Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

85 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

Eισαγωγή

85 χρόνια συμπληρώθηκαν από την ίδρυση της 3ης (Kομμουνιστικής) Διεθνούς (2 – 6  Mαρτίου του 1919).

H Κομμουνιστική Διεθνής ιδρύθηκε ως το κόμμα του παγκόσμιου προλεταριάτου και της παγκόσμιας επανάστασης, για να βάλει τέλος στην ταξική κυριαρχία της  μπουρζουαζίας και του καπιταλισμού, στο σύστημα του κέρδους, της εκμετάλλευσης και των ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Στα τέλη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η παγκόσμια αστική τάξη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πλημμυρίδα του επαναστατικού κινήματος: τη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία, την πτώση του Κάιζερ και την εσπευσμένη υπογραφή εκεχειρίας εν όψει των ανταρσιών, στάσεων και εξεγέρσεων των μαζών στη Γερμανία, την προσωρινή δημιουργία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στην Ουγγαρία και την Βαυαρία, δίπλα στη Ρωσία, τις επαναστάσεις σε Φινλανδία και Αυστρία, την αρχή μαζικών απεργιών μέσα στην εργατική τάξη σε Βρετανία και σε Ιταλία, ανταρσίες και στάσεις στον στρατό και στο στόλο της Γαλλίας καθώς και την άρνηση Βρετανικών στρατιωτικών μονάδων να επέμβουν κατά της Σοβιετικής Ρωσίας, και σε χιλιάδες άλλες μεγαλύτερες ή μικρότερες εξεγέρσεις σε όλα τα μέρη του πλανήτη από την Ασία και τη Λατινική Αμερική, τις ΗΠΑ και τον Καναδά ως την Αφρική.

Tο φάντασμα της επανάστασης 

Η κατάσταση στην οποία βρέθηκαν τότε οι καπιταλιστές, με τη δημιουργία των εργατικών συμβουλίων στη Ρωσία και αλλού, εκφράζεται με τον καλύτερο τρόπο από ένα από τα πιο οξυδερκή μυαλά των αστών της εποχής εκείνης, τον Λόϋντ Τζωρτζ. Tον Ιανουάριο του 1919 ο Λόϋντ Τζωρτζ είχε πει ότι αν προσπαθούσε να στείλει 1000 Βρετανούς στρατιώτες στη Σοβιετική Ρωσία για να την καταλάβουν, οι στρατιώτες αυτοί θα στασίαζαν· αν πραγματοποιούνταν στρατιωτική κατοχή κατά των Μπολσεβίκων, η Αγγλία θα γινόταν μπολσεβίκικη και θα δημιουργούνταν σοβιέτ στο Λονδίνο.

«Όλη η Ευρώπη είναι γεμάτη με το πνεύμα της επανάστασης. Υπάρχει όχι μόνο μια βαθιά αίσθηση δυσφορίας αλλά και οργής και εξέγερσης μεταξύ των εργατών σε σχέση με τις προπολεμικές συνθήκες. Όλη η υπάρχουσα τάξη στις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές απόψεις της αμφισβητείται από τις μάζες από την μια άκρη της Ευρώπης ως την άλλη», είπε ο Λόϋντ Τζωρτζ.

Tο έτος 1919, έτος ιδρύσεως της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αποτέλεσε το απόγειο του επαναστατικού κύματος που γνώρισε ο κόσμος την περίοδο 1917-1923 από την Ευρώπη ως την Ασία (Κίνα) και από τον «νέο κόσμο», ως το Γουίνιπεγκ του Καναδά, το Σηάτλ των ΗΠΑ και τη Λατινική Αμερική. Το επαναστατικό αυτό κίνημα ήταν η απάντηση του διεθνούς προλεταριάτου στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στα τέσσερα χρόνια ιμπεριαλιστικής σφαγής για την αναδιανομή των παγκόσμιων αγορών.

«Πατρίδα» και πόλεμος

Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως φθάσαμε ως την Τρίτη Διεθνή ας πρέπει να δούμε το ζήτημα του πολέμου, του καπιταλισμού και τη στάση που κράτησαν οι επαναστάτες

Το 1848 ο Καρλ Μαρξ έθετε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο μια από τις βασικότερες αρχές της πάλης του προλεταριάτου εναντίον του καπιταλισμού: «Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα».

Αυτό δεν σήμαινε βέβαια ότι πρέπει να αδιαφορούν για το τι συμβαίνει μέσα στη χώρα που ζούνε, στον τόπο τους ή ότι πρέπει να αδιαφορούν για τα εθνικά ζητήματα, περιμένοντας ως από μηχανής θεό την παγκόσμια επανάσταση. Το αντίθετο. Η παραπάνω θέση σημαίνει ότι οι προλετάριοι θα πρέπει κάθε φορά να καθορίζουν τη θέση και τη στάση τους για τα πάντα, ακόμα και για τα ζητήματα εθνικών πολέμων, από την άποψη της δική τους ιστορική πάλης εναντίον του καπιταλισμού και της πάλης τους για τη δημιουργία της πανανθρώπινης αταξικής κοινωνίας.

Το ζήτημα των πολέμων, «εθνικών» και μη, ήταν πάντα στο επίκεντρο όλων των προηγούμενων προσπαθειών για την οργάνωση του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, τόσο στην Πρώτη Διεθνή (1864-73) όσο και στη Δεύτερη (1889 -1914). Μάλιστα, το 19ο αιώνα το προλεταριάτο δεν έμεινε αδιάφορο και πήρε συγκεκριμένη στάση στους πολέμους «εθνικής» απελευθέρωσης εναντίον της μοναρχικής και φεουδαρχικής αντίδρασης τόσο εναντίον του Ρωσικού Τσαρισμού όσο και εναντίον των Κάιζερ στη Γερμανία και γενικότερα εναντίον κάθε καταπιεστή.

Eπαναστατική πτέρυγα

Μέσα στην Δεύτερη διεθνή δυο από τα φωτεινότερα μυαλά, που ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή, ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ, παρατηρώντας τις αλλαγές που συνέβαιναν στον καπιταλισμό στην αυγή του 20ου αιώνα, οδηγήθηκαν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα αναφορικά με τη σχέση καπιταλισμού και πολέμου, συμπεράσματα που αποτέλεσαν την καθοδηγητική γραμμή από αυτή την άποψη και της τρίτης διεθνούς.

Και οι δυο,  από διαφορετικό δρόμο, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είχε φθάσει στο απόγειο του και κυριαρχούσε σε όλη την υφήλιο. Είχε ξεκινήσει η εποχή του ιμπεριαλισμού ως ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, όπως το είχε διατυπώσει ο Λένιν. Σε αυτή την εποχή ο ερχόμενος πόλεμος θα ήταν ιμπεριαλιστικός και παγκόσμιος μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών εθνών για την αναδιανομή των αποικιών και σφαιρών επιρροής και συνεπώς από αυτή την άποψη θα έπρεπε να δουν τα καθήκοντα τους και οι επαναστάτες σοσιαλιστές εκείνης της εποχής. Η αντιπολεμική, επαναστατική πτέρυγα, ουσιαστικά γύρω από αυτούς τους δυο επαναστάτες, προσπάθησε να εξοπλίσει όσο το δυνατό καλύτερα τους αγωνιστές της Δεύτερης Διεθνούς και την εργατική τάξη για τη νέα κατάσταση και τα καθήκοντα καθώς και να καταπολεμήσει την οπορτουνιστική, δεξιά πτέρυγα που εγκατέλειπε τις βασικές αρχές της προλεταριακής πάλης.

Στουτγάρδη, Βασιλεία

Το απόγειο αυτής της πάλης  καθώς και μια νίκη της επαναστατικής πτέρυγας με επικεφαλής την Λούξεμπουργκ και τον Λένιν έλαβε χώρα στο συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στην Στουτγάρδη το 1907.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε κάθε παρέμβασή της προσπάθησε να συνδέσει, αναλογιζόμενη τα μαθήματα της μαζικής απεργίας του 1905 στη Ρωσία, το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου με αυτό της μαζικής απεργίας και φυσικά της προλεταριακής επανάστασης:

«Zήτησα να μιλήσω εν ονόματι της Ρωσικής και της Πολωνικής αντιπροσωπείας για να σας θυμίσω ότι σε αυτό το σημείο, πρέπει να βγάλουμε τα μαθήματα από την μεγάλη Ρωσική επανάσταση... Η Ρωσική επανάσταση δεν εμφανίστηκε απλά ως το αποτέλεσμα του πολέμου. Έβαλε επίσης τέλος στον πόλεμο. Χωρίς αυτή, ο Τσαρισμός σίγουρα θα είχε συνεχίσει τον πόλεμο.»

Τελικά η επαναστατική πτέρυγα κατάφερε να περάσει μια από τις πιο σημαντικές τροποποιήσεις σε μια από τις βασικές αποφάσεις του συνεδρίου, μια τροποποίηση που προτάθηκε από τον Λένιν και την Λούξεμπουργκ και η οποία ήταν η ακόλουθη:

«Σε περίπτωση που ξεσπάσει πόλεμος, είναι καθήκον των σοσιαλιστών να παλέψουν για τον όσο το δυνατό πιο γρήγορο τερματισμό του και να χρησιμοποιήσουν με κάθε μέσο την οικονομική και πολιτική κρίση που προκαλεί ο πόλεμος για την αφύπνιση των λαών και για να επιταχύνουν την πτώση του καπιταλισμού».

Επίσης στο συνέδριο του 1912 στη Βασιλεία, πάλι η Δεύτερη Διεθνή διατηρεί την ίδια θέση σε σχέση με την αναπτυσσόμενη απειλή του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ευρώπη. H απόφαση του συνεδρίου της Bασιλείας έλεγε:

«Μην αφήσετε τις αστικές κυβερνήσεις να ξεχάσουν ότι ο Γαλλο-Πρωσικός πόλεμος γέννησε την επαναστατική εξέγερση της Κομμούνας και ότι ο Ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος έθεσε σε κίνηση τις επαναστατικές δυνάμεις στη Ρωσία. Στα μάτια των προλετάριων, είναι εγκληματικό να αλληλοσφάζονται προς όφελος του καπιταλιστικού κέρδους, των δυναστικών αντιδικιών και της άνθησης των διπλωματικών συνθηκών».

H Δεύτερη Διεθνής προδίδει τις αρχές της 

Η 4η Αυγούστου του 1914 είναι μια πολύ σημαντική ημερομηνία· είναι η ημερομηνία του ξεσπάσματος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Επίσης είναι η ημερομηνία που ο οπορτουνισμός που είχε πια κυριαρχήσει στη Δεύτερη Διεθνή σηματοδοτεί και το θάνατο της, ως ζωντανού τουλάχιστον σώματος. Τα πιο ισχυρά κόμματά της και τα κόμματα στα οποία κοίταζαν εκείνη την εποχή όλοι οι προλετάριοι αλλά και αντίπαλοι των σοσιαλιστών (έκπληκτοι με την στάση τους είχαν μείνει και αναρχικοί όπως ο Μαλατέστα και η Γκόλντμαν καθώς και με τη στάση επιφανών αναρχικών όπως του Κροπότκιν, που υποστήριξε την «πατρίδα» του, την Τσαρική αυτοκρατορία), όπως το Γερμανικό και το Γαλλικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Εργατικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις των ιμπεριαλιστών και συντάχτηκαν με την υποστήριξη των «πατρίδων» τους δημιουργώντας μια «ιερή συμμαχία» με την αστική τάξη «τους» εναντίον των ξένων εισβολέων. Μάλιστα στη Γαλλία τους δόθηκαν και υπουργικές θέσεις επειδή αποποιήθηκαν την «ανίερη» ταξική πάλη. Δυστυχώς, αυτή η οπορτουνιστική δεξιά έλαβε και θεωρητική υποστήριξη γι’ αυτή την προδοσία και από το περιβόητο «κέντρο» και μάλιστα από τον «πάπα» του Μαρξισμού, τον Κάουτσκι, ο οποίος έκανε τη διάκριση μεταξύ πολέμου και ταξικής πάλης με «μαρξιστικούς» όρους βέβαια και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ταξικός πόλεμος είναι δυνατός μόνο σε «ειρηνικούς καιρούς» και επομένως αδύνατος σε καιρό πολέμου.

Η προδοσία αυτή είχε για την εργατική τάξη και ειδικά για το πιο προωθημένο και ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα της μεγάλες επιπτώσεις. Όπως αναφέρει και ο Λένιν στη «Χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς»:

«Οι ταξικά συνειδητοποιημένοι εργάτες... στην κατάρρευση της Διεθνούς έβλεπαν την απίστευτη απιστία της πλειοψηφίας των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις δεσμεύσεις τους στις επίσημες διακηρύξεις που έγιναν με τις ομιλίες στα Διεθνή Συνέδρια της Βασιλείας και της Στουτγάρδης και στις αποφάσεις των συνεδρίων αυτών κ.λ.π.» 

Ήταν πολύ λίγα τα κόμματα που αντιστάθηκαν και δεν πρόδωσαν τις αρχές του σοσιαλισμού με όλα τα προβλήματα και τις αδυναμίες τους. Πέρα από τους Μπολσεβίκους ήταν το Σερβικό, Βουλγαρικό, Ιταλικό, οι Ολλανδοί Τριμπουνιστές καθώς και ανεξάρτητοι αγωνιστές με ένα μικρό σχετικά κύκλο υποστηρικτών εκείνη την εποχή, όπως οι Γερμανοί γύρω από τη Λούξεμπουργκ και τον Λήμπκνεχτ. Μόνο αυτοί παρέμειναν πιστοί στις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, της ταξικής πάλης και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Από αυτόν τον πυρήνα ουσιαστικά ξεκίνησαν και οι προσπάθειες ανασυγκρότησης των επαναστατών μαρξιστών, που τελικά οδήγησαν στη δημιουργία της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς ήταν ίσως μια από τις χειρότερες στιγμές στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Η Λούξεμπουργκ μάλιστα εκείνη την εποχή βλέποντας την όλη κατάσταση και τη «σοσιαλιστική» πολεμική υστερία είχε σκεφτεί να αυτοκτονήσει. Ο Λένιν καθώς και ο Ρακόφσκι δεν πίστευαν ότι αυτοί που τους εισήγαγαν στο σοσιαλισμό και εκτιμούσαν βαθύτατα παρόλες τις διαφωνίες που είχαν μαζί τους, όπως ο Κάουτσκι και άλλοι, πρόδωσαν τις αρχές τους και αρχικά την είδηση αυτή την θεώρησαν πλαστογραφία των αστών. Η κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς ήταν μια βαριά ήττα που οι εργάτες την πλήρωσαν με το αίμα τους στα χαρακώματα και μάλιστα πολλοί επαναστάτες εργάτες πέθαναν μέσα σε αυτά. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί όμως, όσο άσχημη και αν ήταν, επέβαλε στους επαναστάτες σοσιαλιστές όχι να θρηνήσουν για αυτό που είχαν και έχασαν αλλά να προχωρήσουν με αργά, πράγματι, βήματα στην ανασυγκρότηση, ανοικοδόμηση και δημιουργία μιας διεθνούς επαναστατικής οργάνωσης, η οποία θα αποτελούσε πάλι την διεθνή οργάνωση των εργατών και που θα τους οδηγούσε έξω από αυτό τον πόλεμο στην πολυπόθητη κοινωνία που οραματίζονταν.

Η στάση τους φαίνεται στο κείμενο Η κατάσταση και τα καθήκοντα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς του Λένιν όπου αναφέρει:

«Η Δεύτερη Διεθνής πέθανε, νικήθηκε από τον οπορτουνισμό. Κάτω ο οπορτουνισμός και ζήτω η Τρίτη Διεθνής, ας απαλλαχτούμε από τους λιποτάχτες... καθώς και από τον οπορτουνισμό».

Τσίμερβαλντ, Κίενταλ

Τον Σεπτέμβριο του 1915 πραγματοποιείται η «Διεθνή Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ», την οποία ακολούθησε αυτή του Κίενταλ στην Ελβετία. Παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες του πολέμου και της καταστολής από το αστικό κράτος, συμμετείχαν σ’ αυτές τις συνδιασκέψεις εκπρόσωποι από 11 χώρες και μάλιστα από χώρες που συμμετείχαν ενεργά στον πόλεμο, όπως από την Γερμανία, την Ιταλία, την Ρωσία και την Γαλλία. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι τις συνδιασκέψεις αυτές υποστήριζαν και αγωνιστές που δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν όπως δυο από τα φωτεινότερα μυαλά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και εκπρόσωποι δυο καταπιεσμένων εθνών, ο Ιρλανδός Κόνολι και ο Σκωτσέζος Μακλίν.

Ένα από τα θετικότερα στοιχεία του Τσίμερβαλντ ήταν ότι η συνδιάσκεψη αναγνώρισε τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό. Ωστόσο, η πλειοψηφία της συνδιάσκεψης αρνήθηκε να καταγγείλει την οπορτουνιστική δεξιά σοσιαλδημοκρατία, που είχε περάσει με το μέρος της αστικής τάξης ή ακόμα και να διανοηθεί τη ρήξη μαζί της. Η πλειοψηφία ήταν κεντριστική, πασιφιστική και απλά υπεράσπιζε το σύνθημα της «ειρήνης».

Από την άλλη όμως, η αριστερά του Τσίμερβαλντ, με επικεφαλής τους ηγέτες του Μπολσεβίκικου Κόμματος Λένιν και Ζηνόβιεφ, υπερασπίστηκαν την αναγκαιότητα ενός σχίσματος και την οικοδόμηση της Τρίτης Διεθνούς. Ο Λένιν είχε πει τότε πως η πάλη για ειρήνη χωρίς επαναστατική δράση είναι μια απατηλή φράση. Αντιτάχθηκε στον πασιφιστικό κεντρισμό με το σύνθημα της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο, ένα σύνθημα στο οποίο εμπεριέχονταν και οι αποφάσεις των Συνεδρίων της Βασιλείας και της Στουτγάρδης.

Η επαναστατική αριστερά κέρδισε τόσο από την άποψη του κύρους όσο και των δυνάμεων που την ακολουθούσαν από αυτές τις δυο συνδιασκέψεις. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να πείσει τους περισσότερους αντιπροσώπους και έτσι παρέμενε ακόμα ένα μειοψηφικό ρεύμα. Ωστόσο, η εκτίμηση των επαναστατών μαρξιστών από αυτές τις συνδιασκέψεις σε γενικές γραμμές ήταν θετική.

Ο Ζηνόβιεφ σε ένα από τα άρθρα του μετά την συνδιάσκεψη του Κίενταλ αναφέρει:

«Η δεύτερη Συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ (Κίενταλ) είναι αναμφίβολα ένα βήμα μπροστά...Τί θα πρέπει λοιπόν να κάνουμε αύριο; Αύριο θα πρέπει να συνεχίσουμε την πάλη για τη λύση μας, για την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία, για την Τρίτη Διεθνή! Το Τσίμερβαλντ και το Κίενταλ μας έδειξαν ότι ο δρόμος μας είναι ο σωστός».

Το Μάρτιο του 1919, όταν δημιουργήθηκε η Κομμουνιστική Διεθνή ο Ζηνόβιεφ παρατηρεί ότι η κοινή συσπείρωση των επαναστατικών μαρξιστών μέσα από αυτές τις διεθνείς συναντήσεις οδήγησαν ουσιαστικά στον σχηματισμό του πρώτου πυρήνα της Τρίτης Διεθνούς.

Στουτγάρδη και Βασιλεία στην πράξη

Το 1917 όπως είναι γνωστό ξεσπά η προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία, η οποία εγκαινιάζει το επαναστατικό κύμα που ξέσπασε στην Ευρώπη την περίοδο 1917-23. Η αστική τάξη ανά τον κόσμο, βλέποντας την προλεταριακή απειλή να θεριεύει αποφάσισε να σταματήσει τις διαμάχες της, να σταματήσει την ιμπεριαλιστική σφαγή και να στραφεί στον ουσιαστικό εχθρό της, το παγκόσμιο προλεταριάτο.  Το σύνθημα και η πολιτική του Λένιν έγινε λοιπόν πραγματικότητα, πέρασε από την θεωρία στην πράξη. Το Ρωσικό αρχικά, και στη συνέχεια το διεθνές προλεταριάτο μετέτρεψε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο πόλεμο. Έτσι το προλεταριάτο ακολούθησε στην πράξη πια τις αποφάσεις της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας των Συνεδρίων της Βασιλείας και της Στουτγάρδης.

Ο πόλεμος και η επανάσταση συνέτριψε και αποκάλυψε τη φύση και το χαρακτήρα της οπορτουνιστικής δεξιάς και του πασιφιστικού κεντρισμού. Αν ο πόλεμος έριξε την οπορτουνιστική δεξιά στην αγκαλιά της μπουρζουαζίας, τότε το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τον κεντρισμό σε σχέση με την επανάσταση. Η παγκόσμια επανάσταση νίκησε ιδεολογικά τους κεντριστές και έριξε τους περισσότερους δυστυχώς ηγέτες τους, ανθρώπους που συνεισέφεραν παλιότερα τα μέγιστα στην εκπαίδευση επαναστατών μαρξιστών όπως της Λούξεμπουργκ και του Λένιν, στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας, με το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του Κάουτσκι. Η Δεύτερη Διεθνής δεν υπήρχε πια. Τα νέα κόμματα που δημιουργούνταν σπάζοντας από την σοσιαλδημοκρατία, αλλά και από τον συνδικαλισμό (Χέιγουντ, Ίστμαν, Κάνον, Ροσμέρ, Μονάτ, Λουζόν) αλλά και από τον αναρχισμό (Μαουρίν, Νιν, Σατόφ, Σερζ) υιοθετούσαν ως όνομα του κόμματος το «Κομμουνιστικό». Το επαναστατικό κύμα του 1917-23 συνεισέφερε τα μέγιστα από αυτή την άποψη αλλά και ταυτόχρονα απαιτούσε την δημιουργία μιας νέας επαναστατικής διεθνούς, τη δημιουργία του νέου παγκόσμιο κόμματος του προλεταριάτου: την Τρίτη Διεθνή.

 Συνέχεια και ρήξη

Η νέα Διεθνής υιοθέτησε το όνομα Κομμουνιστική Διεθνής και δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 1919 πάνω στη βάση της οργανικής ρήξης της επαναστατικής πτέρυγας με τη δεξιά της διαλυμένης και χρεοκοπημένης «Σοσιαλιστικής» Διεθνούς.

Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ολοκληρωτική απόρριψη αλλά διατήρηση και ανάπτυξη των επαναστατικών αρχών και της συνεισφοράς της Δεύτερης Διεθνούς στην εργατική υπόθεση.

Ο Τρότσκι στο Μανιφέστο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που στην Ευρώπη είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Νέο Κομμουνιστικό Μανιφέστο», υπογραμμίζει τη συνεισφορά των προηγούμενων διεθνών :

«Παραμερίζοντας τη διστακτικότητα, τα ψέματα, τη διαφθορά των ξεπερασμένων επίσημων Σοσιαλιστικών κομμάτων, εμείς οι Κομμουνιστές ενωμένοι στην Τρίτη Διεθνή, θεωρούμε τους εαυτούς μας, τους  άμεσους συνεχιστές των ηρωικών προσπαθειών και μαρτύρων μιας μακράς γραμμής επαναστατικών γενιών από τον Μπαμπέφ, ως τον Καρλ Λήμπκνεχτ και την Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Αν η Πρώτη Διεθνής προμήνυε την μελλοντική πορεία της ανάπτυξης και υπέδειξε το δρόμο της. Αν η Δεύτερη Διεθνή συγκέντρωσε και οργάνωσε εκατομμύρια εργάτες, τότε η Τρίτη Διεθνής είναι η Διεθνής της ανοιχτής μαζικής δράσης, η Διεθνής της επαναστατικής πραγμάτωσης, η Διεθνής της πράξης.»

Πρέπει να έχουμε συνεχώς στο μυαλό μας πως ήταν ακριβώς η επαναστατική πτέρυγα της 2ης Διεθνούς, που διαμόρφωσε και ανέπτυξε τις θέσεις και την ιδεολογική βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε η Κομουνιστική Διεθνή.

Ήταν η επαναστατική πτέρυγα  της 2ης Διεθνούς που εκπαιδεύτηκε και διαμορφώθηκε μέσα στις συνθήκες ανάπτυξης του προπολεμικού προλεταριάτου, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά του που στη συνέχεια μπόρεσε να δώσει  στο προλεταριάτο ένα πρόγραμμα, μια διέξοδο από την κρίση και έτσι να δημιουργήσει τα θεμέλια πάνω στα οποία δημιουργήθηκε η Τρίτη Διεθνής, η διεθνής της παγκόσμιας επανάστασης.

Συνεπώς, υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που συνδέει την μαρξιστική πτέρυγα της Πρώτης Διεθνούς, την επαναστατική πτέρυγα της Δεύτερης Διεθνούς καθώς και την αριστερά του Τσίμερβαλντ και του Κίενταλ με την Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή.

Η Τρίτη Διεθνής δημιουργήθηκε και οργανώθηκε από κοινού από τους Μπολσεβίκους και τους Σπαρτακιστές, τους Γερμανούς Κομμουνιστές. Οι Μπολσεβίκοι επίσης ήταν η ηγετική δύναμη στην αντιπολεμική επαναστατική αριστερά του Τσίμερβαλντ. Από αυτή την άποψη λοιπόν, αποτελούν τον πραγματικό οργανικό και πολιτικό σύνδεσμο μεταξύ της 2ης και 3ης Διεθνούς.

Μάλιστα, στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς υπάρχει μια διακήρυξη των συμμετεχόντων στις συνδιασκέψεις του Τσίμερβαλντ και του Κίενταλ όπου συνοψίζεται και εκτιμάται η σημασία όλων των προηγούμενων αγώνων της αριστεράς της Δεύτερης Διεθνούς καθώς και τα καθήκοντα των επαναστατών εκείνης της εποχής:

«Oι συνδιασκέψεις του Τσίμερβαλντ και του Κίενταλ ήταν σημαντικές σε μια εποχή όπου ήταν αναγκαίο να ενοποιηθούν όλα εκείνα τα προλεταριακά στοιχεία που ήταν αποφασισμένα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να διαμαρτυρηθούν εναντίον της ιμπεριαλιστικής σφαγής. Το Τσίμερβαλντ έχει πια ξεπεραστεί. Ό,τι ήταν αληθινό και επαναστατικό στο Τσίμερβαλντ έχει περάσει στην Κομμουνιστική Διεθνή».

Υπάρχει λόγος σύνδεσης μεταξύ της Δεύτερης και Τρίτης Διεθνούς; Είναι τόσο σημαντικό να δούμε την Τρίτη «επαναστατική» Διεθνή ως συνέχεια της Δεύτερης «ρεφορμιστικής» Διεθνούς; Και βέβαια υπάρχει και επιμένουμε πάνω σε αυτό.

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πως η Κομμουνιστική Διεθνής με το ιδιαίτερα υψηλό οργανωτικό και πολιτικό επίπεδό της δεν εμφανίστηκε ως δια μαγείας, ούτε φυσικά το πρόγραμμα και οι επαναστατικές αρχές της ήταν αποτέλεσμα του αγίου πνεύματος, αλλά μιας μακρόχρονης και επίπονης διαδικασίας.

Η μη αναγνώριση αυτού του ιστορικού δεσμού, της ιστορικής συνέχειας, σημαίνει πως πέφτουμε στην αναρχική ανικανότητα κατανόησης τού πως εξελίσσεται η ιστορία και η ταξική πάλη· έτσι αποδίδουμε τη δημιουργία της Κομμουνιστικής Διεθνούς σ’ ένα μηχανικό αυθορμητισμό της επαναστατικής κίνησης των μαζών και σε τίποτα άλλο όπως έκαναν πολλές σημαντικές μορφές του μαρξιστικού κινήματος, όπως οι Πάνεκουκ, Γκορτέρ, Ρύλε, Κορς και οδηγήθηκαν τελικά στην αγκαλιά του αναρχοσυνδικαλισμού, όταν είχε χάσει κάθε επαναστατική χροιά.

Επιπλέον, αν δεν μπορούμε να καταλάβουμε αυτή τη συνέχεια, τότε δημιουργείται και ένα άλλο πρόβλημα, αφού δεν μπορούμε να δούμε πώς η Κομμουνιστική Διεθνή ήλθε σε ρήξη με την Δεύτερη Διεθνή.

Αναφερθήκαμε στη συνέχεια μεταξύ των διεθνών, η οποία εκφράζεται μεταξύ άλλων και με τις αποφάσεις των συνεδρίων Στουτγάρδης και Βασιλείας.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, υπάρχει και ρήξη.

Ρήξη που εμφανίζεται «θεωρητικά» στο πολιτικό πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους  της, στους πιο στενούς δεσμούς μεταξύ των τμημάτων της, στην οργανωτική πρακτική της ως το παγκόσμιο κομμουνιστικό κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, ως το γενικό επιτελείο της παγκόσμιας επανάστασης, όπου τα «εθνικά» τμήματά της από μια άποψη δεν είναι τίποτα άλλο από πυρήνες του παγκόσμιου κόμματος, εξαφανίζοντας ή τουλάχιστον προσπαθώντας να εξαφανίσει έτσι κάθε είδος εθνικού διαχωρισμού.

Μια ρήξη που εμφανίζεται πρακτικά με τη χρήση της αιματηρής καταστολής και βίας κατά των Μπολσεβίκων από τον Κερένσκι στη Ρωσία, μαζί με τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες, μέλη και οι δυο της «Σοσιαλιστικής» Διεθνούς, με τις δολοφονίες και την καταστολή της επανάστασης και των κομμουνιστών στη Γερμανία από την κυβέρνηση των Νόσκε - Σάϊντεμαν.

Η αναγνώριση της ρήξης μέσα στη συνέχεια είναι πολύ σημαντική. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε το καινούριο που έφερε η Κομμουνιστική Διεθνής και γιατί ήταν αναγκαία η δημιουργία μιας νέας διεθνούς. Χωρίς την αναγνώριση της κληρονομιάς της Δεύτερης Διεθνούς, της πολιτικής κληρονομιάς του προλεταριάτου, είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τα θεμέλια και τις θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς αλλά ούτε και την ισχύ και επικαιρότητα πολλών εξ αυτών. Με λίγα λόγια το σημαντικό για το σήμερα είναι ότι γινόμαστε ανίκανοι να υπερασπίσουμε και να αναπτύξουμε τις επαναστατικές θέσεις μας με συνέπεια και αποφασιστικότητα.

Παραπάνω αναφερθήκαμε αρκετά στη συνέχεια των δυο διεθνών. Εδώ θα αναφερθούμε στα βασικά σημεία ρήξης τους.

Πολιτική πλατφόρμα

Τον Ιανουάριο του 1919, ο Τρότσκι γράφει το «Γράμμα Πρόσκλησης» για το ιδρυτικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το γράμμα αυτό ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη πολιτική πλατφόρμα και επεξεργασία πολιτικών αρχών της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία θα ιδρυθεί λίγους μήνες μετά. Μάλιστα, το γράμμα αυτό αποτελεί μια σύνοψη της πλατφόρμας της Κομουνιστικής Διεθνούς στο ιδρυτικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και την οποία εισηγήθηκαν οι Έμπερλιν και Μπουχάριν. Τόσο το γράμμα αυτό όσο και η Πλατφόρμα διαμορφώθηκαν έχοντας ως βάση τα προγράμματα των Ρώσων και Γερμανών Κομμουνιστών.

Ο Τρότσκι στο «γράμμα πρόσκλησης» αναφέρει:

«Κατά την άποψη μας, η νέα διεθνή θα πρέπει να βασίζεται στην αναγνώριση των ακόλουθων προτάσεων που θέτονται εδώ ως πλατφόρμα και που επεξεργάστηκαν πάνω στη βάση του προγράμματος της Ομάδας Σπάρτακος στη Γερμανία και του Κομουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) στη Ρωσία.

Τον Ιανουάριο όμως ο Λήμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες της δημοκρατικής και «σοσιαλιστικής» αντεπανάστασης και η Γερμανική επανάσταση ηττάται. Η Κομουνιστική Διεθνή έτσι γνωρίζει πριν καν δημιουργηθεί μια από τις μεγαλύτερες ήττες της και χάνει δυο από τα πιο λαμπρά μυαλά της (στη συνέχεια θα ακολουθήσουν και άλλοι με σημαντικότερους τους Λεβινέ και Γιόγκιχες). Ωστόσο, αν και η Λούξεμπουργκ δεν συνεισέφερε, λόγω του πρόωρου θανάτου της, στο συνέδριο της Διεθνούς «τίποτα», σε μεγάλο βαθμό τα θεμέλια της Τρίτης Διεθνούς βασίζονται στο θεωρητικό έργο της, μαζί φυσικά με αυτό του Λένιν.

Kαπιταλισμός και παρακμή

Τόσο για τον Λένιν όσο και για την Ρόζα Λούξεμπουργκ, ήταν αρκετά ξεκάθαρο ότι ο παγκόσμιος πόλεμος του 1914 άνοιξε την περίοδο της παρακμής του καπιταλισμού, κάτι που επέβαλλε στους κομμουνιστές συγκεκριμένα καθήκοντα.

Σύμφωνα με την Λούξεμπουργκ στην ομιλία της στο ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας:

«Τα πράγματα έχουν φθάσει σε τέτοιο βαθμό που σήμερα η ανθρωπότητα έχει δυο εναλλακτικές λύσεις: μπορεί να χαθεί μέσα στο χάος ή να βρει τη  σωτηρία της στο σοσιαλισμό».

Την ίδια θέση της Λούξεμπουργκ εκφράζει και επιβεβαιώνει και ο Τρότσκι στο γράμμα πρόσκλησης όπου αναφέρει:

«Μια νέα εποχή γεννιέται! Η εποχή της διάλυσης του καπιταλισμού, του εσωτερικού του εκφυλισμού. Η εποχή της κομμουνιστικής επανάστασης του προλεταριάτου».

Η έννοια της παρακμής του καπιταλισμού, την οποία επεξεργάστηκαν σε μεγάλο βαθμό ο Λένιν και ο Τρότσκι και γι’ αυτό πολλοί νεόκοποι «αριστεροί» κατηγορούν την Κομμουνιστική Διεθνή για  «καταστροφισμό», είχε και έχει σοβαρές συνέπειες ως προς το βιοτικό επίπεδο αλλά και ως προς τους αγώνες του προλεταριάτου.

Η θέση αυτή έρχεται σε άμεση ρήξη με το πασιφιστικό κέντρο του Κάουτσκι και σια, για το οποίο ο τερματισμός του πολέμου θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην επιστροφή της ζωής και του «σοσιαλιστικού» προγράμματος της προπολεμικής περιόδου. Αυτή η διαφορά είναι ένα από τα σημαντικά στοιχεία ρήξης μεταξύ της 2ης  και 3ης Διεθνούς, κάτι το οποίο είχε ήδη επεξεργαστεί η Λούξεμπουργκ στο βιβλίο της «Η Κρίση της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας», όπου ανέφερε:

«Ένα είναι βέβαιο, ο Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί σημείο καμπής για τον κόσμο. Οι συνθήκες της πάλης μας και εμείς οι ίδιοι έχουμε αλλάξει ριζικά με τον Παγκόσμιο Πόλεμο».

Η απαρχή της περιόδου καπιταλιστικής παρακμής επισημοποιήθηκε με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και όπως φαίνεται από τα παραπάνω, σήμαινε νέες συνθήκες ζωής και πάλης για το παγκόσμιο προλεταριάτο. Αυτό βέβαια είχε αρχίσει να φαίνεται ήδη από το 1905 με τις μαζικές απεργίες στη Ρωσία και την ανάδυση μιας νέας μορφής επαναστατικής οργάνωσης  των μαζών, των σοβιέτ. Ο Τρότσκι με το βιβλίο του 1905 και η Λούξεμπουργκ με το Μαζική Απεργία Κόμμα Συνδικάτα, προσπάθησαν να βγάλουν τα αναγκαία για την εργατική τάξη μαθήματα από αυτά τα γεγονότα που εμφάνισαν τις μάζες στο προσκήνιο.

Μάλιστα, η Λούξεμπουργκ τέθηκε επικεφαλής της αριστεράς μέσα στη Δεύτερη Διεθνή πάνω στο ζήτημα της μαζικής απεργίας, της πολιτικής πάλης κατά του οπορτουνισμού που επικρατούσε στις ηγεσίες των συνδικάτων και του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος καθώς και εναντίον της αντίληψης περί σταδιακής εξέλιξης προς τον σοσιαλισμό.

Σπάζοντας με αυτές τις σοσιαλδημοκρατικές πρακτικές, η Κομμουνιστική Διεθνής με το «Γράμμα Πρόσκλησης» του Τρότσκι αναφέρει πως το προλεταριάτο παλεύει για να φθάσει στη γη της επαγγελίας.

«Οι βασικές μέθοδοι πάλης είναι η μαζική δράση του προλεταριάτου έως την ανοιχτή ένοπλη σύγκρουση με την πολιτική εξουσία του κεφαλαίου».

Δικτατορία του προλεταριάτου

Έχουμε δει πως ακόμα και κάτω από το δημοκρατικότερο αστικό κράτος κάθε ενέργεια της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για βελτίωση των συνθηκών ζωής της, για να μη μιλήσουμε για επανάσταση οδηγεί αναπόφευκτα  το δημοκρατικό κράτος σε άμεση σύγκρουση  μαζί της, αφού εκπροσωπεί τα συμφέροντα άλλης τάξης.

Από αυτή την άποψη η σημαντικότερη συνεισφορά της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι το ξεκαθάρισμα της στάσης του επαναστατικού προλεταριάτου σε σχέση με το κράτος, την οποία σήμερα η Ενιαία Γραμματεία θεωρεί απλώς ξεπερασμένη και μάλλον λαθεμένη.

Η Κομμουνιστική Διεθνής, σπάζοντας από το ρεφορμισμό της Σοσιαλδημοκρατίας, ανανέωσε και έφερε πάλι στην επιφάνεια την πραγματική μαρξιστική μέθοδο και τα μαθήματα των ιστορικών εμπειριών της Παρισινής Κομμούνας, της Ρωσική Επανάστασης του 1905 και πάνω απ’  όλα της εξέγερσης του Οκτώβρη του 1917, με την καταστροφή του καπιταλιστικού κράτους στην Ρωσία και την άσκηση της εξουσίας από τα εργατικά συμβούλια (σοβιέτ). Η Κομμουνιστική Διεθνής υποστήριξε ξεκάθαρα και χωρίς υπεκφυγές την καταστροφή του αστικού κράτους και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, τη δικτατορία τω εργατικών μαζών, οι οποίες οργανώθηκαν σε εργατικά, στρατιωτικά και αγροτικά συμβούλια.

Το ζήτημα της προλεταριακής δικτατορίας τίθεται με τον καλύτερο τρόπο στο «Γράμμα Πρόσκλησης» του Τρότσκι :

«2. Το καθήκον του προλεταριάτου σήμερα είναι να καταλάβει άμεσα την εξουσία. Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας σημαίνει την καταστροφή του κρατικού μηχανισμού της μπουρζουαζίας και την οργάνωση ενός νέου προλεταριακού μηχανισμού εξουσίας.

3. Αυτός ο νέος μηχανισμός εξουσίας θα πρέπει να ενσωματώνει την δικτατορία της εργατικής τάξης και σε κάποια μέρη επίσης και του αγροτικού ημιπρολεταριάτου, τους φτωχούς των χωριών. Η συγκεκριμένη μορφή του δίνεται με το καθεστώς των Σοβιέτ ή παρόμοια όργανα.

4. Η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να είναι ο μοχλός για την άμεση απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και τη μεταμόρφωσή τους σε εθνική ιδιοκτησία».

Το ζήτημα του κράτους και της δικτατορίας ήταν ένα από τα ζητήματα στο οποίο επικεντρώθηκε το ιδρυτικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Μια πιο ολοκληρωμένη και καλύτερα επεξεργασμένη θέση από την παραπάνω παρουσιάστηκε στο συνέδριο από τον Λένιν γύρω από το ζήτημα της δημοκρατίας και της δικτατορίας.

Δημοκρατία και δικτατορία

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία των θέσεων του Λένιν είναι ότι αναλύει το ζήτημα της δημοκρατίας και της δικτατορίας και δείχνει  ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους.

«Άλλωστε, σε καμιά πολιτισμένη καπιταλιστική χώρα δεν υπάρχει αφηρημένη δημοκρατία, υπάρχει μόνο αστική δημοκρατία».

Η Παρισινή Κομμούνα έδειξε τον δικτατορικό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας.  Όταν κάποιος υπερασπίζει στον καπιταλισμό την «καθαρή» δημοκρατία, το μόνο που υπερασπίζει είτε το καταλαβαίνει, είτε όχι, είναι η αστική δημοκρατία, που είναι η μάσκα πίσω από τη δικτατορία του κεφαλαίου, τη δικτατορία της αστικής τάξης.

Αυτό γίνεται εμφανές ακόμα και από άλλες «ελευθερίες» μέσα στη «δημοκρατία», όπως την «ελευθερία» του τύπου, όπου ακόμη και σήμερα βλέπουμε πόση «ελευθερία», υπάρχει για τους εργάτες και τους καταπιεσμένους.

Μιλώντας για την ελευθερία του τύπου ο Λένιν έγραφε:

«’Ελευθερία του τύπου’ είναι ένα άλλο κύριο σύνθημα της ‘καθαρής’ δημοκρατίας. Οι εργάτες όμως ξέρουν ότι αυτή η ελευθερία είναι απατηλή όσο τα καλύτερα τυπογραφεία και τα μεγαλύτερα αποθέματα χαρτιού βρίσκονται στα χέρια των καπιταλιστών και όσο το κεφάλαιο διατηρεί την εξουσία του πάνω στον τύπο, μια εξουσία που σε ολόκληρο τον κόσμο εκφράζεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο,  έντονα και κυνικά εκεί όπου η δημοκρατία και το δημοκρατικό καθεστώς είναι πιο αναπτυγμένο, όπως στην Αμερική. Για να κερδίσουν την πραγματική ισότητα και πραγματική δημοκρατία οι εργατικές μάζες, οι εργάτες και οι αγρότες, πρέπει να στερήσουν από τους καπιταλιστές τη δυνατότητα να έχουν στην υπηρεσία τους συγγραφείς, να εξαγοράζουν εκδοτικούς οίκους, να δωροδοκούν τις εφημερίδες. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να ανατρέψουμε το ζυγό του κεφαλαίου, να ανατρέψουμε τους εκμεταλλευτές και να συντρίψουμε την αντίσταση τους».

Μετά την εμπειρία του πολέμου και της επανάστασης, η απαίτηση των κεντριστών περί «καθαρής» δημοκρατίας ήταν έγκλημα κατά του σοσιαλισμού και της εργατικής τάξης. Μια μειοψηφία ιμπεριαλιστών κατέσφαξαν εκατομμύρια για τα συμφέροντά τους στα χαρακώματα του πολέμου και εγκαθίδρυσαν τη στρατιωτική δικτατορία τους, σε όλα τα κράτη δημοκρατικά και μη. Η αστική ή «καθαρή» δημοκρατία δολοφόνησε τον Λήμπκνεχτ και την Λούξεμπουργκ καθώς και χιλιάδες άλλους κομμουνιστές.

Γι’  αυτό ακριβώς το λόγο:

«Σε μια τέτοια κατάσταση, η δικτατορία του προλεταριάτου δεν δικαιολογείται απλά ως μέσο ανατροπής των εκμεταλλευτών και υπερνίκησης της αντίστασής τους, αλλά για τη μάζα των εργατών ως η μόνη προστασία τους εναντίον της αστικής δικτατορίας που οδήγησε στον πόλεμο και ετοιμάζεται και για νέους πολέμους. Η βασική διαφορά μεταξύ της προλεταριακής δικτατορίας και της δικτατορίας τω άλλων τάξεων συνίσταται σε αυτό, ότι  η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η βίαιη καταστολή της αντίστασης των εκμεταλλευτών, που αποτελούν τη μειοψηφία του πληθυσμού.

Öι μορφές που λαμβάνει η δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή η Σοβιετική εξουσία στη Ρωσία, τα εργατικά συμβούλια στη Γερμανία, οι συνδικαλιστικές επιτροπές και άλλοι παρόμοιοι σοβιετικού τύπου  θεσμοί σε άλλες χώρες, όλα αυτά δημιουργούν την πραγματικότητα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και προνομίων της εργατικής τάξης, δηλαδή για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Σημαίνουν ότι γίνεται πραγματικά δυνατή η χρήση δικαιωμάτων και προνομίων με έναν τρόπο που δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση δυνατός στην καλύτερη αστική δημοκρατία».

Για τον Λένιν και την Κομμουνιστική Διεθνή μόνο η δικτατορία του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα μπορεί να καταστρέψει τον καπιταλισμό, να καταργήσει τις τάξεις και να διασφαλίσει το πέρασμα στην αταξική κοινωνία.

«Η κατάργηση της κρατικής εξουσίας είναι ο στόχος όλων των σοσιαλιστών, συμπεριλαμβανομένου και πάνω απ’ όλα του Μαρξ. Αν δεν πραγματοποιηθεί ο στόχος αυτός, η πραγματική δημοκρατία, δηλαδή η ισότητα, η ελευθερία δεν είναι εφικτή. Όμως μόνο η Σοβιετική προλεταριακή δημοκρατία οδηγεί σε αυτό το στόχο, καθώς ξεκινά αμέσως να προετοιμάζεται για την απονέκρωση κάθε κράτους προσελκύοντας τις μαζικές οργανώσεις των εργατών σε μόνιμη και απεριόριστη συμμετοχή στην κρατική διαχείριση»

Το ζήτημα του κράτους ήταν και είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησε το επαναστατικό κίνημα και είναι λογικό που η Κομμουνιστική Διεθνής έδωσε τόση σημασία σε αυτό το ζήτημα. Εκείνη την εποχή ξεδιπλώνονταν το επαναστατικό κίνημα σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο. Η αστική τάξη διεξήγαγε έναν αμείλικτο πόλεμο εναντίον της εργατικής τάξης πρώτα απ’ όλα στη Ρωσία, όπου η σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, η σύγκρουση μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου βρισκόταν στο πιο δραματικό σημείο της.

Έτσι, η ανάγκη υπεράσπισης σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο της δικτατορίας του προλεταριάτου στην Ρωσία και επέκτασης της επανάστασης και των σοβιέτ σε όλο τον κόσμο τέθηκε με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο εκείνη την εποχή. Μπήκε ξεκάθαρα το ζήτημα του αν είσαι υπέρ ή κατά της δικτατορίας του προλεταριάτου στη Ρωσία και της επέκτασης του επαναστατικού κύματος στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτοί που απαντούσαν θετικά σε αυτό το πρόβλημα ενώθηκαν με τις δυνάμεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και έσπασαν οργανωτικά και πολιτικά από την σοσιαλδημοκρατία και όλα τα ρεύματα που έδιναν αρνητική απάντηση στο ζήτημα αυτό.

Όσοι απαντούσαν αρνητικά στο ζήτημα, συνειδητά ή ασυνείδητα, τάσσονταν υπέρ  της διατήρησης της αστικής τάξης και του στρατόπεδου του πολέμου και της  αντεπανάστασης. Τα κεντριστικά ρεύματα που αμφιταλαντεύονταν μεταξύ των δυο αυτών επιλογών στο τέλος σαρώθηκαν από τα γεγονότα και εξαφανίστηκαν. Άλλωστε, η επανάσταση δεν αφήνει χώρο για το κέντρο και τις «μετριοπαθείς» λύσεις.

Επίλογος

Αυτές είναι, εν συνόψει οι αρχές πάνω στις οποίες δημιουργήθηκε η Κομμουνιστική Διεθνής. Επιμείναμε σε αυτές τις αρχές γιατί θεωρούμε ότι είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Iδιαίτερα καθώς μια σειρά επαναστατικές οργανώσεις, ανάμεσα στις οποίες το EEK στην Eλλάδα και το Παρτίτο Oμπρέρο στην Aργεντινή παλεύουν και ετοιμάζονται για ένα συνέδριο με κύριο αίτημα την επανίδρυση της Tέταρτης Διεθνούς. Tην ίδια στιγμή, η λεγόμενη Eνιαία Γραμματεία της Tέταρτης Διεθνούς αυτοδιαλύεται μέσα στο ρεφορμισμό, ενώ τμήματά της όπως το βραζιλιάνικο συμμετέχουν σε αστικές ρεφορμιστικές κυβερνήσεις, επιχειρώντας τη μεταρρύθμιση του αστικού κράτους. H πάλη για την επανίδρυση της Tέταρτης Διεθνούς εμπεριέχει όλα τα πολιτικά και θεωρητικά μαθήματα και παραδόσεις της Tρίτης Διεθνούς, ειδικά των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων της, αλλά και την θεωρητική εμπειρία από την πάλη κατά της γραφειοκρατικοποίησης της EΣΣΔ και της Kομιντέρν.

Aκόμα εμπεριέχει τα θεωρητικά μαθήματα που προκύπτουν από την εμπειρία της Tετάρτης Διεθνούς καθώς και από τη συνεισφορά όλων των τάσεων που εμφανίστηκαν μετά το 1953 με όλα τα θετικά και αρνητικά τους. Το κείμενο αυτό φυσικά δεν ασχολήθηκε με όλα τα ζητήματα της πολιτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ούτε τον εκφυλισμό της και τους λόγους αυτού του εκφυλισμού. Αυτό θα πρέπει να γίνει σε επόμενα άρθρα.

Aρ. Mα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

01/04/2004