Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ "Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912 - 13".
Βρισκόμαστε τώρα αναμφισβήτητα σ΄ ένα από τα πιό κρίσιμα στάδια της εξέλιξης του Ανατολικού Ζητήματος, κι ο τωρινός πόλεμος πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μια ακόμα από τις συνηθισμένες επώδυνες εγχειρήσεις που πραγματοποιούνται
περιοδικά πάνω στον γερασμένο οργανισμό του "Ασθενούς". (σ.σ. Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ο "ασθενής" ήταν το προσφιλές στην Ευρώπη και την Αμερική όνομα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Άλλοτε αποκαλούνταν "ο ασθενής στο Βόσπορο", "ο ασθενής της Ανατολής",
"ο ασθενής της Ευρώπης". Η φράση χρησιμοποιήθηκε πρώτα το 1853 από το ρώσο Τσάρο Νικόλαο Ι, σε μια συνομιλία του με το βρετανό πρεσβευτή Σεϊμούρ. Στη φιλολογία της εποχής, ο όρος αυτός αναφερόταν επίσης άμεσα στο σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίντ ΙΙ).
Αυτό γίνεται εδώ και καιρό τώρα. Κανένα από τα στοιχεία που συνιστούν το Ανατολικό Ζήτημα δεν έχει διευθετηθεί με ειρηνικά μέσα, και, παρά την εφαρμογή κάθε δυνατής μορφής διαθέσιμου εξαναγκασμού στο οπλοστάσιο των διεθνών σχέσεων, η
ευρωπαϊκή διπλωματία έχει πάντα αποδεικτή αβοήθητη μπροστά στην πεισματάρικη απροθυμία, ή, ακριβέστερα στην ανικανότητα της τούρκικης κυβέρνησης να αλλάξει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Είναι βέβαια αλήθεια, πως η ίδια η διπλωματία είναι σε ένα σημαντικό βαθμό υπεύθυνη για το
γεγονός ότι πολλά προβλήματα, παρόλο που έχουν μείνει άλυτα για μια μακριά περίοδο, έχουν τελικά οδηγήσει στην μια ή την άλλη καταστροφή. Όμως είναι επίσης αληθινό ότι, με δοσμένη την καλή θέληση και την μάξιμουμ ευελιξία, η Τουρκία δεν θα ήταν σε θέση να εμποδίσει ούτε μία από τις
καταστροφές που έχουν προκαλέσει την ολοένα μεγαλύτερη συρρίκνωση των συνόρων της μέχρι που τελικά έχουν οδηγηθεί πίσω στο ίδιο το κατώφλι της Ασίας.
Ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το Ανατολικό Ζήτημα είναι το Αρμένικο Ζήτημα, που έχει δημιουργηθεί για τους ίδιους λόγους με το ζήτημα της Μακεδονίας. Κι αν η τελευταία μπόρεσε να δημιουργήσει έναν πόλεμο που θα συνεπάγεται την
τελική του λύση, είναι φυσικό ότι το Αρμένικο Ζήτημα θα είναι τώρα το επόμενο στην ημερήσια διάταξη, ιδιαίτερα μια που η κατάσταση στην Αρμενία ήταν πάντα χειρότερη από ότι στην Μακεδονία. Για την Μακεδονία η γειτονία με την Βουλγαρία έχει αποτελέσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Στην
πραγματικότητα, το Μακεδονικό επαναστατικό κίνημα πάντα έβρισκε στην Βουλγαρία όχι μόνο ηθική αλλά και υλική υποστήριξη: μετά από έναν ανεπιτυχή ξεσηκωμό, οι Μακεδόνες επαναστάτες αποσύρθηκαν ήσυχα στην Βουλγαρία όπου ένα ασφαλές κι ακόμα ευπρόσδεκτο καταφύγιο τους περίμενε
πάντα. Εκτός αυτού (κι αυτή ήταν η σοβαρότερη συνέπεια της γειτονίας της Βουλγαρίας), η Τουρκία σπάνια έφτανε στα άκρα με τη Μακεδονία, μια και δεν μπορούσε παρά να εξετάσει το ενδεχόμενο να πάρει η συνεχής απειλή από τη Βουλγαρία κάποια μορφή ενεργητικής επέμβασης.
Ο αρμένικος πληθυσμός της Τουρκίας είχε βρεθεί σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση. Μετά ακόμη και από πετυχημένες επιχειρήσεις, οι ξεσηκωμένες δυνάμεις τους δεν μπορούσαν, βέβαια, να παραμείνουν για πολύ σε τουρκικό έδαφος, αλλά
έπρεπε να υποχωρήσουν προς τα σύνορα, δηλαδή είτε στην Περσία είτε στην Καυκασία. Η τουρκική κυβέρνηση, όμως, όπως είναι γνωστό, δεν λογάριαζε και πολύ την Περσία, και το κυνηγητό των Αρμενίων συνεχιζόταν και μέσα στο Περσικό έδαφος. Επιπλέον, όταν περνούσαν αυτά τα σύνορα, οι Αρμένιοι
ανακατεύονταν σε συγκρούσεις με τους Πέρσες Κούρδους, που δεν αντιπροσώπευαν λιγότερο κίνδυνο γι΄ αυτούς απ΄ ότι οι Τούρκοι. Στο ρώσικο έδαφος οι αρμένιοι φυγάδες ήταν πάντα αναγκασμένοι να κρύβονται, μια και οι ρώσικες αρχές τους αντιμετώπιζαν όχι σαν θύματα των τρομερών συνθηκών
που κυριαρχούν στην Τουρκία αλλά απλά σαν επαναστάτες. Και οι επαναστάτες, όπως όλοι ξέραν, πρέπει πάντα να ρίχνονται στη φυλακή, ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από τη Νικαράγουα ή από τις Φιλιππίνες. Στη δεκαετία του 1890 και στις αρχές της δεκαετίας του 1900 οι φυλακές της Καυκασίας
ήταν κατά το 50% γεμάτες από "πολιτικούς παραβάτες" που όλη τους η παράβαση ήταν ότι ασχολήθηκαν με την βελτίωση της κατάστασης των συμπατριωτών τους, που υπόκεινται σε συστηματικές σφαγές που έχουν κάνει ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο να τρέμει. Διπλωμάτες σαν τον Πρίγκιπα
Λομπάνοφ-Ροστόφσκι έδωσαν πράσινο φως στον Αμπντουλ Χαμιντ να εξοντώσει τους Αρμένιους, και διοικητές σαν τον Πρίγκηπα Γκολίτσιν έστειλαν να σαπίσουν στη φυλακή όσους είχαν τολμήσει να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις σφαγές του σουλτάνου.
Έτσι, τότε, το Αρμένικο Ζήτημα έγινε για άλλη μια φορά τοπικό. Ποτέ δεν εξαφανίστηκε πραγματικά, παρά μονάχα υποχώρησε για λίγο την περίοδο 1897-1901, όταν οι τρομερές σφαγές του 1894-1896 είχαν οδηγήσει τον πληθυσμό σε πλήρη απόγνωση και είχαν
εξαντλήσει τους πόρους των επαναστατικών οργανώσεων. (σ.σ. Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ χρησιμοποίησε τους Κούρδους αρχηγούς και τους φυλάρχους τους οργανωμένους στα Μαμιτικά συντάγματα ιππικού, που δεν υπόκεινταν στον έλεγχο του αστικού δικαίου, της αστυνομίας και της
αρμένικης επαρχιακής φρουράς. Τα γεγονότα του 1894 άρχισαν στην επαρχία της Σαμψούντας (στο βιλαέτι του Bitlis στην Ανατολική Τουρκία) όταν οι χωρικοί αρνήθηκαν να πληρώσουν τους υπέρογκους φόρους που ζητούσαν οι Κούρδοι γαιοκτήμονες. Ακολούθησαν ένοπλες συγκρούσεις και ο τούρκικος
επεκτατικός στρατός ήρθε σε υποστήριξη των Κούρδων, καταστέλλοντας την εξέγερση. 24 αρμένικα χωριά καταστράφηκαν και οι κάτοικοί τους σφάχτηκαν. Ο σουλτάνος αποφάσισε να ακολουθήσει την πολιτική της εξάλειψης του αρμενικού ζητήματος εξαλείφοντας τους Αρμένιους. Στις περιοχές που
κατοικούσαν οι Αρμένιοι στάλθηκαν αξιωματικοί που μάζεψαν τους μουσουλμάνους στα τζαμιά και τους πληροφόρησαν ότι εξουσιοδοτούνταν τώρα αν καταλάβουν με τη βία τους αρμένιους γείτονές και αν αυτοί αντιστέκονταν, να τους σκοτώσουν. Αυτό ήταν μια έκκληση όχι προς το θρησκευτικό
φανατισμό τους αλλά στην πλεονεξία, αν και σε μερικές περιπτώσεις οι μουλάδες είχαν αντίρρηση στη βάση ότι το Κοράνι δεν δικαιολογεί τέτοιες πράξεις. Το 1895 και το 1896 έγιναν και άλλα πογκρόμ που υποκίνησε η κυβέρνηση. Υπολογίζεται ότι χάθηκαν 100.000 αρμένιοι είτε άμεσα με τη βία είτε
έμμεσα λόγω του λοιμού και των ασθενειών που ακολούθησαν. Στις 30 Σεπτέμβρη 1895 έγινε μια διαδήλωση διαμαρτυρίας από τις αρμενικές οργανώσεις στην Κωνσταντινούπολη. Σκοπός της ήταν να εξετάσουν το αρμενικό ζήτημα και να αφυπνίσει στο πνεύμα των Σταυροφόρων. Μια προβοκάτσια - ο
πυροβολισμός ενός τούρκου αξιωματικού - έδωσε το πρόσχημα για τη διάλυση της διαδήλωσης και τη σφαγή των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης για 3 ολόκληρες μέρες και μετά μια μικρή αναβολή για δύο ακόμα μέρες οι αρμενικές οργανώσεις ήταν ανίσχυρες και οι Μεγάλες Δυνάμεις απρόθυμες. Η
μόνη μέτρια επιτυχημένη πράξη της αρμενικής οργάνωσης ήταν η κατάληψη από 26 μέλη της της Οθωμανικής Τράπεζας στην Κωνσταντινούπολη και το κράτημα εκατοντάδων υπαλλήλων ομήρων για λίγες ώρες. Η Τράπεζα περικυκλώθηκε γρήγορα από στρατεύματα και οι Αρμένιοι παραδόθηκαν. Με την
προστασία του διπλωματικού σώματος μπήκαν στο τραίνο και στάλθηκαν στη Γαλλία. Αυτή η "υπόθεση της Οθωμανικής Τράπεζας" προκάλεσε αντίποινα. Δολοφονήθηκαν έτσι πλήθη Αρμενίων. Τα θύματα και από τις δύο μεριές έφτασαν στις 6.000. Αυτή ήταν η τελευταία πράξη των αρμενικών πογκρόμ
του 1894-1896. Μετά από τις αναγκαίες αυτές διευκρινήσεις, συνεχίζουμε...). Πρέπει να προστεθεί ότι οι Αρμένιοι έχασαν την πίστη τους στη δύναμη της διπλωματικής επέμβασης, και πως γι΄ αυτό το σκοπό το επαναστατικό κίνημα προσωρινά είχε ανακοπεί. Στις αρχές του 1901 παρατηρήθηκε μια
κάποια αναβίωση του κινήματος, που κλιμακώθηκε στην εξέγερση της Σαμψούντας το 1904, καθοδηγημένη από τον φημισμένο Αντρανίκ, μαζί με μερικούς από τους παρτιζάνους του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τους ντόπιους λόφους του. Παρόλα αυτά, από τότε και στη συνέχει, η έντονη επαναστατική
προπαγάνδα, ο εξοπλισμός του λαού, και τα σποραδικά ξεσπάσματα συνεχίστηκαν αδιάκοπα. Αν η υιοθέτηση ενός συντάγματος από την Τουρκία είχε καθυστερήσει ακόμα περισσότερο είναι πολύ πιθανό πώς η τούρκικη Αρμενία θα είχε γίνει το θέατρο μιας καινούργιας πλατιάς κλίμακας εξέγερσης,
όπου θα συμμετείχαν Τούρκοι μαζί με Αρμένιους.
Το τούρκικο σύνταγμα έδωσε νέες ελπίδες στους Αρμένιους. Βέβαια, το μόνο που σήμαινε γι΄ αυτούς ήταν υποσχέσεις για μια βελτίωση της θέσης τους. Όμως ήταν πολύ πρόθυμοι να πιστέψουν στις υποσχέσεις ανθρώπων που είχαν τσακίσει την
απολυταρχία του Αμπντούλ Χαμίντ. Τους συγχώρησαν ακόμη και τα Αδανα με τις δεκάδες χιλιάδες θύματά τους. Ακόμα και μετά από αυτές τις εφιαλτικές σφαγές δεν έχασαν την εμπιστοσύνη τους στους όρκους που έπαιρναν οι Νεότουρκοι. (σ.σ. Τα Αδανα ήταν η πρωτεύουσα του βιλαετιού
των Αδάνων στη Νότια Τουρκία. Οι ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των Τούρκων και των Αρμενίων αυτής της επαρχίας δεν διαταράχτηκαν από τις σφαγές του 1894-1896. Αλλά το 1909, την δεύτερη μέρα της σύντομης αντεπανάστασης του Αμπντούλ Χαμίντ ξέσπασε στα Αδανα ένα πογκρόμ ενάντια στους αρμένιους,
που κράτησε 4 μέρες). Η ειλικρινής επιθυμία των Αρμενίων να συνεργαστούν χέρι με χέρι με τους Τούρκους έφτασε σε τέτιο σημείο ώστε το Αρμένικο κόμμα με την μεγαλύτερη επιρροή, το Ντασνακτσουτιούν, σύναψε μια τυπική συμφωνία με το Νεοτουρκικό Κόμμα της Ένωσης και της Προόδου για να
υποστηρίξουν το συνταγματικό καθεστώς και να εφαρμόσουν μέτρα τοπικής αυτοκυβέρνησης, που αργότερα θα εξελίσσονταν έτσι ώστε να φέρουν την πολιτιστική - εθνική αυτονομία. Λίγο αργότερα, με την επιμονή του ίδιου του Αρμένικου Κόμματος, η κυβέρνηση, αδιαφορώντας για την αντίθεση
αντιδραστικών στοιχείων ανάμεσα στους Τούρκους, αποφάσισε να συμπεριλάβει τους χριστιανούς, όπως και τους Μουσουλμάνους στην υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, και στα τέλη του 1909 το Υπουργείο Εσωτερικών υπόβαλλε νομοσχέδιο για τα βιλαέτια που σκόπευε να εισάγει την διοικητική
αποκέντρωση και να δημιουργήσει, σε συνεργασία με τους γενικούς κυβερνήτες, συμβούλια όπου θα συμμετείχαν αντιπρόσωποι του τοπικού πληθυσμού.
Αλλά, όπως έχει πάντα συμβεί στην Τουρκία, η αποκέντρωση παράμεινε στο χαρτί και οι υποσχέσεις της κυβέρνησης αποδείχτηκαν κούφια λόγια. Έγινε σύντομα φανερό στον καθένα ότι το σύνταγμα άλλαξε μόνο την εξωτερική μορφή των πραγμάτων, ενώ
το περιεχόμενο παράμεινε το ίδιο. Ούτε μια από τις υποσχεθείσες μεταρρυθμίσεις δεν πραγματοποιήθηκε και στη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς άρχισαν στις Αρμένικες επαρχίες συστηματικές σφαγές που έχουν τώρα πάρει τρομακτικές διαστάσεις. Έτσι από φέτος τον Μάρτη, σε μια περίοδο
έξι μηνών, μονάχα στο βιλαέτι του Βαν, εξήντα Αρμένιοι έχουν σκοτωθεί και πάνω από διακόσιοι έχουν τραυματιστεί και ληστευτεί. Οι εκκλήσεις στην κεντρική κυβέρνηση και τα παράπονα για την αδράνεια των τοπικών αρχών παρέμειναν όλα χωρίς το παραμικρό αποτέλεσμα. Οι ένοχοι γι΄ αυτούς
τους σκοτωμούς είναι ακόμη ελεύθεροι, κι όχι μονάχα συνεχίζουν να διεξάγουν τις ακρότητές τους, αλλά χαίρουν και της προστασίας των αντιπροσώπων των αρχών. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε ο υπουργός Εσωτερικών στα παράπονα του Αρμένιου Πατριάρχη: "Δεν βλέπω
τίποτε το ασυνήθιστο σε αυτή την υπόθεση, είπε. Μονάχα οι συνηθισμένοι σκοτωμοί. Κι αν δεν συμβαίνανε κι αυτές οι πράξεις βίας, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης της κυβέρνησης".
Μετά από μια τέτοια απάντηση ήταν αρκετά προφανές ότι οι Αρμένιοι εγκαταλείπονταν ξανά στην τύχη τους κι ότι οι σφαγές των Αρμενίων αντιμετωπίζονταν ξανά σαν κάτι το φυσιολογικό και νόμιμο. Μετά από αυτό ανακινήθηκε ξανά το "Αρμενικό
Ζήτημα", για πρώτη φορά μετά την διακήρυξη του συντάγματος, κι ήταν κάτω από αυτό τον τίτλο που άρχισαν να δημοσιεύονται τα νέα για τις βαρβαρότητες στην Αρμενία στις αρμένικες εφημερίδες. Με αυτό τον τρόπο, μια έμμεση έκκληση γι΄ άλλη μια φορά κατευθυνόταν πάνω από το κεφάλι της
Τουρκίας στην κοινή γνώμη της Ευρώπης. Οι λόγοι για την ύπαρξη του Αρμένικου Ζητήματος πρέπει να αναζητηθούν στην παραδοσιακή πολιτική της τούρκικης άρχουσας κάστας προς τα "ξένα στοιχεία" και στην οικονομική θέση των κατοίκων στις Αρμένικες επαρχίες.
Ο περίφημος Οθωμανισμός των Νεότουρκων σύντομα εκφυλίστηκε σε Ισλαμισμό και μετά έφτασε σε Τουρκισμό. Αναγνωρίζοντας πως η ενίσχυση του νέου καθεστώτος, και η ακεραιότητα της αυτοκρατορίας γενικά, ήταν δυνατά μόνο αν υπήρχε πλήρης και
γνήσια ισότητα δικαιωμάτων ανάμεσα σε όλα τα στοιχεία του πληθυσμού, χωρίς διάκριση της εθνότητας ή της θρησκείας, και ορίζοντας αυτή την ισότητα των δικαιωμάτων με την έννοια του Οθωμανισμού, οι Νεότουρκοι ταυτόχρονα ανακήρυξαν στο Συνέδριό τους στη Θεσσαλονίκη (τον Οχτώβρη του
1910), την προνομιούχα θέση των μουσουλμανικών εθνοτήτων σε αντίθεση με τις μη Μουσουλμανικές, και διακήρυξαν ότι το τούρκικο στοιχείο ήταν το στήριγμα που βασιζόταν το κράτος. Ειδικά οι "Χριστιανοί" - κι έτσι δικαίωσαν ένα αναξιόπιστο στοιχείο. Στη Ρωμυλία, ειπώθηκε, ότι τα μάτια
τους είναι στραμμένα προς την Βουλγαρία, τη Σερβία και την Ελλάδα και στην Ανατολή προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, και ιδιαίτερα προς την Ρωσία. Οι χριστιανοί ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν πολίτες της τούρκικης αυτοκρατορίας, και γι΄ αυτό το λόγο μπορούν απλά να γίνουν ανεκτοί. Μια και
είναι έτσι τα πράγματα, το να τους εγγυηθεί κανείς ίσα δικαιώματα και να τους αναγνωρίσει τα ιδιαίτερα εθνικά τους συμφέροντα και τις προσδοκίες θα σήμαινε να δημιουργήσει κανείς μέσα στο σπίτι του τις συνθήκες για την κατάρρευσή του. Όσο για τις μουσουλμανικές εθνότητες, δεν είναι
δυνατό να τους δώσει κανείς την ίδια εμπιστοσύνη, μια και οι Άραβες και οι Αλβανοί συνεχίζουν να διατηρούν χωριστικές τάσεις και οι Κούρδοι θα έπεφταν εύκολα κάτω από την επιρροή της ρώσικης προπαγάνδας. Το μόνο στοιχείο, επομένως, στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η κυβέρνηση, είναι ο
τούρκικος πληθυσμός, και γι΄ αυτό το λόγο το ενδιαφέρον της Επιτροπής των Νεότουρκων και η κυβέρνηση της Τουρκίας πρέπει να στραφεί προς το δυνάμωμα της πολιτικής επιρροής και της οικονομικής θέσης των Τούρκων της Ανατολής και της Ρωμυλίας, ιδιαίτερα, μαζί με άλλες εθνότητες, που
ανήκουν στην τούρκικη οικογένεια. Το πρώτο πρακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν το ξεκίνημα της επιχείρησης μουχατζιρ (εποικισμών). Το κοινοβούλιο των Νεότουρκων έγκρινε ένα πολύ μεγάλο ποσό για τον εποικισμό Τούρκων και Τατάρων από την Βοσνία, την Βουλγαρία, την Καυκασία και
ακόμα την Αφρική και το Αφγανιστάν, για να τους εγκαταστήσει στις επαρχίες όπου οι χριστιανικές εθνότητες αποτελούσαν μια συμπαγή μάζα. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι καλύτερες εκτάσεις στη Μακεδονία, και μέχρι ενός σημείου στην Αρμενία επίσης, δόθηκαν στους μουχατζίρ, κι αν το
σχέδιο δεν ευδοκίμησε και η πλειοψηφία των εποικιστών επέστρεψε στις πατρίδες τους, αυτό οφείλεται στην εξαιρετική αδυναμία της τούρκικης κυβέρνησης να οργανώσει οτιδήποτε. Και οι Νεότουρκοι, που μόνο πριν από λίγο, όταν ζητούσαν απο το κοινοβούλιο χρήματα γι΄ αυτό το σχέδιο,
έκλαιγαν και οδύρονταν για την τύχη των "δυστυχισμένων ομόθρησκών τους που επιθυμούν να έρθουν να ζήσουν στη μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία", γρήγορα τους ξέχασαν, κι ακόμα και τον ίδιο τον πραγματικά δυστυχισμένο τούρκικο λαό, κι έστρεψαν όλη την προσοχή τους στο να
κερδίσουν την συμπάθεια των μεγάλων φεουδαρχών γαιοκτημόνων. Οι τελευταίοι, με γενναίες συνεισφορές στα ταμεία της Επιτροπής των Νεότουρκων και μέσα από τις ψήφους που υποσχέθηκαν στους υποψήφιους της επιτροπής στις κοινοβουλευτικές εκλογές, εξασφάλισαν για τους ίδιους το
δικαίωμα να συνεχίσουν με την θηριώδη εκμετάλλευση των εργαζόμενων μαζών. Σε τελευταία ανάλυση ήταν αυτοί οι ιδιοκτήτες δουλοπάροικων που επρόκειτο να παράσχουν, σύμφωνα με τους Νεότουρκους, το πιο αξιόπιστο στήριγμα για το σύνταγμά τους...
Μια ιδιαίτερα μεγάλη κακοτυχία για τους Αρμένιους ήταν η προνομιούχα θέση που δόθηκε στους γειτόνους τους, τους Κούρδους. Η πολιτική σε σχέση με τους Κούρδους είχε αλλάξει λίγο από τον καιρό του Αμπντούλ Χαμίντ. Ο τελευταίος, όπως είναι
καλά γνωστό, έδειξε ιδιαίτερη εύνοια στις μισοάγριες κούρδικες φυλές, βλέποντας σε αυτές, πρώτα, ένα οχυρό ενάντια στη Ρωσία, και σχηματίζοντας ανάμεσά τους ένα άτακτο ιππικό για να το χρησιμοποιήσει σαν αντίβαρο στους Κοζάκους, που εξακολουθούν να εμπνέουν τον τρόμο στους Τούρκους.
Και δεύτερο, και πιό σημαντικό, για να τους χρησιμοποιήσει σαν όπλο για να κρατήσει υπό έλεγχο τους Αρμένιους. Οι Νεότουρκοι συνέχισαν αυτή την πολιτική. Καταρχήν, οι Κούρδοι ήταν γι΄ αυτούς ο μόνος λαός που μέχρι τώρα δεν είχαν εξεγερθεί ενάντια στην κυβέρνηση και έτσι οι νεότουρκοι
επιθυμούσαν να αποφύγουν να τους ενοχλούν για να μην προσχωρήσουν κι αυτοί στο στρατόπεδο των δυσαρεστημένων. Επιπλέον, στη διάρκεια των τελευταίων δύο χρόνων ακούγονταν φήμες ότι ρώσοι πράκτορες έκαναν μεγάλη προπαγάνδα στους Κούρδους των παραμεθορίων περιοχών. Αυτό ανάγκαζε
τους Νεότουρκους όχι μόνο να διατηρήσουν τα προνόμια που είχαν δοθεί στους Κούρδους αλλά ακόμα να αναβιώσουν (με μια απλή αλλαγή του ονόματος) τα συντάγματα των "Χαμιντιέ" από ατάκτους, που είχαν διαλυθεί μετά την διακήρυξη του συντάγματος. Tελικά, παρόλα τα φιλικά λόγια και τις
υποσχέσεις, οι Νεότουρκοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αισθάνονταν λίγη εμπιστοσύνη στην ειλικρίνεια του Οθωμανισμού των Αρμενίων, λίγο περισσότερη από των υπόλοιπων χριστιανικών λαών, και, φοβούμενοι ότι με την πρώτη ευκαιρία οι Αρμένιοι θα ακολουθούσαν το δρόμο του ενεργητικού αγώνα,
διατήρησαν τους Κούρδους σαν μια μόνιμη απειλή ενάντιά τους. Κι αυτός είναι ο λόγος που κανένας από τους ενόχους των πρόσφατων δολοφονιών δεν συνελήφθηκε ή τιμωρήθηκε. Στις εκκλήσεις των αρμένιων αντιπροσώπων, η κεντρική κυβέρνηση απάντησε ότι ήταν υπεύθυνες οι τοπικές αρχές, και
για να αποδείξει την ειλικρινή της επιθυμία να καταπολεμήσει τις κούρδικες υπερβολές έκανε εδώ κι εκεί κάποια αλλαγή κυβερνητών: αλλά οι τοπικές αρχές, από τη μεριά τους, παραπονέθηκαν ότι η κεντρική κυβέρνηση παράλυε τις προσπάθειές τους που είχαν στόχο τους Κούρδους.
Μια από τις πολιτικές αιτίες που οδήγησαν στην γέννηση του Αρμένικου Ζητήματος είναι η σχεδόν απόλυτη έλλειψη δικαιωμάτων των Αρμενίων. Έχουμε ήδη δει ότι οι πράξεις βίας ενάντια στους Αρμένιους δεν θεωρούνται εγκληματικές. Αν, παρόλα
αυτά, μια υπόθεση βίας κάποιου είδους φτάσει σε ένα δικαστήριο, πάντα καταλήγει στην αθώωση του δράστη, μιά και κανένας Μουσουλμάνος δεν επιθυμεί ή μπορεί να έρθει να καταθέσει ενάντια σε έναν ομόθρησκο κι υπέρ ενός γκιαούρη, και η μαρτυρία των Χριστιανών ενάντια στους Μουσουλμάνους
δεν υπολογίζεται. Βέβαια, ο νόμος δεν κάνει διακρίσεις από αυτή την άποψη ανάμεσα σε Μουσουλμάνους και μη Μουσουλμάνους. Αλλά οι αξιωματούχοι, που εν μέρει κληρονομήθηκαν στο νέο καθεστώς από τον Αμπντούλ Χαμίντ, και γενικά έχουν εκπαιδευτεί στο πνεύμα της παράδοσής του, δεν
υπολογίζουν και πολύ το νόμο, κι αρνούνται αποφασιστικά, ιδιαίτερα στα βάθη των επαρχιών, να αναγνωρίσουν το σύνταγμα.
Τώρα βασιλεύει παντού στα βιλαέτια της Ανατολής η ίδια ανομία και αυθαιρεσία που ήταν χαρακτηριστικά του παλιού καθεστώτος. Οι αξιωματούχοι σαν ένα σώμα είναι ένα από τα μεγαλύτερα κακά που ταλαιπωρούν τον πληθυσμό κι ένας από τους
κύριους παράγοντες στον διαμελισμό του τούρκικου κρατικού συστήματος. Εξετάζοντας τώρα την οικονομική κατάσταση στις αρμένικες επαρχίες, πρέπει πρώτα και κύρια να θέσουμε το αγροτικό ζήτημα. Όπως είναι γνωστό, πάνω από το 90% του αρμένικου πληθυσμού ασχολούνται με την γεωργία. Αυτήν
όμως την περίοδο, οι Αρμένιοι χωρικοί έχουν αποστερηθεί από τη μόνη πηγή της επιβίωσής τους, καθώς στη διάρκεια των σφαγών του 1894-1896 οι κούρδοι φεουδάρχες κατέλαβαν τη γη όχι μόνο των Αρμενίων που έφυγαν στο εξωτερικό, αλλά και αυτών που παρέμειναν στη χώρα τους. Όταν ήρθε το σύνταγμα,
οι Αρμένιοι πολλές φορές έκαναν έκκληση στην κυβέρνηση να τους δοθεί πίσω η γη τους. Η κυβέρνηση δεχόμενη το δίκιο αυτού του αιτήματος, πρότεινε στους Αρμένιους να γυρέψουν το δίκιο τους μέσα απο τα δικαστήρια. Αφού όμως η γραφειοκρατία κυβερνούσε τα τούρκικα δικαστήρια και δεν
υπήρχε στην περίπτωση πολλών γνήσιων ιδιοχτητών γης κανένα έγγραφο που να αποδείχνει το δικαίωμά τους σε αυτήν, η δικαστική διεκδίκηση θα σήμαινε στην πράξη ότι οι Αρμένιοι παραιτούνταν από τα δικαιώματά τους. Επομένως, το αρμενικό Πατριαρχείο και το Κόμμα Ντασνακτσιουτιούν
επέμειναν σε ένα διοικητικό διακανονισμό του ζητήματος και η κυβέρνηση του Σαιντ Πάσα αποφάσισε, αφού δίσταζε για πολύ καιρό, να υιοθετήσει τελικά αυτή την πρόταση: διόρισαν και μια επιτροπή που επρόκειτο να επισκεφθεί τις ενδιαφερόμενες περιοχές και να διευθετήσει επί τόπου το
ζήτημα της γης. Αλλά αυτή η επιτροπή δεν έφυγε ποτέ από την κωνσταντινούπολη, και τώρα ακούμε για νέες καταλήψεις αρμένικης γης από τους αρχιτσιφλικάδες. Αν προσθέσουμε σε αυτό το σκανδαλώδες σύστημα του χαρατσιού και τις εισπράξεις και τους φόρους σε είδος που επιβάλλεται βαριά
πάνω στους Αρμένιους, μπορούμε μονάχα να μείνουμε έκπληκτοι μπροστά στην μακρόχρονη ταλαιπωρία αυτού του λαού και να απορούμε πώς μπορεί μέχρι τώρα να μην έχει κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγει επιτέλους από αυτή την εφιαλτική κατάσταση.
Θα ήταν όμως λάθος να πει κανείς ότι το σύνταγμα δεν έφερε καμιά απολύτως αλλαγή στις συνθήκες κόλασης όπου ζουν οι Αρμένιοι. Στην αρχή, όταν οι εκπρόσωποι του παλιού καθεστώτος και οι επαγγελματίες παλικαράδες δεν ήξεραν πώς να δράσουν
απέναντι στο νέο καθεστώς, και βρίσκονταν επομένως σε μια κατάσταση σύγχυσης, οι Αρμένιοι, ιδιαίτερα στα κέντρα, μπόρεσαν να αναπνεύσουν κάπως πιό ελεύθερα. Γρήγορα άνοιξαν πολιτικές λέσχες, βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια, και αύξησαν τον αριθμό των σχολείων τους και κάθε είδους
φιλανθρωπικών και εκπαιδευτικών κοινοτήτων. Συνολικά, όμως, οι Αρμένιοι εξακολούθησαν να είναι οι ίδιοι γκιαούρηδες όπως πριν, δηλαδή, πλάσματα που οι Τούρκοι και οι Κούρδοι τους συμπεριφέρονταν όπως ήθελαν. Πάνω από τους Αρμένιους εξακολουθούσε να επικρέμεται η απειλή των
καταραμένων σφαγών, από τις οποίες δεν εξαιρούνταν ούτε οι κάτοικοι της πρωτεύουσας. Ήταν έτσι τα πράγματα, ώστε όταν πέρυσι, η διαμάχη ανάμεσα στο Κόμμα της Ένωσης και της Προόδου και στην Φιλελεύθερη Ένωση έγινε τόσο οξεία που φάνηκε ότι θα μπορούσε να ξεσπάσει μια ανοιχτή
σύγκρουση, μερικοί Τούρκοι φίλοι των Αρμενίων συμβούλεψαν τους τελευταίους να πάρουν προληπτικά μέτρα, καθώς θα μπορούσε να συμβεί μια σφαγή των Αρμενίων, αλλά οι ίδιοι οι Αρμένιοι έχουν προφανώς συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι κάθε μεγάλο γεγονός στην πολιτική ή κοινωνική ζωή της
Τουρκίας πρέπει να οδηγήσει σε μια σφαγή των Αρμενίων. "Του χρόνου, μου είπε ένας γνωστός Αρμένης στην Κωνσταντινούπολη, θα συμβεί πιθανώς μια σφαγή εδώ". "Γιατί το πιστεύεις αυτό;", τον ρώτησα. "Τι εννοείς, γιατί; Ξέχασες ότι του χρόνου πρόκειται να ανοίξει η Διώρυγα
του Παναμά;".
Φέτος την άνοιξη κυκλοφόρησε μια φήμη στην Κωνσταντινούπολη ότι στην Γαλλική πρεσβεία έφτασαν πληροφορίες από το προξενείο του Ερζερούμ για μια σφαγή Αρμενίων που είχε συμβεί εκεί. Βιάστηκα να πάω μαζί με τον κ. Π., τον βουλευτή του
Ερζαρούμ, στην γαλλική πρεσβεία όπου μας είπαν ότι η φήμη ήταν ανυπόστατη. Παρόλαυτά ο κ. Π. ήταν βαθιά αναστατωμένος. "Τι σημασία έχει", είπε "ότι η πρεσβεία αρνείται τώρα την αναφορά για μια σφαγή; Αυτό που είναι πραγματικά τραγικό είναι ότι τέτοιες φήμες μπορούν να
κυκλοφορούν, κι ότι μπορούμε να τις πιστεύουμε". Μετά απ΄ όλα όσα έχουν ειπωθεί, το ερώτημα παραμένει: Πως μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση των Αρμενίων στις τουρκικές επαρχίες, και μπορεί η τουρκική κυβέρνηση μόνη της να διακανονίσει το Αρμενικό πρόβλημα; Αντί ν΄ απαντήσω ο ίδιος
θα επιτρέψω σε ένα εξέχον μέλος του κόμματος Ντασνακτσουτιούν, που γνωρίζει την Τουρκία και το κράτος της και τους κομματικούς ηγέτες καλά, να δώσει την άποψή του.
"Ήμασταν ίσως πιο Νεότουρκοι από τους ίδιους τους Νεότουρκους, μια και μας ενδιαφέρει πιό πολύ απ΄ αυτούς να σταθεροποιηθεί το νέο καθεστώς. Πολλοί είχαν απογοητευθεί από αυτούς και μετατόπισαν την απώλεια της εμπιστοσύνης από τ΄
άτομα στο ίδιο το καθεστώς. Αλλά συνεχίσαμε να πιστεύουμε σ΄ αυτούς, ή, μάλλον, να θέλουμε να πιστεύουμε σ΄ αυτούς, γιατί καταλάβαμε πολύ καλά ότι το σύνταγμα ήταν η τελευταία ελπίδα για την Τούρκικη ανεξαρτησία. Κι εμείς βέβαια είχαμε απογοητευθεί, στο τέλος, όμως αργότερα απ΄ όλους
τους υπόλοιπους - αλλά η απογοήτευση μας ήταν ισχυρότερη και η απώλεια της εμπιστοσύνης μας καλύτερα θεμελιωμένη, σαν αποτέλεσμα της παρατεταμένης παρατήρησης και εμπειρίας. Και τώρα σας λέω απόλυτα ειλικρινά ότι είμαι πεισμένος ότι τίποτε δεν θα βγει από το ίδιο το τούρκικο
σύνταγμα. Η τούρκικη κυβέρνηση, άσχετα από ποιόν αποτελείται, είναι ανίκανη να δώσει τίποτε άλλο απο υποσχέσεις. Αυτές οι υποσχέσεις έχουν από καιρό πάψει να σημαίνουν οτιδήποτε. Επομένως, όποιος κάνει έκκληση στην τουρκική κυβέρνηση θα απαιτήσει ισχυρές εγγυήσεις. Και μια και οι
τούρκοι δεν μπορούν να δώσουν καμιά εγγύηση, το καθήκον της μεταρρύθμισης, είτε στη Μακεδονία, είτε στην Αλβανία, είτε στην Αρμενία, πρέπει να αναληφθεί από την Ευρώπη. Γι΄ αυτό, η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει τα συνηθισμένα ημίμετρα της και να αναλάβει να εφαρμόσει ριζική θεραπεία
στον "Ασθενή". Τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί, σε οποιαδήποτε περίπτωση, χωρίς τη βοήθεια της εγχείρησης".
Αυτά τα λόγια, πριν από έξι μήνες, αποδείχτηκαν προφητικά. Στο Συνέδριο του Βερολίνου, η Ευρώπη αφιέρωσε το Άρθρο 23 στη Μακεδονία και το Άρθρο 61 στην Αρμενία, υποσχόμενη μεταρρυθμίσεις και στις δύο χώρες. Και παρόλο που η Ευρώπη διατήρησε
για τον εαυτό της το δικαίωμα να επιτηρήσει την εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων, παρόλα αυτά η κατάσταση στις παραπάνω επαρχίες γινόταν κάθε χρόνο και χειρότερη, και μερικές φορές οδηγούσε ακόμη και σ΄ αιματηρές εξεγέρσεις, αφού αφέθηκε στην πραγματικότητα στην Τουρκία να κάνει
μεταρρυθμίσεις. Το ίδιο συνέβηκε με το "υπόμνημα" του 1895 που υποβλήθηκε από τους εκπροσώπους της Ρωσίας, της Βρετανίας, και της Γαλλίας και έγινε δεκτό από την Πύλη. Στη θέση των εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων που υπόσχονταν το υπόμνημα στους Αρμένιους, τους βρήκαν οι συμφορές ενός
νέου κύματος σφαγών που έγιναν στις περιοχές που επισκέφθηκε ο Σακίρ Πασά, ο ανώτερος επίτροπος που διορίστηκε ειδικά για να επιβλέψει την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων. Το ίδιο φιάσκο παρατηρήθηκε με το σχέδιο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων να οργανώσουν μια μακεδονική χωροφυλακή κάτω από
τη διοίκηση ενός ιταλού στρατηγού, γιατί κι εκεί ο ανώτερος επίτροπος ήταν ένας εκπρόσωπος της τουρκικής κυβέρνησης, ο Χίλμι Πασά.
Οι επιτροπές μεταρρύθμισης διορίστηκαν από τους Τούρκους μετά την διακήρυξη του Συντάγματος, αλλά η δραστηριότητά τους περιοριζόταν αποκλειστικά σε οργανωτικές συναντήσεις που γινόντουσαν στο Βόσπορο. Στο τέλος η Μακεδονία
αποδείχτηκε η Αχίλλειος πτέρνα του τουρκικού κρατικού οργανισμού. Αλλά, ευτυχώς για τον τελευταίο, η τωρινή ήττα είχε αποτέλεσμα ένα μερικό ακρωτηριασμό μια και η Μακεδονία ήταν, στο σύνολό της, ένα από τα άκρα της Τουρκίας. Οι Αρμένιοι είναι άλλο πράγμα. Ενας τούρκος πολιτικός μου
είπε πριν από δύο χρόνια, όταν οι αξιότιμοι κοινοβουλευτικοί χότζι (μεγάλες περούκες) απειλούσαν να εξαπολύσουν μια εκστρατεία ενάντια στην Ελλάδα για τη Κρήτη: "Έχουμε χάσει εδώ και καιρό τη αίσθηση της πραγματικότητας. Τι είναι η Κρήτη για μας; Επιτέλους την έχουμε χάσει εδώ
και καιρό κι όμως εξακολουθούμε να βλάπτουμε τον εαυτό μας για λογαριασμό της. Το μέλλον μας είναι στην Ασία. Αν το είχαμε συνειδητοποιήσει αυτό νωρίτερα και είχαμε καθαρίσει την πολιτική μας από κάθε ρομαντισμό, αν είχαμε συγκεντρώσει το δημιουργικό έργο μας στη Μικρά Ασία, δεν θα
είμασταν αυτό που είμαστε τώρα - μια ασήμαντη ποσότητα (αμελητέα δύναμη) στην οποία κανείς δεν δίνει καμιά σημασία".
Ένας εξέχων βουλευτής που κατοικούσε στο Σκουτάρι, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, μου είπε στις αρχές του πολέμου στην Τριπολιτάνια: "Έχω ήδη μετακομίσει στην ΑΣία, μια που σε κάθε περίπτωση θα διωχτούμε σύντομα από την Ευρώπη.
Και η κυβέρνησή μας θα ενεργούσε πολύ λογικά αν ακολουθούσε το παράδειγμά μου". Η Μικρά ΑΣία είναι πράγματι ο κορμός της Τουρκίας, η πραγματική Τουρκία. Οι Αρμένιοι έχουν ήδη πάψει να πιστεύουν σ΄ αυτά που λένε οι Τούρκοι ή που υπόσχονται οι ευρωπαίοι, κι επιμένουν σε ακλόνητες
εγγυήσεις. Όμως, ποια μορφή μπορούν να πάρουν αυτές οι εγγυήσεις, και πώς μπορούν οι Δυνάμεις να εγγυηθούν την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, αν δεν πάρουν αυτό το καθήκον στα δικά τους τα χέρια; Κι αυτό, όπως όλοι γνωρίζουμε, πάντα σημαίνει μια "προσωρινή" κατοχή των επαρχιών που
έχουν ανάγκη μεταρρύθμισης. Η "προσωρινότητα" όμως είναι απλά μια από τις τεχνικές εκφράσεις στη γλώσσα της διπλωματίας και δε γνωρίζουμε καμιά περίπτωση πρόσφατα όπου ένας στρατός κατοχής δεν έμεινε για πάρα πολύ καιρό σε κατεχόμενα εδάφη. Είναι με τέτοιες καταλήψεις που
μέχρι τώρα έχουν διακανονιστεί όλα τα στοιχεία στο Ανατολικό ζήτημα, και μ΄ αυτό το τρόπο η Τουρκία έχει χάσει τις κατακτήσεις της, τη μια μετά την άλλη. Και τώρα, υπάρχει καμιά εγγύηση ότι, μετά την κατοχή, ας πούμε της Αρμενίας, οι άλλες επαρχίες της Μικράς Ασίας - η Μεσοποταμία, η
Συρία, η Κιλικία, η Αραβία - δεν θα θελήσουν να "καταληφθούν" επίσης; Ξανά, οι Δυνάμεις δε θα έβλεπαν με καλό μάτι την κατάληψη της Αρμενίας, ας πούμε από τη Ρωσία, και πολύ πιθανό θα ζητούσαν "αποζημίωση" για κάτι τέτοιο. Στους διπλωματικούς κύκλους ήδη λένε αρκετά ανοιχτά ότι,
μόλις διωχτούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη, μέσα σε λίγους μήνες ο διαμελισμός της Ασιατικής Τουρκίας θα μπει αναπόφευκτα στην ημερήσια διάταξη. Ο εποικισμός των μαζών των Τούρκων από την Ευρωπαϊκή Τουρκία στη Μικρά Ασία δεν μπορεί παρά να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τη θέση μερικών
λαών που για καιρό έχουν ανάγκη μια βελτίωση των συνθηκών τους. Αν δεν πραγματοποιηθούν τώρα οι μεταρρυθμίσεις, είναι βέβαιο ότι θα ξεσπάσουν ταραχές στη Μικρά Ασία. Η ίδια η Τουρκία όμως δε βρίσκεται σε θέση ν΄ αναλάβει οτιδήποτε τέτοιο, κι έτσι η Ευρωπαϊκή επέμβαση φαίνεται
αναπόφευκτη - επέμβαση που, για να μην κάνει την Ασιατική Τουρκία μιά νέα απειλή για την ευρωπαϊκή ειρήνη, θα την εκμεταλλευτεί με την πρώτη ευνοϊκή ευκαιρία για να πραγματοποιήσει το διαμελισμό των καταχτήσεων της Τουρκίας στην Ασία. Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι είναι ήδη
δυνατό ακόμη και τώρα να φτιάξουν ένα σχέδιο για έναν τέτοιο διαμελισμό.