Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΚΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟ   ΚΙΝΗΜΑ

Το εργατικό Κίνημα μπροστά σε νέους προκλητικούς καιρούς

 

Γράφουν οι συνεργάτες μας: Δ. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ – ΝΤ. ΡΕΠΠΑΣ

 

Η κυβέρνηση, εν μέσω ενός απίστευτου κύματος ακρίβειας και φορομπηξίας, εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει αμέσως όλα τα θέματα που εδώ και καιρό το αντιδραστικό μπλοκ εξουσίας έχει προσδιορίσει ως αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές. Έτσι έχει ήδη δρομολογήσει, βρίσκεται στη φάση της άμεσης προώθησης ή προετοιμάζει την κοινή γνώμη για αλλαγές: στο εργασιακό, με τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, στη μείωση του κόστους των υπερωριών, στην επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, στο ασφαλιστικό, στην παιδεία, στο βάθεμα των ιδιωτικοποιήσεων κλπ. Οι αλλαγές αυτές, που βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, θα αποτελέσουν ένα άλμα στο βάθεμα της εκμετάλλευσης και στην χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης.

Παράλληλα με την επίθεση της κυβέρνησης, μπροστά στα έκπληκτα μάτια της πλειονότητας των εργαζομένων πλέον και όχι μόνο μιας μικρής πολιτικής πρωτοπορίας, αναβαθμίζεται ποιοτικά η ήδη μεταλλαγμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, από υπεύθυνο συνομιλητή της κυβέρνησης και του κεφαλαίου σε πραγματικό συνένοχο της αντεργατικής επίθεσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανακίνηση του ασφαλιστικού από την ίδια τη ΓΣΕΕ και η «εκπληκτική» πρόταση Πολυζωγόπουλου για φορολόγηση των μισθών πάνω από τα 1200 Ευρώ, προκειμένου να σωθεί το ασφαλιστικό σύστημα, έρχεται μετά την υπογραφή, πέρυσι το καλοκαίρι, διετούς συλλογικής σύμβασης εργασίας (η οποία προέβλεπε αυξήσεις που έχουν ήδη εξανεμιστεί), την πρωτιά στην ίδρυση ιδιωτικού Πανεπιστημίου αλλά και τη «σφοδρή» μέχρι σήμερα αντιπαράθεσή τους με την κυβερνητική πολιτική, με σωρεία ανακοινώσεων (!), όταν η ανεργία και η ακρίβεια καλπάζει.

Τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα αποκτούν για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων επείγοντα χαρακτήρα. Όμως ο ρόλος και η ανυποληψία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και, κυρίως, η πραγματική απουσία εργατικών συλλογικοτήτων, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα (όπου έχει διαμορφωθεί ένα μοντέλο «κοινωνικού φασισμού»), ακυρώνει τις όποιες δυνατότητες για στοιχειώδη αντιπαράθεση με την κυβερνητική επίθεση και δυσκολεύει τα όποια αγωνιστικά σκιρτήματα.

Το ΚΚΕ με το ΠΑΜΕ φαίνεται ότι έχει επιλέξει οριστικά να ακροβολιστεί πολιτικά και να εδραιώσει την ηγεμονία του στην αριστερή πλευρά του πολιτικού σκηνικού, αντί να συμβάλει ουσιαστικά στην αντιπαράθεση με την ολομέτωπη επίθεση που εξελίσσεται. Έτσι, περιορίζεται στην απλή διακήρυξη ενός πλαισίου αιτημάτων χωρίς να απασχολείται καθόλου με τους πραγματικούς δρόμους διεκδίκησής του. Προσπαθεί να καταγραφεί στα μάτια της κοινωνίας στην «πλευρά της αντίστασης», αλλά σε κανέναν εργασιακό χώρο ή κλάδο, που δέχεται επίθεση, δεν διαμορφώνει προϋποθέσεις για αγωνιστική αντιπαράθεση. Αρκείται στην κομματική καταγραφή και αυτοεπιβεβαίωση, μέσω του ΠΑΜΕ, ευελπιστώντας στην πολιτική εκπροσώπηση της εργατικής αγανάκτησης στο άμεσο μέλλον, αλλά δεν προβληματίζεται καθόλου από την ανυπαρξία εργατικού κινήματος.

Τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς από την άλλη, είτε προσπαθούν να διεκδικήσουν από το ΚΚΕ το κομμάτι που νομίζουν ότι τους αντιστοιχεί στο πολιτικό επίπεδο, είτε, έκπληκτοι μπροστά στο μέγεθος της επίθεσης και του ελλείμματος κοινωνικών αντιστάσεων, αλλάζουν κατεύθυνση, αναζητώντας την ενότητα με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία του Πολυζωγόπουλου (στο όνομα της εργατικής ενότητας πάντα) ή την ενότητα με τους «πολλούς» (δένοντας την όποια προσπάθειά της με το πολιτικό άρμα του ΣΥΝ ή του Κοινωνικού Φόρουμ).

Η σημαντική προσπάθεια που κάνουν δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε συγκεκριμένους εργασιακούς και κοινωνικούς χώρους και η σχετική ικανότητα που επιδεικνύουν να συνδέονται και να εκφράζουν εργατικά προβλήματα και διεκδικήσεις, μοιάζει ανολοκλήρωτη και αδιέξοδη. Πρώτα απ’ όλα γιατί είναι πολύ μικρός ο αριθμός των χώρων αυτών. Δεύτερο, γιατί δεν φαίνονται ικανές να αναιρέσουν την υπάρχουσα κατάσταση της ήττας και της ανυπαρξίας στο εργατικό κίνημα. Τρίτο, γιατί οι προσπάθειες αυτές εμφανίζονται ως επιμέρους, μερικές, στενές ή, ακόμη χειρότερα, ως την «προσωπική» φυγή αριστερών αγωνιστών από τη «συνολική πολιτική» στο χώρο. Δεν αντιμετωπίζονται λοιπόν ως κομμάτι μιας συνολικής και κρίσιμης προσπάθειας, που εκτός του ότι πρέπει να διευρυνθεί με κάθε τρόπο, πρέπει να ενταχθεί και σε ένα ενιαίο και συλλογικό σχέδιο που θα χαρακτηρίζει την πολιτική φυσιογνωμία της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Με βάση τα παραπάνω, η δική μας απάντηση δεν μπορεί παρά να βασίζεται στους παρακάτω άξονες:

α) Άμεση ανάγκη για δημιουργία και στήριξη αγωνιστικών προσπαθειών που να απαντάνε στη σημερινή επίθεση. Η προσπάθεια αυτή θα κριθεί πρώτα απ’ όλα στους χώρους των κατασκευών, των εμποροϋπαλλήλων, της παιδείας, της υγείας κλπ., όπου η κυβέρνηση και το κεφάλαιο επιτίθενται, και πρέπει να κινηθούμε στην λογική της άμεσης απάντησης με κινήσεις, γεγονότα, προγράμματα πάλης. Αυτές οι επιμέρους προσπάθειες πρέπει να αποτελέσουν κομμάτι της συνολικής προσπάθειας και να στηριχτούν συλλογικά. Δεν μπορεί να είναι ευθύνη, για παράδειγμα, μόνο των εργαζομένων στο εμπόριο η επιτυχής έκβαση της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση γύρω από το ωράριο. Φυσικά, στηρίζουμε και όλες τις αγωνιστικές προσπάθειες (π.χ. Λαναράς) ακόμη και αν δεν είναι «δικές μας».

β) Η δυνατότητα άμεσης απάντησης θα κριθεί και στο επίπεδο της γενικής κατάστασης του εργατικού κινήματος. Σε αυτό, την πραγματική ανάγκη ενότητας της εργατικής τάξης στην αντιπαράθεση με τα μέτρα δεν την κρίνουμε τυπικά αλλά ουσιαστικά. Δεν υπερασπίζουμε λοιπόν τον υποτιθέμενο ενωτικό και ουδέτερο ρόλο της ΓΣΕΕ, ούτε βαυκαλιζόμαστε με ψευδαισθήσεις ότι το σημερινό ΠΑΣΟΚ μπορεί να μετατραπεί σήμερα στο ΠΑΣΟΚ της περιόδου της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αντίθετα, η στάση τους απέναντι στην κυβερνητική πολιτική είναι που πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά υποδεικνύει την ανάγκη αντιπαράθεσης με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, για να υπάρξουν αγώνες.

γ) Διερευνούμε μέσα από τη δράση μας την ανάγκη αλλά και τη δυνατότητα για μια «άλλη» πορεία στο εργατικό κίνημα. Πορεία που δεν μπορεί να περιορίζεται σε ψεύτικα διλήμματα, όπως «μορφές ή περιεχόμενο», «μέσα ή έξω από τα σωματεία». Είναι βέβαιο ότι πρέπει να αναζητήσουμε και νέες μορφές, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα, αλλά και «άλλο» περιεχόμενο που θα αναιρεί τους άξονες της κυρίαρχης πολιτικής. Θα αξιοποιούμε τις υπάρχουσες μορφές και σωματεία για να δρούμε όπου είναι δυνατό, θα ανασυγκροτούμε άλλα, θα δημιουργούμε καινούργια όπου απαιτείται.

δ) Πιο επίμονα από ποτέ παραμένουμε στην προσπάθεια δημιουργίας ενός ανεξάρτητου αριστερού ριζοσπαστικού τρίτου πόλου στο εργατικό κίνημα. Από τη σκοπιά αυτή απαιτείται πιο ενεργητική στήριξη της προσπάθειας συντονισμού των εργατικών συσπειρώσεων και σχημάτων. Με κάθε τρόπο πρέπει να ενισχύσουμε την πραγματική ώσμωση των αγωνιστών που συμμετέχουν στα σχήματα και την ουσιαστική τους έκφραση. Να αποφύγουμε την μετατροπή του συντονιστικού των σχημάτων σε διαπραγματευτικό όργανο μεταξύ πολιτικών οργανώσεων.

ε) Υπάρχει ένα ελάχιστο πολιτικό περιεχόμενο για όλα τα παραπάνω και έχει να κάνει με την εναντίωσή μας στην κυβέρνηση και την ΕΕ.

Στη βάση αυτή διαμορφώνουμε την πρότασή μας για την Πρωτομαγιά πάνω στην εξής λογική: Η πρόταση αλλά και η δράση για τη δημιουργία μιας πραγματικής «εργατικής λαϊκής αντιπολίτευσης» δεν μπορεί να απευθύνεται στα αυτιά μιας αριστερής πρωτοπορίας μόνο, αλλά είναι δυνατό να επηρεάσει ευρύτερα τμήματα εργαζομένων και διεκδικήσει τη συμμετοχή τους. Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι υπό το κλίμα της αντεργατικής επίθεσης θα ήταν δυνατό σωματεία, επιτροπές αγώνα και άλλες πρωτοβάθμιες εργατικές συλλογικότητες να διοργανώσουν ξεχωριστή πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση με αιχμή την αντιπαράθεση με τη λαίλαπα που κυβέρνηση και ΕΕ έχουν εξαπολύσει, ενάντια τόσο στην γραμμή της υποταγής και συνενοχής της ΓΣΕΕ όσο και στην γραμμή της κομματικής περιχαράκωσης του ΠΑΜΕ.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η παραπάνω πρωτοβουλία έχει δυσκολίες να προχωρήσει ενόψει της φετινής πρωτομαγιάτικης συγκέντρωσης. Είναι όμως εφικτό και ανταποκρίνεται στην πολιτική αναγκαιότητα, να πραγματοποιήσουμε συγκέντρωση στην οποία θα καλούν οι ριζοσπαστικές παρεμβάσεις, τα εργατικά σχήματα και όσες εργατικές συλλογικότητες θελήσουν, με στόχο τη διακριτή έκφραση μιας διαφορετικής αντίληψης για το εργατικό κίνημα και τη συμμετοχή όλου του ανεξάρτητου και αγωνιστικού εργατικού δυναμικού.

Ταυτόχρονα, μπροστά στις μάχες που έρχονται, μπροστά στην υπαρκτή αγανάκτηση που διευρύνεται, είναι ανάγκη να προχωρήσουμε άμεσα σε μαζικές, συλλογικές διαδικασίες στα πρωτοβάθμια σωματεία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο τον αγωνιστικό συντονισμό τους που θα βασίζεται στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες τους και θα προχωρά στη συνάντηση και από κοινού οργάνωση εργατικών αγώνων ικανών σε περιεχόμενο και μορφές δράσης να ξετυλίξουν νικηφόρους αγώνες. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, προτείνουμε τη σύγκλιση σύσκεψης σωματείων με στόχο την άμεση απάντηση στην κυβερνητική επίθεση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Έναρξη Μάιος 2002

 

05/05/2005