|
Νέα
από τον Κόσμο της Τέχνης
Το σύμπαν των κινουμένων
σχεδίων
Ποντίκια, λαγοί,
τρυποκάρυδοι, έντομα: το σύμπαν
των κινουμένων σχεδίων έχει
αποδείξει εδώ και δεκαετίες ότι
είναι σε θέση να δημιουργήσει
ενδιαφέροντες χαρακτήρες από
τα πιο παράδοξα όντα του ζωικού
βασιλείου.
|
Ο
Μπομπ Σφουγγαράκης με τον
φίλο του τον αστερία Πάτρικ,
υπό τις... σκηνοθετικές
οδηγίες του Στίβεν
Χίλενμπεργκ.
|
Κανείς όμως, δεν περίμενε
ότι ο δημοφιλέστερος ήρωας
κινουμένων σχεδίων στην αυγή
του 21ου αιώνα θα ήταν μια τόσο
πρωτόγονη μορφή ζωής, όπως ένα
σφουγγάρι.
Ο Μπομπ Σφουγγαράκης, όπως
είναι το ελληνικό όνομα του
Spongebob Squarepants, είναι ο ταχύτερα
ανερχόμενος ήρωας στην
αμερικανική ποπ κουλτούρα,
πρωταγωνιστής μιας σειράς
κινουμένων σχεδίων που
ενθουσιάζει τα παιδιά, αλλά και
διεκδικεί στην καρδιά των
μεγάλων μια θέση που μέχρι
πρότινος κατείχαν οι Simpsons.
Ο Μπομπ είναι ένα καλόκαρδο
σφουγγάρι που ζει με το
κατοικίδιο σαλιγκάρι του σε
έναν ανανά στο βυθό του Μπικίνι,
στον Ειρηνικό Ωκεανό, και
εργάζεται με κέφι και
ευσυνειδησία ως ψήστης στο φαστ
φουντ του φιλοχρήματου κυρίου
Καβούρη και περνά τον ελεύθερο
χρόνο του παρέα με τον Πάτρικ,
έναν μάλλον όχι και τόσο έξυπνο
αστερία. Δημιούργημα του 43χρονου
Στίβεν Χίλενμπεργκ (που πριν
ασχοληθεί με τα κινούμενα
σχέδια είχε μελετήσει θαλάσσια
βιολογία, επηρεασμένος από τα
ντοκιμαντέρ του Ζακ Κουστό), ο
Μπομπ βγήκε στον αέρα του
συνδρομητικού καλωδιακού
παιδικού καναλιού Nickelodeon (μέρος
της αυτοκρατορίας της Viacom, που
περιλαμβάνει την
κινηματογραφική Paramount και
δεκάδες MTV ανά τον κόσμο), και
κατάφερε να γίνει η πιο
δημοφιλής σειρά κινουμένων
σχεδίων στην ιστορία της
αμερικανικής τηλεόρασης, με
εκατομμύρια πιστούς θεατές.
Διάσημοι
ηθοποιοί, φανατικοί θαυμαστές
Σ' αυτούς περιλαμβάνονται ο
Τζέρι Λιούις, ο Μπρους Γουίλις,
ο Τόνι Μπένετ, η Σιγκούρνι
Γουίβερ, ο Τζακ Μπλακ, ο Γουιλ
Φερέλ, ο Λανς Μπας (των Ν' Synch), ο
Λαξ Ιντίριορ (των Cramps), που
τραγούδησε σε κάποιο επεισόδιο
της σειράς και οι Violent Femmes. Τον
Νοέμβριο, προβλήθηκε στην
Αμερική και η ταινία μεγάλου
μήκους (στην Ελλάδα θα
κυκλοφορήσει μόνο σε DVD), στο
soundtrack της οποίας ακούγονται νέα
τραγούδια από συγκροτήματα του
βεληνεκούς των Flaming Lips, Wilco, Motorhead
και των Shins - ενώ η Αβριλ Λαβίν
τραγουδά το τραγούδι των τίτλων.
Τι είναι αυτό που κάνει ένα
τετράγωνο σφουγγαράκι (το
σχέδιο παραπέμει εσκεμμένα σε
σφουγγάρι κουζίνας), με μεγάλα
αθώα μάτια και μόνιμο χαμόγελο
τόσο αγαπητό σε ένα μάλλον
εναλλακτικό κοινό - κι
επιτρέπει στον Γουέιν Κόιν των
Flaming Lips να παρομοιάζει τη σειρά
με το «Yellow Submarine» των Beatles;
Πιθανότατα πρόκειται γι' αυτήν
την καθαρότητα της σκέψης, την
παιδική συναισθηματική
απλότητα, που συγκινεί ένα
κοινό το οποίο δεν είναι
καθόλου αθώο, που έχει
κουραστεί από τον περιρρέοντα
κυνισμό της μαζικής κουλτούρας.
Ο Μπομπ είναι το αντίδοτο σ'
αυτόν τον κυνισμό, στο
διακειμενικό, μεταμοντέρνο
σαρκαστικό χιούμορ που
κυριαρχεί ακόμα και σε καρτούν
όπως οι «Απίθανοι», ή ο «Νέμο».
Ο Μπομπ είναι ο Φόρεστ Γκαμπ των
κινουμένων σχεδίων: ένας
ενήλικας -εργάζεται, επιλέγει
τους φίλους του, τρώει ό,τι
θέλει και κοιμάται όποτε θέλει-
ο οποίος αντιμετωπίζει τον
μικρόκοσμο που τον περιβάλλει
με αφοπλιστική παιδική αφέλεια.
Ο έξω κόσμος είναι κάτι πολύ
μακρινό και αλλόκοτο - όπως
είναι ο κόσμος των ενηλίκων για
τα παιδιά, που ταυτίζονται με
τον Μπομπ.
Αυτή η ταύτιση έχει προκαλέσει
κύματα αγανάκτησης στη
συντηρητική Αμερική: όχι μόνο
γιατί η σειρά δεν είναι
ιδιαίτερα εκπαιδευτική -η ίδια
η έννοια της εκπαιδευτικής
τηλεόρασης έχει παρουσιαστεί
ως τιμωρία ανάλογη με το
βασανιστήριο της επίσκεψης στο
γιατρό («Σε βάζουν σε μια
αίθουσα αναμονής και σου δίνουν
παλιά περιοδικά! Φρίκη!»)- αλλά
γιατί ο Μπομπ έκανε το λάθος να
εμφανιστεί στο βιντεοκλίπ της
οργάνωσης «We Are Family», που
διδάσκει στα παιδιά την
ανεκτικότητα στο πλαίσιο μιας
πολυπολιτισμικής κοινωνίας.
Τραγουδώντας το «We are family» (την
κλασική ντίσκο επιτυχία των Sister
Sledge), μαζί με άλλους παιδικούς
ήρωες όπως τα Μάπετ, ο Γουίνι ή ο
Μπομπ ο Μάστορας, ο
Σφουγγαράκης έπεσε στο
στόχαστρο της συντηρητικής
παραθρησκευτικής οργάνωσης «Focus
on Family», η οποία (όπως δηλώνει το
όνομά της) εστιάζει στις αξίες
της οικογένειας (αλλά και της
πατρίδας και της θρησκείας),
αξίες που απειλούνται από έναν
ήρωα που «προπαγανδίζει την
ομοφυλοφιλία στα μικρά παιδιά».
Ισως να είναι η ντίσκο που
γέννησε τον συνειρμό ή το
μήνυμα της
πολυπολιτισμικότητας, η
αλήθεια όμως είναι ότι ο Μπομπ
δεν είναι ο πιο αρρενωπός ήρωας
κινουμένων σχεδίων που έχει
υπάρξει. Και μπορεί η βιολογία
να διδάσκει ότι τα πορίφερα
είναι ερμαφρόδιτα και μπορούν
να παίξουν οποιονδήποτε ρόλο
στη διαδικασία της
αναπαραγωγής, αλλά μάλλον δεν
έχουν αυτό στο μυαλό τους οι
πολέμιοι του Σφουγγαράκη.
Η αλήθεια είναι ότι η
σεξουαλική ταυτότητα του Μπομπ
είναι αμφιλεγόμενη, ειδικά αν
κρίνει κανείς από το επεισόδιο
όπου με τον φίλο του τον Πάτρικ
αναλαμβάνουν από κοινού την
ανατροφή ενός στρειδιού, ζώντας
ως μια μικρή οικογένεια.
Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να
πει ότι, όπως στα περισσότερα
καρτούν, έτσι και σ' αυτό, το
θηλυκό στοιχείο είναι
περιθωριοποιημένο. Η μοναδική
θηλυκή παρουσία -εκτός από τις
μαμάδες και τις γιαγιάδες που
εμφανίζονται κατά καιρούς-
είναι η Σάντι, ένας θηλυκός
σκίουρος που επιλέγει μεν να
ζει στο βυθό αλλά σε ένα θόλο,
ώστε να αναπνέει αέρα. Είναι
σαφές: το άλλο φύλο είναι ένα
τελείως διαφορετικό είδος ζωής.
Από την άλλη, στην ταινία,
εμφανίζεται η Μίντι, μια μικρή
γοργόνα με γυαλιά -και τη βαθιά
φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον- η
οποία αναλαμβάνει να κάνει τον
Μπομπ και τον Πάτρικ άντρες,
κυριολεκτικά: με μουστάκια από
φύκια, χάρη στα «μαγικά» της, οι
δυο φίλοι τραγουδούν «τώρα που
είμαστε άντρες, έχουμε τρίχες
στο πρόσωπο»!
Οι θεματοφύλακες των ελληνικών
οικογενειακών αξιών μπορούν να
αρχίσουν να ανησυχούν: ο Μπομπ
έχει αρχίσει αθόρυβα να κατακτά
τις καρδιές και εκείνων των
ελληνόπαιδων που συντονίζονται
καθημερινά (στις 8 μ.μ.) με τη
συχνότητα του TV Cosmopolis (πρώην Polis)
για να παρακολουθήσουν (σε μια
εμπνευσμένη μεταγλώττιση) τα
όχι και τόσο ηθικοπλαστικά -αλλά
απολαυστικά-διδάγματα του
μικρού αισιόδοξου Σφουγγαράκη.
Τα καρτούν τραγουδούν τζαζ
Κινούμενα σχέδια δεν
κάνει μόνο η Ντίσνεϊ και η Dreamworks.
Στην Ευρώπη τα κινούμενα σχέδια
έχουν όνομα.
|
|
Και όχι αυτό κάποιου
απρόσωπου στούντιο. Ο
σημαντικότερος ευρωπαίος
καρτουνίστας, ο λεγόμενος «γερο-μάστορας»
του ευρωπαϊκού κινουμένου
σχεδίου, είναι Δανός, λέγεται
Γιάνικ Χάστρουπ και ως πρώην
τρομπετίστας της τζαζ ενίοτε
βάζει τους ήρωες των κινουμένων
σχεδίων του να τραγουδούν: ας
πούμε, μια χοντρή και
επικίνδυνη γάτα του έχει την
φωνή της Ελα Φίτζεραλντ και ένα
πουλί τη βραχνή φωνή του Λούις
Αρμστρονγκ!
Αυτές τις μέρες είναι στην
Ελλάδα, προσκεκλημένος του
σκηνοθέτη Δημήτρη Σπύρου («Ο
Ψύλλος»), του παιδικού
κινηματογράφου «Φιλίπ» των
εκδόσεων Πατάκη και του ΕΚΕΒΙ.
Αφορμή η παγκόσμια ημέρα
παιδικού βιβλίου και τα 200
χρόνια από τη γέννηση του
Αντερσεν. Καλή ευκαιρία για να
δούμε, για πρώτη φορά στην
Ελλάδα, το τελευταίο έργο του
Χάστρουπ «Ο Χανς Κρίστιαν
Αντερσεν και η μεγάλη σκιά», με
ήρωα έναν άνθρωπο που
ελευθερώνει τη σκιά του, αλλά
και την τελευταία ταινία του,
που προβλήθηκε στο Βερολίνο: το
«Σιρκλίν, ταξιδιάρικα ποντίκια».
(Και οι δύο θα προβληθούν σήμερα
το απόγευμα στο «Φιλίπ»). Κέντρο
των εκδηλώσεων το «Φιλίπ», αλλά
και πολιτιστικοί χώροι σε
Αλεξανδρούπολη, Ηράκλειο, Πύργο
και Ρόδο, που αυτό το διήμερο
υπόσχονται εργαστήρια
κινουμένου σχεδίου, παιχνίδια
για παιδιά, ομιλίες συγγραφέων,
εκθέσεις βιβλίων και
εικονογράφησης και βέβαια
κινηματογραφικές πρεμιέρες
όπως αυτή της νέας δανέζικης
παραγωγής «Ο νεαρός Αντερσεν»
του Ρούμλε Χάμεριχ.
Αν και από το 1976 στην παραγωγή
ποιοτικών κινουμένων σχεδίων, ο
Χάστρουπ, δημιουργός του
δημοφιλέστατου «Αγοριού που
ήθελε να γίνει αρκούδα», δεν
φοβάται να πειραματιστεί με το
computer animation. «Πολλοί συνάδελφοι
φοβούνται σήμερα τη νέα
τεχνολογία», μας είπε. «Όπως
ακριβώς παλιά οι μουσικοί
φοβούνταν πως η ηλεκτρονική
μουσική θα τους αφήσει άνεργους.
Πρέπει όμως να καταλάβουμε πως
το σημαντικό είναι το τι λες και
όχι το εργαλείο με το οποίο το
λες».
Ο ίδιος άλλωστε σε μια από τις
γνωστότερες και παλιότερες
ταινίες του, το «Βιβλίο της
ιστορίας», κάνει κινούμενα
σχέδια όλη την ιστορία της
ανθρωπότητας με αναφορές ακόμα
και στον καπιταλισμό, τη
σοσιαλιστική επανάσταση και
την πάλη των τάξεων! Η ταινία
έγινε αντικείμενο διδασκαλίας
στα σχολεία πλήθους χωρών.
Πάντως, παραδέχεται πως ο ίδιος
σχεδόν ποτέ δεν βλέπει καρτούν
εξ Αμερικής. «Εχω
σημαντικότερα πράγματα να κάνω:
όπως να δω Μάικ Λι και Κεν
Λόουτς», λέει χαμογελώντας. «Τα προτιμώ από τα κακά κινούμενα
σχέδια».
Βρίσκει ωστόσο ενδιαφέρουσες
τις νέες τεχνικές, όπως αυτή που
εφαρμόστηκε στο «Polar Express» και
δημουργεί κινούμενα σχέδια
βασισμένα σε οικείες μορφές
ηθοποιών: «Γιατί
όχι; Είναι ζήτημα χρόνου να
δούμε τη Μονρόε με τον Μπόγκαρτ
και τον Τσάπλιν να
ξαναζωντανεύουν...».
Αν και μικρή χώρα, η Δανία,
έχει παράδοση στα καρτούν. «Ελλείψει χρημάτων, όμως, στέλνουμε τις
ταινίες μας στην Κίνα και τη
Νότια Κορέα για να μας κάνουν το
animation».
Έχει αλλάξει κάτι, αλήθεια,
στα κινούμενα σχέδια τα
τελευταία χρόνια;
«Μα τα
παιδιά δεν βλέπουν πια παιδικές
ταινίες», λέει. «Με το που θα
φτάσουν τα 9, ιδιαίτερα τα
αγόρια, σνομπάρουν τις ταινίες
και τα κινούμενα σχέδια για την
ηλικία τους και βλέπουν Τζέιμς
Μποντ, ή άλλες βίαιες βλακείες
για ενηλίκους. Πάρτε και την
παιδική Eurovision: τα παιδιά εκεί
είναι σαν μικρομέγαλα. Είναι
θλιβερό, αλλά σήμερα η παιδική
ηλικία στην ουσία διαρκεί
ελάχιστα. Σαν να ωθούν
ασυνείδητα οι μεγάλοι τα παιδιά
να ενηλικιωθούν το συντομότερο...».
Στην ομίχλη του καπνού
Αρχές της δεκαετίας του '50,
σε μια φτωχή, ερημωμένη
αθηναϊκή συνοικία. Η Ιφιγένεια,
μια ξεπεσμένη μοιραία γυναίκα,
τελεί σε κατάσταση απόλυτης
ένδειας.
|
Ο
Ανδρέας Στάικος με τέσσερις
νέες ηθοποιούς: Λεμονιά
Γιανναρίδου, Χρύσα
Ζαφειριάδου, Μαρίνα
Πολυμέρη και Φωτεινή
Τιμοθέου.
|
Όμως, το μοναδικό αγαθό
που αναζητά μέσα στην απόλυτη
στέρηση είναι το τσιγάρο. Χωρίς
να καπνίζει δεν μπορεί να κάνει
απολύτως τίποτα: δεν τρώει, δεν
πίνει, δεν σκέφτεται, δεν ζει. Το
τσιγάρο αποτελεί την υλική και
την πνευματική της υπόσταση...
«Καπνοκράτωρ», το τελευταίο
έργο του Ανδρέα Στάικου που
σκηνοθετεί ο ίδιος στο θέατρο «Εμπρός».
Μια μαύρη κωμωδία-πραγματεία «στο
μεγαλείο και την αθλιότητα της
ουτοπίας».
Η Ιφιγένεια είναι ο «καπνιστής
εκτάκτου ανάγκης», Το πάθος της
χωρίς όρια. Απελπισμένη γράφει
στην παλιά φίλη Λέλα. Την
προσκαλεί, κατεπειγόντως,
προφασιζόμενη ζήτημα ζωής και
θανάτου. Στην πραγματικότητα το
μόνο που λαχταρά είναι τα
τσιγάρα της Λέλας... Η αγωνιώδης
επιστολή πέφτει σε λάθος χέρια.
Δυο άγνωστές της γυναίκες την
επισκέπτονται, κι όσο εκείνες...
συγγενεύουν με τον καπνό,
γίνονται εν δυνάμει «Λέλες».
Η Ιφιγένεια, πέρα από το μύθο
της εξάρτησης, κουβαλάει και
τον απόηχο του μύθου της πρώην
πόρνης πολυτελείας. Γοητεύει
τους ανθρώπους μέσω άδηλων
υποσχέσεων. Οταν η πραγματική
Λέλα καταφθάνει, έμπλεη καπνού,
οι δύο φίλες βρίσκουν το
βηματισμό που έχασαν πριν από
πέντε χρόνια. Ο άντρας, μεγάλος
απών από την παράσταση αλλά
πάντα παρών στη ζωή τους, «εμφανίζεται»
πνιγμένος σε κούτες τσιγάρων...
Ο «Καπνοκράτωρ», ταγματάρχης
στην εποχή του Εμφυλίου,
λιποτάκτησε από τον Εθνικό
Στρατό. Πέρασε στο πάνθεον των
ηρώων -ως εκτελεσμένος από τους
κομμουνιστές- ενώ χαίρει άκρας
υγείας, προστάτης γυναικών και
μέγας λαθρέμπορος τσιγάρων,
έχοντας κατακλέψει τεράστιες
ποσότητες καπνού, με την αρωγή
των Αγγλων στον ελληνικό στρατό.
Το τσιγάρο, ευτελές, ομιχλώδες,
με βίο βραχύτατο, είναι το
πρόσχημα μιας ιστορίας. Το
εφήμερο της φύσης του απαιτεί
την εκ νέου αντικατάστασή του
στα δάκτυλα του καπνιστή. Όπως
οι ηρωίδες διερευνούν την έξοδο
από εαυτούς, σ' ένα αίτημα τόσο
ομιχλώδες όσο και ο καπνός...
Η μοιραία Ιφιγένεια αποτελεί
την αιώνια παραλλαγή των
ηρωίδων του Ανδρέα Στάικου,
σύμβολο όλων των έργων του. Ενα
γυναικείο μοντέλο που τον
στοιχειώνει απ' τα νεανικά του
χρόνια. Από την πρώτη του «Κλυταιμνήστρα»
μέχρι τις τελευταίες «Ακόλαστες
εσπερίδες».
Ο «Καπνοκράτωρ» είναι
γραμμένος στο γνωστό ύφος του
Ανδρέα Στάικου: γλώσσα έντεχνη
αλλά ζαβολιάρικη, με εσωτερικό
μέτρο και ένθετες «απομιμήσεις»
της εποχής του '50. Σαν
παρτιτούρα μουσικής, που αν
λείψει μια συλλαβή, η φράση
καταρρέει. Το σκηνικό (και τα
κοστούμια) της Ιουλίας Σταυρίδη,
ασφυκτικό σαν παγίδα, θολό απ'
τους καπνούς και τις ανάγκες.
Τέσσερις ηθοποιοί (Λεμονιά
Γιανναρίδου, Χρύσα Ζαφειριάδου,
Μαρίνα Πολυμέρη, Φωτεινή
Τιμοθέου) στα πρώτα τους βήματα,
είναι η «κληρονομιά» του
συγγραφέα από ένα θεατρικό
σεμινάριο δραματικής γραφής
που έκανε στη Σχολή της Αννας
Μακράκη. Από κείνη την εργασία
προέκυψαν ιδέες, κείμενα που
εκτίμησε ότι θα μπορούσαν να
συνεχιστούν σ' ένα παραστάσιμο
έργο. Ενα έργο που χτίστηκε με
γράψιμο και πρόβα παράλληλα.
«Δεν θα
μπορούσα να το φανταστώ με
άλλες γυναίκες», λέει ο
συγγραφέας. «Στο
βλέμμα, στο σώμα, στο
πλεονέκτημα ή μειονέκτημά τους
έβλεπα τις ηρωίδες. Ηταν οι
άμεσες εμπνεύστριες του "Καπνοκράτορα".
«Οι δύο κάπνιζαν ήδη και οι
άλλες δύο εθίστηκαν στην "επιδημία"
των προβών... "Καπνοκράτωρ"
είναι η θεατρική μεταφορά και η
μεταμόρφωση του παντοκράτορα,
του αιωνίως απόντος και
πανταχού παρόντος, του διανομέα
της ουτοπίας και της
ψευδαίσθησης. Οι μεγάλες και
μικρές στιγμές, εκείνες που για
χάρη τους ο βίος παύει να είναι
αβίωτος, που γίνεται μέχρι και
ωραίος, επικεντρώνεται έμμονα
στα παλλόμενα χείλη μιας
γυναίκας που πιπιλίζουν ένα
τσιγάρο μέχρι αυτό να γίνει
στάχτη. Τέλος τέλος, η μανιώδης
προσδοκία του τέλους συνιστά τη
φιλοσοφία του έργου».
Η μαύρη γοητεία των Raveonettes
«Ο τίτλος "Pretty In Black"
περιγράφει με σαφήνεια το νέο
άλμπουμ. Ηχοι από το
αμερικάνικο ροκ εν ρολ της
δεκαετίας του '50, η κληρονομιά
των Velvet Underground, η σαγηνευτική
ποπ του '60, ένα μίγμα χαρούμενο
και γοητευτικό. Επιφανειακά,
όμως, γιατί οι στίχοι των
τραγουδιών μιλούν για ζοφερές
ιστορίες για ερωτικά πάθη,
απώλειες και θανάτους». Ο Σουν
Ρόουζ Βάγκνερ, τραγουδιστής και
κιθαρίστας των Raveonettes, μιλά
τηλεφωνικά στην «Ε» για τη νέα
τους δουλειά. Αυτή θα
παρουσιάσουν ζωντανά στις
συναυλίες τους, σήμερα στην
Αθήνα και αύριο στη Θεσσαλονίκη.
|
|
Οι Raveonettes, ο Σουν Βάγκνερ
και η Σαρίν Φου με ένα όνομα που
πήραν από το τραγούδι «Rave On» του
Μπαντι Χόλι, εισέβαλαν από την
Δανία στη ροκ εν ρολ σκηνή τρία
χρονια πριν, με το θορυβώδες
ντεμπούτο τους, «The Chaingang Of Love».
Ενα άλμπουμ όπου το ροκαμπίλι
ανακατευόταν με την ποπ του '60
και τις παραμορφώσεις της
κιθάρας και μια εικόνα της
μπάντας που έμοιαζε να ξεπήδησε
από τις μπι μούβις για την
ατίθαση νεολαία των τεντιμπόις.
«Ηταν όλα όσα άκουγα στην
εφηβεία μου» λέει ο Σουν, «παλιομοδίτικα
απλά και σύντομα τραγούδια με
ψυχή. Δεν άκουγα ούτε εμπορική
ποπ ούτε πανκ και νιου γουέιβ.
Ετσι πήρα όσα αγαπούσα και τα
παίζω με μια σύγχρονη
ενορχήστρωση». Γι' αυτό και δεν
θεωρεί τους Raveonettes μια μπάντα
που αναβιώνει το γκαράζ. «Μπορεί
ο σκληρός ήχος της κιθάρας να
θυμίζει το '60, αλλά θεωρούμε
τους εαυτούς μας σύγχρονη
μπάντα. Παίζουμε με υπολογιστές,
χρησιμοποιούμε σέιμπλς,
πειραματιζόμαστε με
ηλεκτρονικούς ήχους,
επηρεαζόμαστε από το παρελθόν,
αλλά δεν μιμούμαστε κανέναν».
Το νέο άλμπουμ, που θα
κυκλοφορήσει αρχές Μαΐου, είναι
ακόμα πιο πολυεπίπεδο από το
πρώτο τους. Σ' αυτό συμβάλλουν
και οι συμμετοχές θρυλικών
μουσικών της ροκ σκηνής, όπως
της Μο Τάκερ της ντράμερ των Velvet
Underground, του Μάρτιν Ρεβ των Suicide
και της Ρόνι Σπέκτορ,
τραγουδίστριας των Ronettes. «Ηταν
ένα είδος φόρου τιμής στους
ανθρώπους που μας επηρέασαν στο
παρελθόν», εξηγεί ο Σουν για τη
συνεργασία. Ενώ οι στίχοι των
τραγουδιών αναφέρονται στη
σκοτεινή πλευρά του έρωτα. «Είναι
από τα ελάχιστα πράγματα που με
εμπνέουν», λέει ο Σουν «από τις
πόρνες που συναντάω στα
πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης
μέχρι τις ιστορίες που μπορεί
να σου διηγηθούν άγνωστοι σε
ένα μπαρ». Αν στα άλμπουμ τους
είναι επινοητικοί, στις
συναυλίες τους είναι
καταιγιστικοί. «Ο ήχος στις
ζωντανές εμφανίσεις μας
μεταμορφώνεται», υποστηρίζει ο
Σουν, «έχουμε μια πλήρη μπάντα
στη σκηνή και παίζουμε έναν ωμό
αφτιασίδωτο ήχο,
παραμορφώνοντας τα τραγούδια
μας, φτάνοντας τα στα άκρα».
* Οι Raveonettes παίξαν την Παρασκευή
στο Gagarin 205 και το Σάββατο στο Vilka
Live Stage στη Θεσσαλονίκη. Στην
Αθήνα τη συναυλία ανοίγουν οι
Stereo Shortcuts. Εναρξη 21.30 - είσοδος 30
ευρώ.
«Λυσιστράτη» με
Μόργκεστερν
Με τη σημαντική Ρουμάνα
ηθοποιό Μάγια Μόργκεστερν και
σε σκηνοθεσία Μιχάλη
Κακογιάννη ανεβαίνει υπό τη
μορφή καμπαρέ στο Μέγαρο
Μουσικής Αθηνών, στις 21, 22 και 23
Απριλίου, η αριστοφανική «Λυσιστράτη».
|
Μιχάλης
Κακογιάννης
|
Το ενδιαφέρον στοιχείο σε
τούτη τη συμπραγωγή του Μεγάρου
Μουσικής Αθηνών με το Ελληνικό
Φεστιβάλ και την Εταιρεία «Αλεκτον»
είναι ότι η Ρουμάνα
πρωταγωνίστρια θα υποδυθεί
όλους τους γυναικείους ρόλους,
ενώ ο πολυβραβευμένος
συμπατριώτης της Βλαντιμίρ
Ιβάνοφ θα ερμηνεύσει,
αντίστοιχα, τους ανδρικούς.
Η σχέση του Μιχάλη Κακογιάννη
με την αριστοφανική «Λυσιστράτη»
μετρά βεβαίως περισσότερα από 30
χρόνια, όταν στη Νέα Υόρκη, με
την αλησμόνητη Μελίνα Μερκούρη
την παρουσίασε σε μια μεγάλη
παραγωγή στο Μπροντγουέι, το 1972,
με τις μουσικές του Πίτερ Λινκ.
Με την ίδια άλλωστε μουσική
ανεβαίνει και τώρα στις τρεις
παραστάσεις του Μεγάρου. Η
γλώσσα είναι τα αγγλικά, σε
διασκευή και μετάφραση των
κειμένων και των στίχων από τον
Κακογιάννη. Τα σκηνικά και τα
κοστούμια θα είναι του Γιάννη
Μετζικώφ, οι φωτισμοί της
Ελευθερίας Ντεκώ, τα τεχνικά
εφέ και το βίντεο του Γιάννη
Μαστόρη. Τη μουσική επιμελείται
ο Αλκης Κόλλιας που παίζει και
πιάνο. Συμπράττουν ακόμη η
Ειρήνη Καραγιάννη (τραγούδι)
και ο Νίκος Τουλιάτος (κρουστά).
Τις φωνές τους δανείζουν οι:
Σοφία Νοητή, Ιωάννα Βρακατσέλη,
Λουκία Παλαιολόγου, Αγάπη
Παπαμήτσου και Ειρήνη
Κωνσταντινίδη.
ΙΩΑΝΝΑ
|