Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ (και ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ)(ΜΑΡΤΥΡΙΑ)

Πο­λι­τι­σμός
και Φυσι­κή
Eπιλογή

 

Ανδρών επιφανών πάσα γυνή τάφος

 

 

Κων­στα­ντί­νος Δημ. Μα­ρί­τσας

Η­λε­κτρο­λό­γος Μηχα­νι­κός ΑΣ Η/Μ του Ε­ΜΠ

 

 

 

«Με­τά το θά­να­τό σου

θα ’σαι ό,τι ή­σου­να

και προ­τού γεν­νη­θείς.»[1]

 

«Ό­ταν κοι­τά­ζου­με στο σκο­τά­δι,

ο κα­θέ­νας βλέ­πει

με το δι­κό του τρό­πο.»[2]

 


 

Αφιερώνω το βιβλίο στις γυναίκες,

που μου χάρισαν τον έρωτα!

 

(Τα κείμενα που δημοσιεύουμε, τα λάβαμε από το σύντροφο Κώστα Μαρίτσα)

 

«ο πατέρας μου ήταν μορφή στην Βουλγαρία και ο πρώτος διαφωνών με το σύστημα. Μας διώξαν το 1972!!!

Έχει γράψει διδακτορικό για την Κύπρο για το οποίο τον κυνήγησαν. Εγώ  το εξέδωσα στην μνήμη του.

Επειδή το ΚΚ δεν με ξέρει, ή δεν θέλει, δημοσίευσα την μαρτυρία του, που πήρα από την ΔΣ της Βουλγαρίας, στο δικό μου βιβλίο Πολιτισμός και Φυσική επιλογή.

μφχ

Καλές Γιορτές

Κ.Μαρίτσας»

 

 

 

 

 

 

Εξήγηση της Τρομοκρατίας

 

Γιατί όμως ό­ταν έ­νας πλη­θυ­σμός αυ­ξη­θεί υ­περ­βο­λι­κά, ανα­πτύσ­σο­νται μη­χα­νι­σμοί (αυ­το)κα­ταστρο­φής του; Η απάντηση του Δαρβίνου είναι αξιωματική, το δέχεται σαν Αρχή! Θα προσπαθήσω να δώσω εδώ την απάντηση, χωρίς αρχές κτλ. Όπως θα αναφερθεί στο βιβλίο: Ο πόλε­μος γί­νε­ται για το δι­καί­ω­μα α­να­πα­ρα­γω­γής, για την «ω­ραί­α Ε­λέ­νη». Το έ­παθλο του νι­κη­τή εί­ναι το δι­καί­ω­μα α­να­πα­ρα­γω­γής. Το έπαθλο για το νικητή είναι "η υποχρέωση" της αναπαραγωγής. Όσο τα ζώα δεν βλέπουν τον θάνατο, δεν έχουν λόγο αναπαραγωγής. Ο κυρίαρχος πληθυσμός δεν κινδυνεύει, δεν σκοτώνεται από άλλους, άρα δεν έχει λόγο αναπαραγωγής. Ακόμα και στην φυλακή, το φυλακισμένο ζώο είναι κυρίαρχο στην περιοχή - κλουβί του. Για να δουν τον θάνατο μένει μόνο μία λύση - η αυτοκαταστροφή, ο κανιβαλισμός. Να τι λύση δίδουν τα λιοντάρια: «Όταν συμβεί αυτό, τα "καινούργια" αρσενικά σκοτώνουν αμέσως όλα τα μικρά στο κοπάδι και αρχίζουν έναν αλλόφρονα γύρο ζευγαρώματος με τα θηλυκά. … Μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός - τα νεκρά νεογνά - η καλύτερη στρατηγική για το θηλυκό είναι να ζευγαρώσει με το κυρίαρχο αρσενικό, το συντομότερο δυνατό, και να παράγει νέα μικρά που θα ανατραφούν από το κοπάδι μέχρι να μεγαλώσουν.»[3] Το ίδιο κάνουν και οι άνθρωποι! Η ανθρώπινη κοινωνία είναι κυρίαρχη στον πλανήτη! Τότε όμως, μη κινδυνεύοντας και μη βλέποντας τον θάνατο, θα σταματήσει να αναπαράγει.

Η Τρομοκρατία είναι ο μηχανισμός, που τονώνει την ανθρώπινη αναπαραγωγή δείχνοντας τον θάνατο! ΄Όπως τα λιοντάρια…  «Μια κο­πέλα δή­λω­σε ό­τι ε­ρε­θί­στη­κε σε­ξουα­λι­κά α­πό τη σκη­νή ε­νός ξε­κοι­λιά­σμα­τος!»[4] Η θέα του θανάτου, τα έργα τρόμου, τα πολεμικά αεροπλάνα είναι το ερέθισμα για αναπαραγωγή. Και είναι πιο δυνατό από τα έργο "πορνό".

Αναφέρει η Helen Fisher στο βιβλίο της “Anatomy of LoveThe Natural History of Monogamy, Adultery and Divorce”: «Από το 1946 μέχρι το 1964 γεννήθηκαν περίπου 76 εκατομμύρια αμερικανοί. Το αίτιο για την έκρηξη μωρών ήταν η απότομη αύξηση των γεννήσεων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο!!!» Ο πόλεμος ως τόνωση της αναπαραγωγής.

 

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ (και ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ)

(μαρτυρία)

 

Η πο­ρεί­α α­πό τη φυ­σι­κή ε­πι­λο­γή στον πο­λι­τι­σμό μπο­ρεί να α­νι­χνευ­τεί σε ό­λες τις εκ­δη­λώ­σεις της νε­κρής και ζω­ντα­νής φύσης. Ε­δώ θα α­να­φέ­ρω την πο­ρεί­α, που α­κο­λου­θή­θη­κε (ό­σο ακο­λου­θή­θη­κε) στο κο­λαστή­ριο της Μακρο­νή­σου.


Γράφει ο Τάσος Δανιήλ[5]:

Φυ­σι­κή ε­πι­λο­γή: «Κα­μιά σχέ­ση φι­λί­ας και αλ­λη­λεγ­γύ­ης, με­τα­ξύ των ποι­νι­κών κρα­του­μέ­νων. Με την α­νο­χή της διοί­κησης ε­πι­βο­λή των ντα­ή­δων στους πιο φου­κα­ρά­δες, προ­νό­μια των ντα­ή­δων και των απ’ αυ­τούς διο­ρι­σμέ­νων α­ξιω­μα­τού­χων σε διά­φο­ρα βο­η­θη­τι­κά πό­στα (μά­γει­ροι, θα­λα­μάρ­χες, κα­θα­ρι­στές, κα­φε­τζή­δες, πολ­λές φο­ρές γρα­φι­κά κλπ.), βί­αι­η εκ­με­τάλ­λευ­ση των α­δυ­νά­των α­πό τους δυ­να­τούς, ει­σα­γω­γή (δή­θεν πα­ρά­νο­μη) πορ­νό, οι­νο­πνευ­μα­τού­χων και χα­σι­σιού.»

Πο­λι­τι­σμός: «Οι θα­λα­μάρ­χες, οι μά­γει­ροι, οι κα­θα­ρι­στές ή­ταν πο­λι­τι­κοί κρα­τού­με­νοι. Έ­λει­ψε το πορ­νό, το οι­νό­πνευμα, το κα­φε­νεί­ο και προ­πα­ντός το χα­σί­σι. Δη­μιουρ­γή­θη­κε πο­λι­τι­σμός, δια­λέξεις, σχο­λεί­α, α­θλη­τι­σμός, θέ­α­τρο και κι­νη­μα­το­γρά­φος που τον έ­φε­ραν οι Αμε­ρι­κα­νοί και α­ξιο­ποι­ή­θη­κε α­πό τους κομ­μου­νι­στές κρα­του­μέ­νους.»

Η σύ­γκρι­ση φυ­σι­κής ε­πι­λο­γής και πο­λι­τι­σμού: «Δύ­ο πο­λι­τι­σμοί, δύ­ο νο­ο­τρο­πί­ες, δύ­ο ι­δε­ο­λο­γί­ες, συ­γκρού­ο­νταν σκλη­ρά – η κα­τε­στη­μέ­νη α­στι­κή των ντα­ή­δων και της δια­φθο­ράς και η α­γω­νι­στι­κή προ­λε­τα­ρια­κή κομ­μου­νι­στι­κή του πο­λι­τι­σμού και της ψυ­χι­κής α­νά­τα­σης.»

Νομίζω ότι δε χρειάζεται κανένα επιπλέον σχόλιο.

 

Ε­δώ θα ή­θε­λα να πα­ρα­θέ­σω μια μαρ­τυ­ρί­α για τη Μα­κρό­νη­σο του πα­τέ­ρα μου, Δη­μητρίου Μαρίτσα:

«Ο­νο­μά­ζο­μαι Δη­μή­τριος Μα­ρί­τσας και κα­τά­γο­μαι α­πό μι­κροα­στι­κή οι­κο­γέ­νεια. Γεν­νή­θη­κα στην Α­θή­να το 1924. Ο πα­τέ­ρας μου Κων­στα­ντί­νος Μα­ρί­τσας, α­πό οι­κο­γέ­νεια α­γρο­τι­κή κα­τα­γό­με­νη α­πό τον Πύρ­γο της Η­λεί­ας, σπού­δα­σε Χη­μι­κός Μη­χα­νι­κός στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο Α­θη­νών και Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κός στο Πα­νε­πι­στή­μιο της ί­διας πό­λης. Α­πό το 1928 ερ­γά­ζε­ται στον Α.Σ.Ο. (Αυ­τό­νο­μος Στα­φι­δι­κός Ορ­γανισμός).

Σπού­δα­σα Νο­μι­κά στο Πα­νε­πι­στή­μιο Α­θη­νών. Τε­λεί­ω­σα τη σχο­λή χω­ρίς ό­μως να κα­τορ­θώ­σω να δώ­σω πτυ­χια­κές ε­ξε­τά­σεις, διό­τι λί­γο πριν α­πό αυ­τές εξορί­στη­κα στο Μα­κρο­νή­σι.

Η οι­κο­γέ­νειά μου, φι­λε­λεύ­θε­ρη και πα­τριω­τι­κή, βο­ή­θη­σε το κί­νη­μα κα­τά την πρώ­τη Κα­το­χή, βο­η­θώ­ντας υ­λι­κά και η­θι­κά τον Ε­ΛΑΣ και Ε­ΑΜ. Α­κο­λού­θη­σε δε την πο­λιτική του Ε­ΑΜ.

Έ­χο­ντας προ­ο­δευ­τι­κές οι­κο­γε­νεια­κές αρ­χές, ορ­γα­νώ­θη­κα στις αρ­χές του 1944 στο Ε­ΑΜ στην Και­σα­ρια­νή και ταυ­τό­χρο­να υ­πη­ρε­τού­σα στον ε­φε­δρι­κό Ε­ΛΑΣ της συ­νοι­κί­ας. Ορ­γα­νώ­θη­κα κά­πως αρ­γά λό­γω οι­κο­γε­νεια­κών α­τυ­χημά­των και για­τί μέ­χρι τό­τε δεν εί­χα ξε­κα­θα­ρι­σμέ­νη πο­λι­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Πριν ορ­γα­νω­θώ στο Ε­ΑΜ και σε η­λι­κί­α 14-15 ε­τών ή­μουν στον προ­σκο­πι­σμό, μα­θη­τής ων της 3ης Πρα­κτι­κού Λυ­κεί­ου κα­τά το 1938-39. Απ’ ε­κεί, ως πρό­σκο­πος και με διά­ταγ­μα της φα­σι­στι­κής κυ­βέρ­νη­σης του Με­τα­ξά, πέ­ρα­σα μα­ζί με ό­λους τους προ­σκό­πους στην Ε.Ο.Ν. Ε­πει­δή δε ή­μουν δόκι­μος αρ­χη­γός προ­σκό­πων, στην Ε.Ο.Ν. μού έ­δω­σαν το βαθ­μό του ο­μαδάρ­χη και αρ­γό­τε­ρα λο­χί­τη.

Η δρά­ση μου στο λί­γο χρο­νι­κό διά­στη­μα που έ­μει­να στην Ε.Ο.Ν. ή­ταν πα­θη­τι­κή. Αυ­τό ο­φει­λό­ταν στις δη­μο­κρα­τι­κές μου αρ­χές και στην α­ντι­πά­θειά μου προς το κα­θε­στώς του Με­τα­ξά. Αι­σθή­μα­τα καλ­λιερ­γη­μέ­να απ’ την οι­κο­γέ­νειά μου. Ας ση­μειω­θεί ό­τι σπά­νια φο­ρούσα στο­λή φα­λαγ­γί­τη.

Στην Και­σα­ρια­νή ερ­γά­στη­κα στη δια­φώ­τι­ση του Ε­ΑΜ. Ζή­τη­σα να φύ­γω για το βου­νό, ό­μως η ορ­γά­νω­ση δε με ά­φη­σε. Με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση με ά­δεια της ορ­γά­νωσής μου πή­γα στην ι­διαι­τέ­ρα πα­τρί­δα της οι­κο­γέ­νειάς μου –ε­κεί έ­χει ο πα­τέ­ρας μου μί­α μι­κρή α­γρο­τι­κή πε­ριου­σί­α– για υ­πό­θε­ση της οι­κο­γε­νεί­ας μου. Ε­κεί α­πο­πει­ρά­θη­καν να με δο­λο­φο­νή­σουν.

Ό­ταν άρ­χι­σαν στην Α­θή­να τα γε­γο­νό­τα του Δε­κέμ­βρη, έ­φυ­γα με αυ­το­κί­νη­το του Ε­ΛΑΣ για να πα­ρου­σια­στώ στην ορ­γά­νω­σή μου. Απ’ την αρ­χή του τα­ξι­διού μου το αυ­το­κί­νη­το χά­λα­σε και προ­ω­θή­θη­κα πε­ζή στην Πά­τρα. Απ’ ε­κεί πλη­ρώ­νοντας δύ­ο (2) χρυ­σές λί­ρες έ­φυ­γα μα­ζί με πέ­ντε (5) άλ­λους συντρό­φους με τα­ξί για Α­θή­να. Ε­κεί προ­σπά­θη­σα να συν­δε­θώ με την ορ­γά­νω­σή μου. Ό­μως στά­θη­κε α­δύ­να­το να πε­ρά­σω στην Και­σα­ρια­νή. Γι’ αυ­τό πή­γα στην έ­δρα της 2ης Με­ραρ­χί­ας του Ε­ΛΑΣ που δρού­σε τό­τε έ­ξω α­πό την Α­θή­να και κα­τα­τά­χτη­κα στο νό­μι­μο πλέ­ον Ε­ΛΑΣ. Το­πο­θε­τή­θη­κα στο 2ο ε­πιτε­λι­κό γρα­φεί­ο. Με­τά την ήτ­τα μας στην Α­θή­να α­κο­λου­θώ­ντας την Δ/ση της 2ης Με­ραρ­χί­ας έ­φθα­σα μέ­χρι το Κρο­κύ­λι. Με τη συμ­φω­νί­α της Βάρ­κιζας πή­ρα α­πο­λυ­τή­ριο και με­τα­τέ­θη­κα στην Α­θή­να α­πό τους τε­λευταί­ους.

Λί­γες μέ­ρες πριν κα­τε­βώ στην Α­θή­να, μου πρό­τει­ναν να γί­νω μέ­λος του Κόμ­ματος. Δέ­χτη­κα με χα­ρά. Κα­τε­βαί­νο­ντας ό­μως στην Α­θή­να δεν έ­ζη­σα κομ­μα­τι­κή ζω­ή, για­τί με­τά το 7ο Συ­νέ­δριο του Κόμ­μα­τος ε­μείς οι φοι­τη­τές έ­πρε­πε να ερ­γαστού­με στην Ε.Π.Ο.Ν.

Στις 2 του Α­πρί­λη, λί­γες μέ­ρες με­τά την ά­φι­ξή μου στην Α­θή­να, ορ­γανώ­θη­κα πρώ­τος στην Ε.Π.Ο.Ν. Νο­μι­κής Σχο­λής. Ερ­γά­στη­κα ως γραμ­μα­τέ­ας του 1ου και 2ου έ­τους και κα­τό­πιν του 3ου και 4ου έ­τους. Μου πρό­τει­ναν να γί­νω γραμ­ματέ­ας ο­λό­κλη­ρης της Σχο­λής, αλ­λά δε δέ­χτη­κα για­τί θε­ώ­ρη­σα βα­ριά τα κα­θή­κοντα αυ­τά για μέ­να. Το κα­λο­καί­ρι του 1946 ερ­γά­στη­κα ως ερ­γα­το­ϋ­πάλ­ληλος στο λι­μά­νι Πει­ραιώς, με έ­γκρι­ση της ορ­γά­νω­σής μου. Δού­λευα στην ορ­γάνω­ση της υ­πηρεσί­ας μου.

Τον Ο­χτώ­βρη του 1946 ε­πέ­στρε­ψα πά­λι στο Πα­νε­πι­στή­μιο. Το­πο­θε­τή­θηκα μέ­λος του τμη­μα­τι­κού συμ­βου­λί­ου της Σχο­λής μας και με­τά στη συν­δι­κα­λιστι­κή μας ορ­γά­νω­ση Σ.Ε.Π.Σ. (Συ­ντο­νι­στι­κή Ε­πι­τρο­πή Πα­νε­πι­στη­μια­κών Σχο­λών). Ερ­γά­στη­κα συ­νε­χώς μέ­χρι τις 24 Ιού­νη του 1947, ο­πό­τε πα­ρουσιά­στη­κα στο στρα­τό. Η κα­θο­δή­γη­σή μου ή­ταν ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νη α­πό τη δου­λειά μου και το εκ­δή­λω­νε. Πή­γα στρα­τιώ­της, πα­ρά την α­ντί­θε­τη γνώ­μη μου. Εί­χα συ­νεννο­η­θεί με τον κα­θο­δη­γη­τή μου να φύ­γου­με μα­ζί στο Μω­ριά, για­τί έ­τσι μάς είπαν οι κα­θο­δη­γη­τές μας και για­τί πρώ­τοι πήγαν.

Στο στρα­τό με κρά­τη­σαν πε­ρί­που έ­να μή­να. Βρι­σκό­μουν υ­πό ά­με­ση και διαρ­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση και υ­πήρ­χε άν­θρω­πος ε­ντε­ταλ­μέ­νος να με δο­λο­φο­νή­σει, στην πε­ρί­πτω­ση που θα δε­χό­με­θα ε­πί­θε­ση α­νταρ­τών στο στρα­τώ­να. Ή­μουν ο υπ’ αριθ­μόν 1 ε­πι­κίν­δυ­νος του Συ­ντάγ­μα­τός μας. Α­πό ε­κεί, α­φού αρ­νή­θη­κα να κά­μω δή­λω­ση α­πο­κή­ρυ­ξης των φρο­νη­μά­των μου πα­ρά τις συ­χνές πιέ­σεις του 2ου στρα­τιω­τι­κού γρα­φεί­ου, με έ­στει­λαν στο Μα­κρο­νή­σι στο Β’ Τάγ­μα. Με­τά α­πό ο­λι­γό­ω­ρη κρά­τη­ση και α­φού αρ­νή­θη­κα να α­πο­κη­ρύ­ξω τα φρο­νή­μα­τά μου, λό­γω των βε­βα­ρυ­μέ­νων στοι­χεί­ων του φα­κέ­λου μου με κα­τη­γο­ρούσαν για με­τα­βαρ­κι­ζι­κή δρά­ση ι­δί­ως στο Πα­νε­πι­στή­μιο – στάλ­θη­κα στο Α’ Τάγ­μα σκα­πα­νέ­ων, των ε­πι­κίν­δυ­νων.

Ό­λως πα­ρα­δό­ξως, στις 13 του Δε­κέμ­βρη του 1947, ο Διευ­θυ­ντής του τάγ­μα­τος Κων­στα­ντό­που­λος έ­δω­σε ά­δειες στους φοι­τη­τές. Εκ­με­ταλ­λεύτη­κα την ευ­και­ρί­α μέ­σω του ε­πι­λο­χί­α μου –ε­ξό­ρι­στος κι’ αυ­τός– και πή­γα στην Α­θή­να με σκο­πό να φύ­γω. Πα­ρα­βί­α­σα ε­πί ε­ξα­ή­με­ρο (6) την ά­δειά μου. Πα­ρά τις προ­σπά­θειες δεν το κα­τόρ­θω­σα. Αυ­τοί που πλη­σί­α­σα, με συμ­βού­λε­ψαν να ε­πι­στρέ­ψω στο Μα­κρο­νή­σι. Ε­πέ­στρε­ψα γε­μά­τος θλίψη.

Πλαίσιο κειμένου:  Πλαίσιο κειμένου: Μακρόνησος, 27/9/1947 Οι ΜΟΡ (ΜΦ) θέ­λη­σαν να λυ­γί­σουν το Μα­κρο­νή­σι, γι’ αυ­τό με ε­ντο­λή των Α­με­ρι­κα­νών χτύ­πη­σαν το πιο ι­σχυ­ρό και μα­χη­τι­κό Τάγ­μα, το Α’ Τάγ­μα. Δύ­ο μέ­ρες δώ­σα­με σκλη­ρή μά­χη ά­ο­πλοι ε­μείς με τους πά­νο­πλους δή­μιους (μας χτύ­πη­σαν και με α­ντι­τορ­πι­λι­κό). Εί­χα­με 300 νε­κρούς και τραυ­μα­τί­ες. Το Τάγ­μα μας ά­ντε­ξε και σε αυ­τή τη δο­κι­μα­σί­α.

Ύ­στε­ρα α­πό αυ­τό ο μαύ­ρος Μπα­ϊ­ρα­κτά­ρης α­πεί­λη­σε με νέ­ες ε­κα­τόμ­βες. Μπρο­στά στη νέ­α κα­τά­στα­ση, η κομ­μα­τι­κή ε­πι­τρο­πή που κα­θο­δη­γού­σε το Τάγ­μα, πή­ρε α­πό­φα­ση να υ­πο­γρά­ψου­με μα­ζι­κά δη­λώ­σεις και να βγού­με έ­ξω. Αρ­νή­θη­κα και τά­χθη­κα ε­νά­ντια σ’ αυ­τή την α­πό­φα­ση. Τε­λι­κά α­να­γκά­στη­κα να πει­θαρ­χή­σω ό­ταν γύ­ρω μου εί­χαν ό­λα γκρε­μι­στεί (α­πό 700 άν­δρες του λό­χου μου εί­χα μεί­νει μό­νος με άλ­λους 6). Η κα­τά­στα­ση στους άλ­λους λό­χους ή­ταν χει­ρό­τε­ρη.

Με­τά την υ­πο­γρα­φή της δή­λω­σης ε­νέρ­γη­σα και βγή­κα έ­ξω. Η στά­ση μου καθ’ ό­λη τη διάρ­κεια της πα­ρα­μο­νής μου ή­ταν μα­χη­τι­κή, α­γω­νι­στι­κή, πριν και με­τά τη δή­λω­ση. Ση­μειώ­νω τού­το το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό: Η Δ/ση του Τάγμα­τος βλέπο­ντας να κά­νου­με μα­ζι­κές δη­λώ­σεις, θέ­λη­σε ε­μάς τους φοι­τη­τές να μας εκ­θέσει πιο πο­λύ. Α­παί­τη­σε να κά­νου­με α­νοι­χτές δη­λώ­σεις προς τον Πρύ­τα­νη του Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Αρ­νή­θη­κα. Ή­μουν ο μό­νος μέ­σα σε 60 φοιτητές του λό­χου. Αρ­νή­θη­κα α­νοι­χτά σε συ­γκέ­ντρω­ση του λό­χου να κά­μω ομιλί­α γε­μά­τη λί­βε­λους ε­νά­ντια στο κόμ­μα μου και τον Δ.Σ.Ε. (Δη­μο­κρα­τικό Στρα­τό) λέ­γο­ντας ό­τι: «Εί­μαι ε­πι­στή­μων και μό­νο ε­πι­στη­μο­νι­κή μπο­ρώ να κά­μω, που θα ε­ξυ­πη­ρε­τή­σει τους συ­να­δέλ­φους μου. Δεν εί­μαι πο­λι­τι­κός και ρή­τωρ. Άλ­λον ζη­τά­τε. Το α­πο­τέ­λε­σμα δε χρειά­ζε­ται, νο­μί­ζω, να το περιγρά­ψω.

Ε­πει­δή, με­τά τις δη­λώ­σεις, κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο έ­δι­ναν ά­δειες, θέ­λο­ντας να εμ­φα­νί­ζουν το Μα­κρο­νή­σι με άλ­λη μορ­φή απ ό,τι εί­χε, προ­σπάθησα να το εκ­με­ταλ­λευ­τώ – το νη­σί δε με χω­ρού­σε, ι­δί­ως με­τά τη δήλω­ση. Συνεν­νο­ή­θη­κα με 10 πα­τριώ­τες μου να φύ­γου­με. Πήρα ά­δεια και πή­γα στην Α­θή­να. Ε­κεί συν­δέ­θη­κα με φί­λο μου πα­λιό α­ντάρ­τη. Συνεν­νο­ή­θη­κα μα­ζί του να βγω μα­ζί με τους άλ­λους με ά­δεια και να μας στεί­λει στην Πε­λο­πόννη­σο. Ή­ταν στρα­το­λό­γος. Ό­μως στα­θή­κα­με ά­τυ­χοι. Με­τά μια βδο­μά­δα πιάστη­κε τυ­χαί­α σε μπλό­κο στο τραμ και ε­κτο­πί­στη­κε, ευτυ­χώς ό­χι με την κατη­γο­ρί­α του στρα­το­λό­γου. Με­τά και α­πό αυ­τή την απο­τυ­χί­α δεν πε­ρί­με­να να βγω, για­τί δεν ε­νέ­πνε­α κα­θό­λου ε­μπι­στο­σύ­νη στους Δ/τές μου. Αλ­λά ε­δώ στά­θη­κα τυ­χε­ρός. Ο λο­χα­γός μου κα­τα­χρά­στη­κε πε­ρισ­σό­τερα α­πό ό,τι έπρε­πε, μά­λω­σε με τον Δ/τή και διώ­χτη­κε. Α­νέ­λα­βε το λό­χο πα­λιός κα­πετάνιος του Ε­ΛΑΣ με υ­πο­διοι­κη­τή αν­θυ­πο­λο­χα­γό του Ε­ΛΑΣ. Σ’ αυ­τόν ε­ξέ­θε­σα το σκο­πό μου, το φλο­γε­ρό μου πό­θο. Δέ­χτη­κε, με βο­ή­θη­σε και έτσι μέ­σω αυ­τού, στις 3 του Γε­νά­ρη του 1949, βγή­κα μα­ζί με 1600 πε­ρί­που μα­κρονησιώ­τες στον Έ­βρο. Με μια από­φα­ση «ού­τε στιγ­μή στο ΜΟΡ στρα­τό». Οργα­νω­θή­κα­με μια πα­ρέ­α α­πό έξι (6), πή­γα­με στην Αι­σύ­μη. Προ­σπα­θή­σα­με να συν­δε­θού­με με α­ντάρ­τες για να πα­ρα­δώ­σου­με ό­λο το λό­χο και πι­θα­νόν και το Τάγ­μα, για­τί εί­χαμε σύν­δε­ση με τους άλ­λους λό­χους. Εί­χα ορ­γα­νώ­σει προ­σω­πι­κά ο ί­διος το λό­χο κα­τά τριά­δες και τε­τρά­δες για να φύ­γου­με. Πή­γα στην Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη και πή­ρα χάρ­τη, πυ­ξί­δα, φάρ­μα­κα και άλ­λα χρειώ­δη. Αυ­τό ό­μως α­πέ­τυ­χε για­τί την τελευ­ταί­α στιγ­μή δί­στα­σαν, ε­πει­δή εί­χε πε­ρά­σει έ­νας μή­νας πε­ρί­που χω­ρίς να α­κου­στεί ού­τε του­φε­κιά α­ντάρ­τη. Κι­νήθηκε το Τάγ­μα μας να χτυ­πή­σει α­ντάρ­τες. Συ­νεν­νο­η­θή­κα­με να στα­σιά­σου­με στη μά­χη και να ε­πι­φέ­ρου­με σύγχυ­ση με σκο­πό να πε­ρά­σου­με στους α­ντάρτες. Ό­μως ε­μέ­να και την πα­ρέα μου δε μας πή­ραν, μας ά­φη­σαν για φρου­ρά του χω­ριού. Α­φού δεν πή­γα, ε­νήρ­γησα αλ­λιώς. Έ­δω­σα ε­ντο­λή σε φί­λο μου να αυ­το­μο­λή­σει και την ε­πο­μέ­νη να ’ρθει με τους α­ντάρ­τες για να τους παρα­δώ­σου­με το λό­χο. Του εί­χα δώ­σει σύν­θη­μα και πα­ρα­σύν­θη­μα. Αυ­τός δεν ε­νήργη­σε.

Για να πε­τύ­χω κα­λύ­τε­ρα το σκο­πό μου δε δή­λω­σα ό­τι σπού­δα­ζα νο­μι­κά (ό­τι είμαι κομ­μου­νι­στής), αλ­λά ό­τι εί­μαι α­γρό­της. Πή­ρα πο­λυ­βό­λο με φί­λο μου της Νομι­κής και κρα­τού­σα­με το πιο ο­χυ­ρω­μέ­νο φυ­λά­κιο του χω­ριού.

Ύ­στε­ρα α­πό αυ­τές τις κι­νή­σεις, η Δ/ση ή­ταν ή­συ­χη. Κιν­δυ­νεύ­α­με ό­μως να μας ανα­κα­λύ­ψουν. Γι’ αυ­τό, τη νύ­χτα στις 12 με 13/2 του 1943, α­φού δέσα­με τους ε­θνο­φρου­ρούς και κα­τα­στρέ­ψα­με το βα­ρύ ο­πλι­σμό και το τηλέφω­νο του φυ­λα­κί­ου, φύ­γα­με οι 8 άν­δρες του φυ­λα­κί­ου με ό­λο τον ο­πλισμό μας (5 όπλα, 3000 σφαί­ρες, 2 πο­λυ­βό­λα, 24 γεμι­στή­ρες, 1 τό­μπσον (πι­στόλι) με 500 σφαίρες και 32 χει­ρο­βομ­βί­δες μιλ­ς). Την ε­πο­μέ­νη συ­να­ντη­θήκαμε με πο­λι­το­φύ­λα­κες και μας ο­δή­γη­σαν στο 35ο Τάγ­μα του Δ.Σ.Ε. όπου και κα­τα­τα­χτήκα­με στις 14/2/49.

Υ­πη­ρέ­τη­σα στο Τάγ­μα μέ­χρι το Μά­η –μά­χι­μος ο­μα­δάρ­χης– δε στά­θη­κα ού­τε στιγ­μή. Πη­γαί­νο­ντας κα­τά το μή­να αυ­τό για το α­ναρ­ρω­τή­ριο, ο ε­χθρός εί­χε πε­ρά­σει σε εκ­στρα­τεί­α. Μπρο­στά στον κίν­δυνο, ο στρα­τη­γός Λά­μπρος έ­διω­χνε τους α­σθε­νείς στη Βουλ­γα­ρί­α, μα­ζί με αυ­τούς πέ­ρα­σα και ε­γώ, παρά την ε­πί­μο­νη άρ­νη­σή μου, με ε­ντο­λή του στρατη­γού. Έ­μει­να στην Μπερκό­βι­τσα. Δού­λε­ψα στη ρα­διο­λη­ψί­α και με­τά στην τρι­με­λή ε­πι­τρο­πή διαλέξε­ων και ανα­λύ­σε­ων.

Με γράμ­μα μου ζή­τη­σα να ε­πι­στρέ­ψω στο Τάγ­μα. Ε­νερ­γού­σα μέ­σω του λο­χα­γού Πάλ­λα. Ή­ταν κι’ αυ­τός στην Μπερ­κό­βι­τσα. Δεν έ­γι­νε ό­μως τί­πο­τα, για τους γνωστούς λό­γους.

Με την ά­φι­ξη της VI με­ραρ­χί­ας και την α­να­συ­γκρό­τη­ση άρ­χι­σα να δου­λεύ­ω στην ε­φη­με­ρί­δα μας ΛΕΥ­ΤΕ­ΡΙΑ ως συ­ντά­χτης-δη­μο­σιο­γρά­φος. Έκαμα και τα­ξί­δια στη Βουλ­γα­ρί­α για ρε­πορ­τάζ. Ζή­τη­σα να βγω στην πα­ρα­γω­γή να δουλέψω, δε με ά­φη­σαν.

Τώ­ρα το κόμ­μα με έ­στει­λε στο Πα­νε­πι­στή­μιο, για να συ­μπλη­ρώ­σω τις σπου­δές μου. Πα­ρα­κο­λου­θώ Πο­λιτική Οι­κο­νο­μί­α.

Στις 7 του Μάρ­τη του 1950 έ­γι­να δό­κι­μο μέ­λος του Κ.Κ.Ε. Δεν τι­μωρήθη­κα πο­τέ καθ’ ό­λο το χρο­νι­κό διά­στη­μα που δού­λε­ψα στο κίνη­μα.

Για την αυ­το­μό­λη­σή μου κα­τα­δι­κά­στη­κα ε­ρή­μην εις θά­να­το α­πό το στρα­το­δικεί­ο. Οι γο­νείς μου και τα α­δέλ­φια μου φυ­λα­κί­στη­καν. Ο ε­χθρός ό­μως έ­μα­θε ό­τι σκο­τώ­θη­κα και έ­τσι τους ά­φη­σε πάλι.

 

Σύ­ντρο­φοι που μπο­ρούν να βε­βαιώ­σουν τα πα­ρα­κά­τω εί­ναι:

Στρα­τη­γός Γιώ­της              Ταγ­μα­τάρ­χης Α­λέ­κος Κω­στάκης

Γιώρ­γος Βα­ρε­λάς                   Σί­μος (ψευ­δώ­νυ­μο)

Θά­νος Βερ­βέ­ρης                    Πά­νος Α­λέ­κου

Σπύ­ρος Μα­ντά­κος                  Τά­κης Πετ­κί­δης

Σό­φια 13/10/1950

ΑΛΑΧΙΩΤΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ                                                          ALAHIOTIS STAMATIS

 

 

Πάτρα, 19-10-2004

 

 

            Αγαπητέ κ. Μαρίτσα,

 

 

            Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη που είχατε να μου στείλετε το ενδιαφέρον βιβλίο σας «Πολιτισμός και φυσική επιλογή». Και δεν το αναφέρω αυτό από αβροφροσύνη διότι είναι όντως ένα βιβλίο με πρωτοτυπία αλλά και με ένα πολύ φιλόδοξο στόχο. Ο πολιτισμός και η φυσική επιλογή, δυο διαφορετικές φαινομενικά παράμετροι (εγκέφαλος – σώμα) που συγκλίνουν στον ίδιο στόχο, την εξελικτική πρόοδο του ανθρώπου είναι ένα θέμα που συζητείται και προσεγγίζεται από πολλούς ερευνητές. Οι δικές σας όμως «διασταυρώσεις» και συσχετίσεις, ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς ή όχι είναι όντως ενδιαφέρουσες και ευφυείς∙ μια ιδιότυπη παρουσίαση του θέματος που προκαλεί αναμφίβολα πολλές σκέψεις στον αναγνώστη. Άλλωστε αυτός είναι ο στόχος του κάθε βιβλίου. Η συνάντηση με την αλήθεια είναι έτσι και αλλιώς ιδιαίτερα δύσκολη και βασανίζει την ανθρωπότητα ανά τους αιώνες. Και τα δικά σας ερεθίσματα είναι αναμφίβολα σημαντικά, όπως και ο τρόπος σκέψης σας. Συγχαρητήρια.

 

Με εκτίμηση

Σ. Ν. Αλαχιώτης

 

 

 



[1] Α. Σο­πε­νά­ουερ, Έ­ρω­τας & Ζω­ή, Εκ­δ. Δα­μια­νού, Α­θή­να 1990, σελ. 143.

[2] Claude Kordon, Η Γλώσ­σα των Κυτ­τά­ρων, Εκ­δ. Κά­το­πτρο, Α­θή­να 1994, σελ. 16.

[3] John & Mary Gribbin, όπ.π., σελ. 223-224.

[4] Ε­φη­με­ρί­δα Το Βή­μα - ΒηMagazino, Α­θήνα, 28 Ο­κτω­βρί­ου 2001.

[5] Συλλογική εργασία, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ - Ιστορικός τόπος, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, σελ. 459.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Έναρξη Μάιος 2002

 

29/12/2004