Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

Ο ηγέτης του Παγκόσμιου προλεταριάτου ΛΕΝΙΝ

 

Το επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης

Το επαναστατικό κίνημα στην Ευρώπη καί στη Ρωσία από τις αρχές του 19ου αιώνα, η Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Τρότσκι και η αριστερή αντιπολίτευση, ο τροτσκισμός στην Ελλάδα και ο Α. Στίνας στον αγώνα για την ελεύθερη και αυτόνομη σοσιαλιστική κοινωνία. Ένα Αφιέρωμα του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ γραμμένο από τον Ανδρέα Αγγελακόπουλο. Ευγενική προσφορά από την Ιστοσελίδα ΜΕΤΑ-ΘΕΣΕΙΣ.

8ον ΜΕΡΟΣ

 Προηγούμενο

3. Ο Α. Στίνας από τη δεύτερη μεταγωγή του στην Ακροναυπλία (Μάιος 1940) μέχρι την απόδρασή του (Οκτώβριος 1942) 

΄Οπως αναφέρθηκε ήδη, τον Σεπτέμβριο του 1939 ο Στίνας ήταν μαζί με τον Πουλιόπουλο στις Φυλακές της Αίγινας. Κατά το τέλος του Νοεμβρίου του αυτού έτους η ποινή του Πουλιόπουλου έληξε και μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία. Τον Μάιο του 1940 συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τον Στίνα. Λήξη ποινής, μεταφορά του στην Ακροναυπλία, για δεύτερη φορά. Εκεί, ο Στίνας βρήκε συγκρατουμένους πέντε μέλη της ομάδας του, ενώ ο Πουλιόπουλος βρήκε εννέα της δικής του ομάδας. Την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940, οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας πληροφορήθηκαν μόνο από τη διαταγή της συσκότισης των φώτων του στρατοπέδου. ΄Οπως είναι γνωστό, ο κρατούμενος τότε Ν. Ζαχαριάδης στις Φυλακές Κέρκυρας, με επιστολή του πρός τον δικτάτορα Ι. Μεταξά, που γνωστοποιήθηκε σχεδόν αμέσως, δήλωσε εκ μέρους του ΚΚΕ του οποίου ήταν "αργηχός", ότι... "Στον πόλεμο αυτον που διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις κλπ." Αμέσως η σταλινική διεύθυνση της ομάδας συμβίωσης των κρατουμένων, συγκάλεσε κατά "θαλάμους" συνελεύσεις: ΄Ολοι οι οπαδοί του ΚΚΕ επικροτουν ανεξαίρετα το γεμάτο σωβινισμό γράμμα του "αρχηγού" για την υπεράσπιση της πατρίδας και υπογράφουν αιτήσεις για να επιστρατευθούν και να σταλούν αμέσως στο μέτωπο! Στα λίγα λεπτά που επέτρεψαν να μιλήσουν οι "τροτσκιστές", o Στίνας, που μίλησε για λογιαριασμό των επαναστατών-διεθνιστών, υπεράσπισε έντονα τις αρχές του μαρξισμού και του λενινισμού, σύμφωνα με τις οποίες το καθήκον των επαναστατών ήταν ο ανένδοτος αγώνας για τη μετατροπή του πολέμου ανάμεσα στους λαούς σε Επανάσταση των λαών εναντίον των εκμεταλλευτών τους και του ιμπεριαλισμού!

Στη συνέλευση του θαλάμου όπου μίλησε ο Στίνας, τη σταλινική ηγεσία και τον σωβινισμό της εκπροσώπησε ο ίδιος ο Δ. Παπαρήγας. Στην ουσία της οξύτατης κριτικής των διεθνιστών και στα αμείλικτα ερωτήματα που έθεσαν αυτοί με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, δεν απήντησε τίποτα! Και πώς ήταν δυνατον να απαντήσει, αφού ολόκληρη τη ζωή του τα ίδια υποστήριζε κι αυτός; Το μόνο που τόλμησε να απαντήσει και σε ύφος "προσωπικής μομφής" ήταν ότι "οι διεθνιστές προσπαθούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του λαού στο κόμμα του" κλπ.(41) Τόν Απρίλιο του 1941 οι Γερμανοί ανέλαβαν να κάνουν πλέον ότι δεν μπόρεσαν επί τόσους μήνες οι "σύμμαχοί" τους Ιταλοί: Να συντρίψουν την Ελλάδα! Η θυελλώδης επίθεσή τους άρχισε, σχεδόν απροειδοποίητα, το πρωί της 6ης Απριλίου του 1941. Τα γεγονότα είναι γνωστά: Ο Μεταξάς ήδη είχε πεθάνει (29.1.1941). Πρωθυπουργός ήταν ο Αλέξανδρος Κορυζής, που σε λίγες ημέρες μετά την γερμανική επίθεση αυτοκτονεί (18.4.1451), ύστερα από δριμύτατη παρατήρηση του Γεωργίου Β΄ ότι η κατάσταση τού είχε ξεφύγει εντελώς, αφού αυτός δεν εισήκουσε την παράκλησή του να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του.

Παρά την ηρωική και υπεράνθρωπη προσπάθεια των υπερασπιστών των οχυρών στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο, οι γερμανικές δυνάμεις, λόγω πλήρους κατάρρευσης της γιουγκοσλαβικής αμύνης, με αστραπιαία προέλαση καταλαμβάνουν χωρίς αντίσταση τη Θεσσαλονίκη το πρωί της 9.4.1941. Παρά τις ηρωικές προσπάθειες του ελληνικού στρατου και του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, τα πάντα καταρρέουν και το πρωί της 27.4.1941 οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την Αθήνα, αφού προηγουμένως με αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενες μονάδες είχαν ήδη καταλάβει τη βόρεια Πελοπόννησο. Το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια που οι Βρετανοί-Νεοζηλανδοί επιβιβάζονταν στα πλοία για την Κρήτη ή την Αίγυπτο, ειδικά το βράδι με απόλυτη συσκότιση και κάτω από τις συνεχείς και σφοδρές επιθέσεις της γερμανικής αεροπορίας, οι οποίες την ημέρα γίνονταν ακόμη σφοδρότερες με στόχους το λιμάνι, τα φρούρια, τους στρατώνες, το σιδηροδρομικό σταθμό κλπ. Παντού πυρκαγιές, εκρήξεις, ανατινάξεις, πραγματική κόλαση με συνεχή κίνδυνο της ζωής όλων των κρατουμένων. Η κατάσταση όμως αυτή δημιούργησε μια μοναδική ευκαιρία αποδράσεως όλων των κρατουμένων και μάλιστα χωρίς θύματα, αφού η φρουρά του στρατοπέδου βρισκόταν σχεδόν μόνιμα μέσα σε πρόχειρα καταφύγια και τη νύχτα ήταν αδύνατο να ασκήσει οποιοδήποτε έλεγχο, με μόνη φροντίδα την επιβίωσή της.

Η ομάδα του Στίνα πρώτη έθεσε το ζήτημα και βρήκε πλήρη ανταπόκριση από το σύνολο σχεδόν των κρατουμένων, που με αγωνία έβλεπαν την παθητική στάση της ηγεσίας τους, ενώ ήταν προφανές ότι η μοναδική αυτή ευκαιρία θα περνούσε γρήγορα και όλοι πολύ σύντομα θα γίνονταν κρατούμενοι των Γερμανών, που πολύ πριν από την επίθεσή τους εναντίον της Ελλάδος είχαν εφοδιασθεί από τις απ' αυτούς στενά ελεγχόμενες υπηρεσίες ασφαλείας του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με καταστάσεις και λεπτομερείς πληροφορίες για ό,τι αφορούσε όχι μόνο τους κομμουνιστές στη χώρα, αλλά και τους απλούς δημοκρατικούς, βενιζελικούς και τους μη συμπαθώς πρός αυτούς διακειμένους ΄Ελληνες πολίτες! ΄Υστερα από την πίεση των οπαδών της, η ηγεσία των σταλινικών έστειλε μια επιτροπή στο διοικητή του στρατοπέδου με το αίτημα να αφήσει τους κρατουμένους ελεύθερους. Μετά τη συνάντησή της με τον διοικητή, η επιτροπή ανακοινώνει στους κρατουμένους ότι "αυτός την εβεβαίωσε ότι θα αφεθούν ελεύθεροι όταν η κυβέρνηση εγκαταλείψει την Αθήνα", και ότι "για να μην αμφιβάλλει η επιτροπή για τα λεγόμενά του και για να διαπιστώσει η ίδια ότι η κυβέρνηση βρισκόταν τότε ακόμη στην Αθήνα, κάλεσε ο Διοικητης στο τηλέφωνο και τους έδωσε τη γραμμή για να μιλήσουν οι ίδιοι με τον κ. υφυπουργό Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκη, ο οποίος τους επιβεβαίωσε πλήρως τα όσα τους είπε ο κ. διοικητής"! ΄Υστερα από το "κατόρθωμά" της αυτό, η επιτροπή, αλλά κυρίως η σταλινική ηγεσία των κρατουμένων, με την χαρακτηριστική και πασίγνωστη από τότε θρασύτητα και φρασεολογία, καταγγέλλει σαν "τυχοδιωκτικές και επικίνδυνες" τις προτάσεις για απόδραση, συνιστά ψυχραιμία, πειθαρχία και εμπιστοσύνη στην "ηγεσία", ενισχύοντας ταυτόχρονα τις "σταλινικές φρουρές" για ματαίωση κάθε απόπειρας ατομικής ή ομαδικής απόδρασης.

΄Ηταν ήδη φανερό ότι όλη αυτή η ιστορία ήταν μια "επινόηση" του υπερβάλλοντος ζήλου των υπηρεσιών και των οργάνων της ασφαλείας της 4ης Αυγούστου, αφού ήταν αδιανόητο το να βρίσκεται η κυβέρνηση τότε ακόμη στην Αθήνα, τη στιγμή που και οι τελευταίοι Βρετανοί εγκατέλειπαν πλέον την Ελλάδα από κάθε δυνατο σημείο και με κάθε μέσο διαφυγής. Η κυβέρνηση αναχώρησε από την Αθήνα πράγματι στις 23.4.1941 (42) αλλά περισσότερο αναπάντητο παραμένει το γεγονός ότι, σε στιγμές τόσο κρίσιμες και εφιαλτικές, ο κ. διοικητης του στρατοπέδου, πολύ δε περισσότερο ο κ. υφυπουργός Ασφαλείας, βρήκαν καιρό και διάθεση για τέτοιες "αβρότητες", τη στιγμή που από την επικράτηση της δικτατορίας τους έμειναν και υπό ομαλές συνθήκες σαν αξεπέραστα παραδείγματα σκαιότητας, απανθρωπιάς και αντικομμουνιστικής υστερίας. ΄Αλλωστε, η αμφιβολία του πλέον καλόπιστου ακροατή αυτης της "ιστορίας" δεν κράτησε και πολύ. Δυο ημέρες μετά τις αθλιότητες αυτές της ελληνικής εξουσίας, αλλά και της "παραεξουσίας" του στρατοπέδου, αυτό βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένο από Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, που ήδη μόλις είχαν καταλάβει το Ναύπλιο και που αφόπλισαν και έθεσαν υπό περιορισμό τη φρουρά του, αναλαμβάνοντας αυτοί πλέον αυτό το "καθήκον"! ΄Οπως όμως ήταν απολύτως φυσικό και αναμενόμενο, μετά λίγες ώρες, τα πράγματα τακτοποιήθηκαν. Οι Γερμανοί στρατιώτες πήραν από τη διοίκησή τους τις κατάλληλες διαταγές και ελληνομαθή διερμηνέα: Σε λίγο ο κ. διοικητης του στρατοπέδου επέστρεψε στο "πόστο" του και οι "΄Ελληνες" χωροφύλακες ανέλαβαν τα όπλα τους, σαν αντάξια της εμπιστοσύνης του κατακτητου όργανα!

Από τη στιγμή αυτή όλοι οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας έγιναν όμηροι των Γερμανών. Οι ομαδικές τους εκτελέσεις άρχισαν από το 1942 και μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα (Οκτώβριος του 1944) πολύ λίγοι έμειναν ζωντανοί, εκτός βέβαια από τα "ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ" που όλα ανεξαιρέτως "κατόρθωσαν" να δραπετεύσουν. Εάν η δικτατορία ευθύνεται για το επαίσχυντο έγκλημα εις βάρος των κρατουμένων της Ακροναυπλίας, η σταλινική ηγεσία υπέχει πολύ βαρύτερη ευθύνη γι' αυτό, γιατί επέδειξε δειλία, δολιότητα και περιφρόνηση για την ζωή τόσων αγωνιστών οπαδών της. Κι αυτό οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στις ανόητες και βαθύτατα αντιδραστικές αυταπάτες που έτρεφε σε σχέση με τους νεοκόπους "συμμάχους" τους ναζιστές, τους οποίους έσπευσε να χαρακτηρίσει σαν "φίλους" και "δικούς" της ανθρώπους. ΄Ετσι κατάφερε για μια ακόμη φορά να παραπλανήσει τους οπαδούς της, τονίζοντας τις "καλές προθέσεις" των ναζιστών και βεβαιώνοντάς τους ότι σύντομα θα τους απολύσουν, αφού πλέον η ΕΣΣΔ και η ναζιστική Γερμανία είναι συγκύριοι της όλης καταστάσεως. Αυτά όμως, όπως σχεδόν πάντοτε συνέβη με τα αποτελέσματα της "μεγαλοφυούς" σταλινικής πολιτικής, τινάχτηκαν στον αέρα όταν το ειδύλλιο των δύο συνεταίρων βρήκε το πιο τραγικό του τέλος με την "απροσχημάτιστη" όσο και "καθόλου απροσδόκητη" επίθεση των ναζί κατά της ΕΣΣΔ την 22.6.1941, που κόστισε δεκάδες εκατομμυρίων ανθρωπίνων θυμάτων, ανυπολόγιστες υλικές ζημιές και έφερε την ΕΣΣΔ στο χείλος της αβύσου. Νέα στροφή 180 μοιρών, νέος "δίσκος" στο γραμμόρφωνο των Κ.Κ. και της Διεθνούς σ' ολόκληρο τον κόσμο. Νέα αναγόρευσις των Αγγλοαμερικανών της συμμάχων σε θεματοφύλακες της "δημοκρατίας και της ελευθερίας των λαών" και "υπερασπιστές του δικαίου και του πολιτισμού". "Αντιφασιστικός και εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας", "μέγας πατριωτικός πόλεμος" κλπ. , χάριν του οποίου ο ίδιος ο Στάλιν διαλύει, "δι' ευνόητους λόγους", την εντελώς ανύπαρκτη στην ουσία Γ΄ Διεθνή, την διάλυση της οποίας ο εκλεκτός του στην Ελλάδα και κρατούμενος ακόμη στην Ακροναυπλία Ιωαννίδης (κουρεύς το επάγγελμα) χαρακτήρισε σαν "το σημαντικότερο για το εργατικό κίνημα γεγονός μετά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο", αναδεικνύοντας έτσι τον εαυτο του σε αντάξιο μαθητή του "πατέρα των λαών και της αντιφασιστικής νίκης"!(43)

 

Οι συζητήσεις της Ακροναυπλίας

 

Στα μέσα του 1940, όταν βρέθηκαν αρκετά μέλη και από τις δύο τροτσκιστικές ομάδες στην Ακροναυπλία, αποφάσισαν να ανοίξουν μια οργανωμένη συζήτηση πάνω στα ουσιωδέστερα για την εποχή προβλήματα του κινήματος: Γιά τον φασισμό, τον πόλεμο, την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, τη διμέτωπη πάλη, το ενιαίο μέτωπο κλπ. Οι δύο ομάδες ήταν: Η Κομμουνιστική Διεθνιστική ΄Ενωση Ελλάδας (ΚΔΕΕ) και η Ενιαία Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας (ΕΟΚΔΕ), με ηγέτες τον Α. Στίνα η πρώτη και τον Π. Πουλιόπουλο η δεύτερη. Οι συζητήσεις γίνονταν προφορικά σε κοινές συναθροίσεις και γραπτά εισηγήσεων και από τις δύο πλευρές που κυκλοφορούσαν και τα διάβαζαν όλα τα μέλη και των δύο ομάδων. Τα γραπτά του Στίνα ήταν παραπάνω από 500 σελίδες και τα γραπτά των μελών τη ΚΔΕΕ Δημοσθένη Βουρσούκη, Γ. Κρόκκου και Γ. Μακρή τουλάχιστον άλλες τόσες. Αυτά τα γραπτά περισώθηκαν και βγήκαν κρυφά έξω από το στρατόπεδο, τα εμπιστεύτηκε δε ο Α. Στίνας στο ίδιο πρόσωπο που εμπιστεύτηκε και η ΕΟΚΔΕ τα δικά της και που ήταν μέλος της.

Από τότε πέρασαν μέχρι το θάνατο του Α. Στίνα (6.11.1987) σαράντα επτά χρόνια και όλα τα γραπτά της ομάδας του παρέμειναν στα χέρια του αρχικού τους θεματοφύλακα και της ΕΟΚΔΕ, εξαιρέσει δύο μελετών του Α.Στίνα με τίτλο "Οι διαφορές μας με την ΕΟΚΔΕ" και "Η ΕΣΣΔ και η πάλη για την παγκόσμια επανάσταση", που του δόθηκαν σε αντίγραφα την 16.6.1977, ύστερα από συνεχείς πιέσεις του, ενώ οι υπόλοιπες, καθώς και οι μελέτες των τριών μελών της ομάδας του παραμένουν ακόμα άφαντες! Σ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα γράφτηκαν και κυλοφόρησαν πλήθος πολεμικές του Πουλιόπουλου και της ομάδας του, που περιέχουν και παραποιημένα ή και διαστρεβλωμένα αποσπάσπατα απ' αυτές τις μελέτες, χωρίς οι αναγνώστες-επαναστάτες αυτών των πολεμικών να έχουν τη δυνατότητα να μάθουν τι υπεράσπισε και για τι αγωνίστηκε μια άλλη ομάδα συντρόφων τους κάτω από τις πιο εφιαλτικές συνθήκες στην Ακροναυπλία. Ο Βουρσούκης δολοφονήθηκε τον Δεκέμβρη του 1944 από τους σταλινικούς, ενώ οι Κρόκκος και Μακρής τουφεκίστηκαν από τους Γερμανούς. Καί οι "τροτσκιστές" επί τόσα χρόνια συμπληρώνουν ακόμη το έργο των εκτελεστών τους, εκτελώντας τις ιδέες τους!(44)

Η ομάδα του Α. Στίνα (ΚΔΕΕ) είχε ήδη απορρίψει ομόφωνα το βασικό τότε για την Αριστερή Αντιπολίτευση αλλά και κατόπιν για την 4η Διεθνή σύνθημα της "υπεράσπισης" της ΕΣΣΔ, όχι μόνο σύμφωνα με την άποψή της για την ταξική φύση της σοβιετικής κοινωνίας, αλλά και για λόγους πολιτικής συνέπειας πρός τον επαναστατικό "ντεφαιτισμό", εν όψει του επερχόμενου πολέμου, αποκλείοντας έτσι τη διείσδυση του σοσιαλπατριωτισμού στην στρατηγική αλλά και στην τακτική της. Τότε ακριβώς πέρασαν στις γραμμές της ΚΔΕΕ τα πιο μαχητικά και προχωρημένα στη σκέψη μέλη της ΕΟΚΔΕ, Βουρσούκης, Κρόκκος και Ταμτάκος, απορρίπτοντας ακριβώς την αποδοχή του συνθήματος της "υπεράσπισης" της ΕΣΣΔ από την οργάνωσή τους. Η ιστορία της θεωρητικής διαπάλης στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος έχει αποδείξει ότι οι συζητήσεις πάνω σε συγκεκριμένα θεωρητικά προβλήματα, που αντικατοπτρίζουν όλες τις αυταπάτες, τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς των καταπιεζομένων τάξεων στην προσπάθειά τους και στον αγώνα τους να απαλλαγούν από την αλλοτρίωση που υφίστανται μέσα στην ταξικά διαστρωματωμένη κοινωνία από την κυρίαρχη τάξη, υποκρύπτει τις βαθύτατες διαφορές πάνω σε αποφασιστικής σημασίας ζητήματα τακτικής των διαφόρων τάσεών του. Ακριβώς οι διαφορές αυτές που ασταμάτητα παρακολούθησαν το επαναστατικό κίνημα από το 1918, συντέλεσαν αποφασιστικά, όχι μόνο στον κατακερματισμό του και στην παραμόρφωσή του, αλλά και στην τελική διάλυσή του, όπως θα διαπιστωθεί από την περαιτέρω εξιστόρηση!

Το τεράστιο πρόβλημα διατροφής που αντιμετώπισε ο ελληνικός λαός και κυρίως οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων από το φθινόπωρο του 1941 μέχρι τα τέλη του 1942, ύστερα από την τριπλή κατοχή της χώρας και την αισχροκέρδεια των κατακτητών και των συνεργατών τους "μαυραγοριτών", που προκάλεσε σ' αυτον τις μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και φοβερές κοινωνικές ανακατατάξεις, όσο σε καμία άλλη κατεχόμενη χώρα, είχε τον αντίκτυπό του και στους εξακόσιους κρατούμενους της Ακροναυπλίας. Κανείς δεν αναγνώρισε την ευθύνη του για τη στοιχειώδη έστω επιβίωση αυτών που κλεισμένοι υπό αυστηρή φρούρηση, σαν αιχμάλωτοι ή όμηροι, προοριζόμενοι για τα εκτελεστικά αποσπάσματα και μόνο, περίμεναν ανήμποροι το όποιο τέλος τους. Ούτε οι Γερμανοί ούτε οι Ιταλοί, ακόμη δε λιγότερο οι "ελληνικές" αρχές ενδιαφέρθηκαν για την τύχη τους, που η πείνα τους είχε μεταβάλει σε σκελετούς! ΄Οπως πάντα όμως δεν έλειψαν και απ' εδώ οι εξαιρέσεις: Τα στελέχη του ΚΚΕ που αποτελούσαν και την ηγεσία της ομάδας συμβίωσης των κρατουμένων, συγκεντρωμένοι όλοι σε ιδιαίτερο θάλαμο, καλοπερνούσαν, μην υπολογίζοντας ούτε την εντύπωση που η κυνική αυτή προκλητικότητα θα προκαλούσε εύλογα στη μάζα των λιμοκτονούντων οπαδών τους, που είχαν, φαίνεται, με τον καιρό, συνηθίσει στη συμπεριφορά αυτή, που ξεπερνούσε όμως και το τελευταίο όριο απανθρωπίας.

Ευτυχώς, τον Δεκέμβριο του 1941, πάνω στην αιχμή της απελπισίας, έφθασε στο Ναύπλιο ένα πλοίο με τρόφιμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ειδικά προοριζόμενο για το στρατόπεδο. ΄Ετσι η κατάσταση βελτιώθηκε και στο στρατόπεδο έφθασε, έστω και για λίγο, ένας άνεμος ανθρωπισμού. Ευγενέστατες και καλοσυνάτες "αδελφές" του ΔΕΣ μοίρασαν οι ίδιες σ' όλους τους κρατουμένους επί πλέον σταφίδες, παξιμάδια, κουβέρτες και πουλόβερ, απ' αυτά που είχαν πλέξει κυρίως οι γυναίκες του λαού και δεν πρόλαβαν οι "αρχές" να τα μοιράσουν στους στρατιώτες που πολεμούσαν στην Αλβανία και που όλα είχαν επάνω τους ραμμένο ένα νόμισμα και ένα χαρτάκι με την ευχή: "Η Παναγία μαζί σου"!(45) Κατά τον Μάρτιο του 1942 οι αρχές κατοχής αποφάσισαν να καταργήσουν το στρατόπεδο της Ακροναυπλίας και να συγκεντρώσουν όλους τους κρατουμένους στα νέα στρατόπεδα που ετοίμαζαν στη Λάρισα και στο Χαϊδάρι. Η πρώτη μεταγωγή περιέλαβε τους τροτσκιστές, όχι βέβαια από λόγους ευνοίας, αλλά γιατί ο χώρος της κράτησής τους ήταν εντελώς ακατάλληλος. Αυτό έσωσε τη ζωή τους, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Πράγματι, μετά τη μεταγωγή τους στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιώς, οι Ιταλοί "εγκαινίασαν" την τακτική των ομαδικών εκτελέσεων, τουφεκίζοντας για αντίποινα επτά κρατουμένους, εκ των οποίων οι τέσσερες είχαν έλθει σε οξύτατη αντίθεση και είχαν διαγραφεί από το ΚΚΕ. Είναι φανερό ότι η επιλογή των εκτελεσθέντων έγινε από τη διοίκηση του στρατοπέδου κατόπιν συνεννοήσεως με τη σταλινική "ομάδα συμβίωσης", αλλά και το ότι οι πρώτοι που θα εκτελούνταν θα ήταν οι "απάτριδες, αναρχικοί και ταραξίες" τροτσκιστές (αν στο μεταξύ δεν είχαν φύγει), με απόλυτη ομοφωνία διοίκησης-σταλινικών!

΄Οταν κάτω από άθλιες και απάνθρωπες συνθήκες οι κρατούμενοι έφθασαν στον προορισμό τους, κατά τα μέσα Μαρτίου, αντίκρυσαν το πιο φρικτο δράμα που ζούσε ο λαός την εποχή της μεγάλης πείνας: Σκελετοί, φαντάσματα και σκιές ανθρώπων και οι κρατούμενοι στον Πειραιά και οι "επισκέπτες" τους! Κάθε απόγευμα στα κρατητήρια, που δεν χωρούσαν πάνω από 15 κρατουμένους το καθένα και "ζούσαν" όμως 70 ή και 80 στο καθένα, τραβούσαν τους πεθαμένους από τα πόδια, τους στοίβαζαν έξω στο πεζοδρόμιο και τους μάζευε το φορτηγό αυτοκίνητο του Δήμου μαζί με τα σκουπίδια. Μέ τη μεσολάβηση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην "κυβέρνηση" και στις αρχές κατοχής, μετά τις συνεχείς διαμαρτυρίες των κρατουμένων, το μαρτύριο αυτό πήρε τέλος: Αποφασίστηκε να σταλούν οι κρατούμενοι, μέχρι να ετοιμαστουν τα στρατόπεδα σε διαφόρους αστυνομικούς σταθμούς της Ευβοίας.

Από το Τμήμα Μεταγωγών Πειραιώς, κατάφερε να δραπετεύσει ο σ. Ταμτάκος της ΚΔΕΕ, ενώ οι σ. Παντελής Πουλιόπουλος και Νώντας Γιαννακός της ΕΟΚΔΕ εισήχθησαν στο νοσοκομείο υπό φρούρηση και για κακή τους τύχη, όπως λίγο αργότερα δυστυχώς θα αποδειχθεί! Στά μέσα Ιουλίου 1942, εβδομήντα περίπου πολιτικοί κρατούμενοι και μαζί τους ο Α. Στίνας μεταφέρθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό ΣΕΚ Πειραιώς, ντυμένοι με τα ρούχα τους, ακόμη βρεγμένα και τσαλακωμένα από τον κλίβανο, χωρίς να προλάβουν να στεγνώσουν, "φορτώθηκαν" σε βαγόνια προοριζόμενα για μεταφορά "ίππων" του στρατου, μέσα στην αφόρητη ζέστη και έφτασαν στη Χαλκίδα και στη συνέχεια κλείστηκαν στα άθλια κρατητήρια του εκεί Τμήματος Μεταγωγών.

Κατά το τέλος του Ιουλίου 1942, ο Στίνας μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό του χωριού Κονίστρες, που απέχει μια ώρα περίπου από την Κύμη και ήταν το εμπορικό κέντρο της περιοχής, κυρίως λαχανικών και φρούτων. Εκεί ο Στίνας με έγκριση της αστυνομίας νοίκιασε ένα δωμάτιο και με εντολή του μητροπολίτη Καρύστου Παντελεήμονος έπαιρνε από τον ΔΕΣ καθημερινά συσσίτιο (μπλιγούρι και σταφίδες). Η συμπεριφορά των κατοίκων ήταν πολύ καλή και δημιούργησε με μερικούς φιλικές σχέσεις. Ο μητροπολίτης Καρύστου βοηθούσε με κάθε τρόπο τους εξορίστους και τους καταδιωκόμενους, είχε δε συνδεθεί με τις μυστικές συμμαχικές υπηρεσίες, αφού λίγο μετά τη δραπέτευση του Στίνα, έφυγε κι αυτός κρυφά, έφθασε στην Αίγυπτο και γύρισε στην Ελλάδα με την Ταξιαρχία του Ρίμινι, σαν μητροπολίτης των ενόπλων δυνάμεων. Αυτός, όπως και ο μητροπολίτης Χαλκίδος έδειξεν πραγματική στοργή, συμπάθεια και ενδιαφέρον για όλους τους κρατουμένους.

΄Οπως αμέσως ανωτέρω αναφέραμε, μεταξύ των εβδομήντα περίπου κρατουμένων στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιώς που μεταφέρθηκαν στην Εύβοια, δεν περιλαμβάνονταν οι σ. Π. Πουλιόπουλος και Ν. Γιαννακός της ΕΟΚΔΕ γιατί είχαν τότε εισαχθεί σε νοσοκομείο. Αυτοί, μαζί με τους άλλους που έμειναν στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά, μεταφέρθηκαν σαν όμηροι κατά το τέλος Οκτωβρίου 1943 στο νέο στρατόπεδο των Ιταλών, στη Λάρισα, του οποίου η κατασκευή στο μεταξύ είχε τελειώσει Στις 3 Ιουνίου 1943, οι αντάρτες ανατίναξαν μια αμαξοστοιχία, με αποτέλεσμα το φόνο Ιταλών στρατιωτών. Η διοίκηση του στρατοπέδου τότε διάλεξε 106 κρατουμένους και τους εκτέλεσε στις 6 Ιουνίου 1943 στον Νεζερό (ήδη Καλλιπεύκη), χωριό της επαρχίας Λαρίσης. Μεταξύ των εκτελεσθέντων ήταν και οι σύντροφοι Π. Πουλιόπουλος, Ν. Γιαννακός, Γιάννης Ξυπόλυτος και Γιάννης Μακρής. Κρατούμενοι που επέζησαν και Ιταλοί στρατιώτες διηγήθηκαν ότι ο Παντελής Πουλιόπουλος, που όπως είδαμε ήταν και γλωσσομαθέστατος, μίλησε στα ιταλικά στους στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος, που αρνήθηκαν να υπακούσουν στο παράγγελμα "πυρ" και τότε ο επί κεφαλής αξιωματικός, έξαλλος, διέκοψε τον λόγο του Πουλιόπουλου σκοτώνοντάς τον ο ίδιος και επακολούθησε η οριστική βολή των πολυβόλων με χειριστές Ιταλούς "μελανοχίτωνες" φανατικούς φασίστες!(46)

 

Η απόδραση

 

Κατά τα μέσα Οκτωβρίου 1942, ύστερα από δυόμισυ μήνες παραμονή στις Κονίστρες, ο Στίνας αποφάσισε να δραπετεύσει. Ενημέρωσε αμέσως τον μητροπολίτη Παντελεήμονα, ο οποίος προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο, εφοδιάζοντάς τον μάλιστα και με ένα ιδιότυπο "διαβατήριο": Του τρύπησε το ένα πόδι ελαφρά με ένα πηρούνι, έτσι ώστε η πληγή να φαίνεται σαν δαγκωματιά σκύλου και του έγραψε, με σφραγίδα και υπογραφή, ένα σημείωμα που βεβαίωνε ότι "ο επιφέρων έχει δηγθεί υπό λυσσώντος κυνός και χρήζει αμέσου ενάρξεως αντιλυσσικής θεραπείας", με σκοπό να το επιδεικνύει σε όποιον θα τον σταματουσε για έλεγχο στον δρόμο. Ο Δ. Βουρσούκης δραπέτευσε την ίδια μέρα με τον Στίνα κατόπιν συνεννοήσεως, ενώ οι Μακρής και Κρόκκος παρέμειναν κρατούμενοι για άγνωστο λόγο. Μαζί με τους λοιπούς κρατουμένους, μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο της Λάρισας, ελάχιστοι δε δυστυχώς γλύτωσαν τελικά από την εκτέλεση! Ο Στίνας ξεκίνησε αμέσως μετά τα μεσάνυχτα από τις Κονίστρες και ύστερα από πορεία δυόμισυ ημερών έφθασε στη Θήβα. Η διαδρομή του μέχρι την Χαλκίδα δεν τον κούρασε τόσο, όσο η από Χαλκίδα μέχρι τη Θήβα. Υπέφερε φοβερά από τον ήλιο, τη δίψα και την πείνα. Σ' όλον αυτό τον δρομο δεν βρήκε ούτε λίγο νερό και δεν έφαγε παρά μια πεταμένη καρπουζόφλουδα, πολλές φορές δε νόμισε ότι θα πέθαινε στον δρόμο.

Φθάνοντας στη Χαλκίδα, φοβήθηκε ότι θα τον συνελάμβαναν κατά τον έλεγχο για να περάσει τη γέφυρα του Ευρίπου οι Καραμπινιέροι, αφού ήδη είχε γίνει γνωστο στις αρχές ότι πολλοί κρατούμενοι είχαν αποδράσει. Η μόνη του ελπίδα ήταν το σημείωμα του μητροπολίτη. Το περίεργο ήταν ότι κανείς δεν τον σταμάτησε για έλεγχο. Πέρασε, αφού χαιρέτησε τους καραμπινιέρους στα ιταλικά κι αυτοί του ανταπέδωσαν ευγενέστατα τον χαιρετισμό! Στη Θήβα επί τέλους χόρτασε νερό και συνήλθε, μετά το μεσημέρι δε τον δέχτηκαν δωρεάν ν' ανεβεί σ' ένα από τα τότε σαράβαλα φορτηγά που πήγαινε στην Αθήνα. ΄Οταν έφθασε λίγο πριν από το Δαφνί, κατέβηκε, γιατί εκεί γινόταν συστηματικός έλεγχος από τους Γερμανούς και ξεκίνησε, πεζός και πάλι, για τον Πειραιά, με σκοπό να καταφύγει στο σπίτι ενός Πειραιώτη που είχε γνωρίσει στις Κονίστρες και που αυτός ο τελευταίος θα είχε γυρίσει πρό αρκετών ημερών στον Πειραιά.

Είχε νυχτώσει, ο δρόμος ήταν ατέλειωτος, το σκοτάδι βαθύ και χωρίς προσανατολισμό προχωρούσε μόνο με το ένστικτο του, σαν υπνοβάτης, μέχρις ότου, μετά τα μεσάνυχτα έφθασε επί τέλους στην Καστέλλα και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού που του είχε υποδείξει ο φίλος του. ΄Ενα παράθυρο άνοιξε, ο Στίνας είπε ποιόν ζητά, πήρε όμως την απάντηση ότι ο ένοικος του σπιτιού άλλαξε πρό ημερών διεύθυνση! Το παράθυρο έκλεισε απότομα, χωρίς ο Στίνας να προλάβει να αρθρώσει άλλη λέξη, εξουθενωμένος! Τελείως απελπισμένος συνέχισε ενστικτωδώς και πάλι τον δρόμο πρός Νέο Φάληρο. ΄Εξω από μια μάντρα που έκλεινε ένα μεγάλο μοναχικό σπίτι, σκέφτηκε να σκαρφαλώσει και να μπεί μέσα στον κήπο για να ξεκουραστεί. Αμέσως ένας πελώριος σκύλος έτρεξε κατ' απάνω του, χωρίς διόλου να γαυγίσει. Τον χάιδεψε και τον πήρε αμέσως ο ύπνος αγκαλιά με τον σκύλο. Με το χάραμα ξύπνησε κάπως πιο ξεκούραστος και πήρε τον δρόμο για την Αθήνα και αναζήτησε στην Κυψέλη, σε μια διεύθυνση που θυμόταν από πολλά χρόνια πρίν, το ζαχαροπλαστείο μιας παλιάς του συντρόφισσας. Τη βρήκε επί τέλους, αυτή τον πήγε και τον έκρυψε σε άλλο συντροφικό σπίτι, όπου συνήλθε, ξεκουράστηκε και έφαγε ύστερα από χρόνια, σπιτικό φαγητό. Συνδέθηκε στη συνέχεια με άλλους συντρόφους και έτσι, μαζί τους, άρχισε ένα νέο κεφάλαιο ζωής, αγώνων και προσδοκιών, το πιο σημαντικό ίσως της ζωής του.(47)

Συνέχεια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Έναρξη Μάιος 2002

 

25/05/2005