Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

30 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ

Θα δούμε τους Αμερικανούς να ταπεινώνονται και στο Ιράκ;

Σαϊγκόν, Μάι Λάι, Τρανγκ Μπανγκ. Η ιστορία του πολέμου στο Βιετνάμ είναι γραμμένη με μαύρες σελίδες από τα εγκλήματα των αμερικανών εισβολέων και των ντόπιων συμμάχων τους. Εγκλήματα που, για κακή τους τύχη, αποθανατίστηκαν από το φωτογραφικό φακό, πυροδοτώντας ένα τεράστιο αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ και όλο το δυτικό κόσμο. Το στίγμα του αντιαμερικανισμού έμελλε να μείνει ανεξίτηλο στην ανθρωπότητα. Η εν ψυχρώ εκτέλεση του αιχμαλώτου Βιετκόνγκ από τον αρχηγό της αστυνομίας του Θιέου, η σφαγή 300 χωρικών από τους αμερικανούς πεζοναύτες και το γυμνό, καμένο από τις ναπάλμ κορμί της Κιμ Πακ, που έτρεχε να ξεφύγει από την πύρινη κόλαση, είναι τρεις σκηνές που χάραξαν τις συνειδήσεις περισσότερο κι από χιλιάδες βιβλία ή πύρινους αντιιμπεριαλιστικούς λόγους και θα ισοδυναμούν για πάντα με μνημεία. Οι τελευταίες σελίδες αυτής, της ίδιας ιστορίας είναι, από τότε μέχρι και σήμερα, ο μεγαλύτερος εφιάλτης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αλλά και το σημείο αναφοράς όλων των λαών που αγωνίζονται για την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους. Τα φέρετρα, που κατά χιλιάδες φτάνουν στις ΗΠΑ, οι πανικόβλητοι Αμερικανοί που προσπαθούν να αποδράσουν από την Σαϊγκόν, σκαρφαλωμένοι στην ταράτσα της πρεσβείας τους, οι νοτιοβιετναμέζοι στρατιώτες που πετούν όπως-όπως τις στολές τους για να μην αναγνωριστούν από τις δυνάμεις των Βιετκόνγκ που μπαίνουν θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα, την οποία και κατέλαβαν στις 30 Απριλίου του 1975 – όλα αυτά είναι εικόνες που ξαναζωντανεύουν στους δρόμους της Βαγδάτης και της Φαλούτζα και κυνηγούν ανελέητα τον Μπους και τον Ράμσφελντ, που τρέμουν και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να βρεθούν στη θέση του Κένεντι, του Νίξον και του ΜακΝαμάρα.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα, εάν κανείς επιχειρήσει να κάνει μια αναζήτηση στο αρχιπέλαγος του Διαδικτύου με τη λέξη «Βιετκόνγκ», θα γνωρίσει μια έκπληξη: Το «ψαχτήρι» θα τον παραπέμψει στο ομώνυμο…βίντεο-γκέιμ, το οποίο κυκλοφόρησε στις 17 Απριλίου του 2003 – περίπου ένα μήνα δηλαδή μετά την εισβολή στο Ιράκ και λίγες μέρες πριν ο Μπους κηρύξει το τέλος του πολέμου ο οποίος μόλις άρχιζε – όπως τότε είχαμε γράψει. Ακόμη και η αναζήτηση με βάση τη λέξη «Βιετνάμ», θα οδηγήσει σε πληροφορίες για τα τουριστικά αξιοθέατα της χώρας ή σε ένα αφιέρωμα του τελευταίου τεύχους του περιοδικού Νιούζγουϊκ, το οποίο χαρακτηρίζει το Βιετνάμ ως την τελευταία «τίγρη» της Ασίας, αναφερόμενο στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, τις μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες, αλλά και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν ώστε να λειτουργήσει αποτελεσματικά η οικονομία της αγοράς. Όσο κι αν προσπαθήσουν, όμως, αυτή η ιστορία δεν ξαναγράφεται εύκολα. Θα είναι για πάντα μια κόκκινη τίγρης, που θα τους τρώει τα σωθικά. To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ θυμάται όμως και βγάζει τα αναγκαία μαθήματα από εκείνο τον επικό αγώνα. Και μετά από το άρθρο του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΗΧΟΥ  που δημοσίευσε στις 17/11/2003

http://www.anatolikos.com/istoria/bietnam1711.htm , και ένα ακόμα για το Χο Τσι Μινχ http://www.anatolikos.com/istoria/xo151.htm , σήμερα δημοσιεύει ένα άρθρο του συνεργάτη μας ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ.

Το έργο του Γκιάπ, που μαζί με τον Χό Τσί Μινχ, καθοδήγησε αυτό τον αγώνα, θα μείνει στην ιστορία. Οι αμερικανοί δεν μπορούν ούτε σήμερα να τον ξεχάσουν. Στοιχειώνει στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, σε ολόκληρο τον κόσμο που στο όνομα της αντιμετώπισης της «τρομοκρατίας» δέχεται αλύπητα χτυπήματα από τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές δολοφόνους. Αυτοί, λοιπόν, δεν ξεχνούν το Βιετνάμ. Τρέμουν στη θύμηση του. Εμείς; Εμείς το θυμόμαστε 30 χρόνια μετά;

«Η πεποίθησή μου είναι ότι η στρατιωτική αμερικανική βοήθεια, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν μπορεί να τσακίσει έναν εχθρό που βρίσκεται ταυτόχρονα παντού και πουθενά, έναν “εχθρό του λαού” που έχει την υποστήριξη και τη συμπάθεια όλου του λαού {…} Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το να επέμβουν μονόπλευρα και να στείλουν στρατεύματα στο πιο δύσκολο σημείο του κόσμου, γεννιέται μια κατάσταση πιο δύσκολη ακόμη και από αυτή που γνωρίσαμε στην Κορέα». Τα προφητικά αυτά λόγια έρχονται από το 1954, λίγο μετά από τη συντριβή των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου, που σήμανε το οριστικό τέλος της αποικιοκρατικής παρουσίας τους στη χερσόνησο της Ινδοκίνας. Ανήκουν δε στον τότε νέο και λαμπρό Δημοκρατικό γερουσιαστή της Μασαχουσέτης και μελλοντικό πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζον Κένεντι, από ομιλία του ενώπιον της Γερουσίας. Κι όμως, ήταν ο ίδιος ο Κένεντι που αγνόησε την προφητεία και, αφού ανέλαβε πρόεδρος τον Ιανουάριο του 1961, άρχισε να βάζει τις ΗΠΑ όλο και πιο βαθιά μέσα στις ζούγκλες του Βιετνάμ, από όπου εκδιώχθηκαν κακήν-κακώς 15 σχεδόν χρόνια αργότερα.

Φυσικά, αυτή δεν ήταν η μοναδική επιθετική ενέργεια του Κένεντι, η στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Στη σύντομη θητεία του, μέχρι να δολοφονηθεί στις 22 Νοεμβρίου του 1963, ο Κένεντι φέρνει την ανθρωπότητα κυριολεκτικά μια αναπνοή από τον πυρηνικό όλεθρο, στη διάρκεια της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα. Φεύγοντας δε από τη ζωή, άφησε παρακαταθήκη στον διάδοχό του, τον επίσης Δημοκρατικό, Λίντον Τζόνσον, 15.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Βιετνάμ.

Ο Τζόνσον ακολούθησε την ίδια πολιτική, κλιμακώνοντας την επέμβαση. Ήταν φανερό ότι η ιμπεριαλιστική επέμβαση και η επίθεση σε όλα τα μέτωπα εναντίον της ΕΣΣΔ, των συμμάχων της και γενικότερα της «κόκκινης απειλής» ήταν η επιλογή της αμερικανικής αστικής τάξης. Απλώς, οι συγκυρίες έφεραν τους Δημοκρατικούς να κατέχουν την εξουσία τη στιγμή που αυτή η επιλογή έπρεπε να πάρει σάρκα και οστά – αντίστοιχα, λίγα χρόνια αργότερα, το βάρος της συνθηκολόγησης έπεσε στους ώμους του Ρεπουμπλικανού Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος από την πρώτη στιγμή του στον Λευκό Οίκο, το 1969, επεξεργάστηκε και έθεσε σε εφαρμογή την περίφημη πολιτική της «βιετναμοποίησης», που δεν σήμαινε τίποτε άλλο από την σταδιακή απαγκίστρωση των ΗΠΑ από έναν πόλεμο, ο οποίος έμοιαζε να είναι ήδη χαμένος.

Τα αίτια που επέβαλαν στις ΗΠΑ τη συγκεκριμένη κάθε φορά στάση δεν είναι δύσκολο να τα κατανοήσει κανείς. Η ραγδαία άνοδος των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο σύντριβε τα υπολείμματα του παλιού αποικιοκρατικού καθεστώτος, βυθίζοντας σε κρίση τις μεγάλες ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (κυρίως Βρετανία και Γαλλία), οι οποίες ήταν φανερό ότι, μετά την καταπόνηση που υπέστησαν στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και την καταστροφή μεγάλου μέρους των παραγωγικών τους δυνάμεων, δεν μπορούσαν πλέον να συντηρήσουν τις αποικίες και τις φιλοδοξίες τους. Παράλληλα, η γοητεία που ασκούσαν σε δεκάδες χώρες το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο», ο γκεβαρισμός, αλλά και το Κίνημα των Αδεσμεύτων, που είχε ιδρυθεί το 1955 στη συνδιάσκεψη της Μπαντούνγκ, έθεταν εν αμφιβόλω τους παγκόσμιους συσχετισμούς που κληροδότησαν στον κόσμο οι συμφωνίες των μεγάλων με το τέλος του πολέμου, γεννώντας και ενισχύοντας επικίνδυνα για τη Δύση σκιρτήματα.

Ο άνεμος αυτός ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να μείνει έξω από τα σύνορα των ΗΠΑ και της δυτικής, καπιταλιστικής Ευρώπης. Άλλωστε, η διαφαινόμενη κάμψη των αρχικά φρενηρών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης που παρατηρήθηκαν μεταπολεμικά, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη πίεση των εργατικών διεκδικήσεων, έκαναν το «κοινωνικό συμβόλαιο» να μοιάζει αδύναμο να συγκρατήσει την πλημμυρίδα.

Η Ουάσιγκτον, που είχε ήδη αναλάβει τα ηνία του καπιταλιστικού κόσμου, ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει στις προκλήσεις, ενώ η Μόσχα, με το συσσωρευμένο κύρος της Οκτωβριανής Επανάστασης και των 20 εκατομμυρίων νεκρών στον πόλεμο κατά του Χίτλερ και παρά τις εξόφθαλμες και εγκληματικές στρεβλώσεις των προηγούμενων δεκαετιών, άρχιζε να καταλαβαίνει ότι η επιρροή της κάθε άλλο παρά εξαντλούνταν στο εσωτερικό του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ».

Οι δύο υπερδυνάμεις, μαζί με τη φιλόδοξη αλλά αδύναμη Κίνα του Μάο, όφειλαν να ξεκαθαρίσουν το «ποιος-ποιον», προκειμένου να επιβάλουν τις νέες ισορροπίες στη διεθνή σκηνή. Έτσι, ουσιαστικά, στους πολέμους της Κορέας και του Βιετνάμ, όπως και στην κρίση των πυραύλων στην Κούβα, δοκιμάστηκαν και κρίθηκαν τα όρια της καθεμίας από τις μεγάλες δυνάμεις, τα οποία όλες τους λίγο-πολύ σεβάστηκαν στη συνέχεια (με εξαίρεση ίσως το Αφγανιστάν), μέχρι την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η εξέλιξη της ιστορίας θα μπορούσε βεβαίως να είναι διαφορετική. Διότι η αλήθεια είναι ότι η ηρωική εποποιϊα που έγραψαν οι Βιετναμέζοι και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, υποχρεώνοντας σε ήττα και ταπεινωτική υποχώρηση τη μία από τις δύο υπερδυνάμεις της εποχής, καθώς και οι τεράστιες ρωγμές που αυτός ο πόλεμος δημιούργησε στο εσωτερικό των ΗΠΑ και ολόκληρου του καπιταλιστικού κόσμου, σφραγίζοντας τα κινήματα του ’68, έκαναν πολλούς να πιστεύουν ότι ένα νέο, εξίσου ορμητικό επαναστατικό ρεύμα ήταν προ των πυλών, ακόμη και στο εσωτερικό της ανεπτυγμένης Δύσης.

Και πώς να μην το πιστεύουν, δηλαδή: Μέσα στα χρόνια του πολέμου, οι Αμερικανοί έριξαν στο Βιετνάμ δέκα και πλέον εκατομμύρια τόνους βόμβες, δηλαδή διπλάσιες από όσες είχαν ρίξει σε όλα τα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και έντεκα φορές περισσότερες σε σχέση με τον πόλεμο της Κορέας. Πάνω από ένα εκατομμύριο Βιετναμέζοι έχασαν τη ζωή τους, φέρνοντας την αναλογία με τους 58.000 νεκρούς Αμερικανούς (από τα 2.700.000 συνολικά που πολέμησαν στο Βιετνάμ) περίπου στο είκοσι προς ένα, ενώ αμέτρητες εκτάσεις γης κατακάηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς. Το δε κόστος του πολέμου ήταν επίσης δυσθεώρατο για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, ξεπερνώντας τα 7 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που σε αναλογία είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο που αφορά τον πόλεμο και την κατοχή του Ιράκ σήμερα.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές δεν κατάφεραν να νικήσουν το λαό που πάλευε ενωμένος για λευτεριά και ανεξαρτησία – όπως ακριβώς δεν είχαν καταφέρει να τον νικήσουν ούτε οι Γάλλοι στη δεκαετία 1945-1955, σε έναν πόλεμο που διεξαγόταν «με δολάρια αμερικανικά και αίμα γαλλικό». «Το Ντιεν Μπιεν Φου δεν είναι μόνο μια νίκη για όλους τους αδύναμους λαούς που παλεύουν για να αποτινάξουν το ζυγό των ιμπεριαλιστών και των αποικιοκρατών», έγραφε την επομένη της μεγαλειώδους νίκης κατά των Γάλλων ο θρυλικός στρατηγός Γιάπ. Είχε απόλυτο δίκιο – φανταστείτε λοιπόν τι σήμαινε για τους αγωνιστές όλου του κόσμου η απείρως πιο σημαντική και εντυπωσιακή κατάληψη της Σαϊγκόν: έναν πραγματικό σεισμό!

Τα πράγματα, όμως, όπως εξάλλου όλοι γνωρίζουμε πλέον, δεν εξελίχθηκαν έτσι όπως πολλοί περίμεναν τότε. Οι επαναστατικές ιδέες και πρωτοπορίες φάνηκαν ανίκανες να συλλάβουν, να αφομοιώσουν και να εκμεταλλευτούν τη σαρωτική προέλαση των Βιετκόνγκ, πριονίζοντας ακόμη περισσότερο τα ποδάρια του ήδη κλονισμένου καπιταλισμού. Όσο για το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο», αποδείχθηκε ότι κάθε άλλο παρά ήθελε να παραβιάσει τις συμφωνίες κυρίων και κορυφών που είχε συνάψει. Αλλά, τελικά, γι’ αυτό και ηττήθηκε.

 

Θα δούμε τους Αμερικανούς να ταπεινώνονται και στο Ιράκ;

 

Τότε ήταν το Μάι Λάι, τώρα είναι η Φαλούτζα, έγραψε πρόσφατα ένας επισκέπτης από τη Βοστόνη στο ειδικό βιβλίο που έχει ανοίξει στην πόλη Χο Τσι Μινχ, όπως ονομάζεται πλέον η Σαϊγκόν, για την 30ή επέτειο από την κατάληψή της από τους Βιετκόνγκ, η οποία σήμανε και την οριστική ήττα των Αμερικανών και των ανδρεικέλων τους. Από την πλευρά του ο Παμ Σανχ Τσάου, αναπληρωτής διευθυντής του ινστιτούτου διεθνών σχέσεων του Ανόι, αν και καταδικάζει την ισλαμική τρομοκρατία και τις επιθέσεις εναντίον αθώων (όπως τις καταδίκασε λίγο πριν πεθάνει και ο πορθητής της Σαϊγκόν, στρατηγός Βαν Ντιεν Ντουνγκ, το έτερο μισό του Γκιάπ στο πεδίο της μάχης), δηλώνει ότι αυτοί που φτάνουν να δώσουν τη ζωή τους σε μία επίθεση αυτοκτονίας έχουν αναμφίβολα βαθιά πίστη σε αυτό που κάνουν. «Στο Βιετνάμ – λέει – ήμασταν όλοι έτοιμοι να θυσιαστούμε για την ελευθερία μας. Σημαίνει μήπως αυτό ότι ήμασταν ένα έθνος καμικάζι; Ασφαλώς και όχι».

Δεν είναι μυστικό ότι οι παραλληλισμοί ανάμεσα στους δύο πολέμους έγιναν εξαρχής, προτού καν δοθεί το σύνθημα για την εισβολή. Είναι μια συζήτηση που ποτέ δεν σταμάτησε – το αντίθετο, μάλιστα: Λίγοι οι εφιάλτες που ξεπηδούν μέσα από τη συλλογική ιστορική μνήμη, λίγο το αδιέξοδο στο οποίο φαίνεται να έχει οδηγηθεί η κατάσταση στο Ιράκ και η θλιβερή εικόνα που παρουσιάζουν οι υποτακτικοί της Ουάσιγκτον (είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν περάσει σχεδόν εκατό μέρες από τις εκλογές-φάρσα και δεν έχουν καταφέρει να συμφωνήσουν ούτε για το πώς θα μοιράσουν τα υπουργεία της κυβέρνησης!), λίγο οι αυξανόμενες απώλειες των Αμερικανών και των συμμάχων τους που πλησιάζουν τους 2.000 νεκρούς και πάνω από 10.000 τραυματίες σε δύο χρόνια, το γεγονός είναι ότι το ενδεχόμενο μετατροπής του Ιράκ σε ένα δεύτερο Βιετνάμ για τις ΗΠΑ παραμένει ισχυρό.

Εξάλλου, οι ομοιότητες υπάρχουν. Πέρα από τα όσα ήδη αναφέρθηκαν νωρίτερα, αξίζει να σημειώσουμε και τα εξής: Στο Ιράκ, όπως και στο Βιετνάμ, οι δυνάμεις κατοχής βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα εχθρό που είναι «ταυτόχρονα παντού και πουθενά», έχει διαβρώσει τις δημόσιες υπηρεσίες και τις δυνάμεις ασφαλείας του νέου καθεστώτος, διαθέτει σημαντική λαϊκή υποστήριξη, ειδικά στις σουνιτικές περιοχές, ενώ διαθέτει σημαντική εμπειρία και τεχνογνωσία στη διεξαγωγή ανταρτοπόλεμου, με σκοπό να διαφυλάσσει τις δυνάμεις του, χτυπώντας και προξενώντας απώλειες όταν και όπου κρίνει αναγκαίο, όπως αποδείχτηκε και στη μάχη της Φαλούτζα.

Παρά το γεγονός ότι ο Μπους και ο Ράμσφελντ αρνούνται να το παραδεχθούν δημοσίως, δεκάδες στρατηγικοί αναλυτές προειδοποιούν πως έχει ήδη καταστεί σαφές ότι στρατιωτική συντριβή των ανταρτών είναι απίθανο να επιτευχθεί και καλούν την κυβέρνηση και το Πεντάγωνο να επεξεργαστούν μια στρατηγική απεμπλοκής από το Ιράκ. Κατά μία έννοια, αυτή η στρατηγική φαίνεται ότι μοιάζει πολύ με την αντίστοιχη του Νίξον: Τοποθέτηση μιας σχετικά ισχυρής ντόπιας κυβέρνησης και ενίσχυση των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας, ώστε να είναι σε θέση να ελέγξουν και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις επιθέσεις και την όποια άλλη δραστηριότητα των ανταρτών.

Δεν αποκλείεται μάλιστα, αυτή τη φορά να αντιστραφούν οι ρόλοι Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών σε σχέση με τον πόλεμο του Βιετνάμ – να είναι δηλαδή οι πρώτοι, υπό τον Μπους, που θα έχουν εισβάλει και θα έχουν πληρώσει το μεγαλύτερο τίμημα για να έρθουν οι δεύτεροι, το 2008 και ίσως υπό τη Χίλαρι Κλίντον, να προωθήσουν την απεμπλοκή και την αποχώρηση των στρατευμάτων τους από τη χώρα.

Αυτό όμως που δυστυχώς δεν θα πρέπει να θεωρείται καθόλου δεδομένο – παρά τους πόθους εκατομμυρίων ανθρώπων και, φυσικά, τους δικούς μας – είναι ότι οι Αμερικανοί θα φύγουν ηττημένοι και εκδιωγμένοι από τη Βαγδάτη, όπως και τότε από τη Σαϊγκόν και ότι σύντομα θα γίνουμε μάρτυρες μιας εντυπωσιακής ενέργειας, ανάλογης με την «επίθεση του Τετ» του 1968, που θα αποτελέσει τον προάγγελο του επερχόμενου θριάμβου. Διότι είναι προφανές ότι, πέρα από τις ομοιότητες, υπάρχουν εξίσου πολλές διαφορές, οι οποίες μάλιστα ενδέχεται να αποδειχθούν πιο καθοριστικές για την τελική έκβαση αυτού του πολέμου.

Η κυριότερη, φυσικά, από όλες τις διαφορές θα πρέπει να αναζητηθεί στα χαρακτηριστικά της ιστορικής περιόδου του τότε και του σήμερα. Έτσι, είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι, ενώ οι Βιετκόνγκ είχαν τουλάχιστον δύο μεγάλες «πηγές» από τις οποίες μπορούσαν να προμηθεύονται όπλα και να αντλούν, έστω και με το σταγονόμετρο, πολιτική στήριξη (ΕΣΣΔ και Κίνα), η ιρακινή αντίσταση είναι κυριολεκτικά περικυκλωμένη. Αυτό όμως που παίζει καθοριστικό ρόλο είναι η απουσία ενός συνεκτικού οράματος και μοντέλου, με παγκόσμια εμβέλεια και αναφορά, που θα μπορούσε να κρατήσει ένα λαό σε διαρκή κίνηση και να τον καθιστά πρόθυμο να συνεχίσει να πληρώνει βαρύ φόρο αίματος μέχρι να στεφθεί νικητής.

Η εμφανής αδυναμία των παραδοσιακών αντιιμπεριαλιστικών ρευμάτων του αραβικού εθνικισμού να αντιπαρατεθούν μέχρι τέλους και νικηφόρα με τις επελαύνουσες δυνάμεις του κεφαλαίου (όπως φαίνεται από τις εξελίξεις στη Λιβύη, τον Λίβανο, τη Συρία, ακόμη και στη μετά-Αραφάτ Παλαιστίνη) καθιστούν ακόμη πιο δυσμενείς τους συσχετισμούς. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι η μάχη έχει χαθεί. Αντιθέτως, υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι το Ιράκ μπορεί τελικώς να αποτελέσει το σημείο καμπής, όπου θα ανακοπεί η ορμή των σύγχρονων σταυροφόρων.

Και πάλι, πάντως, πολλά θα κριθούν στο εσωτερικό της Δύσης. Αν όχι τα περισσότερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Έναρξη Μάιος 2002

 

10/05/2005