Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

Ρωσία Η σφαγή των αμνών!

 

 

Η σφαγή στη Βόρεια Οσετία: η κραυγή των αθώων κι η σιγή των ενόχων

Πάλι από το μακρινό Καύκασο ακούγεται η κραυγή των αθώων. Αυτή τη φορά, όμως, δεν είναι η κραυγή του αλυσοδεμένου Προμηθέα  αλλά η φωνή των αθώων παιδιών του Μπεσλάν της Βόρειας Οσετίας που θερίζονται από τα διασταυρούμενα πυρά του Κράτους και της Βίας. Η ομηρία χιλίων και πάνω παιδιών του σχολείου του Μπεσλάν από Τσετσένους αντάρτες κι η σφαγή εκατοντάδων στη διάρκεια της σύγκρουσης με τις ρωσικές δυνάμεις καταστολής του Πούτιν θα παραμείνει ανεξίτηλο στίγμα βαρβαρότητας. Δείχνει σε όλη την ανθρωπότητα τους ολοένα ζοφερότερους κύκλους ιστορικής κόλασης στους οποίους κατεβαίνει στις αρχές του 21ου αιώνα. Σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει τη ΔΙΚΗ ΤΟΥ άποψη για τη σφαγή στην Οσετία, με το εξαιρετικό άρθρο του συνεργάτη μας ΣΑΒΒΑ ΜΙΧΑΗΛ.

      Είναι ύβρις και να σκεφτεί ακόμα κανείς οποιαδήποτε δικαιολογία για ό,τι συνέβη. Κανένας σκοπός- η εθνική ανεξαρτησία των μεν ή η πάταξη της «ισλαμικής τρομοκρατίας» από τους δε ή οτιδήποτε άλλο- δεν μπορεί ποτέ να δικαιώσει την καταφυγή σε τέτοια βαρβαρότητα σαν μέσο. Το αντίθετο: η βαρβαρότητα αποκαλύπτεται σαν διάλυση κάθε σκοπού, άμεση προοπτική της ανθρώπινης κατάστασης σε ένα κόσμο σε άλυτο ακόμα, ιστορικό αδιέξοδο.

      Αυτό το αδιέξοδο, ο ιστορικός χαρακτήρας του, πρέπει επειγόντως να μας απασχολήσει. Αλλιώς η ηθική αγανάκτηση θα εκφυλιστεί γοργά σε ηθικολογία και το σοκ, όπως συμβαίνει πια στη τηλεοπτική εικονική πραγματικότητα που ζούμε, θα γίνει ο συντομότερος δρόμος στην προσαρμογή στην υπάρχουσα  κατάσταση πραγμάτων- την βαρβαρότητα.

        Να μην γελάμε, να μην κλαίμε, να μην αγανακτούμε αλλά να καταλαβαίνουμε! Το βασικό αξίωμα αυτό του Σπινόζα, όπως έλεγε  ο Τρότσκυ που το είχε αναγάγει σε αρχή ζωής, δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε μερίδιο από τα κλάματα και τα γέλια των ανθρώπων αλλά ότι πρέπει να αποφύγουμε τα άκαιρα γέλια και τα ανώφελα κλάματα.

       Τι βρίσκεται πίσω από τη τραγωδία του Καυκάσου; Ποιες οι κινητήριες δυνάμεις της καταστροφής και τι επιφυλάσσουν παραπέρα; Ποιοι είναι οι πραγματικοί ένοχοι που τώρα σιωπούν ετοιμάζοντας νέα εγκλήματα; Αυτό που τους βολεύει περισσότερο είναι να μείνουν ακριβώς αναπάντητα τα ερωτήματα και να κυριαρχεί μόνο το σοκ κι η σύγχυση, προπαντός στο χώρο της διεθνούς Αριστεράς, των πολιτικών δυνάμεων του εργατικού κινήματος, αλλά και ευρύτερα σε όλες τις δυνάμεις και τα ρεύματα μέσα στις λαϊκές μάζες που αναζητούν μια προοπτική χειραφέτησης από κοινωνικά και εθνικά δεινά.

       Ο διεθνής ιμπεριαλισμός  αλλά κι η παλινορθωτική κλίκα του Κρεμλίνου γύρω από τον Πούτιν βιάζονται να αποδώσουν τη σφαγή στην διεθνή τρομοκρατία και στο φάντασμα της Αλ Κάϊντα, δικαιώνοντας και δίνοντας νέα ώθηση στον περιβόητο «διαρκή πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που κήρυξε η κυβέρνηση Μπους κι η «Συμμαχία των Προθύμων» συνενόχων της μετά το 2001. Ανοίγουν έτσι το δρόμο, με τις ευλογίες του Κρεμλίνου, για παραπέρα διείσδυση και παρέμβαση των ιμπεριαλιστών στη στρατηγικότατη περιοχή του πετρελαιοφόρου Καυκάσου. Από την άλλη μεριά, για τους αθεράπευτους σταλινικούς (λ.χ. του «Ριζοσπάστη» και του ΚΚΕ) αρκεί να καταδικάσει κανείς γενικά κι αόριστα τον ιμπεριαλισμό των HΠΑ και της ΕΕ για ό,τι συμβαίνει στον Καύκασο, προσέχοντας ευλαβώς να μην φανεί πως υπάρχει και κανένα εθνικό πρόβλημα στην περιοχή που δεν το έλυσε η άλλοτε κραταιά γραφειοκρατία του Στάλιν και των διαδόχων του. Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως, ενισχύονται οι τάσεις εκείνες στον μουσουλμανικό κόσμο των καταπιεσμένων που βλέπουν καχύποπτα παντού την υπαρκτή ισλαμοφοβία και την σπάθα των χριστιανών Σταυροφόρων κατακτητών, Δυτικών και Ρώσων. Τέλος, υπάρχουν κι εκείνοι που ξεμπερδεύουν λέγοντας ότι στο Μπεσλάν «ήτανε όλοι τους φονιάδες», Τσετσένοι και Ρώσοι, όλοι μαζί στο ίδιο βρωμερό τσουβάλι.

       Στην πραγματικότητα, η τραγωδία στον Καύκασο είναι προϊόν της αλληλεπίδρασης  δύο αλληλένδετων διαδικασιών: από τη μια, της αντεπαναστατικής διαδικασίας παλινόρθωσης του καπιταλισμού που συνοδεύει κι ακολουθεί την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κι από την άλλη, της παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού που σπρώχνει τους ιμπεριαλιστές να βρουν διέξοδο με την ανακατάκτηση-αποικιοποίηση του αχανούς πρώην σοβιετικού χώρου και τη διαμόρφωση μιας νέας μορφής παγκόσμιας ηγεμονίας στον χαοτικό μεταψυχροπολεμικό κόσμο. Η κίνηση αυτή του ιμπεριαλισμού έχει πάρει τη μορφή μιας αδιάκοπης σειράς πολέμων μετά το 1991, από τους πολέμους κονιορτοποίησης της Γιουγκοσλαβίας στον διηνεκή τρομο-πόλεμο, την εισβολή-κατοχή στο Αφγανιστάν και στη συνέχεια στο Ιράκ, την αδιάκοπη και κλιμακούμενη ανάφλεξη στον πολυεθνικό Καύκασο (όπου είναι εμφανής η παρέμβαση των Αμερικανών -αλλά και των Ευρωπαίων-  ιμπεριαλιστών, άμεση ή μέσω γειτονικών δυνάμεων, όπως είναι η Τουρκία, στη κρίση μεταξύ Αρμενίας – Αζερμπαϊτζάν, στη Γεωργία και στη σύγκρουσή της με την Αμπχαζία και, φυσικά, στην Τσετσενία).

       Χωρίς το παγκόσμιο ιστορικό πλαίσιο είναι ακατανόητα τα γεγονότα στον Καύκασο κι η επιδείνωσή τους μετά τη μετατροπή του κατεχόμενου Ιράκ σε αιματηρό βάλτο για τις δυνάμεις Κατοχής, με τη λαϊκή αντίσταση να ξυπνάει ξανά τον εφιάλτη του Βιετνάμ στην αμερικάνικη Μητρόπολη. Η αποτυχία των ιμπεριαλιστικών σχεδίων των νέο-συντηρητικών παρανοϊκών στο αμερικανικό Πεντάγωνο και τον Λευκό Οίκο έχει, με τη σειρά της, επιδεινώσει την κρίση που έχει ήδη εκτινάξει στα ύψη την τιμή του πετρελαίου, λόγω της πτωτικής τάσης του αμερικανικού δολαρίου και των κερδοσκοπικών κινήσεων του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, είναι προφανές γιατί ο πλουσιότατος σε κοιτάσματα πετρελαίου Καύκασος  γίνεται ξανά μήλον της έριδος.

       Ο ιμπεριαλισμός, όμως, δεν επεμβαίνει μέσα σε ένα κενό. Παρεμβαίνει σε υπαρκτές κι οξυνόμενες αντιφάσεις και στην όλη διαδικασία  καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Ενάντια σε όσους λένε ότι η παλινόρθωση  αποδείχτηκε «αναίμακτη», εκατοντάδες χιλιάδες αθώοι νεκροί στον Καύκασο και σε όλο το πρώην σοβιετικό έδαφος την τελευταία δεκαετία, μαζί και τα εκατοντάδες νεκρά παιδιά του Μπεσλάν τις τελευταίες μέρες, έρχονται να τους αποστομώσουν.

       Ο πρώτος μετασοβιετικός πόλεμος στη Τσετσενία εξαπολύθηκε το 1994-96 από το διεφθαρμένο παλινορθωτικό καθεστώς Γέλτσιν, την επαύριον του «Μαύρου Οκτώβρη» του 1993 με την εξέγερση στη Μόσχα, την επίθεση των τανκς στον Οίκο των Σοβιέτ και την διάλυση ακόμα και των τυπικών γραφειοκρατικών σοβιέτ. Ο δεύτερος πόλεμος εξαπολύθηκε το 1999, μετά το χρεοστάσιο στο οποίο οδηγήθηκε η Ρωσία τον Αύγουστο του 1998 καθώς η διεθνής χρηματιστική θύελλα τίναξε στον αέρα τις κερδοσκοπικές της δομές που στερούνταν κοινωνικών θεμελίων, αποδεικνύοντας την αποτυχία και το αδιέξοδο των παλινορθωτικών «μεταρρυθμίσεων». Ο νέος αυτός πόλεμος στην Τσετσενία εξαπολύεται από τη νέα, μετά τη χρεοκοπία του Γέλτσιν ηγεσία του κα-γκε-μπίτη συνταγματάρχη Πούτιν και των ασφαλιτών συνεργατών του. Ο πόλεμος ήταν το ιδανικό μέσο για να ισχυροποιηθεί και να συγκεντροποιηθεί ξανά ο υπερτροφικός κρατικός μηχανισμός, ώστε στο όνομα του Νόμου και της Τάξης, του Ισχυρού Κράτους και του μεγαλορωσικού σωβινισμού κάτω από το νέο τσάρο-πατερούλη Πούτιν να τιθασευτούν οι αντιφάσεις και να βγουν από την μέση τα εμπόδια που συναντάει στο δρόμο της η παλινόρθωση του καπιταλισμού.

        Γι αυτούς τους αντιδραστικούς σκοπούς προκρίθηκαν πάλι το μοντέλο κι οι μέθοδοι της Αυτοκρατορίας κι η κατάπνιξη οποιασδήποτε τάσης εθνικής αυτονόμησης και ανεξαρτησίας των πρώην σοβιετικών λαών, ιδιαίτερα στη πολυεθνική περιοχή της Υπερκαυκασίας. Όσο, όμως, και να θέλει ο Πούτιν να ενδυθεί τον τσαρικό μανδύα και να παραστήσει το Μεγάλο Πέτρο, υπάρχει τεράστια διαφορά και με τον καιρό των Τσάρων και με εκείνο της ΕΣΣΔ. Η τσαρική Αυτοκρατορία διαμορφώθηκε για να αποκρούσει την διπλή πίεση μιας πιο ανεπτυγμένης καπιταλιστικής Δύσης και μιας μισοβάρβαρης προκαπιταλιστικής Ασίας. Τον καιρό της επανάστασης του 1917 ήδη είχε εξαντληθεί η υλική της βάση. Ενάντια σε όσους κατακρίνουν την επανάσταση που δεν έμεινε στο πρώτο αστικοδημοκρατικό της στάδιο αλλά προχώρησε στην ανατροπή του Οκτώβρη, το γεγονός είναι -κι ο Τρότσκυ το έχει υπενθυμίσει- ότι χωρίς την Οκτωβριανή Επανάσταση η πρώην τσαρική Ρωσία θα είχε γίνει ημι-αποικία της Δύσης κάτω από μια ημιφασιστική δικτατορία ενός Κορνίλωφ. Αυτή τη μαύρη τύχη θα έχει κι Ρωσία εάν δεν ηττηθεί η παλινόρθωση κι αναγεννηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση. Πλήρης ενσωμάτωση στον παγκόσμιο καπιταλισμό στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής θα σημάνει τη μετατροπή της Ρωσίας σε ημιαποικιακή χώρα παραγωγής πετρελαίου και πρώτων υλών για την ιμπεριαλιστική Δύση, κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς. Το καθεστώς Πούτιν κινείται σε μια τέτοια κατεύθυνση κι η εθνικιστική μεγαλορωσική ρητορεία δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι επί των ημερών του, με την άδειά του και στο όνομα του «κοινού πολέμου κατά της διεθνούς τρομοκρατίας» ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός κατάφερε να έχει στρατιωτικές βάσεις για πρώτη φορά στο έδαφος της πρώην σοβιετικής Ασίας, στο Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και το Τουρκμενιστάν. Τώρα, ξανά, ο Πούτιν ο Μέγας καλεί σε βοήθεια τον Μπους τον Μικρό, τον Σρέντερ και τον Σιράκ,  ακόμα και τον Σαρόν, ενάντια στο σκιάχτρο του «παγκόσμιου ισλαμικού τζιχάντ»…

       Το εθνικό πρόβλημα στη περιοχή είναι υπαρκτό κι όχι κατασκεύασμα των εγκεφάλων της CIA  και του ΝΑΤΟ (που δεν παραλείπουν να το εκμεταλλεύονται). Ο λαός της Τσετσενίας κι οι άλλοι λαοί του Καυκάσου διεξάγουν ένα μακραίωνο αγώνα ενάντια στην εθνική καταπίεση της «Αγίας Ρωσίας» από τον καιρό των Τσάρων και της Αυτοκρατορίας τους. Η διεθνιστική στάση του Λένιν και του Μπολσεβικισμού στο πλευρό των καταπιεσμένων εθνών, μέσα κι έξω από τη Ρωσία, διαδραμάτισε καίριο ρόλο για τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Η νίκη της επανάστασης δεν σήμαινε και την αυτόματη λύση του εθνικού προβλήματος- κάτι τέτοιο απαιτεί μια μακριά διαδικασία  αλληλένδετη με την διεθνή ανάπτυξη της επανάστασης.

       Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη πολιτική σύγκρουση με τις εμφανιζόμενες γραφειοκρατικές τάσεις στη μετεπαναστατική περίοδο ήταν η τελευταία μάχη του Λένιν ενάντια στον Στάλιν και τους υποστηρικτές του μεγαλορωσικού σωβινισμού ακριβώς στο «Γεωργιανό Ζήτημα». Η απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης, η επικράτηση της γραφειοκρατίας και του σταλινισμού, κάτω από τη σημαία του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα», έθεσε εμπόδια στη λύση του εθνικού προβλήματος. Ο ιμπεριαλισμός, τόσο ο φασιστικός όσο κι ο δημοκρατικός, δεν πάψανε να το εκμεταλλεύονται για τους δικούς τους σκοπούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κατηγορηθούν ολόκληροι λαοί και έθνη σαν «μίσθαρνα όργανα του φασισμού και του ιμπεριαλισμού». Δεν είναι όλοι οι Κροάτες μια συμμορία  από Ουστάσι ούτε οι Ουκρανοί ή οι Λιθουανοί ή οι Τσετσένοι «φασίστες» εκ γενετής επειδή υπήρξε συνεργασία  τμημάτων τους με τον γερμανικό χιτλερικό ιμπεριαλισμό. Ούτε κι ο Ναζισμός βρίσκεται στα γονίδια των Γερμανών ούτε τα εγκλήματα του Σαρόν και του σιωνισμού είναι ταυτόσημα με τον εβραϊκό λαό (όπως έγινε τελευταία της μόδας να πιστεύεται και να λέγεται ακόμα και σε κύκλους της Αριστεράς, της ριζοσπαστικής συμπεριλαμβανομένης). Τέτοιες απόψεις δεν έχουν σχέση με τον επιστημονικό σοσιαλισμό αλλά  με τον εθνικο-σοσιαλισμό.

       Από αυτή την άποψη είναι εντελώς απαράδεκτο, στο τραγικό φως των συμβάντων στη Βόρεια Οσετία, να υποστηρίζεται από τον «Ριζοσπάστη» η μαζική εκτόπιση του Τσετσένικου λαού από τον Στάλιν και να αποκαλούνται οι Τσετσένοι «νέγροι», κατά τη ρατσιστική ρωσική έκφραση για τους Καυκάσιους - «Τσιόρνι» (Μαύροι)… Δεν παρέλειψε ο  «Ρ» (7/9/04) όχι μόνο να αρνηθεί την ύπαρξη Τσετσενικού εθνικού προβλήματος αλλά και να επιτεθεί βάναυσα στον Γιώργο Δελαστίκ που τόλμησε να παραδεχτεί την ύπαρξή του σε ένα, κατά τα άλλα πολιτικά αδύναμο, κύριο άρθρο του στο «Πριν» (5/9/04).

      Είναι λάθος επίσης να χρεώνεται η βαρβαρότητα γεγονότων όπως αυτών στην Οσετία, στο πολιτικό Ισλάμ. Είναι αλήθεια ότι η παρούσα ηγεσία των Τσετσένων ανταρτών μιλάει στο όνομα της ουαχαμπιτικής  σκοταδιστικής εκδοχής του Ισλάμ που προώθησε για μια ολόκληρη περίοδο η σαουδαραβική μοναρχία, με την βοήθεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, στο Αφγανιστάν, την κεντρική Ασία και αλλού. Το φούντωμα, όμως, των ισλαμιστικών κινημάτων δεν έχει να κάνει απλώς με κάποια «υποχώρηση της Αριστεράς και των λαϊκών-κοσμικών εθνικιστικών δυνάμεων» αλλά με τον πολιτικό ρόλο στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο και την χρεοκοπία τόσο του σταλινισμού όσο και του ριζοσπαστικού αστικού και μικροαστικού εθνικισμού. Η βαρβαρότητα των μεθόδων δεν είναι ίδιον κι αποκλειστικότητα της θρησκευόμενης ισλαμιστικής εκδοχής του εθνικισμού. Η εξόντωση λ.χ. με αέρια του άμαχου πληθυσμού στη κουρδική Χαλάμπτζα στο βόρειο Ιράκ ή  η ανελέητη σφαγή δεκάδων χιλιάδων Αδελφών Μουσουλμάνων στη Χάμα της Συρίας έγινε από κοσμικά εθνικιστικά, αντι-ιμπεριαλιστικά κατά τα άλλα, καθεστώτα. Τα τυφλά χτυπήματα σε άμαχο πληθυσμό -μέθοδος πολιτικά απαράδεκτη- έχουν χρησιμοποιηθεί από ουκ ολίγα λαϊκά-κοσμικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα Κανένας επαναστάτης, πολύ λιγότερο εάν θέλει να είναι μαρξιστής, δεν μπορεί να παθαίνει ιστορική αμνησία κι ούτε να χύνει δάκρυα για την χρεοκοπία του σταλινισμού και του εθνικισμού. Χρέος μιας επαναστατικής μαρξιστικής πρωτοπορίας σήμερα είναι να διαπαιδαγωγήσει τις μάζες για τις συνέπειες αυτών των χρεοκοπιών ανοίγοντας μια διέξοδο χειραφέτησης που δεν θα αγνοεί τα εθνικά δημοκρατικά προβλήματα εκεί που υπάρχουν αλλά και που θα τα συνδέει με τη σοσιαλιστική επανάσταση στη χώρα και διεθνώς. Ο διεθνισμός είναι κυριολεκτικά  ζήτημα ζωής ή θανάτου πια.

       Στη περίπτωση του Καυκάσου σίγουρα πρέπει να αναγνωριστεί η ύπαρξη εθνικού προβλήματος τόσο για τον λαό των Τσετσένων όσο και των άλλων λαών της περιοχής και ταυτόχρονα να συνδεθεί η λύση του με την πάλη για την απόκρουση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ και της ΕΕ, για να φύγουν από τον Καύκασο και οι ιμπεριαλιστές και τα στρατεύματα των Ρώσων παλινορθωτών, για την ανατροπή των παλινορθωτικών δυνάμεων, την ήττα της ίδιας της διαδικασίας καπιταλιστικής παλινόρθωσης και την αναγέννηση της πάλης για τον Σοσιαλισμό, για μια Σοσιαλιστική Ομοσπονδία των ελεύθερων λαών του Καυκάσου και για την εξουσία των Σοβιέτ στην χώρα του Οκτώβρη. Πάνω σ’ αυτή τη γραμμή παλεύουν οι δυνάμεις της Συντονιστικής Επιτροπής για την Επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς, μαζί και το ΕΕΚ.

9/9/ 04

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Έναρξη Μάιος 2002

 

22/09/2004