπειές του. Το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στο χώρο της υγείας, δεν αρκείται πια στην έρευνα, παραγωγή και προώθηση κάποιων προϊόντων, αλλά εισβάλλει δυναμικά, στη διαχείρηση μιας τεράστιας ποικιλίας από βιολογικές παραμέτρους της καθημερινότητας, που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ως δεδομένες, “καθορίζοντας” αποφασιστικά το σωστό κσι το λάθος, το επιτρεπτό και το μη, το υγιές και το παθολογικό.

Η πραγματική, όμως, έκρηξη, όσον αφορά στην εμπλοκή της νέας τεχνολογίας στην ιατρική, γίνεται, λίγο - πολύ, σήμερα, στον τομέα των επανορθωτικών θεραπειών και των τεχνικών αποκατάστασης. Ο χειρισμός περιστατικών, που σε μια προηγούμενη ιστορικά φάση, θεωρούνταν ανίατα, γίνεται μέρος της καθημερινότητας. Και είναι σ’ αυτό το επίπεδο που τα προϊόντα του ιατροβιομηχανικού συμπλέγματος παίζουν, πρακτικά, απόλυτα καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή, διάθεση, εφαρμογή και τις προδιαγραφές των αποκαταστατικών εφαρμογών, αλλά και των διαδικασιών και προϋποθέσεων για την λειτουργία τους.

Η συγκέντρωση του ελέγχου, πάνω στην έρευνα, την παραγωγή, τη διάθεση και προώθηση, τις συγκεκριμένες εφαρμογές και την παρακολούθηση της λειτουργίας και των προβλημάτων από την χρήση των σύγχρονων προϊόντων του ιατροβιομηχανικού συμπλέγματος, μετατρέπει, ολοένα και περισσότερο, το μεμονωμένο γιατρό, σε εξαρτημένο γρανάζι ενός συστήματος που τον ξεπερνά κατά πολύ σε μέγεθος και δυνατότητες. Ο μεμονωμένος θεραπευτής, ασκώντας λιγότερο από ποτέ έλεγχο, πάνω στα προϊόντα που χρησιμοποιεί καθημερινά, αναλαμβάνει, πολύ περισσότερο, ρόλους managment των αρρώστων του (μέσα σε ολοένα και πιο ασφυκτικά πλαίσια, καθορισμένα από άλλους), και απομακρύνεται, ολοένα και περισσότερο, από την όποια δυνατότητα συνολικής σχέσης αλληλεπίδρασης με τον ίδιο τον ασθενή, και το σύνολο των κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων που επιδρούν πάνω του καθημερινά. ‘Ολα τα παραπάνω, (το καθένα χωριστά, αλλά και μέσα από τις αλληλεπιδράσεις τους), διαμορφώνουν ένα πλέγμα, μέσα στο οποίο, η κερδοφορία του ιδιωτικού τομέα της περίθαλψης μεγαλώνει, ο ρόλος των εργαζόμενων στην υγεία, γίνεται παραπληρωματικός και εξαρτημένος από το ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα, ο ασθενής, μετατρέπεται σε ένα άθροισμα παραμέτρων (απόλυτα μετρήσιμων) και υποψήφιος καταναλωτής, ολοένα και περισσότερων, θεραπευτικών προϊόντων.

 

δ) Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

 

‘Οπως, άλλωστε, αναφέραμε, τα συστήματα περίθαλψης, βρίσκονται, σε διεθνές επίπεδο, και στην ελληνική περίπτωση, στο “μάτι του κυκλώνα” της “σοσιαλιστικής”/νεοφιλελεύθερης αντεπίθεσης. Στην χώρα μας, μάλιστα, - και επειδή, ακριβώς, το δημόσιο σύστημα περίθαλψης, παρά τις τραγικές του ανεπάρκειες και τις διαρθρωτικές του αδυναμίες, υπήρξε, παραδοσιακά, τόπος αχαλίνωτης δημαγωγίας των κυβερνήσεων – για πολλά χρόνια, αφέθηκε να καταρρέει, από όλων των λογιών τις κυβερνήσεις. Σήμερα, που η κρίση του συστήματος, είναι εμφανής σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, οι πολιτικοί διαχειριστές του κράτους, δεν αρκούνται στην αργή και βασανιστική διάλυση των δομών και των λειτουργιών του, αλλά επεξεργάζονται άμεσα μέτρα για την αντιδραστικής του αναμόρφωση. Απέναντι σε αυτά τα μέτρα, ο “παραδοσιακός” ιατρικός συνδικαλισμός, δεν έχει παρά να ψελλίσει, ένα λόγο αμυντικό και παρωχημένο, μια ανούσια υπεράσπιση ενός φαντάσματος. Προϋπόθεση, όμως, μιας οποιασδήποτε συνολικής (και αντίπαλης στις επιλογές του κράτους) πρότασης, για το ξεπέρασμα αυτής της κρίσης, αποτελεί μία ειλικρινής αποτίμηση της υπάρχουσας κατάστασης που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τα εξής :

     

  1. Η κρίση στην υγεία δεν οφείλεται απλά στην υποχρηματοδότηση του Ε.Σ.Υ. από τις κυβερνήσεις. Η πολιτική στέρησης των αναγκαίων πόρων, διογκώνει σε οριακό επίπεδο δομικά προβλήματα του συστήματος και αποκαλύπτει στα μάτια όλων ότι τελικά “ο βασιλιάς ήταν γυμνός”.

     

  2. Ο προβληματισμός σχετικά με το σύστημα υγείας δεν μπορεί να περιστρέφεται μόνο γύρω από τις εργασιακές σχέσεις των γιατρών. Ωστόσο, λόγω του σχετικά μεγάλου αριθμού γιατρών στην Ελλάδα σε σχέση με τους άλλους επαγγελματίες υγείας και λόγω του έντονα ιατροκεντρικού χαρακτήρα του σημερινού Ε.Σ.Υ., το σύστημα υγείας επηρεάζεται έντονα από τις εργασιακές σχέσεις των γιατρών.

     

  3. Η κρίση στην εκπαίδευση, την επιστημονική εξέλιξη και τις συνθήκες εργασίας – ή ανεργίας - των γιατρών αποτελεί παράγοντα δυσλειτουργίας του συστήματος. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο θεσμός του νοσοκομειακού γιατρού, όπως προβλέφθηκε στον ν.1397 και τροποποιήθηκε στην συνέχεια, δεν δημιούργησε τις καλύτερες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι : α. για τους περισσότερους προβλέπει χαμηλές αμοιβές, β. έχοντας σαν πρόσχημα τις κρίσεις παρέμεινε ρουσφετολογικός, προωθώντας τις πελατειακές σχέσεις ιατρών και εξουσίας πάσης φύσεως, γ. δεν αφορά τους ταμειακούς γιατρούς και επ’ ουδενί τους πανεπιστημιακούς, δ. δεν προβλέπει ίση αμοιβή για ίση προσφορά, ε. δεν είναι πια προσβάσιμος από την μεγάλη πλειοψηφία των νέων γιατρών, στ. δεν επιτρέπει ουσιαστική κινητικότητα των γιατρών μέσα στο Ε.Σ.Υ., ζ. δεν επιτρέπει, ούτε απαιτεί ουσιαστική επιστημονική εξέλιξη, η. δεν έχει μηχανισμούς ελέγχου των ιατρικών πράξεων, θ. έχει δύσκαμπτη ιεραρχία και σίγουρα άσχετη με την ικανότητα του καθενός, ι. επιβαρύνει τους πιο ευσυνείδητους και επιβραβεύει τις πιο απαράδεκτες συμπεριφορές και ια. ουσιαστικά, καθιστά την πελατειακή σχέση προϋπόθεση της θεραπευτικής.

     

  4. Αν η επιστημονική και εργασιακή κατάσταση της πλειοψηφίας των γιατρών του συστήματος είναι κακή, ο αριθμός, η εκπαίδευση, η συνδικαλιστική οργάνωση και κυρίως οι εργασιακές σχέσεις των άλλων, πλην γιατρών, εργαζομένων στα νοσοκομεία είναι σε άθλια κατάσταση.

     

  5. Το τρέχον θεσμικό πλαίσιο διοίκησης των νοσοκομείων που προβλέπει την κυβερνητική πλειοψηφία στα Δ.Σ. χωρίς κανένα κοινωνικό έλεγχο, εξασφαλίζει την κακοδιαχείριση, τον θρίαμβο της ρουσφετολογίας και της αναξιοκρατίας και αποτελεί προϋπόθεση για την κατασπατάληση πόρων διοχετεύοντάς τους, μέσω σκανδαλωδών διαδικασιών, που καθορίζονται από τον νόμο της μίζας, σε ιδιώτες, ισχυρούς και μικρομεσαίους.

     

  6. Το υπάρχον σύστημα, έντονα νοσοκομειοκεντρικό, εκτός του ότι αφήνει την πρωτοβάθμια περίθαλψη στην μοίρα της, δεν διαθέτει μηχανισμούς πρόληψης αλλά ούτε και αποκατάστασης.

     

  7. Ο κατακερματισμός της ιατρικής σε ολοένα αυξανόμενο αριθμό ιατρικών ειδικοτήτων συμβαδίζει με τον κατακερματισμό των ασθενών σε συμπτώματα, την καταστροφή της θεραπευτικής σχέσης και την άκριτη εξάρτηση της άσκησής της από τα παράγωγα της υψηλής καπιταλιστικής τεχνολογίας. Αντιθέτως, βλέπουμε την πρωτοβάθμια φροντίδα να αφήνεται σε γιατρούς ανειδίκευτους ή μεθοδευμένα υποβαθμισμένων ειδικοτήτων, πράγμα που για την Ελλάδα, με τόσο ειδικευμένο ιατρικό δυναμικό, αποτελεί βλακώδη κατασπατάληση πόρων.

     

  8. Η πολυδιάσπαση των κοινωνικών ασφαλιστικών ταμείων, η έντονη εκμετάλλευση τους από το χρηματιστηριακό κεφάλαιο και ο έλεγχός τους από την κεντρική εξουσία και μόνο, κατασπαταλούν τους πόρους τους και κατά συνέπεια τους στερούν τους ασφαλισμένους από τις παροχές περίθαλψης.

     

  9. Ο ιδιωτικός τομέας υγείας, παρά την έντονη αλληλοεπικάλυψη, μπορεί να διακριθεί σε ένα τμήμα από ιδιώτες γιατρούς, μικρές μονάδες, ταμειακούς κλπ που εύκολα θα μπορούσαν να ενταχθούν σ΄ ένα γενικευμένο κοινωνικό σύστημα παροχής υπηρεσιών και σ΄ ένα τμήμα από επιχειρήσεις και δραστηριότητες, κυρίως μεγάλες, έντονα παρασιτικές, που βασίζουν τα υπερκέρδη τους στην διατήρηση και επέκταση των ανεπαρκειών του δημόσιου και κοινωνικού τομέα και στην δημιουργία προκλητών και πλασματικών αναγκών.

     

  10. Από την άλλη, το δημόσιο σύστημα περίθαλψης, φέρεται ως χρεωμένο στις φαρμακευτικές εταιρίες και τις εταιρίες ιατρικού εξοπλισμού, με χρέη που διαρκώς αυξάνονται. Παρόλα αυτά, τα χρέη αυτά, που δημιουργούν ένα πραγματικό καθεστώς ομηρίας για το δημόσιο τομέα, είναι σε ένα μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της τιμολογιακής πολιτικής των συνεχών ανατιμήσεων και υπερκοστολογήσεων, που το ίδιο το κράτος επέτρεπε στους ιδιώτες προμηθευτές, στην εκτεταμένη διαπλοκή τους με τις εκάστοτε κυβερνήσεις, στη διάλυση του Ε.Ο.Φ. (που λίγο – πολύ αυτοί επέβαλαν), ως φαρμακοπαραγωγού μονάδας και τις συνθήκες ολιγοπωλιακού ελέγχου της αγοράς από συγκεκριμένες εταιρίες. Η προσπάθεια, δε, των τελευταίων χρόνων, να ισοσκελισθούν “λογιστικά” τα δημόσια νοσοκομεία, και να μετακυλισθεί το χρέος στα ασφαλιστικά ταμεία, καμμία σχέση δεν έχει με οποιαδήποτε λογική “εξυγείανσης” : είναι μια προσπάθεια να πληρώσουν, για άλλη μια φορά, οι εργαζόμενοι, μέσω των ταμείων τους, τις μίζες, την κακοδιαχείρηση και τα υπερκέρδη των φαρμακοβιομηχάνων.

 

 

ε) Η ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ.

 

Στο έδαφος της κρίσης του συστήματος περίθαλψης, αλλά και των βαθύτερων αναγκαιοτήτων και επιδιώξεων του συστήματος, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω, επιχειρείται τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας μια συνολική αναμόρφωση του συστήματος ασφάλισης και περίθαλψης. Βασικά χαρακτηριστικά των αλλαγών που συντελούνται, είναι:

 

     

  1. Η δραστική μείωση των κοινωνικών δαπανών που οδηγεί στην κατάρρευση του υπάρχοντος συστήματος περίθαλψης και ασφάλισης και η αντικατάστασή του από ένα χαλαρό δίκτυο κοινωνικής προστασίας. Η μείωση συνολικά των δαπανών γίνεται ταυτόχρονα με την μετακύλιση του μεγαλύτερου μέρους του κόστους από τον κρατικό προϋπολογισμό στα ασφαλιστικά ταμεία. ‘Ετσι ενώ το 1989 η αναλογία στο σύνολο των δημοσίων δαπανών υγείας κρατικού προϋπολογισμού και ασφαλιστικών ταμείων ήταν 59,8% προς 40,2% το 1993 ήταν 47,9% προς 52,1% αντίστοιχα. Το 1996 ήταν 52% τα ασφαλιστικά ταμεία και 48% ο κρατικός προϋπολογισμός. Την ίδια στιγμή, αυξάνει διαρκώς η άμεση οικονομική συμμετοχή των εργαζομένων (νοσήλεια, χιλιάρικο, πληρωμή εξετάσεων στα Ε.Ι. κ.λ.π.) ακόμη και μέσα στο δημόσιο σύστημα περίθαλψης. Αυτή η πολιτική, εκτός των άλλων, θα ευοδώσει και θα ευοδώνεται από τις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα με την διαρκή αύξηση των εισφορών και την μείωση των παροχών.

     

     

  2. Η αναμόρφωση του δημόσιου συστήματος περίθαλψης με κατεύθυνση την λειτουργία του με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Η εφαρμογή των κλειστών σφαιρικών προϋπολογισμών της λιτότητας θα επιβάλλει όρους λογιστικής επιχείρησης του ιδιωτικού τομέα στον τρόπο που ασκείται η ιατρική στα δημόσια νοσοκομεία. Η σχεδιαζόμενη εκχώρηση του management των νοσοκομείων στον ιδιωτικό τομέα (δηλαδή, ούτε λίγο, ούτε πολύ σε συγκεκριμένη εταιρεία που σύστησαν ο Αποστολόπουλος με τον Κόκκαλη), θα σημάνουν έναν ασφυκτικό έλεγχο του είδους και της ποσότητας των υγειονομικών υπηρεσιών που θα προσφέρει ο δημόσιος τομέας. Το είδος, δηλαδή, των παρεχόμενων υπηρεσιών θα εξαρτώνται, πρώτα και κύρια, από τις δαπάνες που θα έχουν εγκριθεί και την ασφαλιστική κάλυψη του κάθε αρρώστου. Αυτό θα σημάνει τον αναγκαστικό προσανατολισμό των τμημάτων του πληθυσμού που μπορούν - εύκολα ή δύσκολα - να πληρώσουν, προς τις υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα. Η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας θα “επιτευχθεί” με την σχεδιαζόμενη (και χρονικά προσδιορισμένη για αμέσως μετά τις ευρωεκλογές) από την κυβέρνηση του Π.Α.Σ.Ο.Κ. μετατροπή του νομικού καθεστώτος των νοσοκομείων σε Δ.Ε.Κ.Ο. Μια τέτοια εξέλιξη θα σημάνει την ολοκληρωτική λειτουργία τους με όρους επιχείρησης για τους ασθενείς και την εκ βάθρων αλλαγή των εργασιακών σχέσεων στο σύνολο των εργαζομένων τους. Στα παραπάνω πλαίσια, θα πρέπει να ειδωθεί και η προσπάθεια για συγχωνεύσεις-συνενώσεις νοσοκομείων για να μειωθεί το “λειτουργικό κόστος” και το έλλειμμα του προϋπολογισμού σε βάρος, φυσικά, των εργαζόμενων σε αυτά, και της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών.

     

     

  3. Η επιθετική επέκταση του ιδιωτικού τομέα υγείας, ο οποίος σήμερα, δεν περιορίζεται πια μόνο στους τομείς της διάγνωσης και των χειρουργικά θεραπευόμενων παθήσεων, όπως μέχρι πρόσφατα. Ο ιδιωτικός τομέας υγείας στην ελλάδα επεκτείνει σήμερα τους ορίζοντές του, δημιουργώντας τα δικά του "Ε.Σ.Υ." για να καλύψει το σύνολο των υπηρεσιών ασφάλισης και περίθαλψης των τμημάτων του πληθυσμού που είτε λόγω της εξαθλίωσης του δημόσιου τομέα, είτε επειδή λόγω οικονομικής τους δυνατότητας, στρέφονται προς τα εκεί. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: το 1990 σε όλη την Ελλάδα υπήρχαν 130 διαγνωστικά κέντρα και το 1996 υπήρχαν 319!, ενώ παράλληλα το 1996, υπήρχαν 209 ιδιωτικές κλινικές. Η συντριπτική, βέβαια, πλειοψηφία τους παρασιτεί σε βάρος του δημοσίου τομέα, με στηρίγματα τις δραματικές ανεπάρκειες του τελευταίου και τα κάθε είδους διαπλεκόμενα μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Την ίδια, όμως, στιγμή (και αξιοποιώντας και τα υπερκέρδη από αυτές τις διαπλοκές), τον τελευταίο χρόνο διαμορφώνονται τρεις μεγάλες ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων που διαθέτουν τόσο ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία, όσο και μονάδες περίθαλψης με πανελλαδική δικτύωση, τα οποία διαγκωνίζονται για το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας της ιδιωτικής αγοράς υγείας. Οι τρεις όμιλοι αυτοί (Nationale Nederlanden - Υγεία, Ιατρικό Κέντρο - La Vie, Interamerican - Ευρωκλινική) έχουν στόχο να καλύψουν στα επόμενα χρόνια το 20% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού από το 2% που καλύπτουν σήμερα. Η προωθούμενη καθιέρωση της καθημερινής γενικής εφημερίας, που θα επιβαρύνει δραματικά τη λειτουργία μεγάλων νοσοκομείων, φορτώνοντάς τους και το βάρος της ανύπαρκτης πρωτοβάθμιας περίθαλψης, μάλλον θα διευκολύνει την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, στο χώρο του επείγοντος. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν με τις ρυθμίσεις για τα προγράμματα εφημεριών και των υπερωριών του προσωπικού, αλλά και την χρόνο με το χρόνο, διαπραγμάτευση τους, η σχέση εφημερευόντων ιατρών και, γενικά, εργαζομένων στην εφημερία των δημοσίων νοσοκομείων, και προσερχομένων ασθενών, θα γέρνει δραματικά προς τη μεριά της εξαθλίωσης και των εργαζόμενων και των πολιτών – ασθενών.

     

     

  4. Η “ελαστικοποίηση” των εργασιακών σχέσεων των γιατρών και των άλλων εργαζόμενων στα δημόσια νοσοκομεία, και η ένταση της πειθάρχησης και των ιεραρχικών δομών στο εσωτερικό του συστήματος. Σε μια τέτοια κατεύθυνση, κινήθηκε και ο περιβόητος νόμος Γείτονα, που αναμόρφωσε, ριζικά, τις εργασιακές σχέσεις των νεοεισερχόμενων γιατρών, προβλέποντας διαρκείς κρίσεις (για …πάνω από 10 χρόνια μέχρι κάποιας μορφής μονιμότητα) και αξιολογήσεις (φύλλα ποιότητας) από τους “ανωτέρους”, γιατρούς “επί συμβάσει”, ειδικευμένους σε θέσεις ειδικευόμενου, κ.ο.κ. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, η κυβέρνηση επεξεργάζεται και σχέδιο για την κατάργηση της μονιμότητας και των ήδη υπηρετούντων νοσοκομειακών γιατρών, και τη διαρκή τους αξιολόγηση από διευθυντές και αρχιάτρους, με τη μόνιμη απειλή της απόλυσης για όσους δεν πειθαρχούν. Τα αποτελέσματα, άλλωστε, αυτής της πολιτικής, είναι ήδη εμφανή σε μια σειρά από νοσοσκομεία : διώξεις νοσοκομειακών γατρών, απειλές από διευθυντές και προέδρους, εκβιασμοί για επερχόμενες κρίσεις, απολύσεις γιατρών “επί συμβάσει”, κ.ο.κ. μια τεράστια επειχείρηση, που υλοποιείται καθημερινά και που επιδιώκει να επαναφέρει το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων των νοσοκομειακών γιατρών στη σκοταδιστική μονολιθικότητα, την “οσφυοκαμψία”, τη ρουσφετολογική κατάληψη των θέσεων από “κλίκες” ιντριγκαδόρων, δημοσιοσχεσιτών και διαδρομιστών.

     

     

  5. Η πλήρης ελευθερία δράσης των φαρμακευτικών εταιριών και των εταιριών εξοπλισμού χωρίς κανένα ανταγωνισμό από κρατικές μονάδες παραγωγής φαρμάκων και υλικών. Η μετατροπή του Ε.Ο.Φ. από μονάδα παραγωγής σε μονάδα ελέγχου οδήγησε σε μια ασυδοσία στον καθορισμό των τιμών από τις εταιρίες με τρομακτική αύξηση του κόστους και στον ίδιο τον ασφαλισμένο εργαζόμενο και στους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων.

     

     

  6. Η αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης και της παραγωγής ιατρικού δυναμικού. Πριν λίγα χρόνια, η δυναμική πάλη των φοιτητών της Ιατρικής κυρίως, αλλά και ενός κομματιού ειδικευόμενων, απέτρεψε την καθιέρωση εξετάσεων πριν την ειδικότητα. Διαρκώς όμως στο όνομα του μεγάλου αριθμού των γιατρών, προωθούνται νέα σχέδια, για την καθιέρωση εξετάσεων ή άλλων προσκομμάτων στην άδεια ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος, ή στην άδεια εγκατάστασης σε κάθε περιοχή ευθύνης κάθε ιατρικού συλλόγου.

 

Για μας, λοιπόν, είναι σαφές, ότι η νέα “μεγάλη ιδέα” του έθνους, η ένταξη στην Ο.Ν.Ε. και η επίτευξη των κριτηρίων του Μάαστριχ, που πιστά υπηρετεί η κυβέρνηση του Π.Α.Σ.Ο.Κ., διαμορφώνει για τους υγειονομικούς χώρους όχι απλά την διάλυση του “κράτους πρόνοιας”, αλλά μια “νέα τάξη πραγμάτων όπου η δυνατότητα πρόσβασης σε έγκαιρη και υψηλής ποιότητας περίθαλψη θα είναι ευθεία συνάρτηση της οικονομικής δυνατότητας όποιου την έχει ανάγκη.

Για μας είναι επίσης σαφές ότι η οικονομία της αγοράς στη υγεία σημαίνει για την συντριπτική πλειοψηφία των νοσοκομειακών γιατρών εργασιακή ανασφάλεια, εξευτελιστική αμοιβή, εξοντωτικό ωράριο, εργασιακό και επιστημονικό ακρωτηριασμό.

 

ς) Η ΕΝΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΩΝ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται σαφές ότι:

     

  • Ο χώρος της υγείας, το αμέσως επόμενο διάστημα, θα αποτελέσει πεδίο συνεχών και επίμονων αντιπαραθέσεων. Μια σειρά από δυνάμεις, έχουν ήδη ξεδιπλώσει το σύνολο των πολιτκών τους επιλογών για την αντιδραστική αναμόρφωση των λειτουργιών του δημόσιου φορέα περίθαλψης σε βάρος των εργαζόμενων σε αυτόν και των εργαζόμενων –ασθενών.

     

  • Η εφαρμογή μιας σειράς τέτοιων ρυθμίσεων για το σύστημα περίθαλψης, έχει αναπόδραστες συνέπειες και για το σύνολο των εργαζομένων στο χώρο αυτό, με ποιοτικά εντελώς νέους όρους, από ότι παρόμοια εγχειρήματα στο παρελθόν. Η υποταγή ή η αντίσταση σε μια σειρά τέτοιων ρυθμίσεων, δεν αποτελεί πια αποτέλεσμα μιας αφαιρετικής πολιτικοϊδεολογικής τοποθέτησης, αλλά στοιχειωδών όρων επιβίωσης και επαγγελματικής, κοινωνικής και επιστημονικής αξιοπρέπειας.

     

  • Για μας οι κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων, ήταν η πρώτη μάχη ενός πολέμου που θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια. Στο επίκεντρο αυτού του πολέμου θα βρίσκεται η αντιπαράθεση ανάμεσα στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν τη διατήρηση και διεύρυνση στο ύψος των σημερινών δυνατοτήτων, του δικαιώματος του κάθε ανθρώπου για δημόσια, δωρεάν, ισότιμη, έγκαιρη, αποτελεσματική και υψηλής ποιότητας περίθαλψη και στις αντίστοιχες δυνάμεις που θέλουν την υποβάθμιση και τελικά ακύρωση αυτού του δικαιώματος και τον αναγκαστικό προσανατολισμό μεγάλων μερίδων του πληθυσμού προς τον ιδιωτικό τομέα για την κάλυψη των υγειονομικών τους αναγκών. Ταυτόχρονα επίδικο αντικείμενο αυτής της αντιπαράθεσης αποτελούν, όπως είναι φανερό, οι όροι εργασίας και αμοιβής, τα εργατικά και επιστημονικά δικαιώματα και ανάγκες των νοσοκομειακών γιατρών. Η μάχη για τα προγράμματα των εφημεριών και το ιατρικό μισθολόγιο δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου.

     

  • Σε μια τέτοια παρατεταμένη σύγκρουση, ήδη διαμορφώνονται νέες διαχωριστικές γραμμές μέσα στο ιατρικό σώμα. Η απλή υπεράσπιση της διατήρησης της “κατάστασης των πραγμάτων”, αποδεικνύεται μια ανεδαφική τοποθέτηση. Οι νοσοκομειακοί γιατροί διαπερνώνται σήμερα από βαθειές αντιθέσεις, και όσο αφορά στα αντικειμενικά τους συμφέροντα και όσον αφορά στην τροπή των εξελίξεων για την πορεία του δημόσιου συστήματος.

     

  • Με αυτήν την έννοια, ιδιαίτερα η νεότερη γενιά των γιατρών, αλλά και σημαντικά κομμάτια επιμελητών, που βλέπουν καθημερινά την αντικειμενική τους θέση να υποβαθμίζεται, δεν έχει άλλο δρόμο από τη σύγκρουση με την πολιτική αυτή, τον ανυποχώρητο αγώνα για την ανατροπή της. Το μέλλον, ειδικά της γενιάς αυτής των νέων γιατρών, συνδέεται άρρηκτα με την δημιουργία και διεύρυνση ενός δημοσίου συστήματος που δεν θα λειτουργεί με κριτήριο το κέρδος, αλλά που η πρόληψη και η περίθαλψη θα θεωρούνται αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη και θα προσφέρονται με ποιότητα και ασφάλεια για τους αρρώστους και αξιοπρέπεια για τους γιατρούς. Χρειαζόμαστε μια άλλη πολιτική που θα πρυτανεύουν τα δικαιώματα και οι ανάγκες των ασθενών και των εργαζόμενων στους χώρους της υγείας και όχι τα ελλείμματα, η δημοσιονομική πειθαρχία, η αγοραία αντίληψη για την υγεία και την οικονομία.

     

  • Το ερώτημα σήμερα “με ποιούς θα πας και ποιούς θα αφήσεις”, στο χώρο της υγείας, γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Οποιαδήποτε, λοιπόν, πολιτική πρόταση, οφείλει, πρώτα από όλα, να ξεκαθαρίσει, ποιό κομμάτι των νοσοκομειακών γιατρών, θεωρεί ως υποκείμενο, που θα αναλάβει να λειτουργήσει και να κατευθύνει το σύστημα και σε ποιά κατεύθυνση.

 

ζ) ΤΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΩΜΑ : ΑΝΤΙΘΕΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

 

‘Οταν εδώ και λίγα χρόνια “μια τσογλανοπαρέα που έκανε κριτική”, έθετε, για πρώτη φορά, το θέμα της ανομοιογένειας των νοσοκομειακών γιατρών, οι παρατάξεις, αλλά και όλοι οι γνωστοί και επώνυμοι “πατέρες” των νοσοκομειακών γιατρών, έσπευσαν να αποκηρύξουν μια τέτοια θέση με βδελυγμία, κατακεραυνώνοντάς την ως αιρετική και προπαντός διασπαστική. Και το θέμα από τότε ήδη ετέθη όχι γενικά και αφοριστικά αλλά με συγκεκριμένη άποψη για το ποιο κομμάτι τους βιώνει την ύπαρξή του σαν δημόσιο λειτουργό, που είναι μισθωτός και που αντιμετωπίζει όλα τα συνακόλουθα θεσμικά και οικονομικά προβλήματα, ποίο κομμάτι τελικά είναι και το μόνο που μπορεί να παλέψει για τη βελτίωση της θέσης του και μπορεί ίσως να αναζωογονήσει τις παρακμάζουσες διαδικασίες του συνδικαλιστικού μας φορέα. Κομβικό στοιχείο της κατάθεσης αυτής αποτέλεσε η αδιαμφισβήτητη αδυναμία του οποιουδήποτε συνδικαλιστικού φορέα να εκφράσει ενιαία ολόκληρο το “σώμα” των νοσοκομειακών γιατρών, μιας και ένα μεγάλο κομμάτι τους έχει απεμπολήσει πια τη μισθωτή του εργασιακή σχέση και συμπεριφέρεται στην καλλίτερη περίπτωση σαν ελευθεροεπαγγελματίας (και μάλιστα σε συνθήκες νόθευσης του ανταγωνισμού μέσα στην προστατευτική και ανέξοδη θαλπωρή των δημοσίων νοσοκομείων), στην δε χειρότερη ως εργοδότης των υπολοίπων και θησαυρίζει απομυζώντας τους κόπους π.χ., των ειδικευομένων, κάποιων εργαστηριακών, κ.λ.π.... Για μας τα πράγματα είναι καθαρά:

     

  • Ένα μεγάλο κομμάτι νοσοκομειακών γιατρών είναι είτε κρατικοδίαιτοι ελευθεροεπαγγελματίες, είτε στυγνοί εργοδότες των υπολοίπων. Δίπλα σε αυτούς συνωστίζεται ένα αρκετά πολυάριθμο στρώμα των “μικροφακελλάκηδων”, αυτών που “τα παίρνουν” άμα τους τα δώσουν, που παίρνουν μίζες από τις εξετάσεις και τα υλικά, που υπάρχουν επιστημονικά και οικονομικά μέσα από τη συνεργασία τους με το μεγαλοϊατρικό κατεστημένο. Το κομμάτι αυτό των νοσοκομειακών γιατρών, που “οφείλει” την επαγγελματική του υπόσταση και την επιστημονική του σταδιοδρομία στα κάθε λογής διαπλεκόμενα, είναι, εκτός των άλλων, στην συντριπτική του πλειοψηφία, επιστημονικά ανεπαρκείς και ανερμάτιστοι. Είναι άλλωστε, πια καθημερινό φαινόμενο, να υπάρχει στην πλειονότητα των κλινικών του λεκανοπεδίου, ένας τουλάχιστον επιμελητής επιστημονικά και διοικητικά αρτιότερος του διευθυντή του. Αυτό το στρώμα που φθάνει μέχρι και τις τάξεις των ειδικευομένων και που διαρκώς φαντασιώνει να αναβαθμίσει τη θέση του με ατομικούς όρους είναι καταδικασμένο σε μία αιώνια λυκοφιλία με το προηγούμενο. Ακόμα και τώρα, που η εκσυγχρονιστική πολιτική το συμπιέζει στην κατεύθυνση της δημιουργίας ξεκάθαρων διαχωρισμών ανάμεσα σε “πατρικίους και πληβείους” στα δημόσια νοσοκομεία, το κομμάτι αυτό είναι προσδεμένο στο άρμα του μεγαλοϊατρικού κατεστημένου και της ατομικής τους διάσωσης.

     

  • Ένα επίσης μεγάλο κομμάτι κυρίως ειδικευομένων, αλλά και εργαστηριακών ή επιμελητών υποβαθμισμένων νοσοκομείων ζει από το μισθό του. Το κομμάτι αυτό που πολλές φορές είναι πολυπληθέστερο από ότι φαίνεται (καθώς τον τόνο τον δίνουν οι υπόλοιποι) είναι αυτό που εργάζεται σε άθλιες συνθήκες και με εξοντωτικά ωράρια, που “κρατάει” τα δημόσια νοσοκομεία, τις εφημερίες, την όποια πιθανότητα έχει απομείνει να βρει λύση στο πρόβλημά του δωρεάν ο έλληνας πολίτης. Αυτοί οι άνθρωποι (την εργασία των οποίων εκμεταλλεύονται για να κερδοσκοπούν οι μεγαλογιατροί) βρίσκονται στο στόχαστρο των περικοπών στο χώρο της υγείας των τελευταίων χρόνων και πιθανότατα θα προστεθεί σε αυτούς η πλειοψηφία όλων εκείνων των συμβασιούχων του νόμου Γείτονα των οποίων η εργασιακή θέση αναμένεται να είναι περίπου νέου επιμελητή Β’/ παλαιού ειδικευόμενου.

     

  • Κανένα πραγματικό σωματείο βάσης δεν θα μπορούσε να εκφράσει όλους αυτούς τους νοσοκομειακούς γιατρούς. ‘Ηδη η πρώτη – πρώτη κατηγορία (εκείνη των μεγαλογιατρών) έχει κάνει την επιλογή της από παλαιά και επιδεικτικά απέχει από το σύνολο σχεδόν των διαδικασιών του κινήματος. Η πολιτική που επικράτησε επί χρόνια στην Ε.Ι.Ν.Α.Π. της προάσπισης των συμφερόντων των “μικρομεσαίων και προβληματικών”, του “μέσου γιατρού” αποτέλεσε μια ανούσια διελκυστίνδα που οδήγησε στη διάλυση το νοσοκομειακό κίνημα. Εμείς δεν φοβόμαστε να πούμε πως κι αν ακόμα, συνολικά το ένα στρατόπεδο, επιθυμούσε κάποιου τύπου ενιαία έκφραση με τους υπόλοιπους, αυτοί δεν θα έπρεπε να επιθυμούν ένα σωματείο που να τους “χωράει όλους”. Να θυμίσουμε π.χ. πόσο επιζήμια αποδεικνύεται σήμερα (που η Ο.Ε.Ν.Γ.Ε. ουσιαστικά αποδέχεται ένα μισθολόγιο που αναβαθμίζει οικονομικά μόνο τους διευθυντές) η καταστατική αλλαγή του 1986 στην Ε.Ι.Ν.Α.Π. που έδινε τη δυνατότητα στους διευθυντές να γίνουν μέλη του σωματείου – ενώ μέχρι τότε αποκλείονταν ex officio. Για εμάς ζητούμενο παρέμενε και παραμένει μια γνήσια έκφραση του κομματιού του μισθοσυντήρητου μαχόμενου νοσοκομειακού γιατρού – και κάτι τέτοιο ιδιαίτερα σήμερα μπορεί να γίνει μόνο σε αντιπαράθεση με τα υπόλοιπα “μέλη” αυτού του ανομοιογενούς “σώματος”. Για μας ζητούμενο είναι να γίνει το κομμάτι αυτό ηγεμονικό, να βγει από την αφάνεια, την ενοχή και την κατασυκοφάντηση, να πάψει να αίρει τις αμαρτίες άλλων, να αρθρώσει ένα λόγο για ένα πραγματικό δημόσιο τομέα περίθαλψης που να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς αμοιβές αλλά και συνθήκες για τους εργαζόμενους και σύγχρονη, δωρεάν, ισότιμη και έγκαιρη περίθαλψη για όλους τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται σε αυτή την χώρα. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό σαν στρατηγική αντίληψη ανασυγκρότησης του νοσοκομειακού κινήματος, είναι καταδικασμένο σε κωμική επανάληψη της τραγωδίας της Ε.Ι.Ν.Α.Π. της προηγούμενης δεκαετίας, οτιδήποτε λιγότερο από αυτό θα προετοιμάσει τις διαψεύσεις και τις υποθηκεύσεις του μέλλοντός μας.

 

η) Η ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ ΝΕΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

Τα τελευταία χρόνια αναμφισβήτητα έχει υπάρξει μια ανασύνταξη των κινηματικών διαδικασιών στους χώρους των νοσοκομειακών γιατρών. Κάτι τέτοιο είναι φανερό αν αναλογιστεί κανείς πως την τελευταία τριετία έχουν πραγματοποιηθεί, όχι μόνο τέσσερις μεγάλες πανελλαδικές απεργιακές κινητοποιήσεις (Νόμος Πεπονή, Νόμος Γείτονα, Νέο Ιατρικό μισθολόγιο, Προγράμματα Εφημεριών), αλλά και πάρα πολύ περισσότερες, τοπικές κινήσεις για μικρότερα ή μεγαλύτερα θέματα, που δείχνουν πως στο χώρο των νοσοκομειακών γιατρών το κλίμα της αποστασιοποίησης από τις συλλογικές πρακτικές σιγά-σιγά τροποποιείται. Και σίγουρα η ποιοτική διαφορά βρίσκεται :

 

     

  • Στην επανάκαμψη στις συλλογικές διαδικασίες ενός σημαντικού κομματιού επιμελητών, με εμπειρία από παλαιότερες φάσεις του νοσοκομειακού συνδικαλιστικού κινήματος. Το κομμάτι αυτό, στην πλειοψηφία του απενεργοποιημένο για πολλά χρόνια, ανήκει στην κατηγορία εκείνη είτε των εργαστηριακών, είτε των κλινικών ειδικοτήτων ή νοσοκομείων με μικρή διείσδυση της παραοικονομίας, αίτε από δική του επιλογή, είτε, επειδή, για πολλά χρόνια, συνειδητά, βρέθηκε έξω από το παιγνίδι της νομής “της πίττας” στα δημόσια νοσοκομεία. Οι γιατροί αυτοί, που στήριξαν σε μια πρώτη φάση με όλες τους τις δυνάμεις το Ε.Σ.Υ., βρέθηκαν αμέσως μετά προδομένοι από ηγεσίες και πολιτικούς φορείς και υιοθέτησαν μια στάση προσωπικής αξιοπρέπειας, αλλά ατομικής αποχής από τα λιμνάζοντα νερά του ιατρικού συνδικαλισμού.

     

  • στην συγκρότηση συλλογικών μορφών στους χώρους των ειδικευομένων. Από την ίδρυση του πρώτου Συλλόγου ειδικευομένων το 1991 (στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο) μέχρι τη σημερινή κατάσταση με την πολύμορφη παρουσία πολλών και διαφορετικών συλλογικοτήτων σε ολοένα και περισσότερα νοσοκομεία της πρωτεύουσας αλλά και της επαρχίας, οι ειδικευόμενοι ήταν αυτοί που με την δυναμική τους παρουσία ανανέωσαν ουσιαστικά τις διαδικασίες του νοσοκομειακού κινήματος. Η αναγνώριση, από τη μεριά των ειδικευομένων, της σημερινής εξαθλίωσης, της ζοφερής επαγγελματικής και επιστημονικής πραγματικότητας που ετοιμάζεται για αυτούς, αλλά και των αδιεξόδων των συντεχνιακών προτάσεων του τύπου του Σ.Ε.Ι.Α.Π. και των “Νέων Γιατρών” (που, άλλωστε, γρήγορα, αποκάλυψαν το ρόλο τους ως μηχανισμού εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών και “δούριου ίππου” αποδοχής των κυβερνητικών ρυθμίσεων), όλα αυτά ήταν η κινητήριος δύναμη των νέων αυτών συλλογικοτήτων που ξεπετάχτηκαν σε ολόκληρη τη χώρα.

 

Και αυτή η ανανέωση ήταν πολλαπλή καθώς οι παλαιότεροι γιατροί που επανέκαμψαν στο αγωνιστικό προσκήνιο και οι συλλογικότητες των ειδικευομένων, αλλά πολύ περισσότερο η συνάντηση αυτών των δύο ρευμάτων, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις μιας νέας ποιοτικής αναβάθμισης του νοσοκομειακού κινήματος. Η ποιοτική αυτή τομή (που τόσο τρόμαξε τους βολεμένους καρεκλοκένταυρους “ιατρο-πατέρες”) έφερε στο προσκήνιο:

     

  • μια διαφορετική αντίληψη για την πραγματική ανομοιογένεια των συμφερόντων που υπάρχει στους κόλπους των νοσοκομειακών γιατρών. Και μια άλλη πρόταση συλλογικής έκφρασης και διεκδίκησης από την πλευρά των ειδικευόμενων γιατρών

     

  • μια διαφορετική αντίληψη για τις διαδικασίες του νοσοκομειακού κινήματος προβάλλοντας την απόλυτη πρωτοκαθεδρία των διαδικασιών βάσης, των γενικών συνελεύσεων των νοσοκομείων, της άμεσης δημοκρατίας στη λήψη των αποφάσεων, πέρα και ενάντια σε κάθε λογής γραφειοκράτες, “παραγοντίσκους”, ή επίδοξους μιμητές των παραδοσιακών “ηγεσιών” του ιατρικού συνδικαλισμού. Είναι σήμερα φανερό, όσο ποτέ άλλοτε, ότι όλοι αυτοί οι “πατέρες”, παλαιών και νέων γιατρών, ούτε λίγο ούτε πολύ, φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τα σημερινά προβλήματα, αφού επί σειρά ετών μετέτρεψαν τον ιατρικό συνδικαλισμό σε φερέφωνο των πολιτικών του Υπουργείου Υγείας

     

  • μια διαφορετική αντίληψη για το ίδιο το περιεχόμενο των διεκδικήσεων του νοσοκομειακού κινήματος, μακριά από τις μεγαλόστομες και γενικόλογες διακηρύξεις για την εύρυθμη λειτουργία ενός συστήματος (που ούτως ή άλλως νοσεί βαρύτατα), αλλά μακριά και από τις “(συν)υπεύθυνες” προτάσεις διαχείρισης των προβλημάτων σε ένα φανφαρόνικο πλαίσιο μισο-“επιστημονικό”, μισο-συνδικαλιστικό, που τελικά απλά επιβάλλει στους γιατρούς τη θέληση των ισχυρών ιατρικών lobbies, κ.ο.κ. Απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις οι συνελεύσεις των νοσοκομείων, αυτό το ρεύμα των  νοσοκομειακών γιατρών που αναδείχθηκε το προηγούμενο διάστημα, αλλά και οι συλλογικότητες των ειδικευομένων, προέβαλλαν τα πραγματικά προβλήματα, μεταφέροντας το επίκεντρο της συζήτησης στις ανάγκες και τα δικαιώματα των γιατρών που ζουν από των μισθό τους, των εργαστηριακών, των κλινικών που δεν παραοικονομούν, των νέων γιατρών: στην ανάγκη για αξιοπρεπείς αμοιβές, στο δικαίωμα για σταθερή δουλειά, στην ανάγκη για ανθρώπινα ωράρια και όρους εργασίας, στο δικαίωμα για ισότιμη αντιμετώπιση και συμμετοχή στις αποφάσεις μέσα στην επιστημονική κοινότητα.

     

  • μια διαφορετική αντίληψη για τις μορφές πάλης, δίνοντας νέες ιδέες και δυνατότητες στο νοσοκομειακό κίνημα και τολμώντας, ξεπερνώντας σοβαροφάνειες, “υπευθυνότητες”, θεσμολαγνείες, και λεγκαλισμούς του παρελθόντος: δοκιμάζοντας δυναμικές πορείες και συγκεντρώσεις, “κλεισίματα” νοσοκομείων και γενικών εφημεριών, νοσοκομεία εφημερίας πόλης, καταλήψεις χώρων, και άλλες συγκρουσιακές πρακτικές.

 

θ) Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ

Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ : ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΝΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

 

Αντιμέτωποι με μια τέτοια πραγματικότητα, οι επί δεκαετίες επαγγελματίες εκπρόσωποί μας και οι παρατάξεις τους, βρέθηκαν σε μια αμηχανία, για το ρόλο και την κατά παράδοση λειτουργία τους. Μια λειτουργία, που λίγο – πολύ, βασίστηκε, όλα τα προηγούμενα χρόνια στις κοκκορομαχίες, στην ψευδορητορική, την ουσιαστική εξάρτηση και υποταγή στην εκάστοτε εξουσία, τις πελατειακές σχέσεις και την γραφειοκρατία. Μπορεί νάναι γελοίο, αλλά το δίπολο γραφειοκρατίας - πελατειακών σχέσεων δεν κυριαρχεί μόνο στο τρόπο λειτουργίας του δημόσιου τομέα περίθαλψης, στην διοίκησή του, στις προμήθειες, στους διορισμούς ούτε αφορά μόνο στην εργασιακή κατάσταση των γιατρών, τον διορισμό τους, την προαγωγή τους, το φακελάκι τους, την εργασιορρύπανση, τις πλασματικές, τη λάντζα. Το ίδιο γραφειοκρατική και πελατειακή είναι και η ρητορική της λεγόμενης συνδικαλιστικής ηγεσίας. Ρητορική μόνο, γιατί η ουσία, στο βαθμό που κάποιος επιμένει να βρει ουσία στην κυρίαρχη συνδικαλιστική πρακτική, φαίνεται ότι είναι καλά κρυμμένη στα συρτάρια του εκάστοτε υπουργού. ‘Ετσι λοιπόν το politbureau της Ε.Ι.Ν.Α.Π. και της Ο.Ε.Ν.Γ.Ε. βολεύεται να επαναλαμβάνει λόγους και πρακτικές ήττας και να απορεί γιατί οι γιατροί δεν τους πιστεύουν και δεν τους ακολουθούν. Γραφειοκρατία και πελατειακές σχέσεις πάνε χέρι-χέρι στην συνδικαλιστική μας ηγεσία όπως ακριβώς και μέσα στα νοσοκομεία. Και οι γραφειοκρατίες έχουν κατανόηση μεταξύ τους. Πώς να υποστηρίξει η Ε.Ι.Ν.Α.Π. την απρόσκοπτη εξέλιξη των γιατρών μέχρις του βαθμού του Διευθυντή (όπως συμβαίνει σε τόσους κλάδους απ’ τους εκπαιδευτικούς μέχρι και τους δικαστικούς); Κάτι τέτοιο θα σήμαινε σπουδαία μείωση της πελατείας του μοναδικού Διευθυντή, χώρια που θα προαγόντουσαν και μερικοί που δεν τα παίρνουν και θα κατέρρεε η πιάτσα. Πώς να υποστηρίξει η Ο.Ε.Ν.Γ.Ε. περιορισμό της δυνατότητας να επικαλούνται οι υποψήφιοι στις κρίσεις τις άπειρες εργασίες; κάτι τέτοιο θα σήμαινε πλήρη κατάρρευση της ανταλλακτικής αξίας των δημοσιεύσεων : “βάλε με εσύ στην εργασία για τα κλύσματα και θα κάνουμε μαζί εκείνο το case report για το υπόθετο”, όπως και σοβαρό πλήγμα στην ιεραρχία : “εγώ είμαι διευθυντής και κανονίζω τα ονόματα στις εργασίες”. Πώς να υποστηρίξουν οι συνδικάλες μας στα σοβαρά την ανάπτυξη πρωτοβάθμιας φροντίδας που θα μπορεί να κάνει εισαγωγές στα νοσοκομεία ο κάθε “ΙΚΑτζής”, άντε μετά να είσαι ΕΣΥτζης στο νοσοκομείο και να κρατάς και ιατρείο απ’ όξω, με τέτοιο ανταγωνισμό.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ακολουθεί το σαββοπουλικό “παίρνεις την αλήθεια μου και μού την κάνεις πτώμα”. ‘Εδωσε τον αγώνα για την μονιμότητα ως αψιμαχία, χωρίς να τον πιστεύει, και καταλήξαμε σ’ ένα νομικό πλαίσιο που επιτρέπει να γίνει η πλειοψηφία των γιατρών σε λίγα χρόνια συμβασιούχοι. Πήρε το “θέλουμε να ζούμε απ’τον μισθό μας” και το ξεφτίλισε στην αποδοχή ενός μισθολογίου που κανείς ακόμα, καλά – καλά, δεν ξέρει τι θα παίρνει. Ζορίστηκε να αποδεχθεί την απρόσκοπτη εξέλιξη των γιατρών κατά βαθμό, αποδέχτηκε όμως την ξεφτίλα του νόμου του Γείτονα, συζήτησε και κριτήρια για τις προβλεπόμενες προαγωγές, συνήργησε σε κάθε στιγμή των διαδικασιών εξέλιξης/κρίσης/κατάληψης κενών ή νέων θέσεων (σιγά, το “ψωμί” τους θα έχαναν οι άνθρωποι). Το κωμικοτραγικό είναι ότι όλοι αυτοί οι

καλοβολεμένοι συνδικαλιστές μας υποστηρίζουν ότι μάς αντιπροσωπεύουν.

 

ι) Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΔΙΕΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ :

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ, ΠΟΥ ΜΟΛΙΣ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΣΕ

 

‘Ολα τα παραπάνω βγήκαν με πολύ πιό έκδηλο τρόπο στην επιφάνεια, κατά την διάρκεια του τελευταίου κύκλου κινητοποίησεων, σχετικά με το νέο ιατρικό μισθολόγιο και τα προγράμματα εφημεριών. Για τους πιο διορατικούς, όμως, κάτι τέτοιο δεν αποτέλεσε και τόση μεγάλη έκπληξη –όχι τουλάχιστον για τις δυνάμεις της Π.Α.Σ.Κ και της ΔΗ.Κ.Ν.Ι. που συμμετείχαν στο προεδρείο της Ομοσπονδίας (Λαοπόδης, Καραλιώτας) και που διαπραγματεύονταν τους όρους του “νέου ιατρικού μισθολογίου”, δηλαδή αυτής της νέας ομηρίας, τουλάχιστον ένα χρόνο πριν τη δημοσιοποίησή του, χωρίς να ενημερώσουν κανέναν. Ιδιαίτερα όμως η κυβερνητική παράταξη κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων έδωσε ρεσιτάλ υποκριτικής : πριν ένα περίπου χρόνο, κατά τη διάρκεια των πρώτων κινητοποίησεων ενάντια στο νέο ιατρικό μισθολόγιο, συμφωνώντας μερικά στην ανομοιογένεια του “σώματος” των νοσοκομειακών γιατρών επιχείρησε να μετατοπίσει τη συζήτηση στις διαφορές μεταξύ των ειδικοτήτων, λες και οι γιατροί των διαφόρων ειδικοτήτων δεν εργάζονται στους ίδιους άθλιους χώρους, αντιμέτωποι με αντίστοιχες αυταρχικές δομές, με αντίστοιχες εξευτελιστικές αμοιβές (με την προϋπόθεση ότι δεν “τα παίρνουν” φυσικά, γιατί αν όχι τότε όντως τα πράγματα διαφοροποιούνται...). ‘Εφθασαν μάλιστα, σε κάποια φάση, (και δια στόματος της, επί σειρά ετών, προέδρου της Ε.Ι.Ν.Α.Π., μετέπειτα ειδικού γραμματέως του υπουργείου Ανάπτυξης!!!), να περιγράφουν ένα νέο μοντέλο συνδικαλισμού κατά ειδικότητες με τους διευθυντές, τις αντίστοιχες επιστημονικές εταιρείες, ποιος ξέρει ίσως και τους αντίστοιχους πανεπιστημιακούς μέσα. Αυτοί που επί τόσα χρόνια υπέθαλψαν τις θεωρίες του “μέσου γιατρού” (που υπονοείται πως.. “τα ψιλοπαίρνει”), τη στιγμή που όλο τους το θεωρητικό κατασκεύασμα άρχισε να τρίζει επικίνδυνα, βρήκαν την ευκαιρία να προτείνουν ακόμη πιο συντηρητικές λογικές εκπροσώπησης τύπου lobby, να προωθήσουν εκδοχές ακόμα πιο γραφειοκρατικού και αποστεωμένου συνδικαλισμού, αφυδατωμένου από κάθε πιθανότητα αμφισβήτησης της κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Ποιος ξέρει, ίσως σε τέτοια μοντέλα συνδικάτων, με τους διευθυντές και τις εταιρείες να μην χωράνε ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον οι “τσογλανοπαρέες” και η αναπόφευκτη κριτική τους. Αν όμως για την Π.Α.Σ.Κ., αυτή η εξέλιξη μπορούσε να θεωρηθεί προδιαγραμμένη – και αυτό περιλαμβάνει και τον δορυφορίζοντά της Συνασπισμό (Α.Ε.Γ. για όσους το έχουν λησμονήσει) – εντύπωση προκάλεσε, τότε (δηλαδή, στις κινητοποίησεις για το μισθολόγιο), η όμορη στάση και της ΔΗ.Π.Π.Α.Κ. και του νυν προέδρου της Ε.Ι.Ν.Α.Π., Χ. Ζαχαρόγιαννη. Και τούτο, καθώς η πολιτική θέση του πολιτικού της φορέα, του Κ.Κ.Ε., αλλά και κατά καιρούς εξαγγελίες τους για “σταυροφορία κατά της παραοικονομίας”, για “ανυποχώρητο αγώνα”, κ.ο.κ., μάλλον δεν προοιώνιζαν μια τέτοια εξέλιξη. Αναρωτιόμασταν τότε σε μια ανακοίνωσή μας : “…..Τι να έγινε άραγε; Μετανόησαν μήπως για τον παλαιότερο παροδικό συγχρωτισμό τους με την “τσογλανοπερέα” που λέγαμε παραπάνω; Επανέκαμψαν σε μια παραδοσιακή πολιτική συμμαχιών με τις αλήστου μνήμης “δημοκρατικές δυνάμεις”; Επανεκτίμησαν τις “προοπτικές του κινήματος” μετά την διεύρυνση της διαπραγματευτικής επιτροπής και την συμμετοχή τους σε αυτήν; ‘Η μήπως εσκεύθησαν καλλίτερα ότι το κομμάτι των μικροφακελλάκηδων, της παθητικής δωροληψίας, κ.ο.κ. - καθότι αρκούντως πολυπληθές - μπορεί να αποτελέσει έναν οιωνοί σύμμαχο της “δίκαιας υπόθεσής μας” και έσπευσαν να ενσκήψουν στα προβλήματά του, ανοίγοντας τα φτερά τους σε νέους ορίζοντες απεύθυνσης;... “Η ζωή θα δείξει”, όπως συνήθιζαν να απαντούν άνθρωποι του πολιτικού τους χώρου. Πάντως μέχρι να δείξει οι νοσοκομειακοί γιατροί θα παραμένουν όχι μόνο δέσμιοι ενός νέου μισθολογίου καθήλωσης, απάτης και νέας πλασματικότητας, αλλά και των παραδοσιακών αντιλήψεων των παρατάξεων της Ε.Ι.Ν.Α.Π. για την ενιαία έκφραση του σώματος…”. Δυστυχώς, οι εξελίξεις στις μετέπειτα κινητοποίησεις για τα προγράμματα εφημεριών, δικαίωσαν τις χειρότερες από τις ανησυχίες μας.

Το φθινόπωρο του 1998, οι νοσοκομειακοί γιατροί της Αθήνας και του Πειραιά, αλλά και ολόκληρης της χώρας, έδωσαν ένα μεγαλειώδη αγώνα και σε ένταση και σε έκταση. Η κινητοποίηση αυτή, όσον αφορά σο λεκανοπέδιο, αγκάλιασε πάνω από 25 νοσοκομεία με μαζική συμμετοχή, σε 7 τουλάχιστον νοσοκομεία πήρε δυναμικές μορφές πέρα από τα συνηθισμένα (κλεισίματα πύλης, κλεισίματα εφημεριών), στις δε συνελεύσεις των νοσοκομείων, συμμετείχαν πάνω από 4500 νοσοκομειακοί γιατροί. Με βάση, λοιπόν, την εμπειρία από αυτές τις πρόσφατες κινητοποιήσεις προκύπτει η ανάγκη για έναν απολογισμό και την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων :

     

  1. Ο αγώνας μας κατάφερε να ακυρώσει σε ένα μεγάλο βαθμό τις προτάσεις της κυβέρνησης που, με τις δραστικές περικοπές (της τάξης του 50-60%) που αρχικά προέβλεπαν, απειλούσαν την ολοσχερή διάλυση των όρων εφημερίας των δημόσιων νοσοκομείων. Πολλά νοσοκομεία, σε ολόκληρη τη χώρα, κατάφεραν και πέτυχαν την έγκριση των προγραμμάτων εφημεριών τους: ήταν αυτά που κινητοποιήθηκαν με τον πιο δυναμικό τρόπο. ‘Ομως υπάρχουν στον αντίποδα νοσοκομεία που ακόμα και σήμερα λειτουργούν με μειωμένη κάλυψη εφημερευόντων, νοσοκομεία στα οποία το θέμα των εφημεριών είναι ακόμα ανοικτό και οξύ.

     

  2. Η καταβολή των αναδρομικών που οφείλονται στους νοσοκομειακούς γιατρούς οδηγήθηκε σε μια εκκαθάριση πρωτοφανούς παρανομίας (συμψηφισμός αναδρομικών τακτικών αποδοχών και εφημεριών) που για τους περισσότερους γιατρούς σημαίνει μείωση των συνολικών πληρωτέων ποσών κατά 30-40%!

     

  3. Η κοινωνία παρά την οξεία μορφή που πήραν οι κινητοποιήσεις, κι ακόμα παρά την συστηματική προσπάθεια συκοφάντησης από την κυβέρνηση και τα Μ.Μ.Ε., δεν στάθηκε αρνητικά απέναντι στον αγώνα μας. Κι αυτό γιατί καταφέραμε - έστω και με αδυναμίες και υστερήσεις - να αναδείξουμε την ουσία της αντιπαράθεσης που βρισκόταν στη στελέχωση των δημόσιων νοσοκομείων στις εφημερίες, και όχι μόνο στο οικονομικό μας ζήτημα.

Φυσικά και δεν μπορούμε να είμαστε ευχαριστημένοι από την τροπή που πήρε η κινητοποίηση, και άρα και από τον όποιο τελικό απολογισμό και τα αποτελέσματά της. Με μια κουβέντα δεν θεωρούμε ότι οι νοσοκομειακοί γιατροί ηττήθηκαν σε αυτόν τον αγώνα: μπορούσαν όμως να έχουν νικήσει την κυβέρνηση “κατά κράτος”, να την είχαν δηλαδή υποχρεώσει σε πάγιες δεσμεύσεις για τον τρόπο ρύθμισης των εφημεριών, για το σύνολο των νοσοκομείων της χώρας. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση υιοθέτησε μια παρελκυστική και παραπλανητική τακτική κατακερματισμού (ανάμεσα σε ζώνες, νοσοκομεία, βαθμίδες, κ.ο.κ.) συνέβαλε φυσικά στην παραπομπή των ουσιαστικών μας διεκδικήσεων στις καλένδες. Κι ακόμα σε αυτή της την κίνηση η κυβέρνηση βρήκε αρωγούς τα Μ.Μ.Ε. και την τρομολαγνεία τους, αλλά και επιστράτευσε όλο τον γνωστό απεργοσπαστικό της μηχανισμό: πρόεδροι νοσοκομείων, αρχίατροι, διευθυντές, εκβιασμοί (οι νεοπροσληφθέντες συμβασιούχοι του “νόμου Γείτονα” απολύθηκαν και επαναπροσλήφθησαν μεσούσης της απεργίας), απειλές, πράξεις πολιτικής αντεκδίκησης.

‘Ομως και μέσα στο ίδιο το σώμα των νοσοκομειακών γιατρών υπήρξαν σοβαρότατες αδυναμίες. Και πρώτα από όλα η ίδια η μάχη για τις εφημερίες δίνονταν σε ένα ναρκοθετημένο έδαφος - αυτό του “νέου” ιατρικού μισθολογίου που ουσιαστικά διαιώνιζε την κατάσταση του προϋπάρχοντός του. ‘Επειτα, για άλλη μια φορά, οι νοσοκομειακοί γιατροί που κινητοποιήθηκαν, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το κομμάτι εκείνο των γιατρών που, παραοικονομώντας, έχουν μεταβληθεί από υπάλληλοι σε εργοδότες και επιχειρηματίες μέσα στα ίδια τα δημόσια νοσοκομεία. Αυτοί που λίγο ενδιαφέρθηκαν είτε για τις νόμιμες αποδοχές τους, είτε για τους όρους λειτουργίας των εφημεριών, αποδείχθηκαν και πάλι πρόσκομμα στο ξεδίπλωμα μιας αγωνιστικής κατεύθυνσης από την πλειοψηφία των νοσοκομειακών γιατρών. Σημαντικό ρόλο όμως έπαιξαν και οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Και δεν αναφερόμαστε τόσο στη στάση της Ο.Ε.Ν.Γ.Ε., όπου η γνωστή πλειοψηφία Π.Α.Σ.Ο.Κ., Ν.Δ. και ΣΥΝ μας έχει συνηθίσει όχι μόνο στην συναίνεση στις επιλογές της κυβέρνησης αλλά και στην ενεργητική της προσπάθεια να υπονομευθεί κάθε αντίδραση ή κινητοποίηση. Αυτή τη φορά όμως - ίσως και επειδή κανένα κόμμα ή παράταξη δεν είχε τον έλεγχο πάνω στους νοσοκομειακούς γιατρούς που κινητοποιήθηκαν - στο παραπάνω μπλοκ συμπτύχθηκε και η γνωστή πλειοψηφία του Δ.Σ. της Ε.Ι.Ν.Α.Π. (που αποτελείτο από Κ.Κ.Ε., Ν.Δ. και “Νέους Γιατρούς”). Μια πλειοψηφία που την στιγμή της κορύφωσης των κινητοποιήσεων, τη στιγμή που εισέρχονταν δυναμικά στην απεργία νοσοκομεία που είχαν να κινητοποιηθούν χρόνια, τη στιγμή που οι γιατροί κατέβαιναν και έκλειναν τις πύλες των νοσοκομείων, την στιγμή που η κυβέρνηση εξαπέλυε τους εισαγγελείς εναντίον των γιατρών, εκείνη τη στιγμή αποφάσισε την αναστολή των κινητοποιήσεων με το σκανδαλώδες πρόσχημα της ένδειξης καλής θελήσεως, και με την υπόσχεση μόνο της συγκρότησης μιας επιτροπής! Δυστυχώς όμως δεν σταμάτησε εκεί. Όταν οι γιατροί 15 νοσοκομείων αποφάσισαν τη συνέχιση των κινητοποιήσεων με την - μόνη πλέον διαθέσιμη - μορφή της επίσχεσης εργασίας, η ηγεσία αυτή αποφάσισε να καταγγείλει τη ...βάση, να την συκοφαντήσει ανοικτά σε ραδιόφωνα , τηλεοράσεις και εφημερίδες, να επισείει τον κίνδυνο της παρανομίας και της μη-κάλυψης των συμμετεχόντων γιατρών! Κι ακόμα όταν 1500 γιατροί και 15 συνελεύσεις νοσοκομείων ζητούσαν συνέλευση και κάλυψη των κινητοποιήσεων, προκήρυξαν την συνέλευση ...15 ημέρες μετά (εξαντλώντας κάθε καταστατικό αλλά και ηθικό περιθώριο) σε κεντρικό ξενοδοχείο, και ενώ συγκεντρώθηκαν πολλαπλάσιοι γιατροί από οποιαδήποτε άλλη φορά τα τελευταία χρόνια, αποφάσισαν πως ..δεν υπάρχει καταστατική απαρτία, αρνούμενοι μάλιστα καν το αίτημα να γίνει καταμέτρηση των παρόντων! Και είχαν τελικά και το θράσος να κατηγορούν τους γιατρούς 15 νοσοκομείων που συνέχισαν επί 20 ημέρες (μετά την αναστολή) τις κινητοποιήσεις ότι τάχα αυτοί θέλουν να διασπάσουν την Ε.Ι.Ν.Α.Π.!!!

 

ια) ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΣΤΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

 

Κατά τη γνώμη μας το άμεσα επόμενο χρονικό διάστημα, πρέπει να συγκροτηθεί ένα ευρύ μέτωπο δυνάμεων, που να απαιτήσει:

     

  • Να αρχίσει ένας ευρύς, ανοικτός διάλογος στη βάση των νοσοκομειακών γιατρών για όλα τα σημερινά ζητήματα από τα καθημερινά ως τη στρατηγικά του συστήματος υγείας των επομένων ετών. Κι αυτό όχι μόνο εν όψει του συνεδρίου της Ο.Ε.Ν.Γ.Ε., αλλά κυρίως για την προετοιμασία των συναδέλφων για τις επερχόμενες μάχες. ‘Ενας διάλογος που να μην παραμένει στα πλαίσια των κομματικών μελών ή τέλος πάντων “αυτών που ασχολούνται”, αλλά να αγκαλιάζει τον καθημερινό προβληματισμό του νοσοκομειακού γιατρού και να καταλήξει στη διατύπωση ενός νέου προγραμματικού, στρατηγικού προσανατολισμού για τον ιατρικό συνδικαλισμό.

     

  • Την ευρεία και αταλάντευτη εκστρατεία για την εκκαθάριση του σώματος των νοσοκομειακών γιατρών από τους εμπόρους της υγείας που λυμαίνονται του ασθενείς και εκμεταλλεύονται την εργασία όλων ημών των υπολοίπων. Τα ρήγματα που δημιουργήθηκαν μέσα στις συγκρούσεις στη διάρκεια των κινητοποιήσεων πρέπει να διευρυνθούν, να αποκτήσουν περιεχόμενο και διέξοδο. Οι γιατροί που ζουν από το μισθό τους και που τόσα χρόνια ένοιωθαν χαζοί, γραφικοί και απομονωμένοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν τη δύναμή τους, να αναδείξουν πως εκείνοι που θα πρέπει να ντρέπονται είναι οι υπόλοιποι και όχι οι ίδιοι. Θα πρέπει να προωθηθούν συγκεκριμένα μέτρα αντίθεσης στην παραοικονομία: όπως απέδειξε η περίοδος των πρόσφατων κινητοποιήσεων με κάποιους δεν είμαστε συνάδελφοι!

     

  • Την καθιέρωση νέων αντιπροσωπευτικών αμεσοδημοκρατικών θεσμών λήψης αποφάσεων στο συνδικαλιστικό μας κίνημα. Να κατοχυρωθεί ο αποφασιστικός ρόλος των συνελεύσεων των νοσοκομείων (που η πρόσφατη εμπειρία έδειξε ότι είναι πολλαπλά μαζικότερες από οποιαδήποτε κεντρική συνέλευση νοσοκομειακών γιατρών), να λειτουργεί σε περιόδους κινητοποιήσεων όργανο αιρετών και ανακλητών αντιπροσώπων που να μεταφέρουν τις αποφάσεις των συνελεύσεών τους και όχι την προσωπική ή κομματική τους “γραμμή”. Να επιβάλλουμε με κάθε τρόπο την υποχρέωση του Δ.Σ. να καλύπτει νομικά και ηθικά τις αποφάσεις των συνελεύσεων των νοσοκομείων. Να καθιερωθεί ο ρόλος εκλεγμένης και ανακλητής απεργιακής επιτροπής σε περιόδους απεργιακών κινητοποιήσεων.

     

  • Να τροποποιηθεί και ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογών της Ε.Ι.Ν.Α.Π. Και για να εκφραστεί ακριβώς το μέγιστο δυνατό κομμάτι νοσοκομειακών γιατρών (και όχι ...τα κομματικά μέλη) οι εκλογές πρέπει να γίνονται με όσο το δυνατόν περισσότερες κάλπες, σε περισσότερα νοσοκομεία. Η λυσσαλέα αντίδραση του συνόλου, σχεδόν, των παρατάξεων, σε μια τέτοια πρόταση (την οποία καταθέσαμε και για τις εκλογές που έρχονται), είναι ενδεικτική της αντίληψής τους για την Ε.Ι.Ν.Α.Π. και τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, γενικότερα : οτιδήποτε απειλεί να εισβάλλει στο απόρθητο “φρούριό τους” και να το “μολύνει” με επικίνδυνες και ανεξέλεγκτες επιδράσεις, αποτελεί, για αυτούς, μείζον κίνδυνο για το σωματείο!!! Για μας, πάλι, αποτελεί προϋπόθεση αναζωογόνησης και ανασυγκρότησης του κινήματος των νοσοκομειακών γιατρών, η συμμετοχή, σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων, όσο το δυνατόν περισσοτέρων γιατρών, ανεξαρτήτως της ένταξής τους ή όχι σε οποιαδήποτε παράταξη ή πολιτικό φορέα.

ιβ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ÄΙΑΤΥΠΩΣΗΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ, ΤΗΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ

 

Οι κινητοποιήσεις του προηγούμενου χρόνου, πέραν των διεκδικήσεων σχετικά με τα εργασιακά και οικονομικά ζητήματα των γιατρών, προέβαλαν όσο ποτέ άλλοτε την αναγκαιότητα αντιμετώπισης προβλημάτων που αφορούν γενικότερα το σύστημα υγείας ή, για να ακριβολογούμε, την λειτουργία των νοσοκομείων. Παράλληλα, η κοινωνική δυσαρέσκεια για την κατάσταση του Ε.Σ.Υ. διογκώνεται. Ωστόσο, η συνηθισμένη, πιθανά καλοπροαίρετη, κριτική που γίνεται στο σύστημα περίθαλψης, δεν ξεπερνά τις κλασσικές αδυναμίες που οφείλονται στην παραδοσιακή “αριστερή” ανάλυση, ότι δηλαδή, το Ε.Σ.Υ. πάσχει λόγω υποχρηματοδότησης και όχι λόγω των δομικών του χαρακτηριστικών, ότι “ξεκίνησε καλά, αλλά το κράτος δεν ενδιαφέρθηκε στην συνέχεια”. Μια τέτοια οπτική (που κυριάρχησε και στο συνδικαλιστικό κίνημα των νοσοκομειακών γιατρών από το 1985 και για μια τουλάχιστον δεκαετία), πέρα από αδιέξοδη, είναι και πολύ προβληματική, ως προς την ορθότητά της. ‘Αλλες αδυναμίες αυτής τις κριτικής έγκεινται στην ιατροκεντρική και νοσοκομειοκεντρική λογική που την διέπει, καθώς και στον εντέλει αμυντικό χαρακτήρα των προτάσεων που προκύπτουν.

Σε μία κρίσιμη συγκυρία για το μέλλον του συστήματος περίθαλψης, είναι αναγκαίο όσο ποτέ, οι νοσοκομειακοί γιατροί να συζητήσουν σοβαρά τις αιτίες της σημερινής κρίσης. Μια τέτοια συζήτηση θα πρέπει να είναι προϊόν ανοιχτών και αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, να μείνει μακριά από “έτοιμες” και “εκ του πονηρού” λύσεις, να επεκταθεί στο βάθος που της αρμόζει, και να φιλοδοξεί να καταλήξει σε μία πρόταση που και συνολική οφείλει να είναι, και συγκεκριμένη. Και σε αυτό το πλαίσιο, πιστεύουμε, ότι όλες οι δυνάμεις που κινούνται στα πλαίσια του κινήματος των νοσοκομειακών γιατρών, έχουν σοβαρό μερίδιο ευθύνης. Είναι, άλλωστε, φανερό, ότι σε μια κατάσταση σαν την σημερινή, όποιος δεν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να διατυπώσει μια συνεκτική και ολόπλευρη άποψη για το σύστημα περίθαλψης και αρκείται (ή και κρύβεται) στον μηρυκασμό των “τετριμμένων”, εγκλωβίζει τους νοσοκομειακούς γιατρούς στην απραξία και την αναποτελεσματικότητα και ουσιαστικά διευκολύνει την επέλαση των αντιδραστικών μετασχηματισμών των κυβερνητικών επιτελείων.

ιγ) ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΜΙΑΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ, ΤΗΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ, ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ

Και πρώτα από όλα, στην διατύπωση της οποιασδήποτε πρότασης, πρέπει να αποσαφηνίζονται οι θεμελιακές αρχές, οι βασικές παραδοχές, πάνω στις οποίες στηρίζονται οι επιμέρους θέσεις. Για μας, για την Α.Ρ.Σ.Ι. βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν μια τέτοια πρόταση είναι :

 

     

  1. Υγεία δεν είναι η απουσία ασθένειας ή θανάτου αλλά η κατάσταση πλήρους και δυναμικής αρμονίας του ανθρώπου με το φυσικό, εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον.

     

  2. Το σύστημα υγείας μιας κοινωνίας που θα έχει ως κέντρο τις κοινωνικές ανάγκες, δεν μπορεί να είναι ένας μηχανισμός ευκαιριακής αποκατάστασης της (πολλές φορές οριακής) δυνατότητας των μελών της να εργάζονται, αλλά πρέπει να είναι αποτελεί απαραίτητο οργανικό στοιχείο διατήρησης και βελτίωσης της ποιότητας ζωής .

     

  3. Η υγεία μπορεί να προασπίζεται μόνο με ενέργειες που αφορούν μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων μιας κοινωνίας και προϋποθέτουν συλλογική και οργανωμένη δράση. Ως εκ τούτου η άποψη ότι η φροντίδα υγείας (“πρόληψη” και θεραπεία) αποτελεί αντικείμενο προσωπικής ευθύνης του καθενός απέναντι στον τον εαυτό του, παραπλανά και μετατρέπει την υγεία από πραγματικό κοινωνικό αγαθό σε φαντασιακό εμπόρευμα. Προκύπτουν λοιπόν τα παρακάτω :

     

  4. Βασικό κοινωνικό και ανθρώπινο δικαίωμα δεν είναι μόνο η θεραπεία της νόσου αλλά και η συνειδητή προσπάθεια μέσα από νέους κοινωνικούς θεσμούς να αναιρεθεί η αιτία της νόσου, η οποία στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων έχει σχέση με το εργασιακό, φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Αυτή η λειτουργία είναι για μας η πραγματική έννοια της συλλογικής κοινωνικής πρόληψης.

     

  5. Το σύστημα υγείας έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα μόνο στον βαθμό που συμβάλλει μαζί με άλλους κοινωνικούς θεσμούς στην επέμβαση στους όρους ζωής των ανθρώπων, στην αναίρεση τελικά της κοινωνικής παθογένειας.

     

  6. Το σύστημα περίθαλψης δεν μπορεί παρά να είναι αποκλειστικά και μόνο δημόσιο - κοινωνικό, δωρεάν και ισότιμο.

     

  7. Το θέμα της υγείας δεν μπορεί να αντικείμενο διεκδίκησης μόνο των εργαζομένων στο σύστημα περίθαλψης, αλλά αποτελεί ένα ευρύτερο κοινωνικό θέμα πρώτης γραμμής που πρέπει να διεκδικηθεί πρώτα απ’ όλα στους χώρους ζωής, δουλειάς και αναψυχής όλων των εργαζομένων.

     

  8. Ο ρόλος του υγειονομικού επιστήμονα δεν είναι μόνο η παροχή υπηρεσιών περίθαλψης αλλά η έρευνα, αποκάλυψη και η αναίρεση των νοσογόνων παραγόντων του περιβάλλοντος, η δημιουργία τελικά όρων σωματικής και ψυχικής ευεξίας.

     

  9. Η γνώση για τους παράγοντες υγείας και διαταραχής της, καθώς και σχετικά με τους όρους αποκατάστασης και αναίρεσής τους, οφείλει να αφορά, όχι μόνο τους υγειονομικούς επιστήμονες, αλλά ολόκληρο τον πληθυσμό, τον οποίο αφορά, σε τελική ανάλυση, ολόκληρη την κοινωνία.

 

ιδ) ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ

 

Η συζήτηση τώρα ανοίγει και αφορά, ελπίζουμε, όλη την κοινωνία. Οι ιδέες πρέπει να εμπλουτιστούν, η ανάλυση να βαθύνει και να προκύψει επιθετική πρόταση και πολιτική. Παράλληλα η Α.Ρ.Σ.Ι. προτείνει ένα διεκδικητικό πλαίσιο με μεσοπρόθεσμο αλλά στρατηγικό χαρακτήρα που συμβαδίζει με την ανάγκη ξεπεράσματος της κρίσεις με τις γενικές αρχές που περιγράφηκαν .

 

α. θεσμικές διεκδικήσεις

 

     

  • ‘Ολοι οι ασφαλισμένοι και οι άποροι πολίτες πρέπει να έχουν ισότιμη και δωρεάν πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

     

  • Δημιουργία ενός ενιαίου φορέα υγείας με τριμερή χρηματοδότηση (εργοδότες – κράτος –εργαζόμενοι) στην προοπτική μείωσης του ποσοστού συνεισφοράς των εργαζομένων, που σημαίνει σε τελική ανάλυση ότι οι πολίτες πληρώνουν για την περίθαλψή τους ανάλογα με τα εισοδήματά τους και όχι ανάλογα με την νόσο τους. Απολαμβάνουν, δε, τις υπηρεσίες, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ενοποίηση, σε πρώτη φάση, του κλάδου υγείας των ασφαλιστικών ταμείων. Κατάργηση της ιδιοποίησης των πόρων τρίτων από τα υποτιθέμενα “ευγενή” ταμεία. ‘Ελεγχος και διεύθυνση του ασφαλιστικού συστήματος από τους ασφαλισμένους.

     

  • Ο ενιαίος οργανισμός υγειονομικής ασφάλισης καλύπτει τα έξοδα λειτουργίας των νοσηλευτικών μονάδων, αλλά και όλων των μονάδων της περίθαλψης. Το κράτος θα εγγυάται την επαρκή χρηματοδότηση του οργανισμού.

     

  • Επέκταση των σημερινών δυνατοτήτων του δημοσίου σε τομείς σύγχρονης τεχνολογίας, ξενοδοχειακής υποδομής κ.λ.π. Η διαθεσιμότητα δημόσιων δωρεάν υπηρεσιών απαιτεί, άμεσα, την ενσωμάτωση στον δημόσιο τομέα μέρους των τωρινών ιδιωτικών δραστηριοτήτων, με την προοπτική της πλήρους κατάργησής του.

     

  • Σε κάθε περίπτωση απαιτείται η άμεση κατάργηση του παρασιτισμού του ιδιωτικού τομέα, που βασίζεται στη ανεπάρκεια και βραδύτητα ή μη διαθεσιμότητα δημοσίων υπηρεσιών. Η κοινωνική ασφάλιση δεν θα καλύπτει υγειονομικές υπηρεσίες που παρέχονται από τον ιδιωτικό τομέα. Το κόστος για το ασφαλιστικό σύστημα θα είναι έτσι πολύ μικρότερο.

     

  • Επέκταση του δημόσιου και κοινωνικού τομέα, ιδίως σε σχέση με την πρόληψη, προαγωγή υγείας και πρωτοβάθμια περίθαλψη. Ο νοσοκομειοκεντρικός χαρακτήρας του Ε.Σ.Υ. είναι ξεπερασμένο παράδειγμα και αφορά σε μέρος μόνο των αναγκών υγείας του πληθυσμού – πρέπει να αναπτυχθούν σ’ όλες τις βαθμίδες του συστήματος εξωνοσοκομειακές μονάδες.

     

     

  • Επέκταση των κέντρων υγείας σε όλο των αστικό και αγροτικό πληθυσμό με αναβάθμιση των υπαρχόντων που, σήμερα, υπολειτουργούν.

     

  • Ανάληψη όλης της πρόληψης, προαγωγής υγείας και αντιμετώπισης χρονίων λοιμωδών νοσημάτων (ΤΒC, ΑΙDS κλπ) από τον ευρύτερο κρατικό τομέα, χωρίς επιβάρυνση των ταμείων.

     

  • Δημιουργία ειδικών μονάδων αποκατάστασης και αντιμετώπισης της χρονιότητας.

     

  • Σε κάθε περίπτωση, θέσπιση και ευλαβική τήρηση, διαφανών και ξεκάθαρων κανόνων παραπομπής και διαχείρισης των ασθενών σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας περίθαλψης (από τον οικογενειακό γιατρό ως το εξειδικευμένο νοσοκομειακό κέντρο). Γεωγραφική τομεοποίηση των υγειονομικών υπηρεσιών. Θέσπιση συγκεκριμένων ορίων (“πλαφόν”), είτε σε ατομικό επίπεδο (π.χ. στην πρωτοβάθμια περίθαλψη), είτε σε επίπεδο θεραπευτικής ομάδας (στη νοσοκομειακή περίθαλψη),που θα αφορούν στον αριθμό των περιστατικών που χειρίζεται και επωμίζεται κάθε μονάδα του συστήματος, ως μέτρο αποφυγής του γιγαντισμού, της μονοπώλησης, του ανταγωνισμού, της κερδοσκοπίας και της εργασιακής εξουθένωσης των υγειονομικών. Στα παραπάνω, όμως, πλαίσια, ο κάθε ασθενής, να μπορεί να επιλέγει το γιατρό ή τη θεραπευτική ομάδα που θα τον αναλάβει, υπό την προϋπόθεση να υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές στο επίπεδο στο οποίο, ο ασθενής, πρέπει να αντιμετωπισθεί. Περιοδικός έλεγχος του συστήματος, για την έγκαιρη διάγνωση προβλημάτων, εμπλοκών και αποκλίσεων, με αποκλεισμό, σε κάθε περίπτωση, της οποιασδήποτε οικονομικής σχέσης γιατρού - ασθενούς.

     

  • Επαναλειτουργία του Ε.Ο.Φ. σαν φαρμακοπαραγωγού βιομηχανίας για την παραγωγή όλων των ευρείας χρήσης φαρμάκων και παρεμφερών προϊόντων σε άριστη ποιότητα και τιμές κόστους. Υποχρέωση του δημοσίου συστήματος περίθαλψης και ασφάλισης να προμηθεύεται προνομιακά τα προϊόντα ενός τέτοιου αναμορφωμένου Ε.Ο.Φ. Ανάληψη, από τον Ε.Ο.Φ. ουσιαστικών λειτουργιών ποιοτικού ελέγχου των προϊόντων που τίθενται στην κυκλοφορία.

     

  • Μαζικό διορισμό νοσηλευτικού, κυρίως, προσωπικού στα νοσοκομεία και Κ.Υ. Κατάργηση σταδιακά της βαθμίδας ΔΕ νοσηλευτών με μετεκπαίδευση τους και δημιουργία ενιαίου θεσμού νοσηλευτών κατ’ αντιστοιχία των γιατρών.

     

  • Διορισμό ιατρικού προσωπικού με κριτήριο τις υγειονομικές ανάγκες κάθε περιφέρειας, και με στόχο την ασφαλή επάνδρωση όλων των βαθμίδων του συστήματος.

     

  • Καθιέρωση θεσμών αυτοδιεύθυνσης και κοινωνικού ελέγχου στα νοσοκομεία και άλλες μονάδες περίθαλψης.

 

β. διεκδικήσεις για τους γιατρούς

 

® για την εργασία

     

  • Ελάχιστες καθαρές τακτικές αποδοχές για κάθε μισθωτό γιατρό πλήρους απασχόλησης 350.000 δρχ. Αντίστοιχη κλιμάκωση των αποδοχών στις βαθμίδες. Κατάργηση των επιδομάτων, με ενσωμάτωση των αντίστοιχων αποδοχών στο βασικό μισθό, πλήν του χρονοεπιδόματος και των οικογενειακών επιδομάτων. Απρόσκοπτη μισθολογική εξέλιξη, ανεξάρτητη από την βαθμολογική. Συλλογική επαναδιαπραγμάτευση του συνόλου των όρων εργασίας (μισθοί, εφημερίες, άδειες, ρεπό, εξέλιξη), κάθε δύο χρόνια, στα πλαίσια συλλογικής σύμβασης.

     

  • Μέγιστος αριθμός υποχρεωτικών ενεργών εφημεριών κατά μήνα 6. Οι ετοιμότητας υπολογίζονται σε αναλογία 2 προς 1. Απαγόρευση των διαδοχικών ενεργών εφημεριών.

     

  • Καθιέρωση ρεπό για ενεργό εφημερία Σαββάτων, Κυριακών και αργιών (άλλωστε πρόσφατα, ακόμα κι αυτό το Ευρωπαϊκό δικαστήριο, δικαίωσε σχετική προσφυγή Ισπανών γιατρών, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα του ρεπό).

     

  • για τις εργασιακές σχέσεις

     

  • Μία και μόνη απασχόληση, καλά αμειβόμενη, για κάθε γιατρό, σε εθνικό επίπεδο. Ενιαίος θεσμός για νοσοκομειακούς, ταμειακούς και γιατρούς μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Κατάργηση, συνεπώς, και του δικαιώματος του ιατρείου σε πανεπιστημιακούς και στρατιωτικούς γιατρούς.

     

  • Μονιμότητα των γιατρών στο Ε.Σ.Υ. και όχι στη θέση. Δικαίωμα και υποχρέωση κατά βαθμίδα μετακίνησης σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες μονάδες, προς και από αστικά κέντρα, λαμβανομένων υπ’ όψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε ειδικότητας.

     

  • Οργανική ένταξη, όσων ειδικευόμενων επιθυμούν, στο Ε.Σ.Υ. (όχι κατ΄ ανάγκη στο νοσοκομείο που υπηρετούν) και μονιμοποίησή τους με το τέλος της ειδικότητας.

     

  • Μονιμοποίηση όλων των επί θητεία και επί συμβάσει γιατρών.

     

  • Εξομοίωση των άλλων επιστημόνων της ιατρικής υπηρεσίας με τους γιατρούς.

® για την εκπαίδευση και την έρευνα

     

  • Καθορισμός εκπαιδευτικού προγράμματος για την λήψη ειδικότητας καθώς και προϋποθέσεων για την πραγματική εφαρμογή του. Οι εξετάσεις ειδικότητας δεν μπορεί να αποτελούν μηχανισμό διασφάλισης της επιστημονικής επάρκειας. Η σημασία που τους αποδίδεται στόχο έχει να συγκαλύψει την τραγική ανεπάρκεια του συστήματος ειδίκευσης.

     

  • Ανακοπή του κατακερματισμού των ιατρικών ειδικοτήτων με την ενοποίηση συναφών και την καθιέρωση εξειδικεύσεων. Κατ’ αρχάς ενοποίηση της γενικής, κοινωνικής και ιατρικής της εργασίας με αναβάθμιση του συνόλου των αντικειμένων.

     

  • Δικαίωμα εκπαιδευτικής άδειας για κάθε γιατρό 1 τουλάχιστον έτους ανά 5ετία υπηρεσίας, λαμβανομένου υπ’ όψη και του χρόνου ειδικότητας.

     

  • Πλήρης χρηματοδότηση από το κράτος ουσιαστικών ερευνητικών δραστηριοτήτων με έλεγχο και έγκριση σε τοπικό επίπεδο από το ιατρικό σώμα.

     

  • Περιορισμός του αριθμού ανακοινώσεων και δημοσιεύσεων που κατά βαθμίδα μπορεί να επικαλεστεί ο γιατρός για την εξέλιξή του.

     

  • Αποτροπή της χρηματοδότησης από Φαρμακευτικές Εταιρείες συμμετοχής σε συνέδρια, κ.λ.π. Κατάργηση της απλής παρακολούθησης συνεδρίων, ημερίδων, συμποσίων, κ.λ.π., ως κριτηρίου στα Σ.Κ.Ε.Ι.Ο.Π.Ν.Ι.

     

  • για την ιεραρχία

     

  • Καθιέρωση πολυδιευθυντικού συστήματος με επιστημονικά ισότιμους διευθυντές. Την διοικητική ευθύνη των τμημάτων θα έχει διευθυντής που θα εκλέγεται απ’ όλους τους γιατρούς του τμήματος.

     

  • Καθιέρωση και αυστηρή εφαρμογή ορίων στα μέγιστα επιτρεπόμενα μεγέθη (γιατροί, κρεβάτια, κ.λ.π.) των κλινικών – θεραπευτικών ομάδων.

     

  • Κατάργηση του βαθμού του επιμελητή Γ’ για ειδικευμένους γιατρούς. Ένας ενιαίος βαθμός επιμελητών.

     

  • Εξέλιξη όλων των ιατρών του Ε.Σ.Υ. στο βαθμό του Διευθυντή μετά από ορισμένα (π.χ. 8-10) χρόνια συνεχή υπηρεσία σε θέση επιμελητή με επιστημονικά και εκπαιδευτικά κριτήρια που θα είναι υποχρέωση αλλά και δικαίωμα για κάθε γιατρό.

® για τα επιστημονικά όργανα

     

  • Κατάργησή του θεσμού των αρχιάτρων και ανάθεση των αρμοδιοτήτων τους στις επιστημονικές επιτροπές.

     

  • Αναλογικότερη εκλογή των Ε.Ε. με κατάργηση του προνομίου των πανεπιστημιακών και αναλογική κατανομή των θέσεων μεταξύ των βαθμίδων.

     

  • Καθιέρωση του ελέγχου των ιατρικών πράξεων και των θεραπευτικών και διαγνωστικών επιλογών συλλογικά από τους γιατρούς του τμήματος.

     

  • Καθιέρωση της συνέλευσης όλων των εργαζομένων στο τμήμα ως οργάνου ελέγχου και συντονισμού της λειτουργίας του.

 

γ. άμεσες ανάγκες του συστήματος περίθαλψης

 

Πέραν των μεσοπρόθεσμων στόχων και δεδομένων των εκρηκτικών προβλημάτων των νοσοκομείων που ανέδειξαν οι πρόσφατες κινητοποιήσεις η Α.Ρ.Σ.Ι. εκτιμά ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων, με χαρακτήρα ανάνηψης, το αμέσως επόμενο διάστημα.

     

  1. Με ευθύνη των 3μελών και 5μελών επιτροπών της Ε.Ι.Ν.Α.Π. και των επιστημονικών επιτροπών, να γίνει ανά νοσοκομείο άμεση καταγραφή των αναγκών σε υλικό ιατρικής τεχνολογίας . Το νέο Δ.Σ. της Ε.Ι.Ν.Α.Π. να αναλάβει, πριν το καλοκαίρι, να απαιτήσει από την κυβέρνηση να προβλέψει τις αντίστοιχες δαπάνες στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους και να ξεκινήσει άμεσα τις διαδικασίες κάλυψης των αναγκών αυτών. Επίσης, με τον ίδιο χαραχτήρα “επείγοντος”, να προβλεφθούν πιστώσεις για την βελτίωση της ξενοδοχειακής υποδομής των νοσοκομείων σε βαθμό που να σέβεται την αξιοπρέπεια των ασθενών. Οι γιατροί των νοσοκομείων του λεκανοπεδίου οφείλουν να προβάλουν αυτές τις διεκδικήσεις και να τις στηρίξουν μέσα από κινητοποιήσεις το αμέσως επόμενο διάστημα.

     

  2. ‘Αμεση πλήρωση των κενών θέσεων σε νοσηλευτικό προσωπικό στα νοσοκομεία του λεκανοπεδίου μέσα στον τρέχοντα χρόνο.

     

  3. ‘Αμεση προκήρυξη των κενών θέσεων γιατρών του Ε.Σ.Υ. στο λεκανοπέδιο, αλλά και σε όλη τη χώρα.

     

  4. ‘Αμεση αλλαγή του θεσμικού πλαισίου διοίκησης των νοσηλευτικών ιδρυμάτων σαν ένα πρώτο βήμα ορθολογικής διαχείρισης που δεν βασίζεται σε ρουσφέτια και δεν κατασπαταλά πόρους διοχετεύοντας τους σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κατάργηση της διορισμένης πλειοψηφίας των Δ.Σ. των νοσοκομείων με αύξηση της συμμετοχής των εργαζομένων στα νοσοκομεία και των κατά τόπους συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων.

     

  5. Ανάληψη, από το νέο Δ.Σ. της Ε.Ι.Ν.Α.Π., συγκεκριμένων πρωτοβουλιών για την ανοικτή καταγγελία φαινομένων παραοικονομίας στον κλάδο. Δημιουργία δικτύου προστασίας των ασθενών και συστήματος καταγγελιών και ανάληψης και διαχείρισης των πολιτών που προβαίνουν σε καταγγελίες.

 

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΙΑΤΡΩΝ

(Α.Ρ.Σ.Ι.)

 


 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

ΠΙΑΝΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΑΙΖΕΡ

Για μικρούς, αρχάριους

Για μεγάλους, προχωρημένους

ΕΙΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

ΓΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΚΜΑΘΗΣΗ

Από τον Μουσικοσυνθέτη

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΗΧΟ

τηλ. 0109515573 κινητό 0946205678

 

από Μάιο 2002