|
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ
Το κολαστήρι του τρίτου Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού
{55 χρόνια πριν, στις 26-27-28 Μαΐου το 1947 αποβιβάζετο στην Μακρόνησο το Β΄ τάγμα σκαπανέων.
- Τη στιγμή που για ολόκληρη την ανθρωπότητα ο φασιστικός εφιάλτης έπαιρνε τέλος, στο ξερό και αφιλόξενο αυτό βραχονήσι του Αιγαίου οι φιλελεύθεροι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου εγκαινιάζουν ένα νέο Νταχάου.
- Το μακρονησιωτικό κολαστήρι αποτελεί ιστορικό γεγονός της μεταπολεμικής ιστορίας της Ελλάδας και ολόκληρου του "ελεύθερου" καπιταλιστικού κόσμου που είναι αδύνατον να σβηστεί από την ιστορική μνήμη της
ανθρωπότητας.
- Το ματωμένο Μακρονήσι άνυδρο, ξερό, αποκρουστικό. Στέκει εκεί δίπλα μας για να μας θυμίζει την βαθύτερη σχέση του φασισμού και της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας.
- Στέκει εκεί για να μας θυμίζει πόσο υποκριτικές είναι οι σημερινές αντιφασιστικές γιορτές και τα πανηγύρια του "ελεύθερου" και "δημοκρατικού" κόσμου.
- Στέκει εκεί για να μας θυμίζει τους αμέτρητους μάρτυρες και ήρωες της εργατικής τάξης που έχουν ποτίσει με το αίμα τους το χώμα του.
- Στέκει εκεί για να μας θυμίζει ότι η ιστορία δεν είναι η απλή εναλλαγή των γεγονότων αλλά η πάλη των τάξεων.
- Στέκει εκεί για να μας θυμίζει ότι ο απελευθερωτικός αγώνας της εργατικής τάξης χρειάζεται και επαναστατική θεωρία και επαναστατική ηγεσία αποφασισμένη να φτάσει στο τέλος.
- Όλες αυτές τις θύμησες θέλουν να μας κάνουν να τις ξεχάσουμε. Θέλουν να ξεχάσουμε την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, τον ατέλειωτο πόνο και τη δυστυχία την απύθμενη βαρβαρότητα της δημοκρατίας τους. Για μας. Για το
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ, η αληθινή ιστορία έχει μεγάλη αξία. Γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όποιος δεν έχει ιστορία ή αγνοεί την ιστορία αγνοείται από την ιστορία. Το παρακάτω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το ΛΟΙΜΟ του ΑΝΔΡΕΑ
ΦΡΑΓΚΙΑ. }
|
"Κάποιο άλλο σπουδαίο μνημείο θα εκτελεστεί στην πλαγιά του βουνού. Σχεδόν στην κορυφή. Σειρές ατέλειωτες οι κουβαλητές ανεβάζουν από μέρες πέτρα και τη σωριάζουν σε διάφορα σημεία. Θα χτιστεί σίγουρα κάποιο πανίσχυρο κάστρο,
παρατηρητήρια ή φάροι, αν κρίνεις από την ποσότητα των υλικών κι από τις αποστάσεις που συγκεντρώνουν την πέτρα. |
Μεταφορά στο ΒΕΤΟ για... αναμόρφωση |
Ίσως να είναι κτίσμα δοξαστικό, ίσως όμως να γίνουν οχυρωματικά έργα, τείχη για να ασφαλίζεται και να κλείνει ολόκληρη η περιοχή. Πολλοί θα σκέφτηκαν: "Να στήσουμε ένα πανύψηλο μνημείο σ΄ αυτόν που αποφασίσει, του αξίζει"...
Οι σειρές περνούν από το νταμάρι, παίρνουν την πέτρα, την αφήνουν στα ορισμένα σημεία, ύστερα προχωρούν σε άλλη πλαγιά που έχει σκίνα και τα κατεβάζουν στο καμίνι για ασβέστη. Κι η κορδέλα αυτή δε σταματάει ποτέ. Συνηθισμένα πράγματα,
άλλο ένα κτίσμα. Ανέβασαν και άδεια βαρέλια για το νερό. Οι αποστάσεις έχουν μετρηθεί με ακρίβεια. Τα μεγάφωνα φωνάζουν συνέχεια. Κι΄ όταν όλα ήταν έτοιμα, άρχισε η επιχείρηση. "Τώρα θα μεταφέρουνε το νερό για το χτίσιμο", είπαν. Ο κόσμος μαζεύτηκε στη δεξαμενή να πάρει νερό.
Πουθενά όμως δεν υπήρχαν βαρέλια, κουβάδες, τενεκέδες ή άλλα δοχεία. "Θα μας μοιράσουν, θα μας πουν. Τι σε νοιάζει;" σκέφτηκαν οι περισσότεροι. H λύση όμως ήταν πολύ απλή, τα αρμόδια όργανα εξήγησαν τη μέθοδο της μεταφοράς. "Ο καθένας θα μπουκώσει στο
στόμα του με νερό. Θα το κρατήσει στο στόμα του κι όταν φτάσει εκεί, θα το φτύσει στ΄ άδεια βαρέλια. Πού να βρίσκουμε τώρα ντενεκέδες;...".
Ειδοποίηση: "Όποιος πιει το νερό στο δρόμο και δε φτύσει την κανονική ποσότητα στο βαρέλι, μαύρη του μοίρα". Κι΄ άρχισε η μεταφορά. Περνούσαν κατά ομάδες μπροστά από τα όργανα, γέμιζαν το στόμα τους και ξεκινούσαν. Ο ανήφορος
είναι ορθός, το μεσημέρι καυτερό, η απόσταση μεγάλη. Στην αρχή, λες ότι θα είναι εύκολο, αλλά από τους πρόποδες αρχίζεις να ξεφυσάς, η αναπνοή κονταίνει, το στήθος σου σφίγγεται και πονάει. Χιλιάδες μπουκωμένοι άνθρωποι ανεβαίνουν αμίλητοι με γουρλωμένα μάτια. Στην εξόρμηση αυτή
χρησιμοποιήθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός γιατί όλοι πρέπει να συνεισφέρουν τις γουλιές τους. Το βουνό ολόγυμνο, οι πέτρες φλογισμένες. Οι σειρές ανηφόριζαν αργόσυρτα στην πλαγιά, σα ρυάκια που προχωρούσαν ανάποδα και συγκλίνανε στα ορισμένα σημεία. Δεν ακουγόταν μιλιά. Μόνο το
σούρσιμο.
Σχεδόν στην κορυφή, εκεί που θα χτιστεί το άγνωστο και περίεργο φρούριο, άλλα όργανα εποπτεύουν την παραλαβή. Ο κάθε μεταφορέας φτύνει τη γουλιά του στο βαρέλι. Τότε έπαιρνε βαθιά αναπνοή σα να λευτερωνόταν. Μερικοί άνοιξαν το στόμα τους
και δεν έτρεξε σταγόνα. "Εσείς χώρια!".
Στη δεύτερη διαδρομή, μερικοί πέσαν και χύθηκε το νερό από το στόμα τους. Όλα τρεμουλιάζουν γύρω σου. Το βουνό κλυδωνίζεται σαν καράβι σε θύελλα. Όργανα εδώ κι εκεί ελέγχουν μήπως κανένας πονηρός ξεμείνει χωρίς να φέρει το νερό του. "Γρήγορα,
πιο γρήγορα!".
Από τη μέση της πλαγιάς και πάνω, αρχίζεις να τα βλέπεις όλα τριανταφυλλένια. Σε λίγο παίρνουν ένα χρώμα μενεξεδί, πολύ ανοιχτό. Ο ήλιος είναι κούφιος, μια τρύπα στον ουρανό, προς το γαλάζιο. Μεγαλώνει. Το χρώμα της βιολέτας σε πνίγει. Όχι,
η ασφυξία από το νερό που σου κλείνει το στόμα. Ξεφυσαίνεις με φλογισμένα ρουθούνια. Το νου σου μη χαθεί έστω και μια σταγόνα. Οι άλλοι δίπλα σου, σκιές από μαύρο χαρτόνι. Σαν τίποτα. Ύστερα, σκοτάδι. Ρόδινες πέτρες, μενεξεδιές πέτρες, μαύρες πέτρες. Τίποτα. Άσπρος ήλιος, γαλάζιος ήλιος.
Κι΄ αμέσως σκοτάδι.
Κείνη τη μεσημεριάτικη νύχτα, σκαρφάλωνες στο όρθιο βουνό. Δίπλα σου, λίγο πιο πάνω, ο ήλιος, σαν ένα πυρωμένο χάλκινο ταψί, ρίχνει όλη την κάψα στα μούτρα σου. Τα άλλα πρόσωπα ήταν γεμάτα χοντρούς κόμπους ιδρώτα που αστράφταν σα
μαργαριτάρια. Δεν υπάρχουν πρόσωπα. Κάποιος θέλησε, φαίνεται, να φωνάξει και πνίγηκε. Κουνούσε τα χέρια του σα να βούλιαζε κι΄ έβγαλε μια σπασμένη κραυγή από το βυθό. Πώς να ξεχωρίσεις το μονοπάτι σε τόσο πηχτό σκοτάδι; Άκουγες γύρω σου πατήματα και αναπνοές. Όλη εκείνη τη νύχτα
παράδερνες στην κορυφή φορτωμένος μια γουλιά νερό. Χρειάζονται δισεκατομμύρια γουλιές για να γίνει λάσπη και να χτιστεί το φρούριο ή το μνημείο.
Ο άνθρωπος με το σκούφο, που τον ξαναγύρισαν στη ζωή της πολιτείας ύστερα από την ποινή του, ξεχώρισε μια φιλική σκιά και προσπάθησε να τη φτάσει. Ένα πρόσωπο παραμορφωμένο από την κούραση και την αγωνία. Ναι, αυτός ο φίλος του, που μοιάζει
με τον πρωτομάστορα, ερχόταν να τον συναντήσει.
Ο πρωτομάστορας έπεσε πάνω του, μουγγάνισε με μάτια γουρλωμένα, σωστές πληγές. Τον έπιασε από τους ώμους, σα να σώθηκαν από ναυάγιο. Δεν μπόρεσαν να πουν λέξη, ήταν κι ο δυο μπουκωμένοι. Προχώρησαν μαζί, ως εκεί που έπρεπε να φτύσουν το
νερό τους. "Λίγο, πολύ λίγο" είπε ένα όργανο στον πρωτομάστορα.
"Τόσο μπόρεσα".
Ο σκούφος τράβηξε το φίλο του να πάψει και το όργανο ασχολήθηκε να μετράει τις γουλιές των άλλων.
"Πες μου, το περίμενες ποτέ από μένα..."
Ο άνθρωπος με το σκούφο κοίταξε, κατάματα τον πρωτομάστορα. Κι΄ αμέσως, χωρίς να πει μια λέξη, τον αγκάλιασε σφιχτά, μ΄ όλη τη δύναμή του.
Μάθαμε επιτέλους τι θα χτιστεί στην πλαγιά. Το χτίσμα θα είναι ένα σύνθημα, μια επιγραφή. Πελώρια χτιστά γράμματα. Είκοσι μέτρα μάκρος το καθένα. Όταν θα ασπριστεί η δοξαστική αυτή επιγραφή, θα διαβάζεται από μακριά. Πέρα απ΄ τη θάλασσα,
ως τα πέρατα του κόσμου. Οι τοίχοι αυτοί θα έχουν πλάτος μισό και ύψος ένα μέτρο. Άρχισαν κιόλας να διακρίνονται τα πρώτα γράμματα: ΖΗΤΩ Ο... Θα είναι, δηλαδή, ένα μνημείο σ΄ αυτόν που αποφασίζει. Καλά το σκέφτηκες. Τι θα γράφει άραγε η συνέχεια; "Δε μ΄ ενδιαφέρει,
ας χτίσουν ότι γουστάρουν. Δεν έχω πια καμιά περιέργεια".
Το σκοτάδι λάμπει και στραβώνει. Τίποτα πια δεν ξαφνιάζει, ούτε ερεθίζει κανένα. Χίλια μέτρα το κάθε γράμμα; Γιατί τόσο μικροσκοπικά; Θα τσιγκουνευτούμε μήπως την πέτρα, την πλαγιά, τη μνημειακή καλοσύνη μας ή μήπως το νερό;
Στην επιστροφή, για να μη κατεβαίνουν άδειοι φορτώθηκαν όλοι σκίνα και πέτρα για το καμίνι. Καθώς έβλεπαν το πέλαγος και το πανόραμα της πολιτείας, ο πρωτομάστορας είπε σιγά στο φίλο του: "Μ΄ έπιασε η μοναξιά. Αυτό
ήταν! Το σκέφτηκα καλά αυτές τις μέρες... Όσο με είχαν στο λόφο απέναντι στη γέφυρα δεν μ΄ ένοιαζε. Δεκαπέντε βόλτες αγκαθωτό σύρμα. Ο ήλιος, η θάλασσα, ο ουρανός... Έβλεπα κόσμο. Ύστερα όμως βρέθηκα ολομόναχος μακριά, πολύ μακριά, στην απομόνωση της πέτρας και τ΄ ουρανού. Προσπάθησα να
ερεθίσω τους φύλακες, τους έβριζα για να έρθουν να με χτυπήσουν κι αυτοί ήταν, φαίνεται, δασκαλεμένοι να μη βγάζουν μιλιά. Το είχες περάσει κι αυτό".
"Όχι, κουβαλούσα μόνο πέτρες...".
|