Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

 Εγγραφή στην Mailing list        Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία και πάλη των Τάξεων

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

Ποιος θυμάται άρραγε τους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία;

 

Ο Πρώτος Πόλεμος της Διεθνοποιημένης Οικονομίας της Αγοράς

(Το παρακάτω άρθρο του ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ που δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ έχει δημοσιευθεί στο Democracy & Nature, The International Journal of Inclusive Democracy, τομ. 5, αρ. 2 τον Ιούλιο του 1999. Ωστόσο είναι φοβερά επίκαιρο μετά την επίθεση των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών στο Ιράκ και την αντίδραση που ακολούθησε από εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Το άρθρο μεταφράστηκε απο τα Αγγλικά απο τον Νίκο Βούλγαρη. Την επιμέλεια της μετάφρασης ειχε ο συγγραφέας).

 

1. Η μυθολογία σχετικά με τον νατοϊκό πόλεμο

Ο εγκληματικός χαρακτήρας του πολέμου

Αρχικά, θα πρέπει να γίνει απολύτως σαφές ότι ο νατοϊκός πόλεμος είναι εγκληματικός. Αυτό δεν απορρέει μόνο από το γεγονός ότι έγινε σε κατάφωρη παραβίαση του χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και της ίδιας της αρχικής συνθήκης του ΝΑΤΟ (πριν από την πρόσφατη τροποποίησή της στη διάσκεψη της Ουάσινγκτον). Ετσι, οπως επισημαίνει ο Walter J. Rockler[1], ο αμερικανός δημόσιος κατήγορος στη δίκη της Νυρεμβέργης για τα εγκλήματα πολέμου:

Η λογική ότι επιβάλλουμε απλώς τη διεθνή ηθική, ακόμα και εάν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, δεν θα δικαιολογούσε τη στρατιωτική επίθεση και τις μαζικής κλίμακας φόνους που αυτή ενέχει. Δεν μειώνει επίσης την ενοχή αυτών που διατάζουν αυτήν την επίθεση. Ως πρωταρχική πηγή του διεθνούς δικαίου, η κρίση του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης το 1945-1946 στην υπόθεση των κύριων ναζιστών εγκληματιών πολέμου είναι σαφής και ξεκάθαρη. Οι ηγέτες μας συχνά επικαλούνται και επικροτούν την κρίση αυτή, προφανώς όμως δεν την έχουν διαβάσει. Το Διεθνές Δικαστήριο διακήρυξε: «Η πρόκληση ενός επιθετικού πολέμου δεν αποτελεί απλώς ένα διεθνές έγκλημα· είναι το υπέρτατο διεθνές έγκλημα, που διαφέρει από τα άλλα εγκλήματα πολέμου μόνο στο ότι αυτό εμπεριέχει το συσσωρευμένο κακό όλων των υπολοίπων».

Πέρα όμως από τον εγκληματικό χαρακτήρα του πολέμου με την παραπάνω έννοια, υπάρχει μια ακόμα πιο απεχθής έννοια που κάνει τον νατοϊκό πόλεμο αναμφισβήτητα εγκληματικό. Οι νατοϊκές ελίτ, σε μια προσπάθεια να στρέψουν το σερβικό λαό ενάντια στην ελίτ του, εξαπέλυσαν μια εκστρατεία τρομοκρατίας και σταδιακού στραγγαλισμού ολόκληρου του σερβικού λαού. Έτσι, δεκάδες νοσοκομεία, εκατοντάδες νηπιαγωγεία, σχολεία, πανεπιστήμια και φοιτητικές εστίες, αγροκτήματα, σπίτια, ξενοδοχεία, βιβλιοθήκες, κέντρα νεότητας, μουσεία, εκκλησίες και μοναστήρια του 14ου αιώνα που καταγράφονται ως μέρος της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, ακόμα και φυλακές, δέχτηκαν συστηματικά καταστροφικά χτυπήματα.[2] Και πέρα από αυτά, η οικονομική υποδομή της χώρας (σταθμοί παραγωγής ενέργειας και εργοστάσια κάθε είδους) αποδιαρθρώθηκε συστηματικά –όπως παραδέχονται ακόμα και δυτικοί αναλυτές[3]– για να μην αναφέρουμε τα υποτιθέμενα «λάθη» των βομβαρδισμών γεφυρών γεμάτων με τρένα, αυτοκίνητα και ανθρώπους, οίκων ευγηρίας, λεωφορείων και της κινεζικής πρεσβείας! Τα «λάθη» αυτά συνιστούν στην καλύτερη περίπτωση ανθρωποκτονία εξ αμελείας, παρόλο που το πιο πιθανό είναι να έγιναν σκοπίμως, αν κρίνουμε από τα εγκλήματα του παρελθόντος που έχουν διαπράξει οι ίδιες ελίτ και οι ίδιοι στρατιωτικοί μηχανισμοί (με πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτό του Ιράκ). Όπως επισημαίνει και πάλι ο Walter J. Rockler[4]:

Από μια άλλη οπτική γωνία του διεθνούς δικαίου, οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ συνιστούν ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα πολέμου. Αντίθετα με όσα πιστεύουν οι πολεμικοί σχεδιαστές μας, οι απεριόριστοι αεροπορικοί βομβαρδισμοί απαγορεύονται από το διεθνές δίκαιο. Ο βομβαρδισμός της «υποδομής» μιας χώρας –σύστημα ύδρευσης, σταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας, γέφυρες, εργοστάσια, τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί– δεν αποτελεί μια επίθεση που περιορίζεται σε νόμιμους στρατιωτικούς στόχους. Οι βομβαρδισμοί μας έχουν επίσης προκαλέσει εκτεταμένες απώλειες ανθρώπινων ζωών και εκτεταμένους τραυματισμούς πολιτών, γεγονός που παραβιάζει και άλλα στάνταρς.

Δεν υπάρχει επομένως αμφιβολία για τον ξεκάθαρα εγκληματικό χαρακτήρα της νατοϊκής εκστρατείας –στην πραγματικότητα, πολλές από τις νατοϊκές ενέργειες συνιστούν σαφή εγκλήματα πολέμου (όπως υποστηρίζει, μεταξύ άλλων ειδικών νομικών, ο Jonathan Miller, καθηγητής δικαίου στις Η.Π.Α.) τα οποία φυσικά δεν θα δικαστούν ποτέ από τα διεθνή δικαστήρια που ελέγχονται από τις Αναπτυγμένες Οικονομίες της Αγοράς (ΑΟΑ) που εξαπέλυσαν αυτόν τον πόλεμο. Αντίθετα, ο σχετικά μικρότερος εγκληματίας Μιλόσεβιτς παραπέμπεται, ενώ οι κορυφαίοι εγκληματίες κατά της ανθρωπότητας (λόγω της παρελθούσας εγκληματικής τους δραστηριότητας), δηλαδή οι Κλίντον, Μπλερ και κομπανία αφήνονται ελεύθεροι να συνεχίσουν το «ανθρωπιστικό» τους έργο. Φυσικά, κανείς δεν περίμενε μια διαφορετική στάση από τις εγκληματικές ελίτ που, προκειμένου να διαιωνίσουν τα προνόμιά τους, δεν δίστασαν στο παρελθόν να κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα εναντίον πολλών άλλων λαών σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από τη Λατινική Αμερική ως το Ιράκ, από το Βιετνάμ ως το Τιμόρ. Παρ’ολα αυτά, οι «αριστεροί» και «πράσινοι» «διανοούμενοι» που υποστήριξαν το νατοϊκό πόλεμο δεν είχαν κανένα δισταγμό να αναθέσουν το ρόλο του απελευθερωτή στις ίδιες αυτές ελίτ και στους ίδιους αυτούς δολοφονικούς μηχανισμούς, σε μια ξεκάθαρη διαστρέβλωση του τι σημαίνει απελευθέρωση και του πώς αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Οι μύθοι σχετικά με τις αιτίες του πολέμου

 

Σύμφωνα με την επίσημη ερμηνεία που δόθηκε από τις κυβερνήσεις των χωρών του ΝΑΤΟ, ο στόχος της «επέμβασής» τους στην Γιουγκοσλαβία ήταν ανθρωπιστικός. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βέβαια ιδιαίτερα πρωτότυπος. Όπως επισημαίνει ο Rockler[5], «η επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας αποτελεί την πιο ξεδιάντροπη διεθνή επίθεση από τότε που οι ναζί επιτέθηκαν στην Πολωνία για να αποτρέψουν ‘πολωνικές θηριωδίες’ σε βάρος γερμανών». Παρόλ’ αυτά, ο Τόνυ Μπλερ (πιθανότατα, ο πλέον αριβίστας επαγγελματίας πολιτικός στις ΑΟΑ σήμερα, που είχε τους λιγότερους ενδοιασμούς στη διεξαγωγή του εγκληματικού νατοϊκού πολέμου) ήταν σαφής, σ’ ένα λόγο του προς τους συντρόφους του ευρωπαίους «σοσιαλιστές» στο Παρίσι, όταν παρότρυνε το ΝΑΤΟ να συνεχίσει τον πόλεμο στο Κόσοβο έως ότου ηττηθεί η «φυλετική γενοκτονία». Κατά τη διατύπωσή του: «Εάν θέλουμε η Ευρώπη να έχει κάποια σημασία, τότε η εθνοκάθαρση πρέπει να ηττηθεί. Οι αξίες της αξιοπρέπειας και της δημοκρατίας πρέπει να νικήσουν».[6]

Είναι όμως πράγματι ειρωνικό το γεγονός ότι οι κύριοι υποστηρικτές του νατοικου εγκλήματος μιλούν για δημοκρατία, τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να τηρήσουν ούτε τα δημοκρατικά προσχήματα. Έτσι, ελάχιστα μόνο κοινοβούλια χωρών-μελών του ΝΑΤΟ (μη συμπεριλαμβανομένου του κοινοβουλίου του κ. Μπλερ!) συνεδρίασαν για να πάρουν επίσημη απόφαση σχετικά με το ζήτημα αυτό. Ακόμα, όσον αφορά το πώς αντιλαμβάνονται οι δυτικές ελίτ την ελευθερία της πληροφόρησης, αρκεί να αναφέρουμε ότι το ΝΑΤΟ επιχείρησε να επιβάλει τη μετάδοση ορισμένων ωρών νατοϊκής προπαγάνδας από τη γιουγκοσλαβική τηλεόραση (ούτε ο Χίτλερ δεν είχε κάποια ανάλογη ιδέα!) και ότι όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αυτήν την ιδέα, κατέφυγε σε μια συστηματική εκστρατεία για την καταστροφή όλων των γιουγκοσλαβικών τηλεοπτικών στούντιο (σκοτώνοντας στην διαδικασία τους εργαζόμενους που βρίσκονταν σ’ αυτά) και αναμεταδοτών. Αυτή η εκστρατεία «δημοκρατικής» κατάπνιξης κάθε άποψης που διέφερε από την αποστειρωμένη νατοϊκή άποψη κορυφώθηκε με την απόφαση που επέβαλε το ΝΑΤΟ στο Ευρωπαϊκό Δορυφορικό Κονσόρτσιουμ στα τέλη Μαΐου για τον αποκλεισμό των εκπομπών της γιουγκοσλαβικής τηλεόρασης από τις δορυφορικές μεταδόσεις. Το «μάθημα» που έπρεπε να αφομοιωθεί ήταν προφανές. Στο μέλλον, το τι είναι αλήθεια θα ορίζεται αποκλειστικά από το Οργουελιανό Υπουργείο Πληροφόρησης της «διεθνούς κοινότητας» (διάβαζε: ΑΟΑ). Αλλά ας εξετάσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια την «αλήθεια» που το ΝΑΤΟ ήθελε να αφομοιωθεί από όλους.

Τα δυτικά ΜΜΕ, όπως επισήμανε ο John Pilger, έγκυρος αναλυτής των πρακτικών των ΜΜΕ, επιδόθηκαν σε μαζική λογοκρισία μέσω της παράλειψης, πράγμα που κατέληξε σε μια κατάσταση στην οποία, όπως το έθεσε ο ίδιος με απόγνωση, «μέχρις ότου εξεγερθούν οι δημοσιογράφοι στις εφημερίδες και την τηλεόραση, (οι ελίτ του ΝΑΤΟ) θα συνεχίσουν να τη γλιτώνουν έχοντας διαπράξει δολοφονίες».[7] Έτσι, σε μια εκστρατεία μαζικής παραπληροφόρησης και ωμής χειραγώγησης της κοινής γνώμης, (την οποία ένας καθηγητής του Χάρβαρντ χαρακτήρισε ως «μια άνευ προηγουμένου προπαγάνδα, ανάλογη της οποίας δεν είδαμε ούτε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο»[8]), τα δυτικά ΜΜΕ παρουσίασαν τη μαζική έξοδο αλβανών προσφύγων από το Κόσοβο ως μια ξεκάθαρη περίπτωση φυλετικής εθνοκάθαρσης και «γενοκτονίας». Πόσο πιστή στην πραγματικότητα είναι λοιπόν η άποψη αυτή;

Νομίζω ότι για να συζητήσουμε ουσιαστικά το ζήτημα της εθνοκάθαρσης (η περίπτωση της «γενοκτονίας» έχει ήδη καταρριφθεί από τον Τσόμσκι[9] και άλλους) πρέπει να κάνουμε την κρίσιμη διάκριση μεταξύ του προβλήματος των προσφύγων πριν τον πόλεμο και μετά την έναρξή του.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πριν από την έναρξη των μαζικών βομβαρδισμών το πρόβλημα των προσφύγων ήταν πολύ μικρής κλίμακας. Επιπλέον, παρά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι αλβανοί καταπιέζονταν από τους σέρβους ηδη από το 1989, όταν το καθεστώς Μιλόσεβιτς ήρε στην πράξη την αυτονομία του Κοσόβου (ως ανταπόδοση για την προηγούμενη καταπίεση της σερβικής μειονότητας του Κοσόβου στα χέρια της αλβανικής πλειονότητας[10]) δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το πρόβλημα των προσφύγων πριν από τον πόλεμο ήταν αποτέλεσμα εθνοκάθαρσης και όχι το υποπροϊόν των σερβικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του ΑΣΚ.

Στην πραγματικότητα, αυτή η δεύτερη άποψη υιοθετήθηκε από το γερμανικό υπουργείο εξωτερικών και διάφορα διοικητικά δικαστήρια στη Γερμανία για έναν ολόκληρο χρόνο πριν από την έναρξη του πολέμου. Έτσι, ένα διοικητικό δικαστήριο στο Baden-Wurtemberg διακήρυξε μετά τη «σφαγή» στο Racak:[11]

Μεμονωμένα περιστατικά πράξεων υπερβάλλουσας βίας σε βάρος άμαχου πληθυσμού, π.χ. στο Racak, έχουν αποδοθεί από την κοινή γνώμη στη σερβική πλευρά ή έχουν προκαλέσει έντονη αποδοκιμασία. Αλλά ο αριθμός και η συχνότητα τέτοιων ακροτητών δεν δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η ζωή κάθε αλβανού που ζει στο Κόσοβο εκτίθεται σε μεγάλο κίνδυνο.

Επίσης, ένα άλλο γερμανικό δικαστήριο στο Munster, δήλωνε, ένα μήνα πριν από την έναρξη των βομβαρδισμών, ότι:[12]

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να θεμελιώνουν την θέση για την ύπαρξη ενός μυστικού προγράμματος ή μιας σιωπηρής συναίνεσης από τη σερβική πλευρά για την εξολόθρευση του αλβανικού πληθυσμού, για την εκδίωξή του, ή για την καταδίωξή του με τον ακραίο τρόπο που περιγράφεται τώρα… τα μέτρα που λαμβάνονται από τις ένοπλες σερβικές δυνάμεις στοχεύουν κατ’αρχην στην αντιμετώπιση του ΑΣΚ και τους υποτιθέμενους οπαδούς και υποστηρικτές του.

Στο ίδιο πνεύμα, δύο μόλις εβδομάδες πριν από την έναρξη του πολέμου, το ίδιο δικαστήριο δήλωνε:[13]

Οι αλβανοί στο Κόσοβο δεν έχουν υποστεί, ούτε τωρα υφίστανται, ομαδικές διώξεις σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο στη Γιουγκοσλαβία.

 

Ακόμα όμως και αν δεχτεί κανείς (ενάντια στην άποψη του γερμανικού υπουργείου εξωτερικών και των γερμανικών δικαστηρίων!) ότι υπήρξε κάποια «εθνοκάθαρση», αυτό φυσικά δεν είναι κάτι καινούριο στην ιστορία των Βαλκανίων ή στην πρόσφατη ιστορία γενικά. Εθνοκάθαρση πολύ μεγαλύτερης κλίμακας υπέστησαν οι ίδιοι οι σέρβοι στα χέρια των κροατών κατά τον πόλεμο της Βοσνίας, όταν εκατοντάδες χιλιάδες εκδιώχθηκαν από την Κροατία χωρίς καμιά αντίρρηση από τη Δύση, για να μην αναφέρουμε την εθνοκάθαρση των ελλήνων στα χέρια των τούρκων στην Κύπρο μετά την τουρκική εισβολή, ή τη μαζική εθνοκάθαρση του παλαιστινιακού λαού. Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε ότι στις δυο τελευταίες περιπτώσεις, παρά τα πολυάριθμα ψηφίσματα του ΟΗΕ που καταδικάζαν την εθνοκάθαρση, καμιά δράση δεν αναλήφθηκε ποτέ εναντίον των δραστών αυτών των εγκλημάτων και ότι οι σημερινοί «ανθρωπιστές σταυροφόροι», σαν τον κατάπτυστο νυν επαγγελματία πολιτικό Κον-Μπεντίτ, δεν έκαναν ποτέ έκκληση για βομβαρδισμό των τούρκων ή των ισραηλινών.

Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι η μαζική έξοδος των προσφύγων άρχισε μετά την έναρξη των βομβαρδισμών και όχι πριν. Κατά συνέπεια, το ζήτημα της εθνοκαθαρσης τίθεται μόνο γιο την περίοδο μετά τους βομβαρδισμούς. Όμως, πρώτον, η μαζική έξοδος μετά τους βομβαρδισμούς ήταν προβλέψιμη από όλους[14], συμπεριλαμβανομένου και του διοικητή του ΝΑΤΟ στρατηγού Wesley Clark. Δεδομένου ότι η «συμφωνία» του Rambouillet ήταν στην πραγματικότητα ένα τελεσίγραφο που τέθηκε στους σέρβους (με πλήρη γνώση ότι καμιά κυρίαρχη χώρα στον κόσμο δεν θα δεχόταν ποτέ τους όρους του[15] που περιλάμβαναν ανεμπόδιστη κίνηση νατοϊκών στρατευμάτων σε ολόκληρη τη Γιουγκοσλαβία!), είναι προφανές ότι η μαζική έξοδος, κατά πάσα πιθανότητα, ηταν άμεση η έμμεση συνέπεια των νατοικών βομβαρδισμών. Δεύτερον, είναι προφανές ότι η σερβική ελίτ δεν είχε κανένα κίνητρο να ξεκινήσει μια μαζική εκστρατεία εθνοκάθαρσης τη στιγμή ακριβώς που το ΝΑΤΟ ζητούσε απεγνωσμένα ένα προπαγανδιστικό χτύπημα για να δικαιολογήσει την εγκληματική εκστρατεία του Ιρακοποιησης της Σερβίας και ενω η ελίτ αυτη εγνώριζε πολυ καλά ότι δεν είχε καμιά απολύτως πιθανότητα να νικήσει το ΝΑΤΟ και να νομιμοποιήσει επομένως «de facto» την εθνοκάθαρση. Η μαζική έξοδος των προσφύγων σε γειτονικές χώρες μπορεί επομένως να αποδοθεί σε μια σειρά παραγόντων που μικρή σχέση έχουν, εάν έχουν, με εθνοκάθαρση, και πολλώ μάλλον με «γενοκτονία». Έτσι:

Ø τμήμα της εξόδου αυτης μπορεί να ειδωθεί ως ένα στοιχείο της σερβικής πολεμικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση του ΑΣΚ και τη δημιουργία αστάθειας στην περιοχή[16]

Ø ένα άλλο τμήμα της μπορεί να ειδωθεί ως αποτέλεσμα πράξεων σερβικής αντεκδίκησης «από τα κάτω», ιδιαίτερα κατά τις πρώτες ημέρες των βομβαρδισμών, όταν –υπό την ένταση της μαζικής καταστροφής που προκαλούσε το ΝΑΤΟ– σερβικές παραστρατιωτικές ομάδες και σέρβοι κοσοβάροι ειναι πιθανό να στράφηκαν εναντίον των αλβανών που ήσαν σαφώς υπαίτιοι για την ανάμιξη του ΝΑΤΟ.[17]

Ø τέλος, ένα σημαντικό μέρος αυτής της εξόδου αναμφισβητητα προκλήθηκε από το φόβο των ίδιων των βομβαρδισμών.[18]

Όταν άρχισαν οι μαζικοί βομβαρδισμοί και, όπως είχε προβλεφθεί, συνοδεύτηκαν από τη μαζική έξοδο από το Κόσοβο, υπήρξε ένας παράλληλος μαζικός τηλεοπτικός βομβαρδισμός των δυτικών τηλεθεατών με το δράμα των προσφύγων, ενώ η ταυτόχρονη καταστροφή του γιουγκοσλαβικού λαού λογοκρινόταν ξεδιάντροπα από τέτοια προπύργια της «αντικειμενικότητας» των ΜΜΕ όπως το BBC, για να μην αναφέρουμε τον άθλιο ρόλο των εφημερίδων της κεντρο-«αριστεράς», όπως η Guardian, η Observer, η Monde, η Liberation και ούτω καθεξής. Αυτός ο παράλληλος τηλεοπτικός βομβαρδισμός είχε το διπλό αποτέλεσμα του να αποσπάσει την προσοχή από τα σαφή εγκλήματα πολέμου που διεξάγονταν σε βάρος του λαού μιας μικρής και καθυστερημένης τεχνολογικά χώρας από τον πιο προηγμένο δολοφονικό μηχανισμό που εφευρέθηκε ποτέ και, ταυτόχρονα, να γαλβανίσει την κοινή γνώμη και –πράγμα που έχει μεγαλύτερη σημασία– ένα πολύ σημαντικό μέρος των «αριστερών» και «πράσινων» υποστηρικτών, υπέρ των στόχων του πολέμου. Δεν θα επαναλάβω εδώ[19] τα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει ο ίδιος για τον απερίγραπτο ρόλο των βρετανικών ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι ο ρόλος των ΜΜΕ σε περιόδους κρίσεων ως η φωνή των ελίτ, που έχουμε εξετάσει αλλού[20], δεν ήταν ίσως ποτέ περισσότερο ξεκάθαρος απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου.

2. Ο Πόλεμος στα Βαλκάνια ως πόλεμος«ηγεμονίας»

Η συνηθισμενη αντίληψη που υιοθετήθηκε από διάφορα τμήματα της Αριστεράς για τον πόλεμο στα Βαλκάνια είναι ότι επρόκειτο για έναν πόλεμο επιβεβαίωσης της ηγεμονικής θέσης των Η.Π.Α. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, ο υπόρρητος στόχος του πολέμου ήταν να θεμελιώσει την ηγεμονία των Η.Π.Α. έναντι οποιουδήποτε πιθανού αμφισβητία (Ευρωπαϊκή Ένωση, Ρωσία, Κίνα, ΟΗΕ). Η εναλλακτική προσέγγιση που θα ήθελα να προτείνω είναι ότι ο πόλεμος στα Βαλκάνια είχε καθαρά «συστημικό» χαρακτήρα και, στην πραγματικότητα, συνιστά τον πρώτο πόλεμο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, δηλαδή της Νέας Οικονομικής Τάξης. Θα εξετάσω πρώτα την ‘ηγεμονική’ προσέγγιση για να συνεχίσω με την εναλλακτική προσέγγιση που προτείνεται εδώ.

Μια επίθεση εναντίον της Ευρώπης;

Μια κοινά αποδεκτή άποψη μεταξύ των υποστηρικτών της ‘ηγεμονικής’ προσέγγισης είναι ότι ο πόλεμος εξαπολύθηκε κατά βάση από την ελίτ των Η.Π.Α. όχι μόνο εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, που ήταν απλώς ο άμεσος στόχος, αλλά και εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικά και του Ευρώ ειδικότερα, που ήταν οι έμμεσοι στόχοι.

Έτσι, σύμφωνα με μια εκδοχή αυτής της προσέγγισης, ο κύριος στόχος των αμερικανικών ελίτ ήταν να διασφαλίσουν την πολιτική και στρατιωτική τους ηγεμονία. Ο Wallerstein[21], για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι ο πόλεμος έδειξε ότι το ΝΑΤΟ είναι απαραίτητο «για να αποτρέψει τους δυτικοευρωπαίους από το να παρεκκλίνουν σημαντικά από τον έλεγχο των Η.Π.Α. και πάνω απ’ όλα από το να θεμελιώσουν μια αυτόνομη ένοπλη δομή ξεχωριστή από το ΝΑΤΟ». Εντούτοις, μπορεί κανείς να αντιτείνει στο σημείο αυτό, ότι όπως ξεκάθαρα έδειξε η αναθεώρηση του ρόλου του ΝΑΤΟ στην τελευταία συνδιάσκεψη της Ουάσινγκτον, το ΝΑΤΟ έχει σήμερα ένα πολύ σημαντικότερο ρόλο από το ρόλο του να ελέγχει τους ευρωπαίους: τον ρόλο του χωροφύλακα της Νέας Τάξης. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ έχουν οποιαδήποτε πρόθεση «να παρεκκλίνουν σημαντικά από τον έλεγχο των Η.Π.Α.» Αντίθετα, στην ίδια συνδιάσκεψη, αναγνώρισαν την πολιτική και στρατιωτική (όχι όμως και την οικονομική) ηγεμονία των Η.Π.Α. στην κοινή μάχη των ΑΟΑ να προστατέψουν τη Νέα Οικονομική Τάξη.

Ανάλογα επιχειρήματα ισχύουν και για μια ελαφρώς διαφοροποιημένη εκδοχή που υποστηρίζεται από μέρη της ‘μαλακής Αριστεράς’ στο Ευρωκοινοβούλιο, τα οποία αντιτίθενται μεν στους βομβαρδισμούς αλλά κατά τα άλλα είναι ενθουσιώδεις υποστηρικτές της κέντρο-«αριστεράς». Σ’ αυτό το σενάριο, οι ευρωπαϊκές κέντρο-«αριστερές» κυβερνήσεις παγιδεύτηκαν από την ελίτ των Η.Π.Α. και η συμμετοχή τους στον πόλεμο ήταν απλώς ένα «σφάλμα» κρίσεως. Το επιχείρημά τους είναι ότι, εάν η ΕΕ είχε αναπτύξει μια ενοποιημένη εξωτερική πολιτική, το ευρωπαϊκό μπλοκ θα ήταν ικανό να παίξει έναν ρόλο εξισορροπητικό της ηγεμονίας των Η.Π.Α., παίρνοντας τη θέση της εκλιπούσας ΕΣΣΔ σ’ ένα νέο διπολικό κόσμο.

Όμως, ο διπολικός κόσμος που χαρακτήριζε την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου θεμελιωνόταν σε δύο μπλοκ χωρών με εντελώς διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα και κοινωνικά παραδείγματα που τα νομιμοποιούσαν. Αλλά, οι Η.Π.Α. και Ε.Ε. είναι δύο μπλοκ ΑΟΑ με ταυτόσημα κυρίαρχα κοινωνικά παραδείγματα. Επιπλέον, τα δύο μπλοκ αποτελούν τα στηρίγματα της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και, όπως θα προσπαθήσω να δείξω στο επόμενο κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των ΑΟΑ που συνιστούν τα συστατικά στοιχεία αυτής της παγκόσμιας οικονομίας είναι περισσότερο έντονος από ποτέ, είναι αδιανόητοι πόλεμοι μεταξύ τους για την επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από τον ανταγωνισμό αυτό. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν ότι, δεδομένου του κοινού στόχου των ΑΟΑ να προστατέψουν τη Νέα Οικονομική Τάξη και παρά τις αναπόφευκτες διαφορές σ΄ επίπεδο τακτικής μεταξύ τους, οι ελίτ όλων των ΑΟΑ-μελών του ΝΑΤΟ έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο έγκλημα εναντίον του λαού της Γιουγκοσλαβίας. Η ενθουσιώδης συμμετοχή των κορυφαίων ΑΟΑ που είναι μέλη τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ (Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία) –παρά τις ρητορείες των ηγετών κάποιων από αυτές που προορίζονταν ξεκάθαρα για εσωτερική κατανάλωση σε μια προσπάθεια να αμβλυνθεί η δυσαρέσκεια της εκλογικής τους βάσης– δείχνει ξεκάθαρα ότι η προσέγγιση που προωθείται από την ‘μαλακή αριστερά’ είναι ένας ακόμα μύθος για την απόκρυψη του «συστημικού» χαρακτήρα του πολέμου.

Μια άλλη εκδοχή της ‘ηγεμονικής’ προσέγγισης δίνει έμφαση στον «οικονομικό πόλεμο» μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ε.Ε., όπως αυτός εκφράζεται από πρόσφατες εμπορικές διαμάχες («ο πόλεμος της μπανάνας» κτλ) καθώς και από την ανησυχία που εξέφρασε μέρος της αμερικανικής ελίτ σε σχέση με τη δημιουργία του Ευρώ, το οποίο θα μπορούσε, εν δυνάμει, να απειλήσει την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου. Υπόρρητα, η εκδοχή αυτή βασίζεται στην παλιά θεωρία του ιμπεριαλισμού σχετικά με τη διαμάχη μεταξύ καπιταλιστικών χωρών για την κατανομή των αγορών.

Εντούτοις, μπορεί κανείς να επισημάνει στο σημείο αυτό ότι στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, η θεωρία αυτή δεν έχει πια νόημα. Παρά κάποιες διαφορές σε σχέση με τις εμπορικές πολιτικές, που είναι αναπόφευκτες μεταξύ ανταγωνιζόμενων καπιταλιστικών μπλοκ, το άνοιγμα των αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου/χρήματος –που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Νέας Οικονομικής Τάξης– έχει καταστήσει τη θεωρία αυτή εντελώς παρωχημένη. Σήμερα, οι οικονομικές διαμάχες δεν γίνονται μεταξύ εθνών, ούτε καν μεταξύ οικονομικών μπλοκ, αλλά μεταξύ τεράστιων πολυεθνικών επιχειρήσεων που ελέγχουν την παγκόσμια παραγωγή και το παγκόσμιο εμπόριο. Μολονότι οι πολυεθνικές αυτές έχουν την βάση τους σε κάποιο έθνος, ή μπλοκ, και εξακολουθούν να απαιτούν τη βοήθεια των εθνών ή των μπλοκ στα οποία έχουν τη βάση τους, παρόλα αυτά, δίνουν τις ολιγοπωλιακές τους μάχες χρησιμοποιώντας αποκλειστικά οικονομικά μέσα. Αυτό σημαίνει ότι οι κυρίαρχες ελίτ της ΕΕ όχι μόνο δεν έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα προς τα συμφέροντα της αμερικανικής ελίτ σε σχέση με τον πόλεμο αλλά, αντίθετα, προσδοκούν να επωφεληθούν από αυτόν: άμεσα, μέσω τoυ αναμενόμενου μπουμ στις κατασκευαστικές και εξοπλιστικές βιομηχανίες, αλλά και έμμεσα, μέσω της πλήρους ενσωμάτωσης των Βαλκανίων στην Ε.Ε. Στην πραγματικότητα, για ορισμένους στην Ευρωπαϊκή Αριστερά, μόνο η ΕΕ είχε ζωτικό συμφέρον σ’ αυτόν τον πόλεμο (ανάσχεση των συγκρούσεων και ιδιαίτερα των μετακινήσεων προσφύγων) και όχι οι Η.Π.Α. οι οποίες «δεν είχαν καν τέτοιο συμφέρον στο μέλλον της περιοχής».[22] Εντούτοις, μπορεί κανείς να αντιτείνει εδώ ότι ούτε η σύγκρουση μεταξύ του σερβικού στρατού και του ΑΣΚ έχει φτάσει, ούτε θα μπορούσε ποτέ να φτάσει, τις διαστάσεις μιας δυνητικά μη-ανασχέσιμης σύγκρουσης, ούτε οι μετακινήσεις προσφύγων ήταν σημαντικές πριν από τους μαζικούς βομβαρδισμούς. Η σύγκρουση στο Κόσοβο είχε πολύ τοπικό χαρακτήρα και είναι σχεδόν βέβαιο ότι, χωρίς την πολύ μεγάλη υποστήριξη που παρείχε η Δύση στον ΑΣΚ, θα είχε σύντομα λάβει τέλος με την αποκατάσταση κάποιου είδους αλβανικής αυτονομίας.

Τέλος, ανάλογα επιχειρήματα μπορούν να διατυπωθούν και σε σχέση με τον ανταγωνισμο δολλαρίου/Ευρώ. Το εάν το Ευρώ θα καταφέρει να αποκτήσει μια θέση ανάλογη με αυτή του δολαρίου και του γιεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τη σχετική οικονομική δύναμη και σταθερότητα της Ε.Ε. Η σημερινή σχετική δύναμη του δολαρίου προς το Ευρώ αντανακλά απλώς την τρέχουσα σχετική δύναμη της οικονομίας των Η.Π.Α. προς αυτή της ευρωπαϊκής οικονομίας, ένα γεγονός που στην προβληματική του άρθρου αυτού αντανακλά τον υψηλότερο βαθμό «αγοραιοποίησης» της πρώτης σε σχέση με τη δεύτερη.

Μια επίθεση εναντίον του ΟΗΕ, της Ρωσίας και της Κίνας;

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή της ‘ηγεμονικής’ προσέγγισης, ο στόχος του πολέμου ήταν η υποβάθμιση του ΟΗΕ και/ή η «περικύκλωση» της Ρωσίας. Ο ΟΗΕ, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εκπροσωπεί μια παρωχημένη ισορροπία δυνάμεων που δεν εκφράζει τη σημερινή πολιτική/στρατιωτική ηγεμονία των Η.Π.Α. και την οικονομική κυριαρχία των κορυφαίων ΑΟΑ (των Η.Π.Α., αλλά και των ηττημένων του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, δηλαδή της Γερμανίας και της Ιαπωνίας). Επιπλέον, όσον αφορά στη Ρωσία, υποστηρίζεται ότι «στόχος είναι η δημιουργία ενός δικτύου βάσεων και οχυρωμένων θέσεων που να περιβάλλει τη Ρωσία στο μέλλον, καλύπτοντας το κενό στα Βαλκάνια από την Ελλάδα στο νότο ως την Ουγγαρία στο βορρά».[23]

Εντούτοις, μπορεί κανείς να επισημάνει εδώ ότι, όσον αφορά στον ΟΗΕ, οι ελίτ των ΑΟΑ δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο κίνητρο για να αναλάβουν δράση για την διάλυση του, ιδιαίτερα μάλιστα εάν ο παγκοσμιος οργανισμός ελέγχεται αποτελεσματικά από αυτές, όπως συνέβαινε κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Κόλπο.[24] Μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει μια σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των διαφόρων ελίτ του Συμβουλίου Ασφαλείας (όπως συμβαίνει σ’ αυτήν την περίπτωση) ο ΟΗΕ καθίσταται άχρηστος. Αλλά ήταν ακριβώς για την κάλυψη τέτοιων περιπτώσεων που σχεδιάστηκε το νέο ΝΑΤΟ.

Ακόμα, όσον αφορά στο ρόλο της Ρωσίας και της Κίνας, είναι πράγματι αληθές ότι ο πόλεμος έδωσε στις ελίτ των ΑΟΑ μια ευκαιρία να δείξουν στις αντίστοιχες ρωσικές και κινεζικές ελίτ τον πραγματικό τους ρόλο στη Νέα Παγκόσμια Τάξη, ως μέρη της περιφέρειας και της ημί-περιφέρειας. Η σημερινή ρωσική ελίτ, η οποία είναι αφοσιωμένη στην προσπάθεια πλήρους ενσωμάτωσης της χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, δεν παρουσιάζει κανένα σοβαρό πρόβλημα για τη Δύση.[25] Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν φαίνεται ότι ακόμα και το κομμουνιστικό και το εθνικιστικό κόμμα στην αντιπολίτευση δεν αμφισβητούν τη δέσμευση αυτή, ενώ η πιθανότητα ανάδυσης ενός νέου απελευθερωτικού κινήματος από τα κάτω, το οποίο θα μπορούσε πραγματικά να απειλήσει τη Δύση, είναι ακόμα απομακρυσμένη. Κατά συνέπεια, ο αναβιώσας (κυρίως λόγω του ίδιου του πολέμου) εθνικισμός θέτει εν δυνάμει προβλήματα για τις ΑΟΑ μόνο στη μεταβατική περίοδο πριν από την πλήρη ενσωμάτωση της Ρωσίας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς

Έτσι, στο βαθμό που ο νατοϊκός πόλεμος είχε κάποιον διαπαιδαγωγικό στόχο, αυτός ήταν να δώσει απλώς ένα μάθημα στα στρωματα που υποστηρίζουν τα εθνικιστικά και κομμουνιστικά κίνηματα –σε περίπτωση που αρχίζουν να σκέφτονται να εγκαταλείψουν τη σημερινή δέσμευση της ηγεσίας τους στις μεταρρυθμίσεις της οικονομίας της αγοράς– για την κατάληξη που περιμένει οποιονδήποτε θελήσει να αμφισβητήσει τη Νέα Τάξη. Με την ίδια λογική, στο βαθμό που η κινεζική κομματική ελίτ συνεχίζει να τηρεί «τους κανόνες του παιχνιδιού» και εξακολουθεί να ενσωματώνει την κινεζική οικονομία στη Νέα Οικονομική Τάξη, η πιθανότητα κάποιας πραγματικής σύγκρουσης με τη Δύση αποκλείεται. Παρόλα’ αυτά, ο βομβαρδισμός της κινεζικής πρεσβείας είχε έναν ξεκάθαρο διαπαιδαγωγικό στόχο: να δώσει σε οποιονδήποτε φιλοδοξεί να αμφισβητήσει τη Νέα Τάξη ένα μάθημα σχετικά με τη δύναμη της Δύσης.

 

ZHTHMA ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Τέλος, σύμφωνα με μια ακόμα εκδοχή της ‘ηγεμονικής’ προσέγγισης η οποία υποστηρίζεται, για παράδειγμα, από τον Νόαμ Τσόμσκι και με μια έννοια συνοψίζει τις άλλες εκδοχές, η πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ εξαπολύθηκε «για να προστατεύσει την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ (δηλαδή των Η.Π.Α.)», η οποία θα δεχόταν σοβαρό πλήγμα εάν το ΝΑΤΟ δεν πραγματοποιούσε τις απειλές του. Όμως, το επιχείρημα αυτό, όπως επισημαίνει ο Wallerstein[27], «είναι περίεργο επειδή είναι κυκλικό. Εάν το ΝΑΤΟ απειλεί να κάνει κάτι και στη συνέχεια δεν το κάνει, φυσικά και υπονομεύεται η αξιοπιστία του. Όμως, τίποτα δεν το υποχρέωνε κατ’αρχην να διατυπώσει την ίδια την απειλή».

Είναι προφανές ότι η διαφύλαξη της αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ αυτή καθαυτή δεν έχει νόημα. Η συμμαχία του ΝΑΤΟ δεν υπάρχει γι’ αυτήν την ίδια, δεν αποτελεί έναν αυτοσκοπό, αλλά έχει έναν συγκεκριμένο στόχο. Στην πραγματικότητα, οι υποστηρικτές της θέσης περί αξιοπιστίας, ρητά ή υπόρρητα, αντιλαμβάνονται ως πραγματικό στόχο του ΝΑΤΟ τη διασφάλιση της πολιτικής/στρατιωτικής ηγεμονίας των Η.Π.Α. Αλλά, κατά την άποψή μου, ούτε η πολιτική/στρατιωτική ηγεμονία, στο θεσμικό πλαίσιο μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, δεν είναι αυτοσκοπός. Η στρατιωτική/πολιτική ηγεμονία είναι σημαντική μόνο ως μέσο για την προστασία αυτού του θεσμικού πλαισίου. Και αυτό συμβαίνει, επειδή σε κάθε κοινωνική δομή που μπορεί να χαρακτηριστεί ως οικονομία της αγοράς, όπως επεσήμανα αλλού[28], το κυρίαρχο στοιχείο είναι το οικονομικό. Είναι επομένως σαφές ότι «η διαφύλαξη της αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ» δεν μπορεί απλώς να σημαίνει την αξιοπιστία των Η.Π.Α., ως στρατιωτικής δύναμης –εκτός εάν προστεθεί ότι η αξιοπιστία των Η.Π.Α. έχει σημασία όχι αυτή καθεαυτή αλλά επειδή οι Η.Π.Α. έχουν αναλάβει το ρόλο του εγγυητή του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

Κατά την άποψή μου, το κύριο πρόβλημα αυτής της εκδοχής, καθώς και των άλλων εκδοχών της ‘ηγεμονικής’ προσέγγισης, είναι ότι δεν παίρνουν υπόψη τη θεμελιώδη σχέση μεταξύ της πολιτικής και της οικονομικής διάστασης της Νέας Τάξης και δεν μπορούν επομένως να αντιληφθούν ότι ο πόλεμος στα Βαλκάνια είναι στην πραγματικότητα ο πρώτος πόλεμος της Νέας Τάξης, με την έννοια ότι στοχεύει στη διατήρηση της σταθερότητας που απαιτεί η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Αυτός είναι ο λόγος που η ‘ηγεμονική’ προσέγγιση δεν μπορεί να εξηγήσει δύο βασικά γεγονότα: πρώτον, ότι οι ελίτ όλων των κορυφαίων ΑΟΑ (και όχι μόνο η αμερικανική) υπήρξαν ενθουσιώδεις υποστηρικτές του πολέμου (παρά τις δημόσιες δηλώσεις τους) και, δεύτερον, ότι οι ίδιες ελίτ αποδέχτηκαν ολόψυχα τον νέο ρόλο του ΝΑΤΟ, ο οποίος συνεπάγεται de facto την πολιτική/στρατιωτική ηγεμονία της αμερικανικής ελίτ. Αλλά, ας έλθουμε τώρα στην εναλλακτική προσέγγιση που προτείνεται εδώ.

3. Ο Πόλεμος στα Βαλκάνια ως ο πρώτος πόλεμος της Διεθνοποιημένης Οικονομίας της Αγοράς

Η Νέα Παγκόσμια Οικονομική Τάξη

Ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης στην ερμηνεία του νατοϊκού πολέμου ενάντια στη Γιουγκοσλαβία είναι η εξέταση των πολιτικών και οικονομικών παραμέτρων της Νέας Τάξης. Στη προβληματική που αναπτύσσεται εδώ η Νέα Οικονομική Τάξη ταυτίζεται με τη «διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς», δηλαδή τη σημερινή φάση αγοραιοποίησης, η οποία ορίζεται ως η ιστορική διαδικασία που έχει μετατρέψει τις κοινωνικά ελεγχόμενες οικονομίες του παρελθόντος στο σημερινό σύστημα της οικονομίας της αγοράς.[29] Η διεθνοποίηση, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού[30], θα πρέπει να διακρίνεται από την παγκοσμιοποίηση. Η διεθνοποίηση αναφέρεται στην περίπτωση στην οποία οι αγορές διεθνοποιούνται και, ως αποτέλεσμα, οι οικονομικές πολιτικές των εθνικών κυβερνήσεων και η αναπαραγωγή της ίδιας της οικονομίας ανάπτυξης καθορίζονται από τη διασυνοριακή κίνηση των εμπορευμάτων και του κεφαλαίου. Η σημερινή νεοφιλελεύθερη μορφή της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς μπορεί να θεωρηθεί ότι κλείνει τον κύκλο που άνοιξε τον προηγούμενο αιώνα όταν επιχειρήθηκε μια φιλελεύθερη εκδοχή της. Έτσι, μετά την κατάρρευση της πρώτης προσπάθειας εισαγωγής ενός αυτορυθμιζόμενου οικονομικού συστήματος, επιχειρείται σήμερα μια νέα σύνθεση. Η σύνθεση αυτή έχει ως στόχο να αποφύγει τις ακρότητες του καθαρού φιλελευθερισμού, συνδυάζοντας αυτορυθμιζόμενες αγορές με διάφορους τύπους ασφαλιστικών δικτύων και ελέγχων, που διασφαλίζουν την προνομιούχο θέση κυρίως της «υπέρ-τάξης» και δευτερευόντως της «κοινωνίας του 40%», καθώς και την απλή επιβίωση της «υποτάξης» –χωρίς να επηρεάζουν τη διαδικασία αυτορύθμισης στην ουσία της. Κατά συνέπεια, ο ρόλος του έθνους-κράτους περιορίζεται σήμερα στη διασφάλιση, μέσω του μονοπωλίου του στη βία, του πλαισίου της οικονομίας της αγοράς και στη διατήρηση της υποδομής για την ομαλή λειτουργία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας.

Έτσι, η διεθνοποίηση, όπως γίνεται αντιληπτή εδώ, δεν συνεπάγεται την εξάλειψη του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, ούτε πολύ περισσότερο τη φυσική του εξαφάνιση στο πολιτικό επίπεδο. Αυτό που πράγματι συνεπάγεται είναι την απώλεια της οικονομικής κυριαρχίας του κράτους, όχι μόνο σε σχέση με σημαντικούς κρατικούς ελέγχους πάνω στις αγορές αλλά και σε σχέση με ακομη σημαντικότερους κοινωνικούς εν ευρεια εννοία ελέγχους, που αποκλείονται από το σημερινό θεσμικό πλαίσιο των ελεύθερων αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου. Επιπλέον, η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς δεν σημαίνει ότι η διακρατική ρύθμιση καθίσταται περιττή. Οι εταιρίες που δραστηριοποιούνται στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς χρειάζονται ένα βαθμό σταθερότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ένα ασφαλές πλαίσιο ελεύθερου εμπορίου και την προστασία των εμπορικών δικαιωμάτων. Όλα αυτά συνεπάγονται την ανάγκη για διεθνή οικονομική ρύθμιση (μέσω της ομάδας των 7, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου κτλ) καθώς και την ανάγκη για διεθνή πολιτική «ρύθμιση».

Επομένως, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο, στην πρώτη φάση της αγοραιοποίησης, όταν η οικονομία της αγοράς ήταν κατά βάση εθνική, ανατέθηκε στο έθνος-κράτος ο ρόλος της επιβολής –μέσω του μονοπωλίου του στη βία– των κανόνων της αγοράς, στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ο αντίστοιχος ρόλος της επιβολής των κανόνων της διεθνοποιημένης αγοράς ανατίθεται όχι στο κράτος, αλλά σε διεθνείς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ και ο ελεγχόμενος από τις αναπτυγμένες οικονομίες της αγοράς ΟΗΕ. Δεν είναι επομένως περίεργο ότι, όπως δείχθηκε από μια ομάδα δημοσιογράφων με επικεφαλής τον Nicholas Kristof σε μια πρόσφατη σειρά άρθρων στους New York Times, έχει γίνει μέρος των αρμοδιοτήτων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και επομένως, έμμεσα, του ελεγχόμενου από τις Η.Π.Α. ΝΑΤΟ, η προώθηση (τόσο στις επιμέρους κυβερνήσεις, όσο και στις διεθνείς διαπραγματεύσεις πχ στο πλαίσιο του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου) της απορύθμισης και της άρσης όλων των φραγμών στο εμπόριο και στις συναλλαγές.[31]

Πόλεμοι στη Νέα Τάξη

 

Στο πλαίσιο της διεθνοποίησης, με την έννοια της βαθμιαίας απώλειας της οικονομικής κυριαρχίας των εθνών-κρατών, μπορούμε να αναπτύξουμε ένα χρήσιμο πλαίσιο ανάλυσης για να συζητήσουμε τον πόλεμο στα Βαλκάνια. Στην Ευρώπη, η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς έχει προχωρήσει ιδιαίτερα άνισα λόγω του ότι, από την αρχή του αιώνα, ήταν χωρισμένη σε μια καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη και στην Ανατολική Ευρώπη του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η κύρια συνέπεια της άνισης αυτης ενσωμάτωσης στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ήταν ότι στην Ευρώπη εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα ένας σημαντικός βαθμός έντασης μεταξύ εθνικισμού και διεθνοποίησης, με άμεσες επιπτώσεις στο σημερινό πόλεμο.

Έτσι, στη Δυτική Ευρώπη, υπάρχει μια κίνηση προς ένα ομοσπονδιακό υπερεθνικό κράτος, το οποίο αντανακλά το γεγονός ότι οι χώρες του πυρήνα της ΕΕ έχουν ήδη εισέλθει στην ύψιστη φάση της διαδικασίας αγοραιοποίησης. Στην πραγματικότητα, η Δυτική Ευρώπη βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο, η οποία είναι όμως ποιοτικά διαφορετική από αυτήν της Ανατολικής. Οι σημερινές πολιτικές συγκρούσεις σε σχέση με τη μελλοντική οργάνωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ανάγονται στη θεμελιώδη αντίφαση που καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η οικονομική δομή κάθε έθνους-κράτους έχει ήδη διεθνοποιηθεί, ενώ η πολιτική δομή, σε τυπικό τουλάχιστον επίπεδο, εξακολουθεί να φέρει τα γνωρίσματα ενός έθνους-κράτους.

Από την άλλη μεριά, στην Ανατολική Ευρώπη, όπου η διαδικασία αγοραιοποίησης διακόπηκε βίαια από την έλευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το κράτος εξακολουθεί να υποτίθεται ότι είναι σε θέση να παίξει το ρόλο που έπαιζε στη Δυτική Ευρώπη στον προηγούμενο αιώνα, όταν κύριος ρόλος του ήταν η θεμελίωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Φυσικά, με την εξαίρεση της Ρωσίας, πρόκειται για μια ψευδή υπόθεση, δεδομένου του βαθμού αλληλεπίδρασης που υφίσταται μεταξύ των συστατικών στοιχείων της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Μόνο στη Ρωσία, ίσως, η υπόθεση αυτή θα ήταν ακόμη βάσιμη όπου, λόγω του μεγέθους της χώρας, η αυτοδυναμία είναι περισσότερο εφικτή—πραγμα που δίνει και καποιο νόημα στον αναπτυσσόμενο Ρωσικό εθνικισμό. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν αποτρέπει από μόνο του την αναβίωση του εθνικισμού σε άλλα μέρη της Ανατολικής Ευρώπης και ιδιαίτερα στα Βαλκάνια όπου η ενσωμάτωση των οικονομιών τους στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Σ’ αυτή την προβληματική, δεν είναι πια πιθανοί πόλεμοι μεταξύ των κρατών των ΑΟΑ, εφόσον τα κράτη αυτά δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά οι δήμοι της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και δουλειά τους είναι να παρέχουν, με το μικρότερο δυνατό κόστος, την υποδομή και τα «δημόσια αγαθά» που απαιτούνται για την αποτελεσματική λειτουργία των επιχειρήσεων.[32] Επομένως, τα «εκατό χρόνια ειρήνης» (1815-1914) που περιέγραψε ο Polanyi[33], τα οποία συνόδευσαν την πρώτη (αποτυχημένη) προσπάθεια δημιουργίας μιας φιλελεύθερης διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, μπορεί κάλλιστα να γίνουν «χίλια χρόνια ειρήνης» στο πλαίσιο της σημερινής νεοφιλελεύθερης διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς για παράδειγμα ότι, στο πλαίσιο αυτής της διεθνοποιημένης οικονομίας, οποιαδήποτε προσπάθεια από μια ΑΟΑ να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία εναντίον μιας άλλης ΑΟΑ για να επιτύχει τους οικονομικούς της στόχους είναι αδιανόητη, εφόσον αυτό θα προκαλούσε τις άμεσες οικονομικές κυρώσεις των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών και το πρώτο θύμα θα ήταν το ίδιο το νόμισμα της.

Εντούτοις, εάν οι πόλεμοι μεταξύ των ΑΟΑ που ελέγχουν τη Νέα Οικονομική Τάξη αποκλείονται, σχεδόν εξ’ ορισμού, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τους πολέμους μεταξύ αυτών και εξαρτημένων οικονομιών, καθώς και τους πολέμους μεταξύ εξαρτημένων οικονομιών, όπου οι προηγμένες οικονομίες μπορεί να πολεμούν «δι’ αντιπροσώπου».

Όσον αφορά πρώτα τους πολέμους μεταξύ ΑΟΑ και χωρών στην περιφέρεια και στην ημι-περιφέρεια, η έκρηξη στην παγκόσμια ανισότητα, που αποτελεί εγγενές στοιχείο της Νέα Τάξης και αναπόφευκτο υποπροϊόν της απελευθέρωσης και απορύθμισης των αγορών, συνεπάγεται ότι οι επιθέσεις ενάντια σε ‘καθεστώτα-παρίες’ που αμφισβητούν με οποιοδήποτε τρόπο τη Νέα Τάξη θα συνεχιστούν αμείωτες. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για οποιοδήποτε απελευθερωτικό κίνημα που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στο μέλλον, το οποίο θα πρέπει να συντριβεί με το είδος της ολοκληρωτικής νίκης που είδαμε στην περίπτωση του Ιράκ και της Γιουγκοσλαβίας. Με στόχο την εμπλοκή τους σε τέτοιου είδους πολέμους, οι στρατοί των ΑΟΑ μετατράπηκαν γρήγορα σε στρατούς επαγγελματιών δολοφόνων (ένα είδος σαμουράι) που δεν είναι ευαίσθητοι, όπως είναι οι στρατιώτες που υπηρετούν τη θητεία τους, σε ιδεολογικές επιρροές και συναισθήματα αλληλεγγύης προς τις κοινωνικές ομάδες από τις οποίες στρατολογούνται (συνήθως τις φτωχότερες κοινωνικές ομάδες). Παρά το υψηλότερο κόστος των επαγγελματικών στρατών[34], οι ελίτ της Νέας Τάξης δεν έχουν άλλη επιλογή από το να καλύπτουν τις επιπλέον δαπάνες, εφόσον οι πόλεμοι δεν γίνονται πια για την υπεράσπιση της χώρας, αλλά καθαρά για την υπεράσπιση της Νέας Τάξης και των προνομίων αυτών που κυρίως κερδίζουν από αυτή.

Όσον αφορά τους πολέμους μεταξύ κρατών στην περιφέρεια, συγκρούσεις πολιτισμικού, θρησκευτικού, εθνικιστικού ή εθνοτικού χαρακτήρα μπορούν εύκολα να προκύψουν μεταξύ εξαρτημένων κρατών. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν συγκρούσεις τέτοιου είδους λειτουργούν επίσης ως διέξοδοι στα κοινωνικοοικονομικά αδιέξοδα των λαών τους (βλ. για παράδειγμα τις σημερινές συγκρούσεις στην Ινδονησία). Υπό την έννοια αυτή, το παλιό όνειρο του οικονομικού φιλελευθερισμού ότι «ο πόλεμος θα γίνει το καταφύγιο των αποτυχημένων και οικονομικά καθυστερημενων κοινωνιών και πολιτικών δυνάμεων, που θα καθοδηγούνται από οικονομικά ανορθολογικούς στόχους όπως η εθνική ομοιογένεια ή η θρησκεία»[35], μπορεί πράγματι να βρίσκεται κοντά στην πραγματοποίησή του. Σε μερικές από αυτές τις περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στους εθνικούς πολέμους στα Βαλκάνια, τέτοιες συγκρούσεις μπορεί να απειλούν τη σταθερότητα της Νέας Τάξης και πρέπει να συντριβούν από το στρατιωτικό σκέλος της Νέας Τάξης, δηλαδή το νέο ΝΑΤΟ ή, αν είναι δυνατό, από τον ΟΗΕ. Από την άλλη μεριά, εάν τέτοιες εντάσεις δεν απειλούν τη Νέα Τάξη καθεαυτή, αλλά είναι ωφέλιμοι για τη χρηματοδότηση της επέκτασης των εξοπλιστικών βιομηχανιών των ΑΟΑ, ενώ, ταυτόχρονα, νομιμοποιούν τις ελίτ τους στο ρόλο του επιδιαιτητή (όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση της χρόνιας έντασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας), τότε τέτοιες εντάσεις αφήνονται να σιγοβράζουν.

Η ενσωμάτωση της Γιουγκοσλαβίας μέσω του διαμελισμού της

 

Σ’ αυτό το αναλυτικό πλαίσιο, μπορούμε να δούμε το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας ως μια προσπάθεια από την πλευρά των ΑΟΑ να ενσωματώσουν πλήρως την περιοχή στη Νέα Οικονομική Τάξη της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Έτσι, με δεδομένη την αναβίωση του εθνικισμού στα Βαλκάνια μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού και με δεδομένο το γεγονός ότι η παλιά Γιουγκοσλαβία ήταν το ισχυρότερο βαλκανικό κράτος, με μια μακρόχρονη ιστορία ανεξαρτησίας και από το δυτικό και από το σοβιετικό μπλοκ, είναι προφανές ότι οι δυτικές ελίτ έφτασαν σε κάποιο στάδιο στο συμπέρασμα ότι οι συνήθεις μέθοδοι οικονομικής ενσωμάτωσης, που χρησιμοποιήθηκαν επιτυχώς στα υπόλοιπα Βαλκάνια (Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία) δεν θα επαρκούσαν για την πλήρη ενσωμάτωση της τέως Γιουγκοσλαβίας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και τους οικονομικούς και στρατιωτικούς θεσμούς της (ΕΕ/ΝΑΤΟ).

Επομένως, η πολιτική την οποία υιοθέτησαν οι ΑΟΑ ήταν μια πολιτική ενθάρρυνσης του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας[36] μέσω της δημιουργίας μιας σειράς προτεκτοράτων· είτε σε εθελοντική βάση (όπως στις περιπτώσεις της Κροατίας, της Σλοβενίας, της Μακεδονίας) είτε με τη βία (όπως στις περιπτώσεις της Βοσνίας και του Κοσόβου). Έτσι, οι ελίτ των ΑΟΑ, καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, εκμεταλλεύτηκαν με κάθε δυνατό τρόπο τους εθνικιστικούς και εθνοτικούς διαχωρισμούς που αναδύθηκαν μετά την κατάρρευση του γιουγκοσλαβικού «σοσιαλισμού». Σ’ αυτό το έργο, οι ελίτ των ΑΟΑ βρήκαν έναν πολύτιμο σύμμαχο σε τμήμα της γιουγκοσλαβικής νομεγκλατούρας, που χρησιμοποίησε τους διαχωρισμούς αυτούς για έναν διαφορετικό λόγο: για να διατηρηθεί στην εξουσία.[37] Στην πραγματικότητα, το εθνικιστικό τμήμα της νομεγκλατούρας ήταν από πολλές απόψεις ένας σημαντικός σύμμαχος των ΑΟΑ, εφόσον υποστήριζε και αυτό την αγοραιοποίηση. Έτσι, η έκθεση της αποκαλούμενης «Επιτροπής Μιλόσεβιτς» τον Μάιο του 1988 προωθούσε μεταρρυθμίσεις προσανατολισμένες προς την αγορά στις οποίες η «παγκόσμια αγορά και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός αποτελεί την ισχυρότερη ώθηση για την οικονομική δραστηριότητα» ενώ ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς παρακινούσε τους γιουγκοσλάβους να ξεπεράσουν «τον αβάσιμο, ανορθολογικό και … πρωτόγονο φόβο τους για την εκμετάλλευση» από το ξένο κεφάλαιο.[38]

Το αποτέλεσμα του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας ήταν η επιστροφή των γιουγκοσλαβικών λαών στην πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κατάσταση εξάρτησης, η οποία είχε διακοπεί από τη μερική απόσχιση τους από την παγκόσμια αγορά και την αντίστοιχη πολιτική ανεξαρτησία που ειχαν επιτύχει υπό το καθεστώς του Τίτο. Είναι επομένως προφανές ότι δεν είναι κάτι στη φύση των βαλκανικών λαών (όπως το παρουσιάζει η δυτική προπαγάνδα) που τους ωθεί σε εθνοτικές ή εθνικιστικές και θρησκευτικές συγκρούσεις, αλλά το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Το ίδιο το γεγονός ότι μια ποικιλία λαών στα Βαλκάνια μπορούσαν και ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους για αιώνες στο πλαίσιο μιας προκαπιταλιστικής αυτοκρατορίας όπως η Οθωμανική αυτοκρατορία και επίσης κατά την περίοδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αποτελεί απόδειξη γι’ αυτό. Όμως, δεν είναι μόνο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς γενικά το οποίο δημιουργεί συνθήκες ανομοιογενούς ανάπτυξης και τεράστιων ανισοτήτων που αποτελούν το τέλειο υπόβαθρο για την ανάδυση τέτοιου είδους συγκρούσεων. Η ίδια η διαδικασία αγοραιοποίησης είχε άμεση σχέση με την αναβίωση των εθνοτικών συγκρούσεων.

Η εντατικοποίηση της αγοραιοποίησης, που άρχισε στη Γιουγκοσλαβία στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και επιταχύνθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, είχε ανάλογα καταστροφικά αποτελέσματα με αυτά που έχω εξετάσει αλλού[39] σε σχέση με την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη (αποσύνθεση του βιομηχανικού τομέα, σταδιακή διάλυση του γιουγκοσλαβικού κράτους-πρόνοιας κλπ), αλλά οδήγησε επίσης στην ανάδυση ενός ισχυρού κινήματος ενάντια στα μέτρα αγοραιοποίησης. Επιπλέον, το «πακέτο οικονομικής βοήθειας» που επέβαλε το ΔΝΤ το 1990 συνέβαλε αποφασιστικά στην υπονόμευση του συστήματος του ομοσπονδιακού κράτους, καθώς κρατικά έσοδα που θα έπρεπε να κατανεμηθούν ως μεταβιβαστικές πληρωμές προς τις ομόσπονδες δημοκρατίες και τις αυτόνομες επαρχίες διοχετεύθηκαν αντίθετα για την κάλυψη του χρέους του Βελιγραδίου.[40] Έτσι, η οικονομική βάση του ομοσπονδιακού κράτους υπονομεύτηκε αποφασιστικά από το πρόγραμμα του ΔΝΤ, το οποίο βοήθησε ουσιαστικά τις αποσχιστικές τάσεις που ήδη ανθούσαν σ’ ένα κλίμα οικονομικής παρακμής και παγωμένων μισθών. Μ’ αυτό το σκεπτικό, ο Chossudovsky διατυπώνει το συμπέρασμα ότι «η καταστροφή ενός οικονομικού συστήματος, που περιελάμβανε την εξαγορά των παραγωγικών πηγών, την επέκταση των αγορών και ‘τη μάχη για την απόκτηση περιοχών’» στα Βαλκάνια αποτελεί την πραγματική αιτία της σύγκρουσης.

Εντούτοις, από τη στιγμή που, στο τέλος της δεκαετίας, ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας είχε ουσιαστικά επιτευχθεί και τα μισά από τα πρώην μέλη της (Σλοβενία, Κροατία, Μακεδονία) είχαν ήδη μετατραπεί σε de facto δυτικά προτεκτοράτα και βρίσκονταν σε πορεία πλήρους ενσωμάτωσης στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς (με τη Βοσνία να εξακολουθεί να βρίσκεται στο στάδιο ε «ειρηνοποιησης»), η νέα (κουτσουρεμένη) Γιουγκοσλαβία της Σερβίας και του Μαυροβουνίου έθετε ένα πρόβλημα στις ΑΟΑ, εφόσον ήταν το μόνο μέρος των Βαλκανίων που δεν ελεγχόταν ακόμα πλήρως από αυτές. Τότε, η ίδια μέθοδος που είχε χρησιμοποιηθεί με σημαντική επιτυχία για το διαμελισμό της παλιάς Γιουγκοσλαβίας, τέθηκε για άλλη μια φορά σε λειτουργία. Τα ακραία εθνικιστικά στοιχεία στο Κόσοβο, που ήθελαν όχι απλώς την αποκατάσταση της αυτονομίας της επαρχίας αλλά πλήρη ανεξαρτησία από την κουτσουρεμένη Γιουγκοσλαβία, ενθαρρύνθηκαν από τις ελίτ στις ΑΟΑ. Έτσι, ο ΑΣΚ, μια οργάνωση, την οποία μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι ίδιες χαρακτήριζαν «τρομοκρατική», έγινε ξαφνικά μια απελευθερωτική δύναμη που έπρεπε να υποστηριχτεί με κάθε δυνατό τρόπο. Η αναπόφευκτη εντατικοποίηση της καταστολής των Αλβανών που ακολούθησε αποτέλεσε το πρόσχημα για την άμεση επέμβαση των ΑΟΑ, με τη μορφή του σημερινού νατοϊκού πολέμου.

Σήμερα, οι ΑΟΑ, παρά τις αναπόφευκτες διαφορές τους σε σχέση με τα πελατειακά κράτη και τις «ζώνες επιρροής» που υποστηρίζουν στη βαλκανική σύγκρουση, έχουν όλες ένα κοινό στόχο: να «ειρηνοποιησουν» την περιοχή με ένα τρόπο που θα διασφαλίζει την πλήρη ενσωμάτωσή της στη Νέα Τάξη, πολιτική και οικονομική. Αυτό γίνεται φανερό για παράδειγμα από τη ρητή αναφορά που κάνει η «συμφωνία» του Rambouillet στην αγοραιοποίηση («η οικονομία του Κοσόβου θα πρέπει να λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της αγοράς»[41]). Ακόμα, ο Κλίντον και ο Μπλερ επανειλημμένα δηλωσαν στη διάρκεια του πολεμου ότι, μετά το τέλος του, όλες οι βαλκανικές χώρες θα πρέπει να γίνουν μέλη των οικονομικών και πολιτικών εκφράσεων της Νέας Τάξης στην περιοχή, δηλαδή της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.[42] Τέλος, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Συνεργασίας της ΕΕ για τα Βαλκάνια επιδιώκει ρητά να φέρει όλες τις πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες και την Αλβανία στο ‘κλαμπ της ευημερίας’ της ΕΕ και υπό την ομπρελα ασφαλείας του ΝΑΤΟ.[43]

Έτσι, υπάρχουν τρεις σημαντικές καινοφανείς πλευρές σ’ αυτόν τον πόλεμο που τον σημαδεύουν ως τον πρώτο πόλεμο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Αυτές είναι:

q Πρώτον, το γεγονός ότι πραγματικός του στόχος ήταν η πλήρης ενσωμάτωση μιας χώρας (μέσω του διαμελισμού της) στη Νέα Τάξη.

q Δεύτερον, ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη. Πρόκειται για τον πρώτο πόλεμο που διεξήγαγε το «νέο» ΝΑΤΟ, δηλαδή ένα ΝΑΤΟ του οποίου ο ρόλος έχει εκ θεμελίων αναθεωρηθεί ώστε να μετατραπεί στον κύριο στρατιωτικό θεσμό της Νέας Πολιτικής Τάξης, που συμπληρώνει τη Νέα Οικονομική Τάξη, δηλαδή τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς.

q Τρίτον, η ιδεολογία που χρησιμοποιήθηκε για τη νομιμοποίησή του. Πρόκειται για τον πρώτο πόλεμο που νομιμοποιήθηκε στη βάση μιας ιδεολογίας που στοχεύει στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως καθολικών αξιών που πρέπει να είναι αντικείμενο προστασίας σε όλα τα μήκη και πλάτη της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, ανεξάρτητα απο τους περιορισμούς που επιβάλλει η αρχή της προστασίας της εθνικής κυριαρχίας.

Έχοντας εξετάσει παραπάνω την πρώτη πλευρά, ας στραφούμε τώρα στις άλλες δύο καινούργιες πλευρές αυτού του πολέμου.

Συνέχεια για το δεύτερο και τελευταίο μέρος 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

25/03/2003