Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

  ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΙΩΑΝΝΑ

ioanna_ios@yahoo.gr


Αρχείο

 


Κεντρική Σελίδα

 


 

 

 

 




 

 

 

«Φαρενάιτ 9/11»

Ο Μπους στο εδώλιο

Το νέο ντοκιμαντέρ του Μάικλ Μουρ, ήταν το γεγονός του 57ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ των Κανών και βραβεύτηκε

Το μαχητικό, επίμαχο ντοκιμαντέρ «Φαρενάιτ 9/11» του Μάικλ Μουρ ήταν το μεγάλο γεγονός της έκτης μέρας του 57ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ των Κανών, μέρα στην οποία κυριαρχούσε η πολιτική με μία ακόμη ταινία, «Η δολοφονία του Ρίτσαρντ Νίξον» του Νιλς Μούλερ, αλλά και με τις συνεχιζόμενες διαδηλώσεις τόσο των έκτακτων καλλιτεχνικών εργατών όσο και των υπαλλήλων του ξενοδοχείου «Κάρλτον», το σωματείο των οποίων μάλιστα ζήτησε από τους υπαλλήλους των άλλων ξενοδοχείων των Κανών να κατέλθουν σε γενική απεργία σε συμπαράστασή τους.

Ο πολιτικός κινηματογράφος, και μάλιστα ένα μαχητικό ντοκιμαντέρ, θριάμβευσε στο 57ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Κανών, με το Χρυσό Φοίνικα να απονέμεται στον Αμερικανό ντοκιμαντερίστα Μάικλ Μουρ για την ταινία του «Φαρενάιτ 9/11», μια κατά μέτωπο επίθεση ενάντια στην οικογένεια Μπους και τη σχέση της με τους Σαουδάραβες και την οικογένεια Λάντεν.

Βράβευση, που διάψευσε όσους περίμεναν πως ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Κουέντιν Ταραντίνο θα απένεμε το βραβείο σε μια πιο «κλειστή» ταινία, όπως το «2046» του Γουόνγκ Καρ-Γουάι. Με τη βράβευση αυτή της ταινίας του Μουρ, ο Ταραντίνο μπαίνει δυναμικά στον αγώνα ενάντια στην επανεκλογή του Μπους στις επικείμενες εκλογές μια και, όπως είχε αναφέρει ο Μουρ πριν από μέρες στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας, ελπίζει ότι η ταινία του θα βοηθήσει τους Αμερικανούς να καταψηφίσουν έναν πρόεδρο που τους προσφέρει συνεχώς ψέματα.
Αξίζει να σημειώσω ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του φεστιβάλ που ταινία ντοκιμαντέρ κερδίζει το Χρυσό Φοίνικα. Ο ίδιος ο Μουρ, σχολιάζοντας τη βράβευσή του στη συνέντευξη Τύπου των βραβευμένων, μετά την απονομή, τόνισε την αξία που έχουν πάρει σήμερα τα μη-μυθοπλαστικά έργα και ιδιαίτερα τα ντοκιμαντέρ. Σε ερώτηση δημοσιογράφου, αν οι Αμερικανοί θεωρήσουν πως η βράβευσή του σε γαλλικό έδαφος δεν είναι παρά μια ακόμη επιβεβαίωση της θέσης των Γάλλων ενάντια στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ο Μουρ τόνισε ότι η κριτική επιτροπή αποτελούνταν βασικά από Αμερικανούς και Αγγλους καλλιτέχνες, εκπροσώπους των χωρών του Συνασπισμού, αν και όπως πρόσθεσε «εμείς οι Αμερικανοί οφείλουμε πολλά στους Γάλλους, χωρίς τη Γαλλία ίσως να μην υπήρχαν Ηνωμένες Πολιτείες», καταλήγοντας πως το σύμβολο της ελευθερίας, το περιβόητο Αγαλμα της Ελευθερίας στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, ήταν δώρο των Γάλλων.
Η αναγγελία της απονομής του Χρυσού Φοίνικα βρήκε απροετοίμαστο τον Μάικλ Μουρ που, για μερικά λεπτά, πάνω στη σκηνή του μεγάρου του φεστιβάλ παρέμεινε αμίλητος, ενώ, γυρνώντας προς τον Κουέντιν Ταραντίνο, που του έστελνε συγχαρητήρια, του φώναξε: «Το έκανες για να με βάλεις σε μπελάδες».
Σίγουρα ο Ταραντίνο έπαιξε ρόλο στην απονομή του Μεγάλου Βραβείου των φετινών Κανών στον Κορεάτη σκηνοθέτη Τσαν-Γουκ Παρκ για τη βίαη, κινηματογραφικά συναρπαστική ταινία του «Old Boy», με θέμα την εκδίκηση ενός άντρα που αφήνεται ελεύθερος ύστερα από μια περίεργη φυλάκιση δεκαπέντε χρόνων.
Στις προτιμήσεις του Ταραντίνο φαίνεται να ανήκει και η απονομή του ειδικού βραβείου της επιτροπής στον Ταϊλανδέζο σκηνοθέτη Απιτσατπόνγκ Βιρασετάκουλ για την ταινία του «Τροπική αρρώστια», μια παράξενη, ποιητική ταινία με φόντο τη ζούγκλα - πρώτη ταινία από την Ταϊλάνδη που προβάλλεται στο διαγωνιστικό τμήμα των Κανών.
Ενδιαφέρουσα πρέπει να πω ήταν και η ειδική βράβευση της μαύρης ηθοποιού Ιρμα Π. Χολ για το ρόλο της καλοκάγαθης γριάς στη μαύρη κωμωδία «Η συμμορία των πέντε», των Τζόελ και Ιθαν Κοέν.
Λιγότερο επιτυχημένη ήταν η βράβευση του Τόνι Γκάτλιφ με το βραβείο σκηνοθεσίας για την ταινία του «Εξόριστοι», ενώ οι θαυμάσιες ταινίες «2046» του Γουόνγκ Καρ-Γουάι και «Η ζωή είναι ένα θαύμα» του Εμίρ Κουστουρίτσα, καθώς και τα πολύ καλύτερα από την ταινία του Γκάτλιφ «Ημερολόγια της μοτοσικλέτας» του Βάλτερ Σάλες, έμειναν απ' έξω.


Στη συνέντευξη Τύπου, που προηγήθηκε των βραβείων, σε μια κατάμεστη από τα ΜΜΕ αίθουσα, ο Μουρ επιτέθηκε ενάντια στην πολιτική του Μπους, ενώ ανέφερε ότι ακόμη και προχθές ο Λευκός Οίκος πίεσε την εταιρεία του Μελ Γκίμπσον να μην υποστηρίξει την ταινία «Φαρενάιτ 9/11». «Μην περιμένεις ξανά προσκλήσεις από το Λευκό Οίκο, αν χρηματοδοτήσεις αυτή την ταινία», ήταν τα λόγια του εκπροσώπου του Λευκού Οίκου προς τον Γκίμπσον, σύμφωνα με τον Μουρ.

Ο Μάικλ Μουρ με το Γάλλο ακτιβιστή Ζοζέ Μποβέ στις Κάνες. Αυτοί διάλεξαν να συνταχθούν με τους διαδηλωτές...

«Ένα ολόκληρο έθνος ξεγελαστήκαμε» είναι τα λόγια μιας γυναίκας που ακούμε στην ταινία «Φαρενάιτ 9/11» του Μάικλ Μουρ («Ακήρυχτος πόλεμος»), η οποία έχασε το γιο της στον πόλεμο του Ιράκ και που παλιότερα είχε πιστέψει (υποστηρίξει, όπως ανέφερε) τον Αμερικανό πρόεδρο. Στην ταινία του ο Μουρ αναλύει διεξοδικά και με πειστήρια τον τρόπο αυτό με τον οποίο ο πρώην κυβερνήτης του Τέξας κατάφερε να ξεγελάσει τον αμερικανικό λαό και να τον οδηγήσει σ' έναν πόλεμο δήθεν για να σώσει τις ΗΠΑ από ιρακινή επίθεση και τη χρήση πυρηνικών όπλων, ενώ στην πραγματικότητα η επίθεση έγινε απλώς και μόνο για το πετρέλαιο και τον έλεγχο της περιοχής.

Χρησιμοποιώντας ντοκουμέντα και άλλο υλικό αρχείου, η ταινία ξεκινά από την εποχή της εκλογής του Μπους στο Λευκό Οίκο, με πολλά από τα Δημοκρατικά μέλη του Κογκρέσου να υποβάλουν ενστάσεις για το αποτέλεσμα των εκλογών στην Πολιτεία της Φλόριντα (όπου παρενέβη ο κυβερνήτης, αδερφός του Μπους), για να μας αποκαλύψει στην πορεία τις σχέσεις αρχικά του πατέρα, και πρώην προέδρου Μπους και τη συνέχεια του νυν προέδρου, με τους Σαουδάραβες και συγκεκριμένα την οικογένεια Μπιν Λάντεν και στη συμμετοχή της σε διάφορες επιχειρήσεις (όπως πληροφορούμαστε, οι Μπιν Λάντεν έχουν επενδύσει στην Αμερική 860 δισεκατομμύρια δολάρια, με αποτέλεσμα να τους ανήκει το 7% της Αμερικής), ορισμένες από τις οποίες ήταν ή και είναι συνδεδεμένες είτε με την οικογένεια Μπους είτε με στενούς συνεργάτες ή και μέλη της κυβέρνησής του.

Ο Μουρ χρησιμοποιεί συχνά την ειρωνεία όπως, για παράδειγμα, όταν μία μέρα πριν από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Μπους ήταν σε διαρκείς διακοπές αποφεύγοντας να καταπιαστεί με τα διάφορα εκκρεμή θέματα, μαζί κι εκείνο μιας πιθανής τρομοκρατικής επίθεσης (του είχε δοθεί από τις αρχές Αυγούστου ο σχετικός φάκελος), ή εκείνη όταν, ενώ την ημέρα της επίθεσης επισκεπτόταν Δημοτικό Σχολείο στη Φλόριντα και σύμβουλός του τον πληροφορούσε για την επίθεση του πρώτου αεροπλάνου στους δίδυμους πύργους, αυτός συνέχιζε να συμμετέχει αμέριμνα στην εκδήλωση (τα πλάνα με τον Μπους ν' αλλάζει ύφος είναι εκπληκτικά). Το ίδιο χιούμορ συναντάμε και στο φινάλε με τον ίδιο τον Μουρ, συνοδευόμενο από αξιωματικό στρατολογίας του ναυτικού, να προσπαθεί έξω από τη Γερουσία να πείσει τους γερουσιαστές να δεχτούν να στρατολογηθούν τα παιδιά τους για να πολεμήσουν στο Ιράκ... πράγμα βέβαια που όλοι αρνούνται. Αφού μας αποκαλύπτει πως αμέσως μετά την τρομοκρατική επίθεση η κυβέρνηση Μπους φυγάδευσε 142 Σαουδάραβες και 24 μέλη της οικογένειας Μπιν Λάντεν από την Αμερική πριν γίνει οποιαδήποτε έρευνα, ο Μουρ στρέφεται στον πόλεμο και τα αληθινά αίτια, εκείνο δηλαδή της κερδοσκοπίας και της εκμετάλλευσης του πετρελαίου, και παρουσιάζει τις απόψεις ειδικών αλλά και απλών στρατιωτών που τις αντιπαραθέτει με δηλώσεις του Μπους και μελών της κυβέρνησής του, για να αποδείξει το μεγάλο ψέμα που οδήγησε ένα ολόκληρο έθνος σ' έναν αδικαιολόγητο, καταστροφικό πόλεμο. Τέλος, η ταινία κλείνει με τον Μπους να αναφέρεται με ικανοποίηση στο ρητό «Μπορεί να μας ξεγελάσουν μια φορά, αλλά δεν μπορούν να μας ξανα-ξεγελάσουν», ενώ ο Μουρ σχολιάζει ειρωνικά: «Για μια φορά συμφωνούμε μαζί του».

Στην ταινία του «Η δολοφονία του Ρίτσαρντ Νίξον», ο σκηνοθέτης Νιλς Μούλερ, που αυτό είναι το πρώτο του έργο, βάσισε το σενάριό του στην ιστορία του πλασιέ επίπλων, Σαμ Μπικ, που το 1974 είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Νίξον. Ο Μούλερ (με παραγωγούς τον Αλφόνσο Κουαρόν και τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο) ακολουθεί με επιμονή σε διάφορα φλας μπακ τον Μπικ, άνθρωπο ιδεαλιστή, που πιστεύει στην ειλικρίνεια και τον αμοιβαίο σεβασμό, ενώ ο συνεχής αγώνας του ενάντια στην υποκρισία τον φέρνει σε σύγκρουση με το περιβάλλον και τους ανθρώπους του, με αποτέλεσμα να χάνει συνεχώς τη δουλειά του, ενώ η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για άλλον, πιο «επιτυχημένο» άντρα. Η σκηνοθεσία έχει και ειλικρίνεια και αμεσότητα που σε παρασύρει, ενώ ο Σον Πεν ερμηνεύει τον Μπικ με εσωτερικότητα και ξεχωριστή ευαισθησία.

*   *   *  

Smelly cat is dead!

Τελικά η σειρά, που απασχόλησε αυτό το μήνα μία τουλάχιστον σελίδα σε κάθε μεγάλο ή μικρότερο έντυπο του δυτικού κόσμου, όχι απλώς άντεξε δέκα ολόκληρα χρόνια (από τις 22-9-1994 παρακαλώ!), αλλά υπερπέτυχε.

Κατσίκωσε στον καναπέ απέναντι από την οθόνη πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπινες εργατοώρες, σε πάνω από εξήντα χώρες, τσάκισε 44 Emmy και καβάτζωσε περίπου πέντε δισεκατομμύρια ντόλαρς για το κανάλι της, το NBC, πριν αυτό ρίξει το σήμα του στο τέλος του 232ου επεισοδίου του, που καθήλωσε (στην Αμερική) πάνω από 80 εκατομμύρια τηλεθεατών. Κομμάτια σκηνικών του, που κλάπηκαν από τα στούντιο στην Καλιφόρνια, πιάνουν μέχρι και 7.000 δολάρια στην αγορά, και όλοι οι πρωταγωνιστές του έγιναν, εκτός από διάσημοι, και ζάπλουτοι, καθαρίζοντας περίπου 100 εκατομμύρια μέσα σε δέκα χρόνια, χωρίς ούτε μια πετυχημένη ταινία ή οτιδήποτε άλλο στο βιογραφικό τους!

Χεστήκατε; Και 'γω, αλλά όποτε πάω να το πω νομίζω πως θα μπει η Φοίβη με τα νούμερα της AGB και τους στίχους τού Smelly Cat διπλωμένα ρολό και θα αρχίσει να με βαράει ρυθμικά στη μουσούδα, φωνάζοντας με «αναίσθητο - σοβινιστικό - γουρούνι - που - τρώει - γύρο».

Αφού, σύμφωνα με όλο αυτό το hype, αυτή τη στιγμή εκατομμύρια thirty something ανά την υφήλιο πρέπει να κλαίνε πάνω από τις ατζέντες τους, πλακωμένοι από ένα τεράστιο συναισθηματικό κενό που ξεκίνησε με τους τίτλους τέλους του τελευταίου επεισοδίου της σειράς και παρακαλάνε τους ψυχαναλυτές τους για έξτρα ραντεβού.

Πολύ κακό για το τίποτα, μεταξύ μας, αφού αυτό το πράγμα που έχει φουσκώσει εκτός τηλεοπτικών αναλογιών, πριν ακόμα τελειώσει ακούγεται πως ξεγέννησε ένα σενάριο που μπουσουλάει ήδη στα χολιγουντιανά στούντιο (λένε μάλιστα πως το ξεφύλλιζε το παιδί της Ρέιτσελ βγαίνοντας από την κοιλιά της Τζένιφερ Ανιστον) για κινηματογραφική ταινία με τίτλο «Friends Reunited» με τον Τζόι, τη Ρέιτσελ, τη Φοίβη, τον Ρος και τον Τσάντλερ να ξαναβρίσκονται στο Λονδίνο. Οπότε προς τι ο χαμός;

Οι Σάλιβανς της γενιάς τού MTV

Δεν ήταν τόσο μοντερνουά όσο το «Ντάλας», σκανδαλιάρικα όσο η «Δυναστεία», κουλ όσο το «Μπέβερλι Χιλς» και κατινοninenties όσο το «Μέλροουζ». Ήταν παραδοσιακά και πεντακάθαρα, ξενέρωτα και user friendly όπως οι «Σάλιβανς». Και πώς αλλιώς θα ήταν μια sitcom κωμωδία -σαπουνόπερα για τη γενιά που (υποτίθεται πως) καταδίκασε τις σαπουνόπερες. Φτηνή, βραζιλιάνικη και μεταγλωτισμένη; Οχι! Η σειρά που θα μάγκωνε τη γενιά τού MTV στο peak της αγοραστικής της δύναμης και πάνω που θα ωρίμαζε, θα ήταν κυριλέ, καθαρή, ελαφριά, ευάερη και ευήλια. Και γραμμένη στη μητρική της διεθνώς γλώσσα, τα αγγλικά.

Ετσι, για κάθε επεισόδιο «Φιλαράκια» πάνω από 600 συγγραφείς, τεχνικοί και σύμβουλοι στρώνανε τον κώλο τους για να βγει το τηλεοπτικό αντίστοιχο της αμερικανικής μπίρας. Ένα ελαφρύ σαπουνόνερο χωρίς γεύση ή δύναμη, αλλά με εθιστικές ικανότητες και τρελές πωλήσεις σε ένα γιγάντιο target group. Το πλέον ενδιαφέρον όμως γύρω από αυτή τη λαίλαπα επεισοδίων και τηλεθεάσεων είναι -τι άλλο;- το μυστικό συστατικό που κάνει τη συνταγή τόσο πετυχημένη.

Για τον Dom Caristi, καθηγητή Επικοινωνίας στο Ball State University, τα «Φιλαράκια» ήταν κάτι παραπάνω από σειρά. Πέτυχαν γιατί έδωσαν καινούργια πρότυπα σε μια ολόκληρη γενιά. «Μια εναλλακτική μορφή οικογένειας για τα 90's όπου οι φίλοι σου (όπως και αν ήταν) υποκαθιστούσαν την οικογένειά σου (που σπανίως ήταν πια ενιαία). Ήταν πάντα εκεί για σένα, σε πρόσεχαν, σε φρόντιζαν, σε στήριζαν. Για τα παιδιά ήταν οι αναπληρωτές θείοι τους. Μοιάζουν με τους γονείς τους αλλά δεν βρίζουν, δεν γερνάνε, δεν κουράζονται, ντύνονται καλύτερα από τον μπαμπά και τη μαμά, αν και συνήθως δεν έχουν δουλειά, έχουν πάπιες, κότες και πιθήκια για pets και παίζουν ποδοσφαιράκι. Για τους έφηβους είναι μια διαβεβαίωση πως το να αφήσεις την πατρική εστία δεν είναι τόσο δύσκολο και τρομερό, ακόμα και αν χρειαστεί να μοιραστείς τη στέγη σου με αρκετά "περίεργους" τύπους. Και τα περιστασιακά αστεία γύρω από το πορνό και η συνεχής ροή σεξουαλικών συντρόφων το κάνει ενδιαφέρον και στους μεγαλύτερους θεατές».

Ο Simon Heath, executive producer του Channel 4, λέει πως τα «Φιλαράκια» ήταν μια άποψη της ζωής πριν από τις ευθύνες. «Όπου μπορούσες να περάσεις τα είκοσι και κάτι χρόνια σου σε μια γλυκιά ομίχλη συγκατοίκησης με περιστασιακούς γκόμενους και γκόμενες και σε δουλειές που δεν έχουν και πολλή σημασία. Αντί να σκέφτονται "τι κάνω με τη ζωή μου;", έδειχναν πως αν είχες τους φίλους σου, όλα τα άλλα δεν έχουν και πολλή σημασία. Μπορείς απλώς να απολαύσεις το γεγονός πως δεν έχεις καριέρα, σχέση ή δικό σου σπίτι».

Η Αλίκη στη χώρα των φευγάτων

Όπου μπορείς να είσαι άνεργος ηθοποιός και μαζί με μια ημιάνεργη μασατζού και μια γκαρσόνα καφετέριας να ζείτε σε απίστευτα πολύχρωμα στιλάτα loft πίσω από την Ουάσιγκτον Σκουέαρ στο Μανχάταν, σε μία από τις πιο ακριβές γειτονιές της πιο ακριβής περιοχής του Μανχάταν. Cool και απόλυτα ρεαλιστικό; Ναι, και το Star Trek είναι ιστορική σειρά του BBC...
Ακριβώς απέναντι, στο Μπρούκλιν, ο Γιάννης, Ελληνας και πατέρας δύο αγοριών, μου το είχε αναλύσει απλούστατα. «Εκατσα μια μέρα να το δω... γιατί κολλάνε τα παιδιά με αυτό τέλος πάντων και... κόλλησα! Είναι έξι εντελώς ηλίθιοι τύποι που ζούνε, πέντε στάσεις του μετρό πιο πέρα, μια απολύτως υπέροχη ζωή!». Τι πιο πιασάρικο σαν ιδέα;
Οι χαρακτήρες -εκτός από ηλίθιοι- είναι φορτωμένοι κόμπλεξ και εξωπραγματικοί σαν καρτούν -μόνο που αντί για πιάνα πετάνε ο ένας στον άλλο υπέροχες ατάκες- και η πλοκή κάνει τον Παπακαλιάτη να μοιάζει ντοκιμαντεράς που γυρνάει για το Φεστιβάλ Δράμας. Και τι πειράζει; Αλλωστε σε μια κουλτούρα όπου ο μέσος αμόρφωτος πιστεύει πως μπορεί να «γίνει» με τη ραπ και το μπάσκετ (ή τα ελαφροσκυλάδικα και την μπάλα, για να μην ξεχνιόμαστε), τι πιο ευχάριστο από μια υποσυνείδητη τηλεϋπόσχεση ότι όσο βλάκας και αν είσαι θα ευτυχήσεις, φτάνει να βρεις κι άλλους σαν και σένα; «Cool Dude, τώρα ας ζητήσουμε από τους παραγωγούς ένα εκατομμύριο το επεισόδιο ο καθένας μας!»

*   *   *

Συναυλιακή εμπειρία

Το ασφυκτικά γεμάτο «Ρόδον» γνώρισε ανεπανάληπτες στιγμές την προηγούμενη Παρασκευή και Σάββατο με τους Faithless, που όμοιές της λίγες φορές έχει ζήσει κατά το παρελθόν.

Οι Faithless εν δράσει

Είναι γνωστό πως οι ζωντανές εμφανίσεις του γκρουπ αποτελούν μια αληθινή συναυλιακή εμπειρία, έστω κι έτσι όμως, αυτά που συνέβησαν προχθές στο club της οδού Μάρνη ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Ήταν από τις ελάχιστες φορές στην ιστορία του χώρου που χόρευαν ακόμη και όσοι στέκονταν στον προθάλαμο. Υψωμένα χέρια παντού και το ροκ κοινό της πόλης βρέθηκε να κινείται σε αμιγώς dance ρυθμούς, δίπλα σε όμορφα νεαρά κορίτσια με διαφορετική μουσική ανατροφή.
Ίσως και το τραγούδι των Faithless «We Come 1» (Γινόμαστε ένα), που έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο τη βραδιά, να εξηγεί επακριβώς αυτήν την εκ πρώτης όψεως ετερόκλητη, αλλά όπως αποδείχθηκε τόσο ταιριαστή συνύπαρξη.
Ένα μεγάλο μέρος του σετ στηρίχθηκε στα καινούργια κομμάτια του συγκροτήματος, κομμάτια χορευτικά ως επί το πλείστον, αλλά με μια ροκ αισθητική να τα χαρακτηρίζει. Στα πλήκτρα, η εξαιρετική Sister Bliss παρουσίαζε με άκρως θεατρικό τρόπο τις συνθέσεις της, ενώ ο ηγέτης και τραγουδιστής τους, Maxi Jazz, ψηλός κι επιβλητικός, αποτελούσε όπως πάντα το σήμα κατατεθέν του βρετανικού συγκροτήματος.
Η Αθήνα αποτέλεσε γι' ακόμη μία φορά τον πρώτο σταθμό που επέλεξαν οι Faithless για να ξεκινήσουν την περιοδεία τους. Τα ιδρωμένα και γεμάτα έξαψη πρόσωπα των θεατών που εξέρχονταν από το «Ρόδον» (υπό τα έκπληκτα βλέμματα των περαστικών οδηγών στο δρόμο), πιθανόν και να εξηγούν κατά κάποιο τρόπο την ιδιαίτερη αυτή προτίμησή τους για τη χώρα μας.

*   *   *  

Έντεκα δημιουργοί -όλοι τους μετανάστες- καταθέτουν την εμπειρία τους σε κοινή έκθεση, στην Θεσσαλονίκη

Πατρίδα τους η τέχνη

Ένα λουλούδι από μια μακρινή χώρα δωρίζεται στον επισκέπτη μιας εικαστικής έκθεσης στην Ελλάδα. Εκείνος πρέπει να υπογράψει συμφωνία ότι θα φροντίσει το λουλούδι, ώστε αυτό να μπορέσει να αναπτυχθεί και να ζήσει στο ξένο γι' αυτό περιβάλλον.


Μία φανταστική χώρα «στήνεται» μέσα στο μουσείο. Ο επισκέπτης του έργου πρέπει να απευθυνθεί στην πρεσβεία. Αυτό το ουτοπικό κράτος έχει εκδώσει ακόμη και γραμματόσημα, που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για την αλληλογραφία του.
Είναι δύο μόνο από τα έντεκα πρότζεκτ της έκθεσης «Όπου Τόπος» («Any Place Any»), που διοργανώνει το Γραφείο Θεσσαλονίκης του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, από το προηγούμενο Σάββατο ως τις 27 Ιουνίου, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΜΜΣΤ).
Επιμελητής δεν υπάρχει. Η έκθεση είναι κάτι σαν καλλιτεχνικό εργαστήριο. Οι καλλιτέχνες δούλεψαν μόνοι τους. Προέρχονται από την Ελλάδα, τη Ν. Αφρική, την Κίνα, την Ολλανδία, τη Ρωσία, τη Σλοβενία, τη Γερμανία κ.ά. Ζουν όμως και εργάζονται εδώ και χρόνια σε άλλες χώρες και πόλεις όπως το Βερολίνο, η Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Άμστερνταμ, η Κολωνία. Κοινό τους σημείο: Είναι όλοι μετανάστες. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες προσκάλεσαν ο ένας τον άλλο να συμμετάσχουν και οι ίδιοι επιλέγουν το έργο που θα παρουσιάσουν. Πολλά έργα είναι πρωτότυπα και δημιουργήθηκαν για τη συγκεκριμένη έκθεση. Πρόκειται για έργα ζωγραφικά, βίντεο, παρεμβάσεις σε δημόσιους χώρους και interactive εγκαταστάσεις.
Οι καλλιτέχνες διαπραγματεύονται το θέμα της μετανάστευσης και μετακίνησης με τον τρόπο ζωής τους, το έργο τους ή την καταγωγή τους. Είτε κυριολεκτικά, αφήνοντας τη χώρα τους, είτε μεταφορικά, δημιουργώντας με το έργο τους έναν ουτοπικό χώρο, μη γεωγραφικό. Δεν μένουν μόνο στο επίπεδο του οικονομικού, ούτε του πολιτικού μετανάστη. «Παίζουν» με τους χάρτες, με γλάστρες και φυτά, που δεν ανήκουν στην ελληνική χλωρίδα. Επικεντρώνονται στην ανταλλαγή κουλτούρας, ιδεών, εμπειριών και πολιτισμού.
Συμμετέχουν οι Candice Breitz, Isabelle Cornaro, Χριστίνα Δημητριάδη, Ingo Gunther, IRWIN, Τζένη Μαρκέτου, Λίλα Πολενάκη, Jan Rothuizen, Vitamin Creative Space (Chen Shaoxiong, Chu Yun, Hong Hao, Kan Xuan, Song Dong, Zheng Guogu, Liu Chuang, Hu Fang, Zhang Wei), Ευανθία Τσαντίλα, Vadim Zakharov.
Στη διάρκεια της έκθεσης θα διοργανωθεί συζήτηση με θέμα «Βαλκανικές πραγματικότητες και ο ρόλος του επιμελητή», κατά την οποία ειδικοί στον τομέα των εκθέσεων βαλκανικής τέχνης θα συζητήσουν για το ρόλο των επιμελητών σ' αυτές, καθώς και για τις ιδέες και προοπτικές της τέχνης στη ΝΑ Ευρώπη.


ΙΩΑΝΝΑ

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 
 


Έναρξη Μάιος 2002

 Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  W.D.G

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 27/05/2004