|
Παγκοσμιοποίηση και Aριστερά
TAKHΣ ΦΩTOΠOYΛOΣ
Mία βασική σύγχυση που συναντούμε είναι αυτή μεταξύ διεθνοποίησης και παγκοσμιοποίησης της οικονομίας της αγοράς. Σύγχυση που είναι σημαντική διότι πολλοί απορρίπτουν για παράδειγμα την παγκοσμιοποίηση ως ιδεολόγημα, με το αιτιολογικό ότι δεν
υπάρχει σήμερα όπως πράγματι δεν υπάρχει μια σημαντική διεθνοποίηση της παραγωγής. Όμως, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η σημερινή διεθνοποίηση των αγορών αποτελεί ένα ποσοτικά αλλά και ποιοτικά νέο φαινόμενο που δεν έχει σχέση με την πρώτη απόπειρα διεθνοποίησης, η οποία έγινε μετά
την εγκαθίδρυση της οικονομίας της αγοράς, διακόσια χρόνια πριν. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση, επομένως, αφορά στην πραγματικότητα τη διεθνοποίηση των αγορών και κεφαλαίου, η οποία συνεπάγεται δύο θεμελιακά χαρακτηριστικά: πρώτον, ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές κεφαλαίου και
εμπορευμάτων που καθιερώνονται καθολικά (αν και με μερικές εξαιρέσεις ακόμη) από διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΠΟΕ και επιβάλλονται από οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η ΠΤ. Δεύτερον, ελαστικές αγορές εργασίας που επιβάλλονται από τους ίδιους οργανισμούς καθώς και από πολυμερείς συνθήκες
όπως οι συνθήκες Μάαστριχ - Αμστερνταμ όσον αφορά την ΕΕ ή οι συνθήκες που καθιέρωσαν τη NAFTA. Από αυτά τα δύο θεμελιακά χαρακτηριστικά συνεπάγονται και τα δευτερογενή χαρακτηριστικά που διακρίνουν τη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή την κατάργηση του κρατικού
παρεμβατισμού στην οικονομία, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δραστική μείωση του κράτους πρόνοιας, την αναδιανομή του φορολογικού βάρους υπέρ των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων κ.λπ.
Επομένως, στην προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας η ανάδυση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς είναι βασικά η συνέπεια μιας δυναμικής διαδικασίας και όχι το αποτέλεσμα συνωμοσιών ή των πολιτικών των μοχθηρών νεοφιλελεύθερων κομμάτων
και/ή των διεφθαρμένων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ή, ακόμη χειρότερα, ένα ιδεολόγημα ή μια χίμαιρα, όπως ισχυρίζεται η ρεφορμιστική Αριστερά. Αυτό όμως δεν σημαίνει, όπως ανέφερα, ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι νέο φαινόμενο:
Πρώτον, διότι η ανάπτυξη των πολυεθνικών επιχειρήσεων που σήμερα ελέγχουν το διεθνές εμπόριο και την παγκόσμια παραγωγή είναι νέο φαινόμενο που έχει ιστορία μόλις 30-40 χρόνων. Η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς σήμερα δεν ανέκυψε απλώς χάρη στη
δραστηριότητα των εθνών - κρατών, όπως είχε γίνει στην πρώτη αποτυχούσα απόπειρα, αλλά είναι σαφώς αποτέλεσμα της δραστηριότητας των πολυεθνικών, εφόσον η επέκταση των δραστηριοτήτων τους επέβαλε τις ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές κεφαλαίου και εμπορευμάτων καθώς και τις
ελαστικές αγορές εργασίας, που είναι, όπως είδαμε, τα θεμελιακά χαρακτηριστικά της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.
Δεύτερον, διότι η πρώτη αποτυχούσα παγκοσμιοποίηση ήταν βασικά μόνο οικονομική, ενώ σήμερα είναι πολυδιάστατη. Και, φυσικά, το γεγονός ότι δεν συμμετέχουν στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης ισομερώς όλα τα έθνη και όλες οι γεωγραφικές περιοχές δεν
αναιρεί τον καθολικό χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης, όπως το γεγονός της υπανάπτυξης στην περιφέρεια δεν αναίρεσε ποτέ τον καθολικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η ανάπτυξη που επιβάλλει η οικονομία της αγοράς, είναι πάντα ανισομερής, από την ίδια τη φύση του συστήματος
της αγοράς και είναι πράγματι αστείο να αρνούμαστε στρουθοκαμηλικά την παγκοσμιοποίηση ως χίμαιρα γιατί δεν επεκτείνεται ισομερώς σε όλο τον κόσμο ή γιατί οδηγεί σε μια αταξία αντί για μια νέα διεθνή τάξη, σαν να είναι δυνατό να υπάρχει τάξη σε ένα σύστημα όπως η οικονομία της αγοράς
και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία που διαιωνίζει τη συγκέντρωση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στα χέρια διάφορων ελίτ!
Είναι λοιπόν φανερό ότι το ερώτημα εάν η παγκοσμιοποίηση αποτελεί απλώς ιδεολόγημα ή δομική αλλαγή δεν είναι βυζαντινολογία, αλλά έχει πελώρια πρακτική σημασία που αφορά τη φύση και τον ίδιο το λόγο ύπαρξης της Aριστεράς σήμερα. Εάν δηλαδή δεχθούμε
την άποψη του ιδεολογήματος, τότε η απάντηση στη διεθνοποίηση μπορεί να δοθεί μέσα στο ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, μέσω της εκλογής των «καλών» σοσιαλδημοκρατών τύπου Λαφοντέν στην κυβέρνηση, που θα εισάγουν αποτελεσματικούς κοινωνικούς έλεγχους για την προστασία της
εργασίας και του περιβάλλοντος. Αντίθετα, αν δεχθούμε τη θέση της παγκοσμιοποίησης ως δομικής αλλαγής, ως συστημικού φαινομένου, τότε το σημερινό θεσμικό πλαίσιο των ανοικτών αγορών κεφαλαίου και εμπορευμάτων δεν δίνει καμία δυνατότητα για παρόμοιες επιλογές. Στη περίπτωση αυτή, οι
πολιτικές που εφαρμόζει σήμερα η Kεντροαριστερά, σε συνεργασία με τα χρεοκοπημένα Πράσινα κόμματα, σε ολόκληρη την Ευρώπη, είναι πράγματι μονόδρομος. Πράγμα που σημαίνει ότι η μόνη διέξοδος είναι η δημιουργία νέων μορφών κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης, έξω από το
σημερινό θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, στο πλαίσιο ενός περιεκτικού πολιτικού προγράμματος ριζικής αλλαγής.
Το κρίσιμο επομένως ερώτημα σήμερα για την Αριστερά και την κοινωνία γενικότερα είναι εάν είναι συμβατή η αποτελεσματική προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος με τη διαδικασία αγοραιοποίησης και τη συνακόλουθη διεθνοποίηση ή εάν, αντίθετα,
πρέπει να εγκαταλειφθεί το όλο σύστημα της αγοράς. Αν δεχτούμε τη θέση της ασυμβατότητας, οποιαδήποτε προσπάθεια ενίσχυσης των θεσμών της κοινωνίας των πολιτών μέσα στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς είναι μάταιη, στο βαθμό που δεν επιδιώκει να υπερβεί την ίδια την οικονομία της
αγοράς. Ο λόγος είναι ότι οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα ήταν αναπόφευκτα ασύμβατη με τις απαιτήσεις της ανταγωνιστικότητας (της αντίστοιχης χώρας ή του αντίστοιχου οικονομικού μπλοκ) που επιβάλλουν οι διεθνοποιημένες αγορές. Κατά τη γνώμη μου, η ίδια η συνέχιση της ύπαρξης της
Αριστεράς εξαρτάται από το εάν θα αναλάβει πάλι τον ιστορικό της ρόλο στην αναζήτηση νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης, πέρα από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, ή εάν θα αποτελέσει απλώς ένα μηχανισμό διαχείρισης της εξουσίας με «αριστερό» πρόσωπο (όπως γίνεται σήμερα στη Δυτική Ευρώπη
και εδώ).
|