|
ΕΞΗΝΤΑ
ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ
ΝΙΚΗ
Αναμνήσεις του μέλλοντος
Το αίμα του παρελθόντος συνεχίζει να
κυλά στις φλέβες του παρόντος και
να προκαλεί μεταλλάξεις στα
γονίδια του μέλλοντος – για το
καλύτερο ή για το χειρότερο. Η
αναθεώρηση της ιστορίας του Β’
Παγκοσμίου Πολέμου στα
γιαπωνέζικα σχολικά βιβλία
στάθηκε αφορμή για τις πρόσφατες,
μαζικές αντιιαπωνικές
διαδηλώσεις των Κινέζων. Ο
ιστορικός ρεβιζιονισμός της
ενοποιημένης φοβίες της Πολωνίας.
Στη Ρωσία, η αίσθηση μιας νέας
ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης
πυροδοτεί αναζωπύρωση του
πληγωμένου πατριωτισμού και
επιτρέπει στον Πούτιν να
εμφανίζεται ως το «σιδερένιο χέρι»,
με δάνεια, σε επίπεδο πολιτικών
συμβολισμών, από τον Ιβάν τον
Τρομερό και τον Στάλιν. Στην
Ισπανία του Θαπατέρο, το αίτημα
της «αποφρανκοποίησης-αποφασιστικοποίησης»
αναδεικνύεται σε βασικό μέτωπο
της πολιτικής διαμάχης.
Ένα άρθρο του συνεργάτη μας ΠΕΤΡΟΥ
ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ με τίτλο: «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ
ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ». Τις επόμενες μέρες
θα δημοσιεύσουμε κι άλλο άρθρο
για τα 60 χρόνια από την
αντιφασιστική νίκη.
Ο εορτασμός των 60 χρόνων
από τη μεγάλη, αντιφασιστική νίκη
των λαών βρίσκει την ανθρωπότητα
σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό
από εκείνον που δημιούργησε ο Β΄
Παγκόσμιος Πόλεμος – ο πρώτος «ολοκληρωτικός»
πόλεμος στην ιστορία του
πολιτισμού. Ο διπολικός
χαρακτήρας του παγκόσμιου
συστήματος αποτελεί παρελθόν από
το 1989 – ’90, με την κατάρρευση του
σοβιετικού μπλοκ και την ανάδειξη
των ΗΠΑ στη μόνη παγκόσμια
υπερδύναμη. Η εκσυγχρονιστική –
αντιιμπεριαλιστική απόπειρα του
Τρίτου Κόσμου, που θεμελιώθηκε με
τη διακήρυξη του Μπαντούνγκ (1955)
στο έδαφος της κατάρρευσης της
αποικιοκρατίας – ενός μείζονος
υποπροϊόντος του Β’ Παγκοσμίου
Πολέμου – ενταφιάστηκε κάτω από
τα ερείπια του Βελιγραδίου και
της Βαγδάτης. Ελλείψει αντίπαλου
δέους, η ενότητα της υπό
αμερικανική ηγεμονία «Δύσης»
τείνει να διαρρηχθεί από την
αναζωπύρωση των φυγόκεντρων
δυνάμεων στο εσωτερικό της,
κυρίως ανάμεσα στις δύο πλευρές
του Ατλαντικού.
Οι μεγάλοι ηττημένοι του
Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Γερμανία
και Ιαπωνία, καταδικασμένοι σε
ρόλο πολιτικών και στρατιωτικών
ευνούχων στη διάρκεια του Ψυχρού
Πολέμου, αποενοχοποιούν το
ναζιστικό και αυτοκρατορικό
παρελθόν τους και επιστρέφουν στο
ρόλο της «κανονικής, μεγάλης
δύναμης», διεκδικώντας θέση
μόνιμου μέλους στο Συμβούλιο
Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ακόμη και ο
νέος, γερμανός Πάπας δεν
αισθάνεται κανένα πρόβλημα να
δηλώσει ότι η συμμετοχή του στη
ναζιστική νεολαία ήταν κάτι
εντελώς φυσιολογικό γιατί «όλος
ο κόσμος ήταν τότε μέλος αυτής της
οργάνωσης». Η Ιστορία
ξαναγράφεται από τους νικητές.
Στο ιστορικό μελό Η ζωή Είναι
Ωραία (που, παραδόξως, άρεσε πολύ
στην Αριστερά της λάιτ
ευαισθησίας), το Άουσβιτς
απελευθερώνεται όχι από τον
Κόκκινο Στρατό, αλλά από
αμερικανικά τανκς!
Ωστόσο, το αίμα του
παρελθόντος συνεχίζει να κυλά
στις φλέβες του παρόντος και να
προκαλεί μεταλλάξεις στα γονίδια
του μέλλοντος – για το καλύτερο ή
για το χειρότερο. Η αναθεώρηση της
ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου
Πολέμου στα γιαπωνέζικα σχολικά
βιβλία στάθηκε αφορμή για τις
πρόσφατες, μαζικές αντιιαπωνικές
διαδηλώσεις των Κινέζων,
σηματοδοτώντας τη νέα εποχή
σύγκρουσης των δύο μεγάλων
εθνικισμών της Άπω Ανατολής. Ο
ιστορικός ρεβιζιονισμός της
ενοποιημένης Γερμανίας ενισχύει
τις κληρονομικές φοβίες της
Πολωνίας, προσφέροντας
νομιμοποιητικά άλλοθι στο
φιλοαμερικανισμό των πολιτικών
της ελίτ. Στη Ρωσία, η αίσθηση μιας
νέας ιμπεριαλιστικής
περικύκλωσης, δικαιολογημένη
λόγω του εντεινόμενου
αμερικανικού – ΝΑΤΟϊκού
παρεμβατισμού στην Ανατολική
Ευρώπη και την Κεντρική Ασία,
πυροδοτεί αναζωπύρωση του
πληγωμένου πατριωτισμού και
επιτρέπει στον Πούτιν να
εμφανίζεται ως το «σιδερένιο χέρι»
που χρειάζεται η αχανής χώρα, με
δάνεια, σε επίπεδο πολιτικών
συμβολισμών, από τον Ιβάν τον
Τρομερό και τον Στάλιν. Στην
Ισπανία του Θαπατέρο, το αίτημα
της «αποφρανκοποίησης –
αποφασιστικοποίησης»
αναδεικνύεται σε βασικό μέτωπο
της πολιτικής διαμάχης, 30 χρόνια
μετά το θάνατο του φιλοναζί
δικτάτορα.
Η Αριστερά του σήμερα, που
φιλοδοξεί να κληροδοτήσει στα
παιδιά της έναν καλύτερο κόσμο
από εκείνον που έζησε, είναι
υποχρεωμένη να επιστρέφει, ξανά
και ξανά, στα διδάγματα από τον
κόσμο που κληρονόμησε από τους
γονείς της. Είναι αλήθεια ότι,
ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, που
σημαδεύτηκε από την τεράστια
πολιτική τομή της ΕΑΜικής
Αντίστασης και του εμφυλίου, η
περίοδος του «Μεγάλου
Πατριωτικού Πολέμου»
περιβάλλεται από την αχλύ της
εξιδανίκευσης. Έχουν επισημανθεί
και από αυτές τις σελίδες τα
τεράστια στρατηγικά ελλείμματα
του κομμουνιστικού κινήματος
εκείνης της εποχής (με σημεία
καμπής τη γραμμή των
αντιφασιστικών μετώπων με
τμήματα της αστικής τάξης, την
εξόντωση της ηγεσίας της
Οκτωβριανής Επανάστασης και τη
διάλυση της Διεθνούς) που
οδήγησαν στην κατάπνιξη
ελπιδοφόρων ανατρεπτικών
κινημάτων (Ισπανία, Ελλάδα, Γαλλία,
Ιταλία), που θα μπορούσαν να
αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας.
Ωστόσο, η επαναστατική
αυτοκριτική δεν έχει καμία σχέση
με τον ιστορικό μηδενισμό και τον
πολιτικό ναρκισισμό. Όχι μόνο οι
κομμουνιστές, αλλά το σύνολο της
προοδευτικής ανθρωπότητας θα
οφείλει αιώνιο φόρο τιμής στους
λαούς της Σοβιετικής Ένωσης, που
αποτέλεσαν, με την τεράστια θυσία
τους, τον αποφασιστικό παράγοντα
για την ήττα του ναζισμού στην
Ευρώπη. Όσο οξύμωρο κι αν φαίνεται,
το παγκόσμιο κομμουνιστικό
κίνημα που προέκυψε από την νίκη
και την υποχώρηση της Οκτωβριανής
Επανάστασης, μπορεί να απέτυχε
στο στρατηγικό του στόχο για την
οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά
πέτυχε στην υπεράσπιση και
εδραίωση της…αστικής
Δημοκρατίας, τη στιγμή που αυτή
αντιμετώπιζε την πιο θανάσιμη
απειλή! Κι αυτό δεν είναι κάτι
τόσο «μικρό» όσο ακούγεται. Χωρίς
τον ηρωικό, μέχρι θανάτου αγώνα
των σοβιετικών λαών, αλλά και των
αριστερών κινημάτων της Ευρώπης,
είναι πολύ πιθανό ότι, με αξαίρεση
τις ΗΠΑ, ο παγκόσμιος,
μεταπολεμικός καπιταλισμός δεν
θα ήταν ένα σύνολο αστικών
δημοκρατιών με σημαντικές
κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά ένα
πλέγμα φασιστικών και
απολυταρχικών καθεστώτων, με την
εργατική τάξη εξανδραποδισμένη
στην κατάσταση των νέων
δουλοπάροικων ενός είδους «βιομηχανικού
φεουδαρχισμού».
Το τέλος του Ψυχρού
Πολέμου γιγάντωσε τις ελπίδες για
ένα κόσμο διαρκούς ειρήνης, που θα
δικαίωνε το παλιό όραμα του Καντ.
Αντί γι’ αυτό, η «Νέα Εποχή»
ανατέλλει με τη νομιμοποίηση του
πολέμου, και ιδίως του «προληπτικού»
πολέμου, όχι ως έσχατου
καταφυγίου, αλλά – ιδιαίτερα μετά
την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 –
ως νόμιμου, «συνηθισμένου» μέσου
επιβολής στο διεθνή στίβο.
Ορισμένες παρηγορητικές
ερμηνείες στους κόλπους της
Αριστεράς (αν μπορούν να
θεωρηθούν παρηγορητικές και όχι
κυνικές) υποστηρίζουν ότι ο
πληθωρισμός των πολέμων της
νεοταξικής εποχής συνοδεύεται
από την υποτίμησή τους: Ότι δηλαδή
είναι καταδικασμένοι να
περιορίζονται στην περιφέρεια
του παγκόσμιου συστήματος, καθώς
η «παγκοσμιοποίηση» της
οικονομίας καθιστά αδιανόητες
τις στρατιωτικές συγκρούσεις
μεταξύ των βασικών
ιμπεριαλιστικών κέντρων.
Ωστόσο, η Ιστορία δεν
αφήνει περιθώρια για εύκολο
εφησυχασμό. Στην αυγή του
εικοστού αιώνα, ο κόσμος γνώριζε
μια μόνο υπερδύναμη, τη Βρετανία
– «μια Αυτοκρατορία όπου ο ήλιος
δεν έδυε ποτέ» - με οικουμενική «θρησκεία»
τον φιλελευθερισμό και με
καλπάζουσα διεθνοποίηση της
οικονομίας. Κανείς δεν μπορούσε
να φαντασθεί ότι οι πολεμικές
συγκρούσεις μεταξύ των
ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών
δυνάμεων και των λαών των
αποικιών, όπως ο πόλεμος των
Μπόερς, στην Αφρική και η
καταστολή της εξέγερσης των
Μπόξερς, στην Κίνα, θα ήταν το
προοίμιο για τα τρομερά σφαγεία,
στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης,
στον «Τριακονταετή Πόλεμο» 1914 –
1945. Ακόμη και το 1940, ελάχιστοι
πίστευαν στην προοπτική ενός Β’
Παγκοσμίου Πολέμου, απείρως
καταστροφικότερου από τον πρώτο.
Ο Χίτλερ ούτε καν διανοούνταν ότι
θα υλοποιούσε τον εφιάλτη όλων
των γερμανών διπλωματιών και
στρατιωτικών, έναν διπλό πόλεμο
με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Ο Ρούζβελτ
είχε εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ με
τη ρητή υπόσχεση να μην μπλέξει τη
χώρα του στις διαμάχες των «ξεπεσμένων
ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών». Στην
Αγγλία ήταν ισχυρό το ρεύμα για
μια ενότητα των «τευτόνων λαών»,
δηλαδή με τη Γερμανία.
Όπως συμβαίνει κατά
κανόνα με τα μεγάλα ιστορικά
γεγονότα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος
δεν ήταν προϊόν κανενός
ορθολογικού, συνειδητού σχεδίου
κανενός πολιτικού επιτελείου,
αλλά η συνισταμένη των «καταχθόνιων»
δυνάμεων που συσσώρευε επί
δεκαετίες, κάτω από την επιφάνεια
της απατηλής γαλήνης, η ίδια η
ανάπτυξη και κρίση του παγκόσμιου
καπιταλισμού. Μια άλλη, ιστορικών
διαστάσεων κρίση ενός άλλου,
ποιοτικά μετασχηματισμένου
καπιταλισμού, συσσωρεύει και
σήμερα ένα τεράστιο εκρηκτικό
φορτίο στις τεκτονικές πλάκες του
παγκόσμιου συστήματος. Θα ήταν
αφέλεια να αποπειραθούμε να
προβλέψουμε με βεβαιότητα τη
μορφή και την έκβαση της
σύγκρουσης που κυοφορείται. Σε
κάθε περίπτωση, ύστερα από μια
δεκαετία πλανητικής κυριαρχίας
των βεβαιοτήτων της μιας Αγοράς,
του ενός Συστήματος και της μιας
Σκέψης, ένας αβέβαιος, αλλά όχι
αναγκαστικά δυσοίωνος κόσμος,
μοιάζει να μπαίνει σε μια νέα «Εποχή
των Άκρων», χωρίς πυξίδες και
χάρτες, σαν μεθυσμένο καράβι που
αναζητά κατεύθυνση στις
φουρτουνιασμένες θάλασσες του
μέλλοντος.
Από την
εφημερίδα ΠΡΙΝ
που κυκλοφορεί |