Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 20ου  ΑΙΩΝΑ

 


Αρχείο

 

Κεντρική σελίδα

 

 

Η εξέγερση του Ντωμιέ

Η ΔΙΕΘΝΗΣ

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ παρουσιάζει τα ωραιότερα ποιήματα των μεγαλύτερων ποιητών του κόσμου, του 20ού αιώνα. Θα διαβάσουμε αριστουργήματα μέσα σ’ αυτή τη Σελίδα. Όμως σαν αρχή θεωρήσαμε προς πρέπει να δημοσιεύσουμε το ΠΟΙΗΜΑ του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΠΟΤΙΕ (ενός απλού ανθρώπου, αγωνιστή στην Κομμούνα του Παρισιού και τροβαδούρου) που έγινε τραγούδι στα χείλη των προλετάριων ΌΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Το ποίημα ενός προλετάριου που έγινε Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ. (Για την Κομμούνα δείτε κι εδώ: http://anatolikos.com/parisini/kp21.htm

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΗΧΟΣ

 

Η ΔΙΕΘΝΗΣ

Εμπρός της γης οι κολασμένοι

Της πείνας σκλάβοι εμπρός – εμπρός

Το δίκιο απ’ τον κρατήρα βγαίνει

Σα βροντή σαν κεραυνός

 

Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια

Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης

Που ζούσαμε στην καταφρόνια

Θα γίνουμε το παν εμείς.

 

Στον Αγώνα Ενωμένοι

Κι ας μη λείψει κανείς

Ω! Νάτη, μας προσμένει

Στον κόσμο η Διεθνής.

 

Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες

Με πλάνα λόγια μας γελούν

Της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες

Μοναχοί τους, θα σωθούν…

 

Για να λείψουν τα δεσμά μας

Για να πάψει πια η σκλαβιά

Να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας

Και της ψυχής μας τη φωτιά

 

Στον Αγώνα Ενωμένοι

Κι ας μη λείψει κανείς

Ω! Νάτη, μας προσμένει

Στον κόσμο η Διεθνής.

 

Αρχίζουμε, λοιπόν με την ΔΙΕΘΝΗ. Γεννήθηκε τις πρώτες φοβερές μέρες της «Ματωμένης βδομάδας». Δημιουργός της είναι ο Ευγένιος Ποτιέ, γεννημένος στο Παρίσι στις 4 Οχτώβρη του 1816. Εργάτης, αγωνιστής των δίκιων της τάξης του, και τροβαδούρος. Με τον εαυτό του ολόκληρο, το μυαλό του, την καρδιά του, βίωσε τις νίκες και τις καταστροφές της τάξης του. Μέσα από τις νίκες της ατσάλωσε την πίστη του για το μεγάλο μέλλον της και μέσα από τις ήττες της έκρινε τα λάθη της.

Τον Φλεβάρη του 1848 με το τουφέκι στο χέρι, πολεμάει για τη δημοκρατία. Μετά από μια βδομάδα μαζί με τους εργάτες κι όλο το Παριζιάνικο προλεταριάτο, καταλαβαίνει ότι η δημοκρατία που γι’ αυτήν έχυσαν τόσο αίμα δεν ήταν η δική τους δημοκρατία.  Τον Μάρτη του 1848, γράφει: «Πεινάω, πεινάω: το σκουλήκι τρώει πιο σιγά τους πεθαμένους απ’ ότι η μιζέρια τους ζωντανούς». Τον Ιούνη του 1848, όταν ξεσηκώνονται οι εργάτες στο όνομα της Κόκκινης Δημοκρατίας, ο Ποτιέ βρίσκεται πάλι στα οδοφράγματα. Το εθνικό πραξικόπημα του 1851 στις 2 του Δεκέμβρη τον βρίσκει βαριά άρρωστο στο κρεβάτι γι’ αυτό δεν συμμετέχει στην αντίσταση. Έτσι προφυλάσσεται από την εξορία. Μέσα στην εικοσαετία, απ’ το πραξικόπημα ως το πέσιμο της αυτοκρατορίας ολοκληρώνεται η συνείδησή του. «Αν ο εργάτης πρέπει να χύσει το αίμα του και να πεθάνει, αυτό πρέπει να γίνει στο όνομα των προλεταριακών ιδανικών», σκέφτεται. Και είναι απόλυτα φυσικό που εντάσσεται τότε στις γραμμές της «Διεθνούς κοινωνίας των εργατών» (έτσι λεγόταν η Διεθνής).

Μια από τις βασικές αρχές του καταστατικού της Διεθνούς είναι η διεθνιστική εργατική αλληλεγγύη. Πιστός σ’ αυτήν την ιδέα σαν εκπρόσωπος του συνδικάτου του, κάνει έκκληση «σ’ όλους τους εργάτες του κόσμου, ενάντια στον πόλεμο Αυστρίας – Πρωσίας». Παρ’ όλες τις προσπάθειες των διεθνιστών ο πόλεμος ξεσπάει…  Ο Ποτιέ εκλέχτηκε στο δεύτερο διαμέρισμα του Παρισιού βουλευτής στο Συμβούλιο της Κομμούνας. Τις συνεδριάσεις δεν τις παρακολουθεί πάντα και σπάνια βγάζει λόγο. Όλη του η ενεργητικότητα ήταν δοσμένη στην πρακτική δράση. Για στίχους δεν είχε ούτε χρόνο, ούτε ψυχική ηρεμία. Τις μοιραίες μέρες, υποχωρεί απ’ τα οδοφράγματα του 6ου διαμερίσματος μαζί με τους τελευταίους υπερασπιστές τους. Οι εφημερίδες των Βερσαλλιών έγραψαν πως σκοτώθηκε στις 25 Μάη. Δεν μπορούσαν βέβαια να φανταστούν τι τραγούδι θα έβγαινε απ’ την ψυχή του μετά από λίγες μέρες. Το τραγούδι που θ’ αγκάλιαζε όλο τον κόσμο. Πιστοί του φίλοι το κρύβουν κι έτσι προστατεύουν τη ζωή του.

Από καλλιτεχνική και ψυχολογική άποψη είναι ενδιαφέρον να γνωρίσουμε την ψυχική του κατάσταση τις πρώτες μέρες του Ιούνη του 1871. Δεν υπάρχουν βέβαια αξιόπιστες μαρτυρίες γι’ αυτό, αλλά μπορούμε να πλησιάσουμε κάπως την αλήθεια. Δεν είναι αρκετό να βρίσκεσαι στην ανάλογη κατάσταση μετά από μια ήττα, αλλά είναι αναγκαίο να είσαι ποιητής σαν τον Ποτιέ ή τον Ζαν – Μπατίστ Κλεμάν για να μετουσιώσεις την τραγική καταστροφή σε δυνατή επιβλητική ποίηση.

Η αντικειμενική πραγματικότητα είναι η εξής: Οι φωτιές είχαν σβήσει, καπνοί έβγαιναν απ’ τα οχυρώματα της κατεχόμενης πρωτεύουσας, απ’ τις όχθες του Σηκουάνα, απ’ την Μονμάρτη, το δημαρχείο, κι αλλού η μυρωδιά του καμένου έφτανε ως το μικρό δωμάτιο που κρυβόταν ο Ποτιέ. Οι φωτιές είχαν σβήσει, αλλά το μίσος των στρατηγών εξαπλώθηκε σ’ όλη την πόλη. Στους δρόμους, στις πλατείες, στα πάρκα, κείτονταν χιλιάδες πτώματα γυναικών, ανδρών, γέρων και νέων. Το Παρίσι κυριολεκτικά πνίγηκε στο αίμα.

Ο ποιητής βετεράνος σίγουρα θυμήθηκε τότε το άλλο ματωμένο όργιο – εκείνο του Ιούνη του 1848, όταν ο αιμοχαρής Καβενιάκ χτύπησε τους Παριζιάνους εργάτες. Αλλά τότε ήταν διαφορετικά. Τότε χτυπούσαν ένα σχεδιασμένο αλλά όχι πραγματοποιημένο όνειρο. Τώρα σκότωναν ένα πραγματοποιημένο ιδανικό. Τις μέρες της αγωνίας, ο πολεμιστής Ευγένιος, θυμάται τις πιο ευτυχισμένες, τις πιο χαρούμενες στιγμές της ζωής του. Το μυαλό του αναπόφευκτα γυρίζει στις μέρες του Μάρτη. Στους συντρόφους του. Τι να έχουν απογίνει άραγε οι άλλοι; Ο Βερλαίν, ο Ντελεκλύζ, ο Ραούλ Ριγκό, ο Κουρμπέ, η Λουίζ Μισέλ, ο Θεόφιλος Φερέ, ο Κλεμάν, ο Λουφρανσέ; Μπορεί και να έμαθε για τις μεγάλες σφαγές στο Περ-Λασαϊζ. Για τον Θεόφιλο Φερέ που μπαίνει στην αίθουσα του στρατοδικείου πληγωμένος και του απευθύνει τα τελευταία του λόγια χαμογελαστός: «Εγώ, μέλος της Κομμούνας, βρίσκομαι στα χέρια των καταπατητών της. Θέλουν το κεφάλι μου, ας το πάρουν. Ποτέ δεν θα σώσω τη ζωή μου με αντίτιμο την προδοσία. Έζησα λεύτερος, λεύτερος θα πεθάνω, και κάτι ακόμα, η μοίρα αλλάζει. Εγώ πιστεύω στο Μέλλον, που θα κρατήσει τη μνήμη μου και θα ζητήσει ΕΚΔΙΚΗΣΗ».

Αυτά τα λόγια μοιάζουν σαν τα λόγια των ηρώων του Πλούταρχου, αλλά οι Κομμουνάροι ήταν περήφανοι γιατί θυσιάστηκαν για κάτι πολύ μεγαλύτερο απ’ το ψωμί και τα υλικά αγαθά μόνο. Στο ίδιο πνεύμα λίγο αργότερα η Λουίζ Μισέλ θα μιλήσει στο δικαστήριο και θα κάνει τους δικαστές να τρέμουν από λύσσα και φόβο. Βέβαια, ο Ποτιέ ούτε τον Φερέ ούτε τη Μισέλ και τους άλλους άκουσε, αλλά ήταν κι αυτός το ίδιο δοσμένος στην υπόθεση της Κομμούνας, τόσο ολοκληρωμένα που μπορούσε να αισθανθεί καλά πόσο ο φόβος θα μπορούσε να παραλύσει την πίστη.

Παρ’ όλα τα ερωτήματα που του γεννήθηκαν κι ήταν φυσικό να γίνει αυτό, παράμεινε βαθιά πεισμένος για το δίκιο της Κομμούνας. Από άποψη ιδεολογικοκοινωνικού και ταξικού περιεχομένου η ΔΙΕΘΝΗΣ είναι η ποιητική έκφραση εκείνου που πραγματοποίησε και που είχε στόχο της να πραγματοποιήσει η Κομμούνα.

Αλλά στο κείμενο υπάρχει και κάτι άλλο. Εκτός απ’ τη νομοτέλεια και περηφάνια της Κομμούνας, συγχρόνως υπάρχει η απόδειξη για την υψηλή ταξική συνείδησή της. Η Κομμούνα πρέπει να είναι το τελευταίο δράμα της εργατικής τάξης. Εντελώς ξεκάθαρα, κατηγορηματικά καλεί στον αγώνα:

 

Εμπρός της γης οι κολασμένοι

Της πείνας σκλάβοι εμπρός – εμπρός

Το δίκιο απ’ τον κρατήρα βγαίνει

Σα βροντή σαν κεραυνός

 

Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια

Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης

Που ζούσαμε στην καταφρόνια

Θα γίνουμε το παν εμείς.

 

Στον Αγώνα Ενωμένοι

Κι ας μη λείψει κανείς

Ω! Νάτη, μας προσμένει

Στον κόσμο η Διεθνής.

 

Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες

Με πλάνα λόγια μας γελούν

Της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες

Μοναχοί τους, θα σωθούν…

 

Για να λείψουν τα δεσμά μας

Για να πάψει πια η σκλαβιά

Να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας

Και της ψυχής μας τη φωτιά

 

Στον Αγώνα Ενωμένοι

Κι ας μη λείψει κανείς

Ω! Νάτη, μας προσμένει

Στον κόσμο η Διεθνής.

 

Λέγεται πως κάποτε, κάποιος σε μια κουβέντα, ήθελε να πείσει τον Λένιν ότι οι στίχοι της Διεθνούς είναι απλοί, και ο Λένιν του αντιπαράθεσε: «Μα ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή της. Γράφτηκε για τους εργάτες και σ’ αυτούς απευθύνεται κι όχι σε αισθητικούς». Αυτό βέβαια δεν είναι εξακριβωμένο γεγονός, αλλά η εκτίμηση είναι σωστή. Αν ψάξουμε στη Διεθνή για λαμπρά επίθετα, ζωηρές μεταφορές και παρομοιώσεις ή αλάνθαστη ρίμα κι άλλες ποιότητες του στυλ, δεν θα μπορέσουμε να τις βρούμε. Όλα είναι ειπωμένα απλά και καθαρά, συγκεκριμένα και κατευθύνονται απευθείας στην καρδιά και το νου. Κύρια εμπνέει δύναμη και πειθώ.

Όταν έχουμε υπόψη μας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε, τις ιδέες, τις σκέψεις, τα αισθήματα που εκφράζει και το προλεταριακό πνεύμα που περνάει μέσα από κάθε στίχο σε κάθε στροφή, σε κάθε τόνο της μουσικής, κι όταν πάρουμε υπ’ όψη και το πόσο καθαρά στρέφει το κίνημα σε μια κοινωνία χωρίς σκλαβιά κι εκμετάλλευση, σε μια κομμουνιστική κοινωνία, κι εάν πάρουμε υπόψη και τις ιδέες που εναποθέτει στο μέλλον, αυτό το μεγάλο δημιούργημα, οι οποίες δεν είναι ουτοπικές αλλά στόχοι πραγματοποιήσιμοι (ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ) κι όταν βλέπουμε ότι το κυρίαρχο στοιχείο της δύναμης, αυτό που θα εκπληρώσει το στόχο είναι το προλεταριάτο οργανωμένο στη «Διεθνή ένωση των εργατών», τότε έχουμε βάση να θέσουμε ένα ερώτημα ιστορικο-λογοτεχνικού χαρακτήρα. Δεν είναι λοιπόν η ΔΙΕΘΝΗΣ ένα όπλο στα χέρια της εργατικής τάξης που εμπνέει τους αγώνες εκατομμυρίων εργατών σε ολόκληρο τον κόσμο;

Τελειώνοντας να αναφέρουμε ότι άλλα του ποιήματα είναι «Το μνημείο των ομόσπονδων» (1883), «Ο Επαναστάτης» (1884), «Ζυλ Βαλές» (1885), «Αυτή δεν πέθανε» (1886).

Στις 8 του Νοέμβρη 1887 η καρδιά του ποιητή και Κομμουνάρου Ευγένιου Ποτιέ, σταμάτησε να χτυπά. Χιλιάδες εργάτες, άντρες και γυναίκες, τον συνοδεύουν στην τελευταία του κατοικία, εκεί που αναπαύονταν χιλιάδες Κομμουνάροι, στο Περ Λασαίζ.

 

Υ.Γ Σήμερα, 133 χρόνια μετά την ηρωική εξέγερση των εργατών του Παρισιού, η άλυτη κρίση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού γίνεται ολοένα και πιο βαθιά και έτσι βάζει πάλι με τον πιο άμεσο τρόπο το ζήτημα της ανατροπής του και της κοινωνικής αλλαγής. Σήμερα τα μαθήματα της Κομμούνας και τα ζητήματα που έβαλε είναι περισσότερο από ποτέ επίκαιρα.

Στο στρατό, το μόνο όπλο της αστικής τάξης, οι εργάτες πρέπει να αντιτάξουν το δικό τους συνειδητό όπλο, το εργατικό επαναστατικό κόμμα, κάτι που έλειψε από την Κομμούνα του Παρισιού.

Αυτό είναι και το πιο σημαντικό συμπέρασμα που βγάζει και ο Τρότσκι στο άρθρο του "Τα μαθήματα της Κομμούνας":

"Το εργατικό κόμμα - το αληθινό - δεν είναι μια μηχανή για κοινοβουλευτικές μανούβρες. Είναι η συσσωρευμένη και οργανωμένη πείρα του προλεταριάτου. Μόνο με τη βοήθεια του κόμματος που στηρίζεται σ΄ όλη την περασμένη ιστορία, που προβλέπει θεωρητικά τους δρόμους της ανάπτυξής του, όλους του τους σταθμούς και εξάγει τον τύπο της απαιτούμενης δράσης, το προλεταριάτο απελευθερώνει από την ανάγκη να ξαναρχίζει πάντα την ιστορία του εξαιτίας των δισταγμών του, της αναποφασιστικότητάς και των λαθών του".

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

 Σχεδιαμός  φιλοξενία και  επιμέλεια σελίδας:  W.D.G

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

04/06/2004