|

Από την Ταινία Mέγας Aλέξανδρος
|
Ωστόσο, η θέση αυτή δεν μπορεί να
είναι στο ίδιο γήπεδο με τους
προαναφερθέντες πατριώτες. Δεν
είναι δυνατόν, για να
αντικρούσουμε αυτό το ρεύμα
εθνικιστικής υστερίας, να
πιάνουμε τις απέναντι κερκίδες
και σε αυτούς που φωνασκούν για
τον μέγα Έλληνα, τον εκπολιτιστή
της υφηλίου, να ανταπαντάμε με
παρόμοιες κραυγές λέγοντας ότι
ήταν «βάρβαρος και άξεστος
δολοφόνος», «παρανοϊκός
μεγαλομανής», «αλκοολικός» και «απύθμενα
άπληστος» (sic!). Πολύ περισσότερο
δεν είναι δυνατόν να κάνουμε υπερ-ιστορικές
αναγωγές, χρησιμοποιώντας
σύγχρονους όρους για να
χαρακτηρίσουμε πρόσωπα ή θεσμούς
του μακρινού παρελθόντος:
τρανταχτό παράδειγμα η χρήση του
όρου ιμπεριαλιστής από τον Κ.
Μάρκου, σε μια εποχή που ούτε καν ο
όρος imperium δεν είχε εφευρεθεί, πόσο
μάλλον ο ιμπεριαλισμός, το
ανώτατο, κατά τον Λένιν,
μονοπωλιακό στάδιο του
καπιταλισμού. Το ότι ο Στόουν
παρουσιάζει τον Αλέξανδρο ως ένα
άλλο, καλύτερο, Μπους, δεν
συνεπάγεται αυτομάτως ότι εμείς,
αποδεχόμενοι αυτήν την ταύτιση,
πρέπει να δείξουμε ότι ο αρχαίος
μακεδόνας βασιλιάς ήταν ακόμη
χειρότερος από τον σημερινό
αμερικάνο πρόεδρο.
Φυσικά, ο Κ. Μάρκου τεκμηριώνει
αυτά που γράφει στο άρθρο του:
φαίνεται όμως ότι κυρίως
στηρίζεται στο βιβλίο του Κ.
Σιμόπουλου (Ο Μύθος των Μεγάλων
της Ιστορίας), ο οποίος, μολονότι
ακάματος ερευνητής και
εξαιρετικός ως πηγή, χρήζει
μάλλον προσεκτικότερης ανάγνωσης
και διασταύρωσης. Το ότι γράφει
κανείς ενάντια στο κυρίαρχο ρεύμα
δεν σημαίνει ότι αυτομάτως
δικαιούται και πιστοποιητικό
εγκυρότητας.
Η δράση του Αλεξάνδρου Γ’ της
Μακεδονίας (που στην ιστορία έχει
περάσει ως «Μέγας») μπορεί να
κατανοηθεί μόνο μέσα στην
ανάγνωση των συνθηκών του 4ου αι.π.Χ.:
η κατάρρευση της πόλης-κράτους ως
θεσμού, όπως σημειώνει και ο Κ.
Μάρκου, επιτρέπει τη γέννηση ή
ισχυροποίηση άλλων μορφών
κρατικής οργάνωσης, που γενικά
χαρακτηρίζονται από περισσότερο
εκτεταμένες εδαφικές επικράτειες,
και πιο συγκεντρωτικές μορφές
εξουσίας, όπως οι Συμπολιτείες, τα
Κοινά, τα Έθνη και οι βασιλείες:
σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι
πολλές από αυτές τις μορφές
υπάρχουν ήδη από την αρχαϊκή
περίοδο, μένουν στο περιθώριο έως
και τον 4ο αι., οπότε και
προβάλλουν ως πειστική απάντηση
στο κενό που αφήνει το αδιέξοδο
στο οποίο φτάνουν οι αυτόνομες
πόλεις-κράτη με την περιορισμένη
οικονομία τους (ενδιαφέρον θα
ήταν να εξηγήσει ο συγγραφέας του
άρθρου γιατί η Αιτωλική και
Αχαϊκή Συμπολιτεία είναι «ολοκληρώσεις»
της αρχαιότητας).
Παράλληλα, ήδη από τον 5ο αι. π.Χ.
και με τους Περσικούς πολέμους
αρχίζει να εμφανίζεται η ιδέα ότι
ενωμένοι οι Έλληνες θα μπορέσουν
να νικήσουν τους βαρβάρους. Στον
Ηρόδοτο φαίνονται ήδη οι
συγκρούσεις για το ποιος θα είναι
ο επικεφαλής των Ελλήνων κατά των
Περσών, στο πρότυπο του μυθικού
Αγαμέμνονα (Ηροδτ. vii 158 κε), ενώ στα
τέλη του 5ου αρχίζουν να
εμφανίζονται οι πρώτες ιστορικές
προσωπικότητες με εκπεφρασμένο
στόχο την ένωση των Ελλήνων
εναντίον των «βαρβάρων», είτε στη
Δύση (ο περιβόητος Διονύσιος των
Συρακουσών) είτε στην κυρίως
Ελλάδα (ο Σπαρτιάτης βασιλιάς
Αγησίλαος). Ο Γοργίας πρώτος, στη
συνέχεια ο γνωστός δημοκρατικός
Λυσίας και εν τέλει ο Ισοκράτης το
381, μετά τη συνθήκη που
παραχωρούσε τη διοίκηση όλων των
ελληνικών πόλεων της Ασίας στον
Μεγάλο (Πέρση) Βασιλιά,
προπαγανδίζουν την ένωση Σπάρτης
και Αθήνας για την κοινή επίθεση
κατά των Περσών. Μόλις μετά τα
μέσα του 4ου αι., μετά από την πτώση
διαδοχικά της Αθήνας, της Σπάρτης
και εν τέλει της Θήβας, ο
Ισοκράτης θα στραφεί στον Φίλιππο
(ας σημειωθεί ότι ο χαρακτηρισμός
«γλείφτης του Φιλίππου» είναι
λίγο υπερβολικός), ενθαρρύνοντάς
τον να κυριαρχήσει στην Ασία, κάτι
που τελικά θα το επιτύχει ο
καλύτερα εξοπλισμένος και
εκπαιδευμένος μακεδονικός
στρατός υπό την ηγεσία του
Αλεξάνδρου.
Σχετικά με το επίδικο
αντικείμενο, τον Aλέξανδρο, από ό,τι
μπορεί να συμπεράνει κανείς από
τις αντικρουόμενες πηγές που
έχουν διασωθεί πρέπει πραγματικά
να ήταν ή να έγινε αλκοολικός,
πιθανόν ήταν αλαζόνας και
υπερφίαλος, ενώ είναι σχεδόν
βέβαιο ότι πέρασε κρίση
μανιοκατάθλιψης, το λιγότερο,
μετά το θάνατο του καλύτερου
φίλου του και επί μακρόν ερωτικού
του συντρόφου Ηφαιστίωνα. Τέλος,
δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν
ήταν «απύθμενα άπληστος», ωστόσο
σίγουρα δεν ήταν αυτός ο λόγος που
σάρωσε την περσική αυτοκρατορία
και υπέταξε την Ινδία.
Περισσότερο αξίζει να στραφούμε
στην κρίση της ίδιας την περσικής
αυτοκρατορίας, με την οξύτατη
δυναστική κρίση μετά τον θάνατο
του βασιλέα Ώχου, τη χαλαρή
κεντρική διοίκηση, την τεράστια
αυτονομία των κυβερνητών και τις
διαρκείς εξεγέρσεις των μεγάλων
επαρχιών (όπως π.χ. της Αιγύπτου,
όπου, όπως και στη Βαβυλώνα, ο
μακεδονικός στρατός χαιρετίστηκε
ως απελευθερωτής).
Aναμφισβήτητα ο K. Mάρκου έχει
δίκιο όταν κατηγορεί τον Aλέξανδρο
ότι ισοπέδωσε τη Θήβα το 336 π.X. Kαι
πριν από αυτό, το 356 π.X. ο πατέρας
του, Φίλιππος, είχε ισοπεδώσει την
Όλυνθο. Aλλά δυστυχώς, μόνο
πρωτοτυπία δεν μπορεί να αποδώσει
κανείς στους μακεδόνες βασιλείς,
αφού η ισοπέδωση πόλεων ήταν
συνήθης τακτική, την οποία είχε
εξελίξει ιδιαίτερα η δημοκρατική
Aθήνα κατά τον 5ο αι. π.X., όπως
φαίνεται κυρίως στην περίπτωση
της Mήλου, στην οποία οι Aθηναίοι
διεξήγαγαν κυριολεκτικά
γενοκτονία, ενώ σε πλείστες
περιπτώσεις εγκατέστησαν Aθηναίους
εποίκους σε στρατηγικά μέρη,
πολλές φορές εκδιώκοντας τους
κατοίκους, όπως στην περίπτωση
της Aίγινας.
Φυσικά, αυτές οι λεπτομέρειες,
και πολλές άλλες, χειρότερες, δεν
παρατίθενται για να υποτιμηθεί η Aθήνα
και η δημοκρατία της, αλλά για να
καταφανεί το αυτονόητο: στην
ιστορική εξελικτική διαδικασία
δεν υπάρχουν άσπρα – μαύρα. Mπορεί
το δίλημμα Aθήνα – Σπάρτη να
θυμίζει ντέρμπι Oλυμπιακού –
Παναθηναϊκού, ωστόσο και οι δύο
πόλεις έχουν αρνητικά και θετικά,
και το πως τις χαρακτηρίζει
κανείς εξαρτάται από τα εργαλεία
του. Aξιοσημείωτη είναι η άποψη
ότι η Σπάρτη είναι μια πρωτόγονη
κομμουνιστική κοινωνία (άποψη που
έχει προταθεί και από πολέμιους
αλλά και από οπαδούς τους
μαρξισμού), ενώ αξίζει να
τονίσουμε ότι στα αμερικάνικα
πανεπιστήμια οι HΠA ταυτίζονται με
την Aθήνα που εξάγει δημοκρατία,
και όχι με την πολύ οπισθοδρομική
για τα γούστα της αμερικάνικης
άρχουσας τάξης Σπάρτη.
Tέλος, μολονότι χωρίς αντίρρηση
ο 5ος αι. στον ελληνικό χώρο
αποτελεί μια χρυσή περίοδο σε
ποικίλους τομείς, σε καμία
περίπτωση δεν αποτελεί το τέλος
της ελληνικής σκέψης. Eιδικά η
αναφορά του K. Mάρκου ότι στην
ελληνιστική περίοδο παρακμάζει η
τέχνη και η φιλοσοφία ξεφεύγει
από τα όρια της ανακρίβειας και
φτάνει σε αυτά του σοβαρού
ιστορικού λάθους: αν θεωρήσουμε
παρακμή τους στωικούς και τους
επικούρειους, αν θεωρήσουμε
παρακμή τα αριστουργήματα της
ελληνιστικής αρχιτεκτονικής και
πλαστικής, έτσι όπως τα ξέρουμε
από τα μεγάλα κέντρα του
ελληνιστικού κόσμου, την Aλεξάνδρεια,
την Πέργαμο, την Aθήνα κ.λ.π.,
ξαναγυρνάμε στον ακαδημαϊσμό του
19ου αι. που θεωρούσε ότι το
απαύγασμα της ανθρώπινης τέχνης
είναι μόνο ο Παρθενώνας, και
έφταναν να γκρεμίζουν,
κυριολεκτικά, δείγματα άλλων
πολιτισμών επειδή δεν ταίριαζαν
με την Kλασική Eλλάδα.
H ιστορία δεν είναι ουδέτερη, τα
συμπεράσματα στα οποία καταλήγει
ο καθένας εξαρτώνται από τα
ιδεολογικά – μεθοδολογικά
εργαλεία με τα οποία χειρίζεται
τα γεγονότα, και με τα οποία
ερμηνεύει το ιστορικό γίγνεσθαι.
Σε καμία ερμηνεία της ιστορίας
όμως δεν χωρούν συμπεριφορές
οπαδών ομάδων, που χειροκροτούν ή
βρίζουν, όχι ανάλογα με τις φάσεις
στο γήπεδο, αλλά ανάλογα με το
χρώμα της φανέλας. Kι ακόμη, ο
μαρξισμός απαιτεί να τον
μεταχειρίζονται ως επιστήμη και
όχι ως προπαγανδιστική
συνθηματολογία. Kαι δεν θάταν
σωστό, τα ιδεολογήματα του «ολοκληρωτικού
καπιταλισμού» να επεκταθούν, ως
ερμηνευτικά σχήματα, στην κλίμακα
ολόκληρης της ιστορίας. Γιατί
τότε θα έχουμε πράγματι την
ολοκληρωτική πολτοποίηση της
σκέψης.