Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

  ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΙΩΑΝΝΑ

ioanna_ios@yahoo.gr


Αρχείο

 


Κεντρική Σελίδα

 


 

 

 

 




 

 

 

Στον καθρέφτη του Τσέχοφ

Αποφάσισε να γίνει ηθοποιός όταν διάβασε τον «Θείο Βάνια». Φέτος είναι ήδη η τέταρτη φορά που η Μαρίνα Ψάλτη ενσαρκώνει ηρωίδα του Τσέχοφ. «Οταν διαβάζεις ένα έργο του, είναι σαν να υψώνεται μπροστά σου ένας καθρέφτης», λέει η «Ιρίνα» στις «Τρεις Αδερφές» του Θεάτρου Δανδουλάκη και του Νικήτα Μιλιβόγεβιτς, ενός σκηνοθέτη «εμπνευσμένου που αγαπάει τους ηθοποιούς-ένας από τους κύριους λόγους που του έχω τεράστια εμπιστοσύνη και αδυναμία».

Η Μαρίνα Ψάλτη δεν είναι όμως μόνο ηθοποιός. Είναι και ζωγράφος και σκηνογράφος. Στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών είχε μπει το 1982 και μαθήτευσε κοντά στον Μυταρά, τον Λάκη Πατρασκίδη, τη Ρένα Παπασπύρου, τον Χρήστο Μαρκίδη, τον Τέτση και τον Βασιλειάδη στη σκηνογραφία. «Εκτιμώ», λέει, «πολλούς ζωγράφους. Κατ' αρχήν ήμουν συμμαθήτρια με τον Γιώργο Ρόρρη. Και έχω ποζάρει στον Τέτση. Μάλιστα, όταν απέκτησα χρήματα, θέλησα να αγοράσω ένα από εκείνα τα έργα, αλλά τα είχε ήδη δωρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη. Και στον Ρόρρη έχω ποζάρει. Μήπως έχετε δει ένα έργο του με μια νύφη, το οποίο βρίσκεται στη συλλογή Φρυσίρα; Ε, είμαι εγώ! Και εκτός απ' αυτούς τους δύο, εκτιμώ και πολλούς άλλους ζωγράφους».

Η πρώτη και μεγάλη της αγάπη υπήρξε η ζωγραφική. Γι' αυτό και δεν μπορεί να εξηγήσει ακόμη στον εαυτό της γιατί δεν ασχολήθηκε με αυτήν επαγγελματικά. «Ισως επειδή ό,τι μου υποδαύλιζε η ζωγραφική ήταν η εσωστρέφεια, χαρακτηριστικό που το είχα ήδη από μικρή. Αν λοιπόν έμενα κλεισμένη σε ένα δωμάτιο με ένα τελάρο και ζωγράφιζα, θα είχα σίγουρα προβλήματα επικοινωνίας. Αλλά είναι και κάτι άλλο: με τη ζωγραφική είχα μια εγωιστική σχέση. Ποτέ μου δεν θέλησα να πουλήσω έργο μου, ούτε και να εκθέσω. Αντίθετα, το θέατρο λειτούργησε ως ψυχοθεραπεία».

Μεταξύ των δασκάλων της στο θέατρο ήταν η Ελένη Χατζηαργύρη, με την οποία συνεργάστηκαν αργότερα στο Εθνικό στους «Βρυκόλακες» του Ιψεν, αλλά και η Τιτίκα Νικηφοράκη, ο Αγγελος Αντωνόπουλος, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης.
«Στο θέατρο», λέει, «έχω ήδη ζήσει πολλές ευτυχισμένες στιγμές και πολλές χαρές. Θα ήμουν αχάριστη αν δεν το αναγνώριζα. Σκεφτείτε μάλιστα ότι ο πρώτος ρόλος που έπαιξα ήταν η Μάσα στον "Γλάρο" του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Γιούρι Λιουμπίμοφ». Εξομολογείται όμως ότι η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή της παραμένει η στιγμή που άκουσε το όνομά της στη λίστα των εισαχθέντων στη Σχολή Καλών Τεχνών.
Ταγμένη πια στο θέατρο, λέει πως αν γινόταν κάτι και έπρεπε να σταματήσει σήμερα την πορεία της σε αυτό, θα ήθελε τουλάχιστον να έχει ενσαρκώσει την Αλμα στο «Καλοκαίρι και Καταχνιά». «Είναι το απωθημένο μου», λέει.
Ενα ακόμη μυστικό της είναι η αγάπη της για τα παραμύθια. Εχοντας μεγαλώσει με τα παραμύθια της γιαγιάς της, ήθελε χρόνια να ασχοληθεί με αυτά. Τελικά έγραψε και εικονογράφησε τρία παραμυθάκια τα οποία περιμένουν εκδότη. «Δεν είμαι τυπικό δείγμα της γενιάς μου: αγοράζω και διαβάζω παραμύθια, πλέκω... Ακόμη και τις κάλτσες που φοράω στην παράσταση εγώ τις έπλεξα»!

Αυτό το γοητευτικό ρετρό στοιχείο του χαρακτήρα της, αυτή η «εκτός εποχής» πινελιά φαίνεται πως είναι ό,τι την κάνει μια τόσο πειστική τσεχοφική ηρωίδα.

 

Το ισχυρό αρσενικό και ο ευαίσθητος καλλιτέχνη 

Είσοδος. Μια παλιομοδίτικη τηλεόραση προβάλλει ένα βίντεο με τον θαρραλέο αστροναύτη που αναδύεται στο διάστημα των παιδικών μας χρόνων. Τότε που όλα ήταν έπος, τέτοιο, ώστε να ταυτίζεται με τον ρομαντισμό μιας εποχής και ίσως μιας ηλικίας. Βλέπετε άλλα έχει στον νου του ένα παιδί στην Ελλάδα που παρακολουθεί τον αστροναύτη και άλλα προφανώς είχαν οι τότε προκάτοχοι του κυρίου Μπους.

Κυρίως αίθουσα. Μια μεγάλη γλυπτική εγκατάσταση, οργανωμένη με ready made πλαστικούς σωλήνες σε σχήμα Υ, θυμίζει ανθρώπινο εγκέφαλο σε μεγέθυνση ή κάτι σαν κλώνους δέντρου ή όστρακου. Ενα βίντεο με μια γυναίκα που αυτοβασανίζεται προσπαθώντας να σπάσει τον νόμο της βαρύτητας και τα σπάει τη ραχοκοκαλιά της και στο βάθος ένας αστροναύτης που χοροπηδά ευτυχής και που η προβολή της εικόνας που απολαμβάνει τις συνθήκες της σύγχρονης τεχνολογίας.
Ο Γιώργος Γυπαράκης, ευρηματικός και ποιητικός, αντιπαραθέτει το παιδικό όνειρο στο αποτέλεσμα που έφερε στον κόσμο μας; Θα μπορούσε να είναι μία εκδοχή. Το διάστημα, αυτό το οικείο πια κομμάτι του σύμπαντος, και η κατάκτησή του άνοιξαν δρόμο σε πολλές και ποικίλες επιστημονικές έρευνες και γνώσεις.
Εξελίξεις τεράστιες στη γενετική και τη βιολογία αποφάσισαν ότι είναι δυνατόν να ανακατασκευαστεί, μετά τη συγχωρεμένη την Ντόλι, έως και το ανθρώπινο γένος. Και τα κατάφεραν.
Αν και τα έργα διατηρούν γερές αποστάσεις ανάμεσά τους, οι σκέψεις που τα ορίζουν είναι πυκνές. Αναφορά πρώτη, ο τέλειος άνθρωπος. Εκείνος που κατασκευάζεται και εκείνος που επιθυμεί την τελειότητα.
Αναφορά δεύτερη, η συμπεριφορά του τέλειου ανθρώπου, ένα δόγμα των καιρών μας που επιδρά στη γυναικεία ψυχολογία μετατρέποντάς την σε ανδρική. Ο Γυπαράκης βλέπει τη γυναίκα της μεταφεμινιστικής εποχής να μεταλλάσσεται στους όρους της τέλειας δυναμικής καριέρας και όσων ακολουθούν.

Αναφορά τρίτη στο αξίωμα της δημιουργίας του τέλειου είδους βάσει των χαρακτηριστικών ταυτότητας της βιολογίας που προσδιορίζει το θηλυκό και το αρσενικό. Το ΧΧ προσδιορίζει το θηλυκό, το ΧΥ το αρσενικό. Μήπως το τέλειο είδος οργανωθεί με φυλετική ταυτότητα, δηλαδή χρωμόσωμα, ΥΥ; Μήπως τελικά η γυναίκα χάσει τα στοιχεία του ΧΧ χάριν του ΥΥ; Σε μια εργαστηριακή έρευνα που θα αναζητά τον τέλειο άνθρωπο, θα προκύψει ένας ιδιοφυής ή μια λογικιστική μηχανή δαίμονας της ανθρώπινης ιδιοφυΐας;

Οι υποθετικές ερωτήσεις πέφτουν βροχή σε αυτή την έκθεση των μεγάλων ζητημάτων της ανακατασκευής του ανθρώπου άρα και του επαναπροσδιορισμού της ζωής.
Συμπερασματικά, προβάλλει η θέση του καλλιτέχνη απέναντι στους φόβους του. Επιθυμία του, μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος και τα συναισθήματά του, η χαρά, η απόλαυση, η συγκίνηση συνεχίζουν να αποτελούν βίωμα. Ο φόβος βρίσκεται στον κίνδυνο ακύρωσης αυτών των συναισθημάτων. Ο νέος άνθρωπος, όραμα διαστροφής του παρελθόντος (ας θυμηθούμε τα χιτλερικά οράματα) και πειραματολαγνεία του παρόντος. Ενα παιχνίδι επιστημονικής «φαντασίας» που στοχεύει στον νέο άνθρωπο, στην τέλεια φυλή που δεν γνωρίζει συγκινήσεις, έρωτα, συναισθήματα. Ο Γυπαράκης εξετάζει το μέλλον του ανθρώπου φέρνοντας σε αντιπαράθεση το αρχέτυπο με το σύγχρονο, την ανδροκρατούμενη κοινωνία και τη γυναίκα-μήτρα.
Κυρίαρχη φόρμα, η διχάλα, το Υ, που προσδίδει το δίλημμα, τη δυαδική σχέση, τη δισυπόστατη προσέγγιση, την αντιπαράθεση των αντιθέτων.
Οι αναγνώσεις της έκθεσης είναι πολλές και ποικίλλουν σε σχέση με τα ειδικά ενδιαφέροντα του επισκέπτη και τα σενάρια που επιθυμεί να καταναλώσει. Μέσα από το δοσμένο ελλειπτικό αφήγημα του καλλιτέχνη, δοσμένο με αρκετό χιούμορ ώστε να διασκεδάζει τον φόβο.
Σας ενδιαφέρει η ανάγνωση μιας γυναίκας που δεν αισθάνεται ότι ζει σε ανδροκρατούμενη κοινωνία, που δεν ανησυχεί για το μέλλον των ανδροκρατούμενων χρωμοσωμάτων της τελειότητας, αλλά φοβάται μόνο το έλλειμμα των συναισθημάτων και στα δύο φύλα και που ξέρει καλά τη δουλειά του Γυπαράκη;

Ο καλλιτέχνης εξ αρχής ενδιαφερόταν για τον μύθο που θα μετείχε στη δουλειά του. Γοβάκια και τσόκαρα, δένδρα και πλανήτες είχαν τον ρόλο τους στο έργο. Τώρα, μπαίνει στο παιχνίδι το Υ και ο φόβος της απώλειας της παραδοσιακής γυναίκας. Ολα αυτά είναι προφάσεις, παραμυθιάσματα για να παραχθεί έργο. Παράγεται και εξακολουθεί να είναι άκρως ποιητικό μέσα από την άλλη δυναμική του μύθου. Το μεγάλο γλυπτό με τα χιλιάδες πλαστικά Υ, που εφαρμόζουν μεταξύ τους και γιγαντώνονται στο μέγεθός τους, είναι μια εξέλιξη του δέντρου ή της ομπρέλας του Γυπαράκη. Το λεπτό μαύρο σύρμα γίνεται λευκό πλήρες πλαστικό. Το στοιχείο της κυκλικότητας εξακολουθεί να παίζει ένα ρόλο καθοριστικό. Ουσιαστικά είναι το ίδιο έργο στην εξέλιξή του, ένα έργο που θέλει να καταλάβει τον χώρο αναδιοργανώνοντάς τον και να μετέχει δίνοντας το στίγμα του χώρου στον οποίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος που το κατασκευάζει. Ακόμη και το σώμα της γυναίκας, στο βίντεο, ανεβοκατεβαίνει στη φόρμα της κούρμπας, γίνεται δηλαδή η μπάλα ή το φεγγάρι της προηγούμενης δουλειάς του. Αλλά και η στολή του αστροναύτη ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο την ίδια φόρμα στο παραγέμισμά της.
Επιμύθιον. Μια έκθεση θεατρικά οργανωμένη, εξαιρετική στην παρουσία της, μια στιγμή καλή του Γ. που μας ξαναφέρνει στον ταλαντούχο και ευρηματικό καλλιτέχνη που γνωρίσαμε πριν από 12 χρόνια. Δίχως, διλημματικά Υ από μέρους μας.

Διπλή επέτειος «Τροπικών»

Ο Χένρι Μίλερ (26 Δεκεμβρίου 1891 - 7 Ιουνίου 1980) έζησε την αλητεία στο πετσί του σε καιρούς που κόστιζε η περιπλάνηση. Γιος ράφτη, είχε μάθει από τον πατέρα του πως όταν έχεις χρήματα πρέπει να τα μοιράζεσαι με τους άλλους κι όταν δεν έχεις να τα δέχεσαι χωρίς ενδοιασμούς. Σπάταλος σ' όλα του: στους έρωτές του, στις φιλίες του, στα γραψίματά του. Ο «Τροπικός του Καρκίνου» (1934) και ο «Τροπικός του Αιγόκερω» (1939) κυκλοφόρησαν πριν από εβδομήντα και εξήντα πέντε χρόνια, αντίστοιχα. Και τα δύο ανέκδοτα στην Αμερική μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60.

Ο Χένρι Μίλερ στην Υδρα, το 1939

 

Διπλή επέτειος, λοιπόν, η φετινή χρονιά, δύο σημαινόντων μυθιστορημάτων που δεν θα αργήσουν να επανακυκλοφορήσουν στα ελληνικά, σε νέες μεταφράσεις, από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Θα προηγηθεί η έκδοση σ' έναν τόμο του «Κολοσσού του Αμαρουσίου» (1941) και των «Πρώτων εντυπώσεων από την Ελλάδα», σε μετάφραση Ιωάννας Καρατζαφέρη και πρόλογο του Αλέξανδρου Αργυρίου. Τον Ιούλιο του 1939 φθάνει στην Κέρκυρα, με καράβι από τη Μασσαλία, κατόπιν επίμονης πρόσκλησης του αγαπημένου του φίλου και συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ. Γνωρίζεται με τον «Κολοσσό» Γιώργο Κ. Κατσίμπαλη, τον Γιώργο Σεφέρη και τον Νίκο Χατζηκυριάκο - Γκίκα. Εν τω μεταξύ, οι εκδόσεις «Ηλέκτρα» έχουν εμφανίσει τη βιογραφία του Φ. Ζ. Ταμπλ «Henry Miller. Στον τροπικό του έρωτα και της αναρχίας» (μτφρ.: Βέρα Δαμόφλη).
Η οικογένεια Μίλερ ήταν γερμανικής καταγωγής. Ο παππούς Χάινριχ Μίλερ είχε μεταναστεύσει στην Αμερική για να γλιτώσει τη στρατιωτική θητεία και είχε εγκατασταθεί στη συνοικία Γιόρκβιλ, όπου γεννήθηκε ο εγγονός Χένρι Μίλερ. Σύντομα η οικογένειά του μετακόμισε στο Γουίλιαμσμπεργκ που κάποτε ήταν χωριό και είχε ενσωματωθεί στην υπό αστικοποίηση περιοχή του Μπρούκλιν.
Στην εφηβεία θα γνωρίσει μια γυναίκα που τον περνούσε περί τη μία εικοσαετία και η οποία θα τον μυήσει στον σαρκικό έρωτα. Μέσα του θα χαραχτεί η μορφή της και θα μετουσιωθεί σε λογοτεχνία, όπως και οι μορφές των πέντε γυναικών που παντρεύτηκε. Αλλη μια γυναίκα η Αναΐς Νιν, την οποία θα γνωρίσει στο Παρίσι το 1931, θα ενθαρρύνει τη συγγραφική του κλίση και θα τον παροτρύνει να συνεχίσει. Ως τότε παρέμενε ένας άσημος δανδής της συμφοράς, φτωχός και ανήμπορος που έγραφε ποιήματα τα οποία πουλούσε από πόρτα σε πόρτα η δεύτερη γυναίκα του, η εκπάγλου καλλονής κονσοματρίς Τζουν Σμιθ. Μέγας βιβλιοφάγος διαβάζει ακαταπαύστως Ντοστογιέφκσι, Χάμσουν, Φορ, Σπένγκλερ, Προυστ, Μπλέικ, Χέλντερλιν, Μπέμε, Τόμας Μαν.
Ηδη από τα είκοσι δύο του (1913) έχει μυηθεί στον αναρχισμό από την Εμμα Γκόλντμαν, στον οποίο θα παραμείνει πιστός ώς το τέλος της ζωής περισσότερο από ιδιοσυγκρασία. Την ψυχανάλυση θα τη γνωρίσει στα σαράντα πέντε του, μέσω του Οτο Ρανκ, χωρίς ποτέ να ξεριζώσει από μέσα του τα παλαιά μαθήματα που πήρε από τον θεοσοφιστή Ρόμπερτ Χάμιλτον Τσάλακομπ, σε ηλικία είκοσι ενός έτους.
Ετσι δεν ήταν καθόλου τυχαίος ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία και τον περιέγραφε στον George Wickes στην επιθεώρηση « Paris Review» (Hemingway - Faulkner - Steinbeck - Dos Passos - Miller, μτφρ.: Γ.Ι. Μπαμπασάκης, Νάσια Ντινοπούλου, Μαρία Σωτηράκου, «Printa»): «Οι λέξεις πέφτουν η μία πάνω στην άλλη, είναι θυελλώδεις, θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω έτσι αδιάκοπα, δίχως σταματημό. Φυσικά πιστεύω ότι πάντα έτσι θα πρέπει να γράφει κανείς. Εδώ είναι η μεγάλη διαφορά, ανάμεσα στη δυτική και και την ανατολική σκέψη και συμπεριφορά και αγωγή».
Ο Χένρι Μίλερ στα τελευταία του θύμιζε βουδιστή μοναχό με ταραγμένο παρελθόν, χωρίς να έχει χάσει τη ζεστασιά και το χιούμορ του. Τη δόξα, που πολύ επόθησε, την είχε αποκτήσει. Τα βιβλία του είχαν ήδη αρχίσει να αποτελούν σημείο αναφοράς και να επηρεάζουν εξακολουθητικά συγγραφείς, καλλιτέχνες και αναγνώστες χάριν της απόλαυσης της ανάγνωσης: Η «Μαύρη Ανοιξη» (1936), Ο «Κλιματισμένος εφιάλτης» (1945), το «Remember to Remember» (1947), το «The Books in my life» (1952), η βιογραφική τριλογία με τον γενικό τίτλο «Η Ρόδινη Σταύρωση»: «Sexus» (1949), «Plexus» (1953),
«Nexus» (1960). «Πιστεύω μάλλον ότι ο συγγραφέας είναι ένας ενδιάμεσος, κάτι σαν μέντιουμ που, όταν πια βγει από την έκστασή του, καταπλήσσεται κι ο ίδιος απ' όσα είπε και έκανε», δήλωνε. Αυτός ήταν ο Χένρι Μίλερ.

 

Ένας άλλος Ντον Τζοβάνι

Ένας ακόλαστος και βλάσφημος γόης εισβάλλει από την ερχόμενη Κυριακή στη Λυρική για να τα κάνει όλα άνω κάτω!

Δεν είναι άλλος από τον γυναικοκατακτητή «Ντον Τζοβάνι» που ανοίγει τη νέα σαιζόν της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στα «Ολύμπια», πρωταγωνιστώντας σε μια από τις πιο δημοφιλείς όπερες του Μότσαρτ.
Θα τον απολαύσουμε (στις 14, 19, 20, 21, 24, 26, 27, 28/11) σε μουσική διεύθυνση Ηλία Βουδούρη και σκηνοθεσία Λουτς Χοχστράατε, με τους Δ. Τηλιακό και Γ. Γιαννίση διαδοχικά στον ρόλο του Ντον Τζοβάνι, και μαζί τους τις Τζ. Δριβάλα, Ι. Τρούσσα, Μ. Αράπη, Μ. Ξυνή, και Μ. Βουλογιάννη.
«Το να είσαι πιστός σε μια γυναίκα είναι σαν να είσαι άπιστος στις άλλες», ήταν το μότο του Ντον Τζοβάνι, του οποίου η ακατάσχετη επιθυμία να κατακτάει γυναίκες θεωρήθηκε από τους φροϊδιστές ως αντιστάθμισμα της λανθάνουσας ομοφυλοφιλικής τάσης του!
«Ο Λουτς Χοχστράατε», λέει η Μάρθα Αράπη, που ενσαρκώνει ένα από τα θύματα του Ντον Τζοβάνι, την Ντόνα Ελβίρα, «έδωσε ένα μοντέρνο ύφος στην παράσταση, βασισμένος ωστόσο στη λιτότητα και χωρίς να παραποιεί στο ελάχιστο τους χαρακτήρες: αν και χρησιμοποίησε συμβατικά κοστούμια του 1900, δούλεψε πολύ με μέταλλο και καθρέφτες».
Την ίδια, αρχικά, ξένισε η ιδέα να ενσαρκώσει την Ελβίρα. «Μου ήταν μάλλον αντιπαθητική, καθώς συνήθως παρουσιάζεται ως κακιά και στρίγκλα. Η πρόκληση ήταν να βγάλω μια άλλη Ελβίρα: βαθιά ερωτευμένη και πληγωμένη, αλλά με έλεος, μέχρι το τέλος». Αλλά και τον Ντον Τζοβάνι, σε αντίθεση με τα περισσότερα ανεβάσματα που δίνουν έμφαση στην γυναικοκατακτητική του πλευρά, εδώ ο Χοχστράατε τον παρουσιάζει ηδονιστή με την ευρύτερη έννοια: «άνθρωπο της κραιπάλης, ένα τέρας που δεν ξέρει τι σημαίνει συναίσθημα. Γι' αυτό και στο τέλος εμφανίζεται να πεθαίνει στο κρεβάτι στη διάρκεια ενός οργίου: πριν μάλιστα καταβαραθρωθεί, αμετανόητος, μια κοπέλα τον ευνουχίζει...».
Πολλά έχουν λεχθεί για τις συνθήκες δημιουργίας της κωμικής αυτής όπερας με ήρωα τον φλογερό πλην αντιπαθή εραστή Ντον Τζοβάνι που αλλάζει τις γυναίκες σαν πουκάμισα αφήνοντας πίσω του συντρίμμια: όπως ότι ο Μότσαρτ την έγραψε μετά τον θάνατο του δεσποτικού πατέρα του, απελευθερωμένος επιτέλους από την καταπίεσή του και μάλιστα σε καθαρά «αντρικό» επίπεδο.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Ντον Τζοβάνι ήταν καθαρό δημιούργημα του λιμπρετίστα Λορέντζο ντα Πόντε - ο οποίος την εποχή εκείνη δούλευε ταυτόχρονα κι ένα άλλο λιμπρέτο για λογαριασμό του γνωστού αντίζηλου του Μότσαρτ Αντόνιο Σαλιέρι. Πριν μάλιστα την (καθυστερημένη) πρεμιέρα του έργου, αναγκάστηκε να αφήσει σύξυλο τον Μότσαρτ για τις ανάγκες του λιμπρέτου του Σαλιέρι, έτσι την θέση του πήρε ένας άλλος λιμπρετίστας ονόματι... Καζανόβα!
Η πρεμιέρα στην Πράγα δόθηκε στις 29 Οκτωβρίου του 1787 με τον Μότσαρτ στο πόντιουμ να επευφημείται. Δεν συνέβη το ίδιο στην πατρίδα του. Ποιος λέει πως η Βιέννη είχε πάντα σωστό αισθητήριο;

 

Κλασική μουσική επί τέσσερα στο Μέγαρο

Τέσσερις διαφορετικές βραδιές διεκδικούν το ενδιαφέρον των φίλων της κλασικής το τριήμερο 11 έως 14 του μηνός.


Στο Μέγαρο Μουσικής βρέθηκε την Πέμπτη ο πιανίστας Κριστιάν Ζακαρίας. Την Παρασκευή και το Σάββατο θα ακολουθήσει η Συμφωνική Ορχήστρα του Σαν Φραντσίσκο με τον Μάικλ Τίλσον-Τόμας και την επόμενη Κυριακή η Μάρτα Αργκεριχ, η Ντόρα Μπακοπούλου και η ΚΟΑ.
* Στα 54 του ο Κριστιάν Ζακαρίας είναι καλλιτεχνικός διευθυντής και αρχιμουσικός της Ορχήστρας Δωματίου της Λοζάνης και τακτικός συνεργάτης της Συμφωνικής του Γκέτεμποργκ. Σε ηλικία επτά ετών μαθήτευσε δίπλα στον Βλαντιμίρ Πέρλμουτερ στο Ωδείο του Παρισιού και αρκετά νωρίς κέρδισε σημαντικές διακρίσεις σε διαγωνισμούς πιάνου. Στο πρώτο μέρος του ρεσιτάλ του στο Μέγαρο θα κυριαρχήσουν έργα του Σοπέν και στο δεύτερο αυτά του Λιστ.
* Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στο Μέγαρο, ο Μάικλ Τίλσον Τόμας επιστρέφει με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σαν Φραντσίσκο της οποίας ηγείται από το 1995. Γεννημένος το 1944 στο Λος Αντζελες ο Τόμας κατάγεται από καλλιτεχνική οικογένεια. Στα 19 του χρόνια έγινε διευθυντής της Ορχήστρας Πρωτοεμφανιζόμενων του Ιδρύματος Νέων Μουσικών, ενώ η πορεία του από τότε έχει καταγράψει σημαντικούς σταθμούς όπως την ανάληψη της θέσης αρχιμουσικού στη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τη διεύθυνση του Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, την ίδρυση της Συμφωνικής Ορχήστρας του Νέου Κόσμου κ.ά. Στην πρώτη τους συναυλία την Παρασκευή θα ερμηνεύσουν έργα Κόπλαντ και Σιμπέλιους καθώς και το 2ο κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ με σολίστ τον Νορβηγό Λάιφ Οβε Αντσνες. Το Σάββατο η βραδιά περιλαμβάνει Τσαϊκόφσκι, Σοστακόβιτς και Ντεμπισί.
* Την Μάρτα Αργκεριχ, τέλος, θα την ακούσουμε σε έργα Σοστακόβιτς, Ραβέλ, Προκόφιεφ και Πουλένκ. Η ΚΟΑ θα τη συνοδεύσει, η Ντόρα Μπακοπούλου θα ερμηνεύσει μαζί της το έργο του Πουλένκ, ενώ ο Αλεξάντερ Ραμπίνοβιτς- Μπαρακόφσκ θα διευθύνει. Η διάσημη πιανίστρια από την Αργεντινή γεννήθηκε στο Μπουένος Αϊρες και σε ηλικία πέντε ετών άρχισε μαθήματα πιάνου. Το 1965 κερδίζει το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Σοπέν στη Βαρσοβία και ξεκινά η καταξίωση. Από το 1967 ηχογραφεί για την Ντόιτσε Γκράμοφον, έχει συνεργαστεί με διάσημες ορχήστρες όπως η Φιλαρμονική του Βερολίνου, σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, ο Τζουζέπε Σινόπολι και πιο πρόσφατα ο Κλαούντιο Αμπάντο.


Ο Μολιέρος στο «Ηλέκτρα SPA και Φίτνες Σέντερ»

Ο θίασος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος εφορμά ένα πρωί στο χαμάμ. Ηθοποιοί με μπουρνούζια χάνονται στο υδρομασάζ, ενώ θολωμένες κάμερες και φωτογραφικοί φακοί απαθανατίζουν το γλέντι. Ανάμεσά τους και ο σκηνοθέτης φορώντας σωσίβιο...


Στο «Ηλέκτρα SPA και Φίτνες Σέντερ» του ξενοδοχείου «Ηλέκτρα Παλλάς» στη Θεσσαλονίκη έγινε η φωτογράφηση για τον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου που ανεβαίνει στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών στις 19 Νοεμβρίου. Μια προχωρημένη επικοινωνιακή άποψη, συνεπής στη σουρεαλιστική παράσταση που ετοίμασε ο Γιάννης Ιορδανίδης, καταγεγραμμένος στους εξειδικευμένους σκηνοθέτες του μολιερικού θεάτρου...
«Η παράσταση χωρίς καμία προσθήκη στο κείμενο διατηρεί την ποίηση του έργου και συγχρόνως κλείνει το μάτι στον θεατή. Πιστεύω πως το πατροπαράδοτο, στιλιζαρισμένο ανέβασμα, τελικά, είναι εναντίον του Μολιέρου. Η σύγχρονη αντιμετώπισή του αναδεικνύει το θέμα, αρκεί η αναγωγή να επιχειρείται με γούστο και μέτρο. Πέρα από την τρέλα υπάρχει στο έργο και το τραγικό στοιχείο. Οταν ο ψωνισμένος αλλά καλός άνθρωπος Ζουρντέν μένει χωρίς αυλοκόλακες, τι βλέπει άραγε στον καθρέφτη; Ενα θύμα της "ανάγκης" ν' αποκτήσει σημαντική θέση στην κοινωνία, αναγνωρίσιμο σ' όλες τις εποχές».
«Αρχοντοχωριάτης» χωρίς περούκες, δαντέλες και ρεβεράντσες ο νεόπλουτος Ζουρντέν (Κώστας Σαντάς). Μακριά από τη φόρμα της μολιερικής γλώσσας, το σκηνικό του Γιώργου Σουγλίδη και τα κοστούμια του Κένι Μακ Λέλαν βάζουν το έργο στην εποχή μας. Ο Γιώργος Χριστιανάκης διάλεξε μουσική από Οφενμπαχ μέχρι Ζαν Μισέλ Ζαρ...
Ρούχα με ανακατεμένα στοιχεία εποχών αποδίδουν την παράνοια της κατάστασης. Ταγεράκι «Σανέλ» η προσγειωμένη κυρία Ζουρντέν (Ιφιγένεια Δεληγιαννίδου), σχισμένο τζιν, άσπρο σακάκι και με τη γαλλική σημαία κατάστηθα ο γαμπρός (Α. Μπουρδούμης). Η μαρκησία (Σ. Καζάζη) με τουαλέτα έτοιμη για δεξίωση στο Μπάκιγχαμ, ο δάσκαλος του χορού αλά Νιζίνσκι (Ν. Καπέλιος), της μουσικής σε στιλ Μάρλοου-Λιστ (Γ. Ηλιόπουλος) και της φιλοσοφίας ντυμένος στο γαλλικό αλφάβητο (Κ. Μπάσης. Οι υπηρέτες αλά Γκοτιέ με αμφίεση κανίς (Β. Κοντομάρη-Κ. Διακοσάββας).
Ο Ζουρντέν ποθεί ν' αλλάξει τάξη επειγόντως. Γιος υφασματέμπορου στην αγορά του Παρισιού, ντρέπεται για την ταπεινή του καταγωγή και αγοράζει τίτλους ευγενείας. Το... φρέσκο αριστοκρατικό του αίμα δεν καταδέχεται να δώσει την κόρη του σε κάποιον που δεν είναι μαρκήσιος.
Το σπίτι του έχει μετατραπεί σε μουσείο γεμάτο αρχαιότητες, νεκρές φύσεις και φανταχτερά αντικείμενα. Δίνει πάρτι με βεγγαλικά, χωρίς να καεί ούτε ένα δέντρο... Ενας αρχοντοχωριάτης, καρμπόν πολλών σημερινών ομολόγων του. Η στέψη τού Ζουρντέν από τον γιο του μεγάλου σουλτάνου θα τον απογειώσει. Το γεγονός είναι τόσο μεγαλειώδες που... τα σκηνικά συρρικνώνονται κι αυτός εκτινάσσεται στο διάστημα.
Μια τέτοια προσωπικότητα πού αλλού θα μπορούσε να φωτογραφηθεί παρά στο πολυτελές ΣΠΑ του ξενοδοχείου «Ηλέκτρα Παλλάς» στην πλατεία Αριστοτέλους; Μια επιχείρηση που οργάνωσε για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ο Γιάννης Ιορδανίδης.
«Γιατί όχι; Μήπως οι πρόβες μας δεν γίνονται σ' αυτό το κλίμα; Ενα παιχνίδι που γεννάει ιδέες, χωρίς τύπους και σοβαροφάνεια. Η πλάκα είναι σοβαρή υπόθεση. Χρειάζεται σαρκασμός και αυτοσαρκασμός. Το έργο θα μπορούσε να παιχτεί στην αυλή του μεγάρου Μαξίμου αλλά και της Ακαδημίας Αθηνών. Στην αυλή κάθε μεγάρου όπου κατοικεί ένας Λουδοβίκος»...


Γιορτάζοντας τον Μάνο

 

«Ηταν μια ιδέα που πάντα τριγυρνούσε στο μυαλό μου. Ομως ποτέ δεν την έβαζα μπρος. Τώρα που πλησιάζουν τα γενέθλιά του -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτά είναι η αφορμή- είπα να τα γιορτάσουμε όλοι μαζί. Δεν βρήκα, λοιπόν, καλύτερο τρόπο από το να παρουσιάσω έργα του με μια νέα ανάγνωση». Η Ελλη Πασπαλά εξηγεί πώς ξεκίνησαν παρέα με τον Ντέιβιντ Λιντς να ετοιμάζουν στο «Zoom» το πρωτότυπο αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι. Οι παραστάσεις άρχισαν την Πέμπτη και η νέα ματιά στο έργο του συνθέτη δεν θα είναι μία, αλλά τέσσερις: Κάθε τριήμερο η τραγουδίστρια θα υποδέχεται στο πλακιώτικο στέκι κι από έναν καλεσμένο. Μαζί για ένα τετραήμερο θα ερμηνεύουν κι ένα διαφορετικό κύκλο τραγουδιών του συνθέτη. Τις ενορχηστρώσεις έχει επιμεληθεί ο Ντέιβιντ Λιντς.

Από «Ορνιθες» μέχρι «Κεμάλ»

Σήμερα είναι η τελευταία βραδιά με τους Ρέινινγκ Πλέζουρ. Ακολουθεί από την Πέμπτη ώς την Κυριακή ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, έπειτα οι Χιούμαν Τατς (18-21/11) και στο τέλος ο Μπλέιν Ρέινιγκερ (25-28/11). «Οι Ρέινινγκ Πλέζουρ έχουν τόση φρεσκάδα που καμιά φορά αναρωτιέμαι από πού ξεφυτρώσανε. Μ' αρέσει η καλαισθησία τους, η ενέργειά τους. Ο Αλκίνοος, από την άλλη, θεωρώ ότι είναι το μεγάλο ταλέντο της γενιάς του. Ξέρω πόσο αγαπά τον Χατζιδάκι και νομίζω ότι αν ζούσε ο Μάνος θα τον επέλεγε σίγουρα για ερμηνευτή των τραγουδιών του. Οι Χιούμαν Τατς είναι τρεις μουσικοί που αγαπώ για την ευρηματικότητα και την παιδικότητά τους. Οσο για τον Ρέινινγκερ, πιστεύω ότι το ενδιαφέρον κρύβεται στη διαφορετικότητά τους από τις αντρικές φωνές που χρησιμοποιούσε ο Χατζιδάκις. Εκείνες ήταν αυτό που λέμε εφηβικές, ενώ ο Μπλέιν έχει μια πηγαία βαθιά φωνή σκοτεινή αλλά και με έντονη παιδικότητα».
Οι Ρέινινγκ Πλέζουρ θα παίξουν απόψε για τελευταία βραδιά το «Reflections», ο Αλκίνοος θα ερμηνεύσει αποσπάσματα από τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς», τον «Μεγάλο ερωτικό», ένα κομμάτι από τους «Ορνιθες», ίσως και τον «Κεμάλ» που αγαπά πολύ. Οι Χιούμαν Τατς από την άλλη θα δώσουν βάση στα ορχηστρικά θέματα του Χατζιδάκι, ενώ το πρόγραμμα του αρχηγού των «Tuxedomoon» παραμένει μυστικό. Το σίγουρο είναι πως θα τραγουδήσει στα ελληνικά, ενώ θα παίξει και βιολί. Σημαντική, όμως, θα είναι και η συμβολή της υπόλοιπης ορχήστρας που θα απαρτίζεται από τους Τάκη Φαραζή, Διονύση Βερβιτσιώτη, Γιώργο Καλούδη, Κυριάκο Ταμπάκη, Στέφανο Λογοθέτη, Γιώργο Γεωργιάδη.


Ο Σέξπιρ στο Σεράγεβο

«Η ζωή είναι ωραία», μας λέει στη νέα του, εξαιρετική ταινία «Η ζωή είναι ένα θαύμα», ο βόσνιος σκηνοθέτης Εμίρ Κουστουρίτσα. Ακόμη και στις χειρότερες στιγμές της, ακόμη και σε περίοδο πολέμου.

Σε κάθε ταινία του, από το «Ο μπαμπάς λείπει ταξίδι για δουλειές» μέχρι το «Underground», περνώντας από τον «Καιρό των τσιγγάνων», εκείνο που ξεχωρίζει στις ταινίες του εμπνευσμένου αυτού σκηνοθέτη είναι η αγάπη για τη ζωή, αγάπη δοσμένη με μια φελινική έξαρση, τόσο στην παρουσίαση των προσώπων του όσο στη σύνθεση των εικόνων του.
Σκηνές που μοιάζουν ν' αποτελούν τμήμα ενός τεράστιου τσίρκου. Οπως πρόσφατα μας έλεγε ο ίδιος, «αυτή η ιδέα του τσίρκου, των ανθρώπων που πίνουν και γλεντάνε, με τραβάει όταν γυρίζω μια ταινία». Ακόμη κι όταν το θέμα της ταινίας του είναι ο πόλεμος. Οπως εξηγεί ο ίδιος, μιλώντας για τον εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του '90: «Εκείνο που μπορείς να κάνεις είναι να υποδείξεις τον πόλεμο μέσα από τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Ακόμη και στο Σεράγεβο, στην περίοδο του πολέμου, οι άνθρωποι μαζεύονταν αυθόρμητα σε ομάδες, έπιναν. Και πριν αρχίσει ο πόλεμος, ξεπερνούσαν τον φόβο τους όταν μαζεύονταν, έτσι κι αυτό τώρα γινόταν αυθόρμητα. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπούν τη ζωή, θέλουν να γιορτάζουν, να εκφράζονται».
Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται το 1992 στη Βοσνία, στην περίοδο του πολέμου με τη Σερβία. Ο Λούκα, σέρβος μηχανικός από το Βελιγράδι, ζει σ' ένα χωριό στη μέση του πουθενά, μαζί με τη γυναίκα του, τραγουδίστρια της όπερας, Γιάντρανκα, και τον γιο τους, Μίλος. Ο Λούκα, απορροφημένος στη δουλειά του, χωρίς να παίρνει είδηση για τον πόλεμο που πλησιάζει, ετοιμάζεται να φτιάξει τον σιδηρόδρομο που θα μετατρέψει το χωριό σε παράδεισο της περιοχής. Κι όταν τελικά ξεσπά ο πόλεμος, η ζωή του ανατρέπεται. Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για έναν μουσικό, ενώ ο γιος του, που καλείται στο μέτωπο, συλλαμβάνεται από τον εχθρό. Ο Λούκα αναλαμβάνει να φυλάσσει μια νεαρή μουσουλμάνα όμηρο, τη Σάμπαχα, την οποία αρχίζει να ερωτεύεται. Κάποτε όμως φτάνει η στιγμή που είναι υποχρεωμένος να την ανταλλάξει με έναν σέρβο αιχμάλωτο, τον γιο του τον Μίλος.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια ιστορία έρωτα που θυμίζει εκείνη του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας. Ο ίδιος ο Κουστουρίτσα παραδέχεται ότι μόλις άκουσε πρώτη φορά την ερωτική αυτή ιστορία, σκέφτηκε αμέσως τον Σέξπιρ.
«Θα έλεγα πως ο Λούκα αντιμετωπίζει μερικά σεξπιρικά διλήμματα», εξηγεί ο ίδιος. «Εχει μια όμηρο, τη Σάμπαχα, την οποία ερωτεύεται, παρόλο που είναι τύπος που δεν φανταζόταν ότι κάποτε θα κρατούσε όμηρο... Το δίλημμα δημιουργείται όταν πρέπει να την ανταλλάξει αν θέλει να πάρει πίσω τον γιο του. Τι κάνει; Την αγαπά, αλλά αγαπά και τον γιο του. Αυτό που συνέβη στη διάρκεια του πολέμου ήταν σεξπιρικό, θα έλεγα, αλλά προσπάθησα να το δώσω περισσότερο από τη δική μου σκοπιά κι αυτό περιλαμβάνει πολλές πτυχές της ζωής που είναι αστείες ή ειρωνικές».
Γι' αυτόν το πρόβλημα δεν είναι να δείξει ποια από τις δυο πλευρές έχει δίκιο. «Αυτό είναι ηλίθιο», πιστεύει ο ίδιος, «γιατί δεν λύνει το πρόβλημα. Αντίθετα, παγώνει το πρόβλημα. Η ιστορία αυτή συνέβη στην πραγματικότητα στη διάρκεια του πολέμου και πιστεύω ότι το φόντο αυτό την κάνει ακόμη πιο ιδεολογική, γιατί ήταν ένας βρόμικος πόλεμος». Σίγουρα ένας βρόμικος πόλεμος, στον οποίο το μόνο αληθινό και γνήσιο παραμένει ο έρωτας αυτού του φαινομενικά αταίριαστου ζευγαριού.

ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ

ΙΩΑΝΝΑ

ioanna_ios@yahoo.gr

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 
 


Έναρξη Μάιος 2002

 Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  W.D.G

 11/11/2004