Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

 Εγγραφή στην Mailing list        Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

ΚΟΚΚΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1918

ΠΩΣ ΟΙ ΜΑΖΕΣ ΣΤΑΜΑΤΟΥΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Δυο εξαιρετικά άρθρα για τη Γερμανική Επανάσταση του 1918 δημοσιεύει σημερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ. Το πρώτο άρθρο το έγραψε ο συνεργάτης μας Αρ. Μα,, και το δεύτερο ο δημοσιογράφος και κριτικός Γιώργος Παπασωτηριου. Τα μαθήματα του παρελθόντος πολλές φορές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και επικαιρότητα για την αντιμετώπιση των ζητημάτων του σημερα. Επαναστάσεις όπως η Γερμανική του 1918 μας δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να σταματήσουμε ενα πόλεμο, ο όποιος έχει ήδη ξεκινήσει. Από αυτή την άποψη τα θετικά και αρνητικά στοιχεία της Γερμανικής Επανάστασης έχουν να μας προσφέρουν πολλά ιδίως σημερα, εν μέσω μιας ιμπεριαλιστικής επέμβασης και κατοχής του Ιράκ από τις ΗΠΑ. Από αυτή την άποψη πρέπει να σημειωθεί ότι η Γερμανική επανάσταση έχει αγνοηθεί τόσο από τη δεξιά, αλλά και από την αριστερά. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο ο ’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε όταν όλοι είδαν την βαρβαρότητά του και αποφάσισαν να τον σταματήσουν (επίσης σύμφωνα με τον αστικό μύθο ο πόλεμος ξεκίνησε από μια σειρά... παρεξηγήσεων μεταξύ των εμπόλεμων κρατών). Στην πραγματικότητα ήταν το επαναστατικό κύμα που ξέσπασε αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και η επέκτασή του πρώτα απ’ όλα στη Γερμανία που τρόμαξε τους αστούς και τελικά οδήγησε στο τέλος του πολέμου.

 

Ας δούμε όμως πως φθάσαμε στη Γερμανική Επανάσταση.

Για το επαναστατικό κίνημα, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που ξέσπασε το 1914 δεν ήταν κάτι το αναπάντεχο. Για πολλά χρόνια οι σοσιαλιστές μιλούσαν για τον ανερχόμενο μιλιταρισμό και τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων αυτοκρατοριών που εξουσίαζαν ολόκληρο τον κόσμο. Εκείνη την εποχή το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). ήταν το μεγαλύτερο  σοσιαλιστικό κόμμα στον κόσμο. Είχε ένα εκατομμύριο μέλη, εκατοντάδες νεολοαιΐστικες ομάδες σε όλη τη Γερμανία, πάνω από 200 τοπικές εφημερίδες και μια ντουζίνα θεωρητικά όργανα και επιθεωρήσεις, χορωδίες, αθλητικές ομάδες και ενώσεις, 90 καθημερινές εφημερίδες και εκατοντάδες επαγγελματικά στελέχη. Το SPD εκείνη την εποχή, τουλάχιστον θεωρητικά, υποστήριζε ότι ήταν επαναστατικό, μαρξιστικό, σοσιαλιστικό και πάλευε για την ανατροπή του καπιταλισμού· όλη η εργατική τάξη καθώς και η μπουρζουαζία το αναγνώριζαν ως τέτοιο. 

Τα πράγματα όμως μέσα στο SPD δεν ήταν όπως φαίνονταν. Για πολλά χρόνια υπήρχε ένα κυρίαρχο ρεύμα μέσα στο κόμμα που ενώ μιλούσε επαναστατικά στις εκδηλώσεις του και στις πρωτομαγιάτικες γιορτές, το μόνο που ήθελε ήταν η διατήρηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Με λίγα λόγια δεν επιθυμούσε την επανάσταση. Η κομματική μηχανή ήταν τελικά πιο σημαντική από την ίδια την επανάσταση. 

Η ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ

Ωστόσο, μέσα στο SPD υπήρχαν και γνήσια επαναστατικά ρεύματα γύρω από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ,, Καρλ Λίμπνεχτ, Κλάρα Τσέτκιν, Φρανζ Μέρινγκ, Ότο Ρύλε, Πωλ Λεβί και άλλες σημαντικές επαναστατικές φυσιογνωμίες, που ωστόσο σε αντίθεση με τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους δεν προσπάθησαν να χτίσουν μια ξεχωριστή ασυμβίβαστη και επαναστατική οργάνωση. Η Ρόζα έβλεπε το SPD ως το κόμμα όλης της εργατικής τάξης με το επαναστατικό ρεύμα να προωθεί την επαναστατική γραμμή μέσω αυτού του κόμματος. Σε αντίθεση με τον Λένιν δεν είχε συνειδητοποιήσει εκείνη την εποχή τη σημασία της ξεχωριστής επαναστατικής οργάνωσης, της συσπείρωσης των πιο ταξικά συνειδητών, αποφασισμένων και πολιτικά συνειδητοποιημένων εργατών, στο δικό τους κόμμα για την καταπολέμηση του ρεφορμισμού και του εθνικισμού μέσα στο εργατικό κίνημα. Αυτή η λαθεμένη αντίληψη της Pόζας Λούξεμπουργκ θα είχε τελικά τραγικές συνέπειες για τη Γερμανική εργατική τάξη καθώς και για την ίδια την Λούξεμπουργκ.

Έτσι λοιπόν όταν ήρθε η μεγάλη προδοσία τον Αύγουστο του 1914, όλες οι επαναστατικές προφάσεις του SPD εξαφανίστηκαν με την έναρξη του πολέμου. Η σοσιαλδημοκρατία εγκατέλειψε κάθε δέσμευση της στο διεθνισμό της εργατικής τάξης και υποστήριξε τον πόλεμο της δική «της» μπουρζουαζίας. Οι εργάτες στη Γερμανία και σχεδόν παντού ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο και κατατάχθηκαν μαζικά για να σφαγιαστούν  ως «κρέας για τα κανόνια» στα χαρακώματα.

Όλοι οι βουλευτές του SPD με δυο μόνο εξαιρέσεις ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις. Η Λούξεμπουργκ και η μικρή ομάδα που την υποστήριζε ήταν τελείως απομονωμένη, μέσα σε ένα τελείως φιλοπόλεμο «σοσιαλιστικό» κόμμα και σχεδόν με κανένα μέσο στη διάθεση της για να παρουσιάσει τα αντιπολεμικά σοσιαλιστικά επιχειρήματα της στις μάζες.

Ωστόσο, μετά τον αρχικό ενθουσιασμό, τα βάσανα και οι κακουχίες των Γερμανών τελικά άρχισαν να υπονομεύουν την φιλοπόλεμη πολιτική του SPD και των αστικών κομμάτων. Παντού άρχισαν να ξεφυτρώνουν αντιπολεμικές διαδηλώσεις.

Το γεγονός αυτό ενθουσίασε τη Λούξεμπουργκ και τη γέμισε ελπίδες για το μέλλον. Τότε είχε γράψει: «Το σκηνικό έχει τελείως αλλάξει. Οι έξι βδομάδες πορείας στο Παρίσι έχουν μετατραπεί σε παγκόσμιο δράμα. Οι μαζικές δολοφονίες έχουν γίνει ένα μονότονο καθήκον και όμως η τελική λύση δεν είναι ούτε ένα βήμα κοντύτερα. Η καπιταλιστική εξουσία πιάστηκε στην ίδια της την παγίδα και δεν μπορεί πια να απαγορεύσει τη διάθεση που η ίδια δημιούργησε. Η παράλογη φρενίτιδα χάθηκε.»

Οι πρώτες όμως αυτές εκφράσεις εργατικής αντίθεσης στον πόλεμο σκόνταψαν καθώς δεν υπήρχε ξεκάθαρη πολιτική οργάνωση για να προσφέρει ηγεσία ή μια εναλλακτική λύση. Η αποτυχία της Λούξεμπουργκ και των συντρόφων της να χτίσουν ένα επαναστατικό κόμμα, ένα δικό τους κόμμα είχε τρομερές συνέπειες. Καθώς ο πόλεμος συνεχίζονταν και η πίεση μεγάλωνε, το SPD χωρίστηκε. Η αντιπολεμική αντιπολίτευση μέσα στο SPD διαγράφτηκε το 1916 και ξεκίνησε το χτίσιμο της Ομάδας Σπάρτακος. Η διαδικασία αυτή ήταν επίπονη, αργή και δύσκολη. H επίσημη ίδρυση έγινε το Νοέμβριο του 1918. Η εμπειρία της Λούξεμπουργκ και των συντρόφων της στη Γερμανία αποτελεί σημαντικό μάθημα για τους επαναστάτες. Αποδεικνύει ότι η οικοδόμηση μιας επαναστατικής οργάνωσης μόλις έχει ξεκινήσει η επαναστατική κατάσταση είναι μια διαδικασία που μάλλον συμβαίνει αργά. Είναι ζωτικής σημασίας να κατανοήσουμε ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να ξεκινήσει πολύ νωρίς και ότι πρέπει να εισέλθουμε σε αυτή την κατάσταση τουλάχιστον με μια εμβρυακή μορφή μιας πραγματικά επαναστατικής οργάνωσης, αν θέλουμε πραγματικά να πετύχουμε, όπως πέτυχαν οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία.

Η ώθηση στη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και στην έκρηξη του αντιπολεμικού και επαναστατικού αισθήματος δόθηκε το 1917 με την επανάσταση στη Ρωσία. Οι Μπολσεβίκοι άρχισαν αν μοιράζουν προκηρύξεις και εφημερίδες στους Γερμανούς στρατιώτες στο Ρωσικό μέτωπο. Η προπαγάνδα κατά της συνέχισης του πολέμου οδήγησε σε αναταραχή αρχικά μεταξύ των στρατιωτών και μετά μεταξύ των Γερμανών πολιτών. Το αποκορύφωμα αυτής της προπαγάνδας ήταν στα τέλη του Ιανουαρίου του 1918 μια γενική απεργία κατά του πολέμου στην οποία πήραν μέρος ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Στις 3 Μαρτίου η Σοβιετική Ρωσία είχε υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία.

Ο γερμανικός στρατός και η γερμανική μπουρζουαζία άρχισαν να απελπίζονται με την κατάσταση στο μέτωπο καθώς και με το εσωτερικό της χώρας και γενικότερα με τον πόλεμο εναντίον των Συμμαχικών Δυνάμεων.

Το Νοέμβριο, το ναυτικό στο Κίελο διατάχθηκε να πραγματοποιήσει μια αποστολή αυτοκτονίας εναντίον του Βρετανικού στόλου. Οι στρατιώτες όμως αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Αυτή η ναυτική ανταρσία επεκτάθηκε πολύ γρήγορα και μέσα σε λίγες μέρες οι εργάτες είχαν τον έλεγχο του Κιέλου και πολλών άλλων μεγάλων Γερμανικών πόλεων.

Όπως συνέβη και με τη Ρωσία, η επανάσταση αναπτύχθηκε υπερβολικά γρήγορα. Στις 7 Νοέμβρη, η Βαυαρική μοναρχία είχε ανατραπεί, τα συμβούλια των στρατιωτών και των εργατών είχαν υπό τον έλεγχό τους μεγάλα τμήματα της Γερμανίας και τελικά στις 9 Νοέμβρη, ο Κάιζερ εκθρονίστηκε. Δυο μέρες μετά, ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Η επανάσταση είχε θριαμβεύσει.

Είχε όμως τελικά πράγματι θριαμβεύσει;

Λίγες μέρες πριν πέσει ο Κάιζερ, οι Σπαρτακιστές είχαν καλέσει σε γενική απεργία για την επέκταση της επανάστασης. Στις 10 Νοέμβρη, εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και στρατιώτες βγήκαν στο Βερολίνο φωνάζοντας επαναστατικά συνθήματα. Η αστική τάξη ήταν τρομοκρατημένη και απελπισμένη. Είχε τελικά έρθει το τέλος της; Σε μια τελευταία προσπάθεια να διατηρήσει κάποιο έλεγχο στην όλη κατάσταση η μπουρζουαζία αντικατέστησε τον Κάιζερ με τον ηγέτη του SPD, Έμπερτ.

Ο Έμπερτ ήξερε ότι για να αποκαταστήσει την τάξη έπρεπε να  κερδίσει κάποια υποστήριξη από τους εργάτες του Βερολίνου. Ο Έμπερτ εμφανίστηκε στο Ράϊχσταγκ και ανακοίνωσε την ίδρυση της «Γερμανικής Δημοκρατίας». Λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο μακριά, από το μπαλκόνι του κατειλημμένου ανακτόρου των Xοετζόλερν, ο Καρλ Λήμπκνεχτ, ηγέτης των Σπαρτακιστών, ανακοίνωνε τη δημιουργία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Στις 11 Νοέμβρη επικρατούσε ένα κύμα επαναστατικού ενθουσιασμού σε ολόκληρη τη Γερμανία. Όλα τα σύμβολα της παλιάς τάξης συντρίφτηκαν και μαζικές εκδηλώσεις, διαδηλώσεις και εργατικές συνελεύσεις συζητούσαν τα καθημερινά προβλήματα. Παντού κυμάτιζε η κόκκινη σημαία και υπήρχε μια μεθυστική ατμόσφαιρα ευφορίας και εργατικής εξουσίας.

Κοιτάζοντας όμως κάτω από την επιφάνεια της νίκης των Γερμανών εργατών, υπήρχαν πολύ πιο πολύπλοκα και άλυτα προβλήματα. Οι πρώτες στιγμές της νίκης και του επαναστατικού ενθουσιασμού δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την οριστική νίκη των εργατών και την οριστική ήττα της παλιάς τάξης.

Πολλοί από τους εργάτες που συνεδρίαζαν στα εργοστάσια, βγάζοντας αποφάσεις και διαδηλώνοντας στους δρόμους ασχολούνταν με πολιτικά προβλήματα για πρώτη φορά· παρά τον προδοτικό ρόλο του SPD στον πόλεμο, για τους εργάτες αυτό ήταν το κόμμα τους και εκεί στράφηκαν για καθοδήγηση. Εδώ ακριβώς φάνηκε και η αδυναμία των Γερμανών κομμουνιστών. Η επαναστατική πρωτοπορία της Γερμανίας και οι υποστηρικτές τους δεν είχαν καν προσπαθήσει να χτίσουν μια επαναστατική οργάνωση πριν το 1918, δεν υπήρχε μια συνεκτική δύναμη επαναστατών για να προσφέρει την απαραίτητη ηγεσία. Συνεπώς η αντεπαναστατική ηγεσία του SPD μπόρεσε να ελέγξει την επανάσταση και ο Έμπερτ να παρουσιαστεί ως ο ηγέτης της.

Ωστόσο, εκείνη την στιγμή η κατάσταση ήταν ακόμα ευμετάβλητη. Το SPD ήθελε με κάθε τρόπο να αποκαταστήσει την τάξη ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει πάλι ομαλά ο Γερμανικός καπιταλισμός. Ωστόσο η δύναμη και η επιρροή της επαναστατικής αριστεράς στους δρόμους συνέχιζε να αυξάνεται. Υπήρχαν μαζικές εξεγέρσεις, απεργίες, διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη Γερμανία και στις 1 Ιανουαρίου, οι Σπαρτακιστές μαζί με άλλες κομμουνιστικές δυνάμεις ίδρυσαν το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΓ).

Τη στιγμή της ίδρυσής του το ΚΚΓ ήταν αρκετά μικρό, με μόνο μερικές εκατοντάδες μέλη και με λιγοστές ρίζες μέσα στην εργατική τάξη. Ωστόσο η ανάπτυξη και η επιρροή του μέσα στην εργατική τάξη τις πρώτες βδομάδες του 1919 φαίνονταν ασταμάτητη. Η αστική τάξη με τα δεκανίκια της, τους σοσιαλδημοκράτες, γνώριζαν ότι έπρεπε να ανακτήσουν τον έλεγχο και απολύοντας έναν... αστυνομικό διοικητή εκλεγμένο κατά τη διάρκεια μιας εργατικής κυβέρνησης κατάφεραν να προκαλέσουν μια σύγκρουση.

Με την απόλυση του ’ϊχορν, μέλους των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών (USPD) το SPD προκάλεσε τη μαζική απάντηση των Βερολινέζων εργατών. Ξεκίνησε μια γενική απεργία και περίπου 250.000 εργάτες διαδήλωσαν στο Κεντρικό Βερολίνο. Φαινόταν πως μια νέα καθαρά σοσιαλιστική φάση της επανάστασης θα ξεκινούσε χωρίς σοσιαλδημοκράτες «ηγέτες». Οι εργάτες άλλωστε είχαν καταφέρει να σταματήσουν τον πόλεμο, δεν θα σταματούσαν μια αντεπαναστατική κυβέρνηση;

Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 1919 αποδείχθηκε για μια ακόμα φορά η σημασία της επαναστατικής οργάνωσης. Η Pόζα Λούξεμπουργκ γνώριζε πολύ καλά ότι το προλεταριάτο του Βερολίνου δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την κρατική εξουσία σε όλη τη Γερμανία. Το ΚΚΓ  ήταν ακόμα πολύ μικρό και δεν είχε ακόμα σημαντική αξιοπιστία για να μπορέσει να πείσει τους εργάτες εναντίον μιας πρόωρης εξέγερσης. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να μπουν στην πρώτη γραμμή της επανάστασης όπως και έκαναν.

Οι αντεπαναστατικές κυβερνητικές δυνάμεις συνέτριψαν πολύ εύκολα την εξέγερση. Τα Φρίκορπς, μια «δημοκρατική» αντεπαναστατική δύναμη εθελοντών που αποτέλεσαν τον πρόδρομο των ναζιστικών συμμοριών, μπήκαν στο Βερολίνο και χρησιμοποίησαν ως αφορμή την αποτυχημένη εξέγερση για να χτυπήσουν συνολικά την επαναστατική αριστερά αμείλικτα. Στις 15 Ιανουαρίου δολοφονούν τη Λούξεμπουργκ και τον Λίμπνεχτ και η αντεπανάσταση εγκαθιδρύει ένα καθεστώς τρομοκρατίας σε ολόκληρο το Βερολίνο.

Η πρώτη φάση της Γερμανικής επανάστασης είχε τελειώσει και είχε ηττηθεί με τη δολοφονία των δυο σημαντικότερων ηγετών της (στη συνέχεια ακολουθούν οι δολοφονίες του Γκοχίγκες, του αναρχικού Λαντάουερ και η εκτέλεση από το «δημοκρατικό» κράτος του Λεβινέ συνολικά 30.000 εργατών). Ωστόσο, ο καπιταλισμός χρειάστηκε αρκετά χρόνια να σταθεροποιηθεί, με αρκετές επαναστατικές καταστάσεις που συντρίφτηκαν από τη δημοκρατία και τον φασισμό.

Η επανάσταση του 1918 είναι ένα σημαντικό παράδειγμα που μας γεμίζει ελπίδες για το μέλλον αλλά ταυτόχρονα μας προειδοποιεί. Μας γεμίζει ελπίδες καθώς δείχνει πως οι εργάτες και τα πιο καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνίας μπορούν να σταματήσουν πολέμους και να συντρίψουν μισητές κυβερνήσεις. Μας προειδοποιεί καθώς η αποτυχία της Λούξεμπουργκ και άλλων επαναστατών να οικοδομήσουν μια επαναστατική οργάνωση πριν την επανάσταση τους άφησε απομονωμένους και έβαλε σε θανάσιμο κίνδυνο τη Γερμανική επανάσταση. Επιπλέον, η αποτυχία της Γερμανικής επανάστασης του 1918 και συνολικότερα του επαναστατικού κύματος του 1917-23 άφησε τη Ρωσία απομονωμένη με τις δραματικές συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε· τέλος, όταν η σοσιαλιστική επανάσταση αποτυγχάνει έρχεται η ώρα της αντίδρασης με την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού.

Tα μαθήματα της Γερμανικής επανάστασης θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής: παλεύουμε για ένα κόσμο χωρίς πολέμους, εξαθλίωση και καταπίεση και χτίζουμε μια οργάνωση ικανή να μας οδηγήσει σε αυτό τον κόσμο.

Aρ. Mα.

 Η δυσανάλογη εμβέλεια γαλλικής και γερμανικής επανάστασης

 

Ο εκσυγχρονισμός με τον τρόπο του Χέγκελ

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ


Η συστηματική μελέτη του Χέγκελ για το αυτοσυνείδητο άτομο, για το Κράτος και για τη θεωρητική κατασκευή του θρησκευτικού λόγου -για το πώς, δηλαδή, η θρησκεία έπαιξε με το φαντασιακό και το συμβολικό για να καθησυχάσει το Πνεύμα και για να φτιάξει αυτή τη μείζονα και μεγαλειώδη εξωτερικότητα, στην οποία μπορεί να ξαναβρεθεί, μέσα από την πολλαπλότητα των τελετουργιών, η εσωτερικότητα των ατόμων και των λαών- εντάσσεται, μ' έναν τρόπο και παρά τις ενστάσεις, στην πολύπλευρη συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας, μέσω της παρέμβασης του Στέλιου Ράμφου. Σύμφωνα με αυτή «στα εκατόν εβδομήντα χρόνια ελεύθερου βίου... (οι Ελληνες) δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι φθάσαμε στο αυτοσυνείδητο άτομο και στο σύγχρονο κράτος», λόγω της «βυζαντινής μας εκκρεμότητας». Στο ιστορικό κενό της ματαιωμένης «ανθρωπιστικής αναγέννησης» της βυζαντινής κοινωνίας βρίσκεται η αιτία της μη ανάπτυξης της ατομικότητάς μας και γι' αυτό εκείνο που μας ενώνει με τον κόσμο είναι η συμπεριφορά και η θέση, δηλαδή οι ρόλοι και όχι η αυτοσυνείδηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, εκεί που ο «ευρωπαϊκός εγωισμός εκδηλώνεται με σκληρή ανταγωνιστικότητα», εμείς αντιπαραθέτουμε το μεγαλομανή «άνευ ατομικότητος παραδόσιμο ελληνικό ατομισμό». Και για τούτο, ο Στ. Ράμφος προτείνει στην πολιτική «να λάβει υπ' όψιν τα στοιχεία της νέας πραγματικότητος... να εναρμονίσει την ατομική ζωή με τον κοινωνικό βίο... να συνθέσει την ευθύνη της εσωτερικότητος με την υποχρεωτικότητα του εξωτερικού τύπου» και καλεί την Ορθόδοξη Εκκλησία να απομακρυνθεί από τον εθνοκεντρισμό και να γίνει περισσότερο ανθρωποκεντρική· να χωριστεί από το κράτος (Στέλιος Ράμφος: «Ιστορία στην κόψη του χρόνου», Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 58 και 64).

Μέσα σε αυτό το ακραιφνώς εγελιανό πλαίσιο της προβληματικής του εκσυγχρονισμού, η μελέτη του Κωστή Παπαγιώργη για τον Χέγκελ και τη γερμανική επανάσταση αποκτά πλήρως το νόημά της. Τα δε ερωτήματα γιατί «το γαλλικό έθνος έπλασε έναν από τους πιο αυθεντικούς πολιτικούς και πνευματικούς μύθους στην ιστορία της Ευρώπης», ενώ «αντίθετα, το γερμανικό έθνος, παρότι εκπήγασε από μια πνευματική και θρησκευτική επανάσταση, τον προτεσταντισμό, δεν της προσέδωσε το ανάλογο κύρος», καθώς και η αναζήτηση των συνεπειών «στην καθολική μοίρα της Ευρώπης» από αυτή τη δυσανάλογη εμβέλεια των επαναστάσεων των δύο λαών, έχουν δεσπόζουσα και ιδιαίτερη σημασία. Αν και ο Χέγκελ τα απαντά άμεσα, αποδίδοντας τη διαφορά της εμβέλειας των δύο επαναστάσεων στην «πλάνη του Λόγου» και στη διάκριση μεταξύ της «αληθινής ιστορίας» και της «επιφαινόμενης ιστορίας»· όπου η πρώτη βαίνει προς μία ανάπτυξη του Λόγου, ενώ η δεύτερη δεν είναι παρά το θέαμα της ασυνάφειας, του πάθους και της βίας. Οι δύο ιστορίες δεν παρατίθενται ούτε αντιπαρατίθενται, καθώς η ιστορία πραγματοποιείται μέσω των παθών: «Τίποτα μεγάλο δεν ολοκληρώνεται, μέσα στον κόσμο, χωρίς τα πάθη». Το πάθος είναι η επιγενόμενη πράξη με σκοπό την επίτευξη των ίδιων συμφερόντων των «μεγάλων ανδρών», οι οποίοι, χωρίς να το γνωρίζουν, επιτελούν τους λογικούς σκοπούς της ιστορίας. Με άλλα λόγια το συμφέρον και η επιθυμία είναι τα μέσα που μετέρχεται το «Πνεύμα του κόσμου» για να πραγματώσει τους σκοπούς του και να ανυψωθεί στη συνείδηση. Οι ατομικές συνειδήσεις βρίσκονται, ακουσίως, στην υπηρεσία εκείνου το οποίο τις υπερβαίνει. Ετσι, αν και η ναπολεόντεια δικτατορία βρίσκεται, κατ' αρχήν, στην υπηρεσία των εγωιστικών συμφερόντων του Ναπολέοντα, στη συνέχεια θα συνεισφέρει στην ανάπτυξη της ελευθερίας, επειδή, χάρις σ' αυτή, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης θα διαδοθούν σε όλη την Ευρώπη. Αυτή είναι «η πλάνη του Λόγου».

Η Γαλλική Επανάσταση, για τον Χέγκελ, είναι μία στιγμή-κλειδί της ιστορίας, καθώς για πρώτη φορά οι άνθρωποι τείνουν, εκούσια και χωρίς την παρέμβαση του δόλου της λογικής, να πραγματοποιήσουν την ελευθερία, την ηθική και τη λογική, περνώντας, κατ' αυτό τον τρόπο, από το στάδιο της «συνείδησης καθ' εαυτής» -της συνείδησης ως αίσθηση- στο στάδιο της «αυτοσυνειδησίας» -συνείδηση που εμπεριέχει την επιθυμία και το αίτημα αναγνώρισης. Δι' αυτού του τρόπου η ιστορία συνειδητοποίησε το σκοπό της, αλλά, δυστυχώς, η Επανάσταση, παρά το γεγονός ότι είχε ως αποτέλεσμα την έλευση του σύγχρονου κράτους, χάθηκε μέσα στην τρομοκρατία και, εν τέλει, κύλησε, με τον Ναπολέοντα, στην «πλάνη του Λόγου». Συνεπώς, αν και το νόημα βρέθηκε, η ιστορία δεν τελείωσε. Απομένει η πραγμάτωση του περιεχομένου της ιστορίας και το πέρασμα του ανθρώπου στο στάδιο «της συνειδήσεως καθ' εαυτής και δι' εαυτής»· μιας αυτοσυνείδησης, δηλαδή, που μέσω της Γνώσης υπερβαίνει τις ψευδοδιαμεσολαβήσεις, εξέρχεται από τον εαυτό της και το υποκείμενο γίνεται, συγχρόνως, και αντικείμενο, τουτέστιν Λόγος.

Οσο για τη γερμανική επανασταση, αυτή βρίσκει στη Μεταρρύθμιση την αυθεντική ενεργοποίηση του χριστιανικού μηνύματος. Η πρώτη μεγάλη ανατροπή θα προκύψει με την αποενοχοποίηση, μέσω της μη αναγνώρισης της αμαρτίας. Ο Λούθηρος θα προτείνει την «απελευθέρωση της ψυχής» όχι με την αποχή από την αμαρτία αλλά με τη βύθιση μέσα σ' αυτή. Ωστόσο, κατά τον Χέγκελ, «ο προτεσταντισμός στράφηκε προς έναν αισχρό και σχοινοτενή στοχασμό πάνω στην υποκειμενική κατάσταση της ψυχής (...) και για πολύ καιρό διατήρησε το χαρακτήρα του εσωτερικού βασάνου και μιας άθλιας κατάστασης...». Οι Γερμανοί, από την εποχή της Μεταρρύθμισης, θα διαμορφώσουν μια ιδέα για την ελευθερία που έχει μόνο «εσωτερική αξία», και έτσι η πλήρωση της ζωής θα επιδιώκεται «ένδοθεν» και όχι «έξωθεν». Ο Λούθηρος θα πραγματώσει μεν την υποκειμενική ελευθερία, αλλά θα εγκαταλείψει την υποκειμενικότητα στις ίδιες της τις δυνάμεις, που είναι ανεπαρκείς, καθώς «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» δεν αρκεί και απαιτεί την πολιτική διάσταση. Η αλήθεια της λουθηρανικής κριτικής, συνεπώς, δεν είναι παρά η Γαλλική Επανάσταση. Εν άλλοις λόγοις, αν η θρησκεία και η τέχνη είναι εκδηλώσεις του Λόγου και αποκαλύπτουν τι είναι το Πνεύμα, το πραγματικά συγκεκριμένο Πνεύμα, κατά τον Χέγκελ, είναι η συλλογικότητα των ατόμων, είναι το Κράτος, ως σημασιακή ενότητα αυτού του συστήματος αντιφάσεων -και όχι το ευρύτερο Πολιτικό πεδίο.

Συνεπώς, όπως επισημαίνει ο Κ. Παπαγιώργης «Οι Γερμανοί επαναστάτησαν πνευματικά για να υπακούσουν πολιτικά, ενώ οι Γάλλοι προέβαλαν την πολιτική Επανάσταση ως συνέπεια του Διαφωτισμού», δηλαδή την αποδέσμευση από τον Μεσαίωνα με πολιτικούς όρους. Στη Γαλλία ο Διαφωτισμός στράφηκε ευθέως κατά της Εκκλησίας, αναπτύσσοντας μια «διττή συνείδηση: από τη μια το ιερό και από την άλλη την εγκοσμιότητα», ενώ στη Γερμανία εκπορεύθηκε από τη θεολογία, παρέχοντας τη δυνατότητα ανάπτυξης του Δικαίου ως βάση για την «ευημερία του συνόλου», αλλά πάντα σύμφωνα με την προτεσταντική αρχή της ατομικής ελευθερίας. Με άλλα λόγια, η γαλλική Επανάσταση θα προέλθει «από τα κάτω», ενώ η γερμανική «άνωθεν».

Ας μας επιτραπεί, εδώ, να διακρίνουμε το βασικό σημείο που επικαιρικοποιεί το εγχείρημα του Κ. Παπαγιώργη και το οποίο είναι ο κατά Χέγκελ προτεσταντικός «χωρισμός του έσωθεν από το έξωθεν», που συνετέλεσε στη διαμόρφωση της «υποκειμενικότητας» ως χαρακτηριστικής «μορφής του παγκόσμιου πνεύματος». Στη Γαλλία, το γεγονός ότι η πίστη δεν εσωτερικεύθηκε οδήγησε στη ρήξη με τη θεολογία, κάτι που δεν χρειάστηκε να συμβεί στη Γερμανία, καθώς, εκεί, περιέσωσαν την αρχή της ελευθερίας μέσα στην ίδια τη θρησκεία: «Η πίστη δεν συνιστά το έτερον του Λόγου αλλά είναι ο ίδιος ο Λόγος που εκφράζεται ασυνειδήτως, ως παράσταση και όχι ως έννοια, οπότε σύνολη η θρησκεία ταυτίζεται με την ανθρώπινη συνείδηση» και δεν είναι επ' ουδενί μία «άλογη πλάνη». Εντέλει, ό,τι οι προτεστάντες κέρδισαν με τη θρησκευτική επανάσταση και τη βία του πνεύματος, ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός θα πασχίσει να το κερδίσει μέσω της αθεΐας και των όπλων. Ο ίδιος ο Χέγκελ εκκοσμικεύοντας το χριστιανικό Πνεύμα θα «προβάλει το δράμα του Χριστού πάνω στο σώμα της Ιστορίας». Μόνο που «η Αποκάλυψη δεν αφορά την έξοδο από την Ιστορία αλλά το ίδιο το Κράτος». Ως «κληρονόμο και αποπερατωτή της Δυτικής σκέψης» χαρακτηρίζει ο Κ. Παπαγιώργης τον Χέγκελ, ο οποίος οικοδόμησε εκ του μηδενός ένα σύμπαν που «μόνο ως πολεμική μηχανή μπορεί να λειτουργήσει»!

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

11/12/2003