Ο επί χρόνια πρόεδρος της ΕΔΑ (και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπός της) πριν από τη δικτατορία ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΟΥ. Ο πίνακας είναι του Π. Ζουμπουλάκη. Ο Ηλίας Ηλιού ήταν πριν απο τη δικτατορία βουλευτής Λέσβου.
Η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) ιδρύεται πριν 51 χρόνια, δύο χρόνια μετά την ήττα του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα, μέσα σε συνθήκες άγριας αντεπαναστατικής τρομοκρατίας και ληστρικής εκμετάλλευσης της εργατικής
τάξης και των καταπιεζόμενων στρωμάτων. Το ΚΚΕ αποδεκατισμένο και σχεδόν διαλυμένο βρίσκεται στην παρανομία, 30.000 στοιβάζονται στις φυλακές και τους τόπους εξορίας, 100.000 παίρνουν το δρόμο της εξωτερικής εξορίας. Εξοντώνεται στην κυριολεξία ο ανθός της επαναστατικής πρωτοπορίας και
της εργατικής τάξης της προηγούμενης περιόδου. Στην πέτρινη δεκαετία του ΄50, η ΕΔΑ αναπτύσσει μια ηρωική δράση, αποτελεί το πολιτικό και ηθικό στήριγμα των αγωνιστών, είναι «ένα αναμμένο κερί μέσα στα πιο μαύρα σκοτάδια».
Το επείγον ζήτημα της στιγμής είναι ο συνδυασμός νόμιμων και παράνομων μορφών πολιτικής δράσης, που λύνεται αρχικά με την ίδρυση της ΕΔΑ και την παράλληλη ύπαρξη του μηχανισμού του ΚΚΕ, με επικεφαλής τον Ν. Πλουμπίδη. Οι πιο
δεξιόστροφες τάσεις, που εκφράζονται επίσημα από τα σοσιαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης, συνεργαζόμενα με το ΚΚΕ, κόμματα (ΣΚΕ - Γ. Πασαλίδης, ΔΡΚ - Μ. Κύρκος, ΣΚΕΛΔ - Τσιριμώκος κ.ά.), αλλά και μέσα στο ΚΚΕ, πιέζουν για τη διάλυση του ΚΚΕ. Το ζήτημα αποτελεί διαρκώς πηγή
εντάσεων μέσα στα συνεργαζόμενα κόμματα. Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ, μετά την αποπομπή του Ζαχαριάδη και με επικεφαλής τον Δ. Παρτσαλίδη, αποφασίζει τη διάλυση των κομματικών οργανώσεων το Γενάρη 1958, η ΕΔΑ μετατρέπεται από συνασπισμό κομμάτων σε ενιαίο κόμμα, το μοναδικό νόμιμο κόμμα της
Αριστεράς.
Μπροστά στην Αριστερά της περιόδου, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, μπαίνουν νέα προβλήματα για λύση, μαζί με τα παλιά άλυτα προβλήματα. Από τις απαντήσεις που δίνονται στη δεκαετία του ΄50 εξαρτάται άμεσα η έκβαση των οξύτατων
πολιτικών και κοινωνικών αναμετρήσεων της δεκαετίας του ΄60. Στη Δύση ο καπιταλισμός γνωρίζει μια έκρηξη ανάπτυξης, εφαρμόζονται νέα συστήματα απόσπασης υπεραξίας, οικοδομείται το κράτος πρόνοιας, δρομολογούνται τα κοινωνικά συμβόλαια, μπαίνουν οι βάσεις των ολοκληρώσεων,
καταρρέει το αποικιοκρατικό σύστημα, εγκαθιδρύεται ο «ψυχρός πόλεμος», ξεσπούν πόλεμοι νέας μορφής. Στην Ανατολή τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μπαίνουν σε κρίση, τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διεθνείς σχέσεις τους: εργατική και λαϊκή εξέγερση στην Ουγγαρία και ΛΔ
Γερμανίας, σύγκρουση της ΕΣΣΔ με τη ΛΔ Κίνας μετά τη σύγκρουση με την ΣΔ Γιουγκοσλαβίας. Η κρίση οδηγεί στην αλλαγή φρουράς της άρχουσας τάξης στην ΕΣΣΔ, η χρουτσοφική «αποσταλινοποίηση» αποτελεί τομή και επιφέρει στην κυριολεξία ένα σοκ στο διεθνές κομμουνιστικό ρεύμα και ευρύτερα
στην Αριστερά.
Ιδιαίτερα το τελευταίο γεγονός επηρεάζει άμεσα το ΚΚΕ και την ελληνική Αριστερά, με την πραξικοπηματική αποκαθήλωση του Ζαχαριάδη στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ, το Μάρτη του ΄56. Η ΕΔΑ, ως μορφή ενωτικής και μετωπικής πολιτικής δράσης
του ΚΚΕ, που συσπειρώνει ευρύτερες δυνάμεις, ολοκληρώνει τη φυσιογνωμία της και το πρόγραμμά της την ίδια χρονιά, με το σώμα της Α΄ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης. Υιοθετεί το πρόγραμμα της «Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής», που δεν είναι άλλο από το νέο πρόγραμμα του ΚΚΕ, που ψήφισε η 5η
Ολομέλεια της ΚΕ το Δεκέμβρη 1955.
Παρά το γεγονός ότι το Σχέδιο Προγράμματος του 1954 υποστήριζε ότι «κάτω από ορισμένες συνθήκες (σ.σ., δεν καθορίζονται ποιες) μπορούμε να αποφύγουμε (;) και το ξεχωριστό στάδιο [...] του αστικοδημοκρατικού σχηματισμού» και ότι ο
χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστικός, για πρώτη φορά το 1955 υιοθετείται το «μίνιμουμ πρόγραμμα» της «Αλλαγής», που θα καθορίσει τη δράση της ελληνικής Αριστεράς, όχι μόνο προδικτατορικά, αλλά και μετά τη μεταπολίτευση. Η «Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή» είναι η
εδαϊτικη παραλλαγή του πρώτου σταδίου, που ονομάζεται «εθνικό, αντιιμπεριαλιστικό, δημοκρατικό», και η συνέχεια, μέσα σε νέες συνθήκες, της προκατοχικής στρατηγικής του ΚΚΕ. Ακρως χαρακτηριστική είναι η κριτική στο Σχέδιο Προγράμματος από την Ολομέλεια του ΄56: «...το Σχέδιο
Προγράμματος πηδούσε ολόκληρο στάδιο της επανάστασης και αντί να συνενώνει τους εργάτες, τους αγρότες με τα μεσαία στρώματα ακόμα και με τη μερίδα της άρχουσας τάξης που θίγεται από το ξένο κεφάλαιο, διασπούσε την εργατοαγροτική συμμαχία και εμπόδιζε τη συνένωση των πατριωτικών
δυνάμεων.
Διακήρυττε ουσιαστικά πως δεν υπάρχει θέση κάτω από τον ήλιο στη Λαϊκή Δημοκρατία όχι μόνο για την πατριωτική μερίδα των βιομηχάνων, αλλά ούτε και για τους μικροεπιχειρηματίες και τους βιοτέχνες...». Η στρατηγική αυτή, μαζί με ό,τι
σημαίνει για τη φυσιογνωμία, την πολιτική τακτική και την οργανωτική δομή της ΕΔΑ, τη μετατρέπει σταδιακά σε «πολιτική ουρά» της Ένωσης Κέντρου, εμποδίζει την αυτοτελή πολιτική δράση της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων στρωμάτων και οδηγεί στην πλήρη αποτυχία της να
εκμεταλλευτεί τα επαναστατικού χαρακτήρα γεγονότα του Ιούλη 1965.
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 ο ελληνικός καπιταλισμός γνωρίζει πρωτοφανή ανάπτυξη σε όλα τα επίπεδα, με ρυθμούς της τάξης του 8%, υπερδιπλάσιους από το μέσο όρο της τότε ΕΟΚ. Την ίδια στιγμή η εργατική τάξη και τα καταπιεζόμενα
στρώματα βρίσκονται υπό σκληρή εκμετάλλευση και πολιτική καταπίεση με τη μορφή της ημι-κοινοβουλευτικής και συνταγματικής μοναρχίας.
Το χάσμα νέων αναγκών και της εκπλήρωσής τους οδηγεί σε μια έκρηξη αγώνων. Ορόσημο αποτελεί η απεργία των οικοδόμων της 1 Δεκέμβρη 1960. Το 1961 παρατηρείται διπλασιασμός των απεργιών και των απεργών, το 1964 ξεσπούν πάνω από 300 απεργίες
με σχεδόν ένα εκατομμύριο απεργούς.
Το 1962 ιδρύονται οι ΣΕΟ των 115 σωματείων, που ανεξαρτητοποιούν την εργατική δράση από την τότε ΓΣΕΕ. Μπαίνει σε κίνηση το νέο εργοστασιακό προλεταριάτο (εμφανίζεται για πρώτη φορά η μορφή της κατάληψης, στην κλωστοϋφαντουργία του
Καρέλα), όπως και κομμάτια της κοινής ωφέλειας και της δημοσιοϋπαλληλίας, μαζί με το κίνημα παιδείας. Λόγω της πολιτικής καταπίεσης όλοι οι αγώνες πολιτικοποιούνται γρήγορα. Συνδέονται με τη δολοφονία Λαμπράκη και τους αγώνες για πολιτικές ελευθερίες. Είναι φανερό ότι «οι από κάτω»
δεν μπορούν να ζήσουν όπως παλιά. Από το 1963 εκδηλώνεται και «στους επάνω» μια ανοιχτή και διαρκής κρίση της παλιάς μορφής διακυβέρνησης, ταυτόχρονα με την εμφάνιση της τάσης ενός νέου αστικού εκσυγχρονισμού. Η Ένωση κέντρου εκφράζει πολιτικά αυτή την τάση. Η κρίση εκδηλώνεται με τη
μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στην κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και το Παλάτι, στις 15 Ιούλη 1965. Υστερική η ελληνική αστική τάξη λόγω της πρόσφατης εμπειρίας του εμφυλίου και τρομαγμένη από το ριζοσπαστισμό του κινήματος, αποσύρει την υποστήριξή της από την ΕΚ, οργανώνοντας την «αποστασία».
Η ΕΔΑ παρακολουθεί αμήχανη το κίνημα που εκδηλώνεται, περιορίζεται σε προτάσεις κοινοβουλευτικής διευθέτησης, αρνείται το αυθόρμητο σύνθημα των μαζών για δημοψήφισμα, η «Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή» κατρακυλάει σε προτάσεις
ενότητας προς την ΕΚ για να καταλήξει σε προτάσεις αντιδικτατορικής συμμαχίας ακόμα και με δυνάμεις της μοναρχίας.
Ύστερα από ένα μήνα αιματηρών ταραχών, όπου πραγματοποιούνται ακόμα και δέκα διαδηλώσεις την ημέρα, το κίνημα αποσύρεται για να δώσει τη θέση του στις παλατιανές μηχανορραφίες και να αφήσει ανοιχτό το
δρόμο της αντεπανάστασης.
Η δικτατορία του ΄67 είναι η επισφράγιση της ήττας της στρατηγικής της «Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής». Η ΕΔΑ, παρά τους πρωτοπόρους αγώνες της, τις θεωρητικές αναζητήσεις και το υλικό της δράσης των μαζών, δεν μπόρεσε να ξεφύγει
από τις άγονες αντιπαραθέσεις πάνω σε δευτερεύοντα ζητήματα, που κατέληξαν σε εκφυλισμένες αντιθέσεις «εξωτερικού - εσωτερικού», «δογματικών - ανανεωτών», «σεχταριστών - ενωτικών», «δημοκρατισμού - συγκεντρωτισμού».
Στάθηκε ερμητικά κλειστή και εχθρική στα αριστερά ρεύματα αμφισβήτησης που εκδηλώθηκαν με το μαοϊκό ρεύμα, τους «κουβανούς», την αναδιοργάνωση του τροτσκιστικού ρεύματος, αλλά και πρωτοπόρων εγχώριων αναζητήσεων, όπως αυτών
της ομάδας του Σ. Πέτρουλα. Έμεινε στο «μέρος» και έχασε το «όλον».
Ωστόσο, τίποτα δεν μπορεί να σβήσει την αγωνιστική, θεωρητική, πολιτική και πρακτική κληρονομιά της, που αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για το σήμερα και το αύριο του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα.
Οι αγωνίες μιας πολιτιστικής άνοιξης...
Έχει γραφτεί πως το κρυφό διακριτικό γνώρισμα του δυτικού μαρξισμού είναι ότι αποτελεί το προϊόν μιας ήττας. Η αποτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης να απλωθεί έξω από τη Σοβιετική Ένωση, αιτία και συνέπεια της φθοράς της μέσα
σε αυτήν αποτελεί το κοινό υπόβαθρο ολόκληρης της θεωρητικής παράδοσης αυτής της περιόδου. Και ένα από τα αποτελέσματα αυτού του γεγονότος είναι ότι σε κανένα από τα έργα των μαρξιστών εκείνης της περιόδου δεν προτάθηκε ουσιαστικά η ένωση της μαρξιστικής θεωρίας με το μαζικό αγώνα.
Στην Ελλάδα όμως η ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο γέννησε άλλου είδους διεργασίες. Μπορεί να μη σημειώθηκαν μεγάλες τομές στη θεωρητική μαρξιστική σκέψη, όμως εκπρόσωποι της τελευταίας σφράγισαν με το έργο τους ένα μεγάλο
πολιτικό πολιτιστικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία. Κοινό ενοποιητικό χαρακτηριστικό αυτών των εκπροσώπων είναι η καταγωγή τους από το μεγάλο κοινωνικό κίνημα της Εθνικής Αντίστασης, η ενεργητική καθημερινή συμβολή τους στο πολιτικό κίνημα της Αριστεράς μετά τον Εμφύλιο.
Αν προχωρήσει κάποιος στην καταγραφή των ανθρώπων και των κινήσεων που σημάδεψαν την πολιτιστική παρέμβαση της προδικτατορικής ΕΔΑ θα εντυπωσιαστεί: πλήθος από σημαντικούς δημιουργούς και κριτικούς της μουσικής, της
λογοτεχνίας, των εικαστικών, του θεάτρου, του κινηματογράφου βρίσκονται σε πλήρη δημιουργική δραστηριότητα. Και το σημαντικότερο: το έργο τους έχει μεγάλη λαϊκή εμβέλεια.
Οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου είχαν να αντιπαλέψουν από τη μια ένα εξαιρετικής βιαιότητας αυταρχικό κράτος διώξεων, εκτοπίσεων και λογοκρισίας. Από την άλλη είχαν να ελπίσουν πολλά από τη λεγόμενη
αποσταλινοποίηση που κήρυξε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.
Το πρώτο τούς οδήγησε στο να επιδιώξουν τη δημιουργία ενός διευρυμένου δημοκρατικού μετώπου των πνευματικών ανθρώπων, για να σπάσουν την πολιτική απομόνωση της Αριστεράς. Ήταν η αφορμή να εγκύψουν μέσα από τις μελέτες και το
έργο τους στη νεοελληνική παράδοση και να αποσπάσουν από τον εναγκαλισμό της εθνικοφροσύνης σημαντικούς νεοέλληνες καλλιτέχνες. Στην προσπάθειά τους να δώσουν εθνικό πρόσημο στη δημιουργία τους έδωσαν μεγάλα έργα και μελέτες. Ταυτοχρόνως όμως χάραξαν και τα όριά τους.
Διεκδικώντας την ένταξή τους στον εθνικό καλλιτεχνικό «κανόνα» αποδέχτηκαν τελικά και τους όρους με τους οποίους αυτός δημιουργήθηκε.
Από την άλλη η «αποσταλινοποίηση» του ΄56 τροφοδότησε θεωρητικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις σημαντικής εμβέλειας. Οι διανοούμενοι της ΕΔΑ και του παράνομου ΚΚΕ, που δρούσε μέσα σε αυτή, φιλόπονοι και πολυμαθείς, με δική τους
προσωπική δουλειά, ήταν εκείνοι που έκαναν γνωστούς στο ελληνικό κοινό μεγάλους πρωτοποριακούς καλλιτέχνες, μετέφρασαν και δημοσίευσαν έργα μεγάλων επαναστατών διανοητών. Ταυτοχρόνως μια σειρά από λογοτεχνικά, κυρίως, και μουσικά έργα καταθέτουν σημαντικούς προβληματισμούς για
την πορεία και το μέλλον της Αριστεράς.
Συχνά όμως αυτές οι προσπάθειες και οι ελπίδες ματαιώθηκαν ή ανακόπηκαν από την εγκαθίδρυση του νεοσταλινισμού τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στο εσωτερικό της Αριστεράς. Η δεκαετία του ΄60 σήμανε νέες ήττες των επαναστατικών
οραμάτων ενώ η αριστερή κριτική αυτών των ηττών δεν γονιμοποίησε το έργο της πλειοψηφίας των δημιουργών. Έτσι πολλές φορές το έργο τους κατέληξε να μονιμοποιεί την ήττα και να μετατρέπεται σε έναν ενδοσκοπικό λόγο που απλώς καταμετρούσε τις, υπαρκτές, πληγές.
Τα προηγούμενα δεν αναιρούν ούτε μειώνουν στο ελάχιστο τη μεγάλη πολιτιστική παρέμβαση της προδικτατορικής ΕΔΑ. Τα ζητήματα που τέθηκαν για τις μορφές της λαϊκής παρέμβασης στον πολιτισμό, για τη σχέση διανοουμένων και
εργατικής τάξης, για τους τρόπους αξιοποίησης του πολιτιστικού παρελθόντος ήσαν σημαντικά. Δεν προσεγγίστηκαν απλώς θεωρητικά αλλά κυρίως πρακτικά. Το έργο του Θεοδωράκη, του Τσίρκα, του Χάκκα, του Λειβαδίτη, του Ρίτσου, του Αυγέρη, του Βάρναλη, του Πορφύρη, του Κουλουφάκου, του
Ραφτόπουλου, της Αξιώτη, του Βαλαβανίδη, του Φραγκιά, του Αλεξανδράκη, του Θέου και τόσων άλλων δεν έμεινε απλώς στην ιστορία. Έγινε ιστορία, γονιμοποίησε το έργο νεότερων καλλιτεχνών και κυρίως εκπορεύτηκε από ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα και πορεύτηκε μαζί του. Εγγράφεται συνολικά και
συλλογικά, όπως είχε γράψει ένας ιστορικός, στη γενεαλογία της απελευθέρωσής μας. Πολλές από τις πλευρές αυτής της παράδοσης μένουν ακόμη ανοιχτές.