|
Η Ρένα Βλαχοπούλου «έφυγε»
για πάντα!
Η Ρένα Βλαχοπούλου, που «έφυγε»
για πάντα από κοντά μας, είχε
την ιερή τρελάδα της Επτανήσιας,
την οποία δεν αποχωρίστηκε ποτέ
(η ακριβής ηλικία της δεν είναι
γνωστή. Σε συνεντεύξεις της
ίδιας και σε βιογραφικά της,
κυμαίνεται από 79 έως 87 ετών).
Είχε εισαχθεί στις 16 Ιουλίου
στην εντατική μονάδα του
Ιατρικού Κέντρου Αθηνών και
είχε υποβληθεί σε χειρουργική
επέμβαση στο στομάχι. Τα
τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε
σοβαρά προβλήματα υγείας λόγω
σακχάρου.
|
|
Όταν κάποτε
γραφτεί η ιστορία των
αισθημάτων μέσα από τη
γεωγραφία, ίσως η Κερκυραία
Ρένα Βλαχοπούλου αποτελέσει το
αρχέτυπο, λόγω καταγωγής, του
κωμικού. Επένδυσε κυρίως στον
αυθορμητισμό της που ήταν
ταλέντο ζωής το οποίο, όπως
ανέπνεε, σε τέχνη μετουσίωσε.
Είχε όλα τα χαρίσματα επάνω της:
έπαιζε, χόρευε, τραγουδούσε.
Ήταν φαινόμενο, είτε με τα μέτρα
τα σημερινά, βοηθούσης της
τεχνολογίας, είτε με τα μέτρα
του παρελθόντος, με κυρίαρχη τη
χειρωναξία.
Ήταν ένα παλλόμενο σώμα
εκφραστικότητας που το
παρακολουθούσαν καρδιά και
ψυχή αξεχώριστα. Δεν
τυποποιήθηκε ποτέ, γιατί
κρατούσε τις αποστάσεις από
τους ρόλους της, σχολιάζοντάς
τους διαρκώς. Παραδεχόταν: «Ήμουν
αυτοδίδακτη, η φωνή μου άρεσε
και άνοιξαν δρόμοι που δεν
περίμενα... Αυτοδίδακτη σε όλα.
Και στο θέατρο αργότερα. Άμα
έχεις ψυχή σ' αυτό που κάνεις, τι
να σου κάνουν οι σπουδές; Το
θέμα είναι να το λέει η ψυχούλα
σου!». Έπαιξε επί πενήντα πέντε
χρόνια, σε εκατόν πέντε
παραστάσεις (1939-1994) και είκοσι
έξι ταινίες (1951-1985).
Δεν πέρασε από θέατρο και
κινηματογράφο ως όμορφη της
νεότητας και στην ωριμότητά της
ως πρώην όμορφη. Έγινε όνομα,
χωρίς ποτέ να το υποστηρίζει,
δημοσιοποιώντας ιδιωτικές της
στιγμές: παρέμεινε ως το τέλος
το κλασικό πρότυπο της συζύγου
που μαγειρεύει, πλένει, κεντάει,
πλέκει και στρώνει τα κρεβάτια.
Πολιτικά, παρέμεινε
προσκολλημένη στη συντηρητική
παράταξη και θρησκευτικά, πιστή
στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα,
επισκεπτόμενη συχνά-πυκνά τον
Άγιο Νεκτάριο Αιγίνης. Πάντα,
γενναιόδωρη με τους νέους
συναδέλφους της και αλληλέγγυα
με τους ισάξιούς της. Ένα
άσβηστο τσιγάρο σιγόκαιγε στα
δάχτυλά της μέχρι τα τελευταία
της. Ένα σκυλί ή ένα γατί, ποτέ
και τα δύο μαζί, ανέκαθεν την
ακολουθούσαν.
Αυτό το μελαχρινό μουτράκι είχε
από μικρό μέσα του το τραγούδι.
Ήταν ένα παιδί όλο ζωντάνια,
υπερκινητικό, πέμπτο της
εννεαμελούς οικογένειας του
Γιάννη και της Καλλιόπης
Βλαχοπούλου. Οι παππούδες της
από τη μεριά του πατέρα της
έκαναν τα πάντα ώστε να μη γίνει
ποτέ ο γάμος των γονιών της. Δεν
μπορούσαν να χωνέψουν ότι ο
γιος του κόντε Χρήστου
Βλαχόπουλου θα παντρευόταν την
κόρη της οικονόμου τους. Τον
αποκλήρωσαν κι εκείνος,
επιμένοντας στην επιλογή του,
προτίμησε να ζήσει δύσκολα και
φτωχά. Έτσι, όταν ύστερα από
χρόνια έλεγε στις συνεντεύξεις
της ότι τα πρώτα παιδικά της
χρόνια δεν ήταν στρωμένα με
ροδοπέταλα έλεγε όλη την
αλήθεια.
Η Ρηνούλα των χρόνων της
Κέρκυρας πήγαινε συχνά με τον
πατέρα της, τον κόντε Νάνε, στο
αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη,
όπου υπήρχε πιάνο, γιατί το δικό
τους το είχε κρατήσει ο παππούς
της. Στο ίδιο σπιτικό
βρίσκονταν και δίσκοι
εβδομήντα οκτώ στροφών. Το
απόλυτο περιβάλλον για να
καλλιεργηθεί το ταλέντο της
Ρένας Βλαχοπούλου. Η απίστευτη
μνήμη και η ευκολία που είχε να
μαθαίνει ξένες γλώσσες τη
βοήθησαν να ερμηνεύει από τότε
τραγούδια αμερικανικά, ιταλικά,
καντσονέτες, οπερέτες. Φαρσέρ
και παραμυθατζού, ετοίμαζε, εν
αγνοία της, το μελλοντικό της
πρόσωπο που γνωρίσαμε και
αγαπήσαμε.
|
|
Πρώτη εμφάνιση
Ανήλικη ακόμη, σε ηλικία δεκαέξι
ετών, πρωτοδούλεψε ως
επαγγελματίας στη Σπιανάδα,
στον κεντρικό δρόμο της
Κέρκυρας με τις καμάρες. Εκεί,
το καλοκαίρι του 1938 γνωρίζει
τον πρώτο άντρα της ζωής της,
τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα
Βασιλείου. Τον παντρεύτηκε το
καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς,
παρουσία λίγων φίλων. Την ίδια
χρονιά, ερχόμενη στην Αθήνα,
εμφανίζεται στην «Όαση» του
Ζαππείου, με κομπέρ τον Μίμη
Τραϊφόρο - ο πρώτος που την
ανακαλύπτει στην πρωτεύουσα. Ο
Πολ Μενεστρέλ τής έγραψε το «Μικρή
χωριατοπούλα» που αργότερα
διασκευάστηκε στο πασίγνωστο «Κορόιδο
Μουσολίνι», από τον Γιώργο
Οικονομίδη. Ως την έναρξη του
πολέμου, θα εργαστεί στα θέατρα
«Όασης» και «Μοντιάλ» -πάντα ως
τραγουδίστρια-, δίπλα στους
Σοφία Βέμπο, Καλουτάκια, Ηρώ
Χαντά, Κυριάκο Μαυρέα, Γιάννη
Φλερύ.
Ο χειμώνας του '40 θα χαράξει τη
ζωή της. Θα χάσει και τους δύο
γονείς της μετά το βομβαρδισμό
της Κέρκυρας από τους Ιταλούς.
Μεσούσης της Κατοχής, το 1942,
παντρεύεται για δεύτερη φορά
τον Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο
καλής οικογένειας των Αθηνών.
Τότε είναι που γνωρίζει και
συνεργάζεται για πρώτη φορά με
τον Γιάννη Σπάρτακο, στο «Πάνθεον»,
με τζαζ συνθέσεις. Κάνει
επιτυχία με το «Θα σε πάρω να
φύγουμε» που το
πρωτοτραγούδησε στην
επιθεώρηση «Well come» των Αλέκου
Σακελάριου και Δημήτρη
Ευαγγελίδη, το καλοκαίρι του '44,
στο θέατρο «Κυβέλη» - το πρώτο
ελληνικό τραγούδι που ξεπέρασε
τα ελλαδικά σύνορα.
Βασίλισσα
της τζαζ
|
|
Το
προσωνύμιο της είχε δοθεί: «Η
βασίλισσα της τζαζ». Το 1946 δίνει
τέλος στο δεύτερο γάμο της και
δέχεται να ακολουθήσει σε
περιοδεία τον Σπάρτακο, σε
Τουρκία και Αίγυπτο. Η
πολυγλωσσία της -αγγλικά,
γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά- και
η πολύ καλή προφορά της είναι τα
μεγάλα της πλεονεκτήματα.
Τελικώς, η Βλαχοπούλου λέει «ναι»
στην πρόσκληση-πρόκληση του
Σπάρτακου. Θα φτάσουν ως την
Αμερική, περνώντας από Λίβανο
και Περσία: θα λείψει από την
Ελλάδα από τον Ιούλιο του 1946 ως
το καλοκαίρι του 1951.
Η πρώτη επανεμφάνισή της στην
Αθήνα θα συμπέσει με το χρόνο
επιστροφής της: στις 24
Αυγούστου στο θέατρο «Σαμαρτζή»,
στην παράσταση «Φεστιβάλ στην
Αθήνα», πλάι στους Άννα και
Μαρία Καλουτά, Νίκο Σταυρίδη,
Ορέστη Μακρή, Κούλη Στολίγκα. Το
χειμώνα, κατόπιν πρόσκλησης
Τούρκου παραγωγού θα γυρίσει
την ταινία «Ανατολίτικες
νύχτες», στην οποία επανέλαβε
το «Θα σε πάρω να φύγουμε» του
Σπάρτακου - η ταινία δεν
προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα.
Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν έχει
εμφανιστεί ακόμη στο θέατρο ως
ηθοποιός. Το όνομα που έχει
δημιουργήσει ως κυρία της τζαζ
δεν είχε σβήσει ακόμη. Ο Βασίλης
Μπουρνέλης, ένας από τους
μεγαλύτερους επιχειρηματίες
του μουσικού θεάτρου της
δεκαετίας του '50, την καλεί να
τραγουδήσει στις επιθεωρήσεις
«Βασίλισσα της νύχτας», «Να τι
θα πει Αθήνα», «Πουλιά στον αέρα»,
«Κι ο μήνας έχει εννιά».
«Μέχρι το 1954 ήμουν η μεγάλη
Ελληνίδα της τζαζ. Μόνο
τραγουδούσα και τίποτε άλλο»,
θυμόταν σε συνέντευξή της. Το
καλοκαίρι του 1954 παίρνει πρώτη
φορά θεατρικό ρόλο, στην
επιθεώρηση «Σουσουράδα», δίπλα
στον Νίκο Σταυρίδη, με το
νούμερο «Αλα πασά μου, κάνε μου
τέτοια». Η πρόταση ήταν της
Σοφίας Βέμπο. Τα κείμενα
υπέγραφαν οι Μίμης Τραϊφόρος
και Γιώργος Γιαννακόπουλος, τη
μουσική ο Μενέλαος Θεοφανίδης
και τη χορογραφία ο Γιάννης
Φλερύ και η Αλίκη Βέμπο. Ο λόγος
και πάλι στη Βλαχοπούλου: «Ντρεπόμουν
να βγω στη σκηνή με νούμερο. Δεν
είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα γίνω
ηθοποιός. Απλά έτυχε να με δουν.
Πίστεψαν από την αρχή ότι ήμουν
καλή. Εγώ δεν το πίστευα. "Ρε
συ, Μίμη, τι να σου πω! Φοβάμαι
ότι δεν θα τα καταφέρω", λέω
στον Τραϊφόρο. Ο κόσμος
χειροκροτούσε να βγω στη σκηνή.
Εγώ δεν έβγαινα. Ξαφνικά με
πιάνει ο Τραϊφόρος και με
σπρώχνει στη σκηνή. Βγήκα, το
νούμερο χάλασε κόσμο. Στη
συνέχεια μου έδωσαν κι άλλα
νούμερα και καθιερώθηκα ως
ηθοποιός».
|
|
Ως το 1956
απείχε από τον ελληνικό
κινηματογράφο. Η πρόταση της
έγινε από τον Αμερικανό
παραγωγό Πίτερ Μέλας. Ο Ηλίας
Λυμπερόπουλος ο οποίος έγραψε
το σενάριο, το έκοψε και το
έραψε στα μέτρα της. Η ταινία, σε
σκηνοθεσία Γιάννη Πετροπουλάκη,
είχε τον τίτλο «Πρωτευουσιάνικες
περιπέτειες»: «Με φώναξαν να
κάνω μια Κερκυραία η οποία
εγκαταλείπει το νησί της και
πάει στην Αθήνα. Δεν
διαφημίστηκε πολύ. Παρ' όλα αυτά,
ο κόσμος με είχε αγαπήσει από τη
μουσική κι έτσι η ταινία, αν και
δεν είχε τις προδιαγραφές,
γνώρισε επιτυχία. Κόψαμε
περίπου 100.000 εισιτήρια. Μετά την
πρώτη ταινία, η μία διαδεχόταν
την άλλη», σχολίαζε. Στην ταινία
την πλαισίωναν ο Κούλης
Στολίγκας, ο Νίκος Ρίζος, ο
Στέφανος Στρατηγός και η Αννυ
Μπαλ. Εκεί ακούστηκε το
τραγούδι «Μαζί σου για πάντα»,
σε μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη
που πέρασε σε δίσκο 78 στροφών.
Στο τέλος της δεκαετίας του '50,
το 1959, η Ρένα Βλαχοπούλου
εμφανίστηκε στο Α' Φεστιβάλ
Τραγουδιού του Εθνικού
Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, μ' ένα
τραγούδι του Κώστα Καπνίση και
του Θάνου Σοφού, το «Είσαι η
άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας». Την
επόμενη χρονιά, τραγούδησε
ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή
το «Πρώτο χελιδόνι». Με την αυγή
της δεκαετίας του '60, είχε
μοιραστεί στα τρία: τα πρωινά
ηχογραφήσεις και συνεργασίες
με το ΕΙΡ (τραγούδια των
Χατζιδάκι, Πλέσσα, Μουζάκη,
Μωράκη, Αττίκ, Σπάθη, Ιακωβίδη,
Κατσαρού), το βράδυ θέατρο και
μετά την παράσταση, εμφανίσεις
σε νυχτερινά κέντρα. Εν τω
μεταξύ το νούμερό της «Το 13»
στην επιθεώρηση του Γιώργου
Γιαννακόπουλου, στο θέατρο «Μετροπόλιταν»,
έσπαγε ταμεία. Υποδυόταν μια
τηλεφωνήτρια που έδινε
πληροφορίες και έπρεπε να
απαντάει σε όλες τις κλήσεις -
κάτι σαν το σημερινό 131.
Με τον
Δαλιανίδη στον Φίνο
Ωστόσο, ο σκηνοθέτης ο οποίος
την καθιέρωσε στον
κινηματογράφο ήταν ο Γιάννης
Δαλιανίδης και σχεδόν την
επέβαλε στον Φίνο. Η αρχή έγινε
με την ταινία «Μερικοί το
προτιμούν κρύο» (1962). Είχε
προηγηθεί η συνεργασία της με
τον Αλέκο Σακελλάριο στο «Όταν
λείπει η γάτα» (1962).
|
|
Επί μία
δεκαετία επιδίδεται σε μια
τρελή κούρσα κινηματογραφικών
εμφανίσεων, με κύριο σκηνοθέτη
τον Γιάννη Διαλιανίδη: «Ένα
κορίτσι για δύο», «Κάτι να καίει»
(1963), «Η χαρτοπαίχτρα», «Κορίτσια
για φίλημα» (1964), «Φωνάζει ο
κλέφτης», «Ραντεβού στον αέρα»
(1965), «Η Παριζιάνα» (1969), «Μια
τρελή σαραντάρα» (1970), «Μια
Ελληνίδα στο χαρέμι» (1971). Ο
Αλέκος Σακελλάριος τη
σκηνοθέτησε στις ταινίες «Η
θεία μου η χίπισσα» (1970), «Ζητείται
επειγόντως γαμπρός» (1971), «Η
κόμισσα της Κέρκυρας» (1972), «Η
Ρένα είναι οφσάιντ» (1972). Η Ρένα
μοιράζεται τη μεγάλη οθόνη με
τρεις ηθοποιούς που πολύ τους
εκτιμούσε, τους Ντίνο Ηλιόπουλο,
Διονύση Παπαγιαννόπουλο και
Λάμπρο Κωνσταντάρα.
«Στις ταινίες μου», είχε πει σε
συνέντευξή της, «πάντα ήθελα να
αυτοσχεδιάζω. Δεν μου άρεσε να
μου βάζουν φραγμούς. Αυτή ήταν
και η επιτυχία του παλιού
κινηματογράφου. Ο Δαλιανίδης με
κυνηγούσε γι' αυτό. "Ρενάκι,
να είσαι πιστή στο σενάριο",
μου παράγγελνε εκείνος. "Ω, μα
τον Άγιο Σπυρίδωνα, αν δεν σ'
αρέσει, εγώ θα φύγω. Να το ξέρεις",
τον πείραζα και συνεχίζαμε. Οι
περισσότερες ταινίες μου είχαν
μέσα κερκυραϊκές ατάκες».
«Οδός
ονείρων»
Εν τω μεταξύ, δίνει πάντα το «παρών»
στο μουσικό θέατρο και στην
επιθεώρηση. Συμμετέχει στην
ιστορική παράσταση «Οδός
ονείρων», στο θέατρο «Μετροπόλιταν»,
με την υπογραφή του Μίνου
Αργυράκη (σκηνοθεσία) και του
Μάνου Χατζιδάκι (μουσική). Η
Ρένα Βλαχοπούλου συμμετέχει
στο ιστορικό γυναικείο
κουαρτέτο, με τις Μάρω Κοντού,
Ζωή Φυτούση και Νίκη Λεμπέση. Οι
«Αδελφές Τατά» άφησαν εποχή και
το θρυλικό πια τραγούδι
ακούστηκε κατ' επανάληψιν τις
επόμενες δεκαετίες. Με το δικό
της νούμερο «Αμάρτησα για το
παιδί μου», ντυμένη με μια
χλαμύδα, σατίριζε τις ταινίες
μελό. Εβγαινε μ' ένα αρνί στην
αγκαλιά και ατάκαρε: «Αμάρτησα
για το αρνί μου». Στην «Οδό
ονείρων» προβαλλόταν και ένα
πεντάλεπτο φιλμάκι στο οποίο
συμπρωταγωνιστούσε με τον Μάνο
Χατζιδάκι, ντυμένο τσολιά - ο
μόνος ρόλος που έπαιξε ο
συνθέτης.
|
|
Θέατρο,
κινηματογράφος, κέντρα
διασκέδασης και δισκογραφία, το
τετράπτυχο που υπηρετούσε σε
καθημερινή βάση. Η δεκαετία του
'60 περνάει όπως μια ταινία σε
άσπρο και μαύρο, σημαδεμένη από
μείζονα πολιτικά και κοινωνικά
γεγονότα. Η δικτατορία είναι
πλέον δύστηνη πραγματικότητα,
όταν παντρεύεται για τρίτη και
τελευταία φορά, τον
επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη.
Ο γάμος της χρονιάς έγινε στις 18
Σεπτεμβρίου του 1967, στη
Μητρόπολη Αθηνών. Ιδού πώς
περιέγραφε τη σχέση της με τους
άντρες και πώς εξηγούσε την
επιλογή της ότι δεν έφερε στον
κόσμο παιδιά: «Ερωτεύτηκα ωραία
και καλά. Κατ' αρχήν πάντα μου
αρέσανε οι ωραίοι άνδρες. Και οι
άνδρες που είναι άνδρες σωστοί.
Εξωθεατρικοί ήταν όλοι. Στο
θέατρο τους συναδέλφους τούς
έβλεπα σαν τον αδελφό μου τον
Σπύρο... Παιδί δεν έκανα. Γιατί
σκεφτόμουν την ευθύνη. Εγώ
δούλευα. Ποιος θα μου το
κρατούσε; Ποιος θα το κοίταζε;
Να βγει μεθαύριο στο δρόμο; Ολα
τα παιδιά του κόσμου δικά μου
είναι».
Την ίδια δεκαετία, ύστερα από
επτά ταινίες, αποχωρεί από τη «Φίνος
Φιλμ» και υπογράφει συμβόλαιο
με τον οργανισμό Καραγιάννης-Καρατζόπουλος
για διπλάσια αμοιβή και ποσοστά
επί των κερδών. Ο Κώστας
Καραγιάννης τη σκηνοθετεί στις
ταινίες «Η βουλευτίνα» (1966), «Βίβα
Ρένα» (1967), «Η ζηλιάρα» (1968) και ο
συμπατριώτης της Γιώργος
Κατσαρός υπογράφει τη μουσική
τους. Με την «Παριζιάνα»
συνεργάζεται ξανά με τον
Δαλιανίδη και με το δαιμόνιο
Φίνο.
Ως το 1974 συνεργάζεται με άπασα
την αφρόκερμα του θεάτρου και
του τραγουδιού: Β. Αυλωνίτη, Θ.
Βέγγο, Σούλη Σαμπάχ, Σ. Παράβα, Γ.
Φλερύ, Λίντα Αλμα, Καίτη
Μπελίντα, Σ. Καζαντζίδη,
Μαρινέλλα, Χ. Ευθυμίου,
Σπεράντζα Βρανά, Κ. Καπνίση, Γ.
Γκιωνάκη, Ντόρα Γιαννακοπούλου,
Γ. Βογιατζή, Ερρικα &
Μαργαρίτα Μπρόγερ, Γ.
Κωνσταντίνου, Νάντια Φοντάνα,
Νάντια Κωνσταντοπούλου,
Αντζελα Ζήλια, Μπέμπα Μπλανς,
Κλειώ Δενάρδου, Γ. Νταλάρα. Επτά
χρόνια απουσίαζε από τον
κινηματογράφο. Το 1979,
επανέρχεται με τις ταινίες «Οι
φανταρίνες» (1979), «Ρένα, να η
ευκαιρία» (1980), «Της πολιτσμάνας
το κάγκελο» (1981), «Η μανούλα, το
μανούλι και ο παίδαρος» (1982), «Η
σιδηρά κυρία» (1983), «Ρένα, τα
ρέστα σου» (1985).
* Οι
φωτογραφίες, από το αρχείο της
Ρένας Βλαχοπούλου,
περιλαμβάνονται στο λεύκωμα
του Μάκη Δελαπόρτα «Βίβα Ρένα. Η
ζωή και η καριέρα της μεγάλης
ηθοποιού Ρένας Βλαχοπούλου» («Αγκυρα»).
Αντλήσαμε στοιχεία από
συνεντεύξεις των Γιώργου
Σαρηγιάννη, Γεωργίας Καρρά,
Βασίλη Μπουζιώτη, Νίκου
Νικόλιζα, Χρήστου Ξανθάκη και
Μάνου Τσιλιμίδη.
ΙΩΑΝΝΑ
|