Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 20ου  ΑΙΩΝΑ

 


Αρχείο

 

Κεντρική σελίδα

 

Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΣΑΤΙΡΑ                         ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

Πρέπει να μπορούμε να συνδυάζουμε το δικαίωμα της κριτικής με τον ενθουσιασμό και το πάθος της προσφοράς μας στην υπόθεση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αν δεν μπορείτε, τότε το δικαίωμα της κριτικής δεν θα το πάρετε

 

Από την ομιλία του Βλ. Μαγιακόφσκι στη δεύτερη διευρυμένη Ολομέλεια της Ρωσικής Εταιρείας Προλεταριακών Συγγραφέων (ΡΑΠΠ), το Σεπτέμβρη του 1929.

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΗΧΟΣ

 

 

ΥΠΑΛΛΗΛΑΡΑ

 

Εμφανίστηκαν

νέοι

Καλοαναθρεμμένοι άνθρωποι –

του ΜΟΠΡ

σήματα χρυσά

Του στολίζουν το στήθος.

Κομματικό κουνούπι

από το ΜΚΚ

δεν θ’ αγγίξει

Του παλικαριού

τη μύτη:

Έγκαιρα

είναι γραμμένη

άλλη γραμμή

συνδικαλιστική

και κομματική

και άλλη συνδρομή.

 

Τίμιος είναι,

σαν τίμιο βόδι.

Στη θέση

τη δική του

ρίζωσε

και τίποτα

δε βλέπει

πέρα

Απ’ τη δική του μύτη.

Τον κομμουνισμό

τον έμαθε απ’ το βιβλίο.

παπαγαλίζοντας κάθε «ισμό»,

αυτός

τέλειωσε για πάντα

με τις σκέψεις

για τον κομμουνισμό!

 

Γιατί να κοιτάξει παραπέρα;!

Την εγκύκλιο

θα καθίσει

να περιμένει.

-          Εμείς, λοιπόν,

δε χρειάζεται

να σκεφτούμε,

‘όταν

σκέφτονται οι ηγέτες.

Των μικροεργασιών

τις παρωπίδες

τις φόρεσε

στα δυό του

μάτια,

για να δουλεύει

πιο καλά,

ήσυχα

και στενοκέφαλα.

 

Ημέρα – σταθμός

σπατάλης και κολακείας,

ημέρα,

με πεδίο για τους γλείφτες, -

αυτό

είναι γι’ αυτόν

ο πιο καλός

σοσιαλισμός.

Της κομμούνας

το δρόμο

δεν θα περάσεις

μ’ αυτό το ψωράλογο,

λες κι έχει γίνει

ειδικά

για υπαλληλικές δουλίτσες.

 

Λάμπουν

τα σήματα τα χρυσά,

περήφανα,

φουσκώνουν

τα στήθη,

κυκλοφορούν

σιωπηλά

οι νέοι

προσαρμοσμένοι άνθρωποι.

Στα κούτσουρα

Ρίχνουν άγκυρα

εκεί

που τα νερά είναι ήρεμα…

Και τον τοίχο

διακοσμούν

ο Καρλ κι ο Μαρλ και τα γενάκια.

Κι εμείς παιδευόμαστε μην ξέροντας,

τι να την κάνουμε

την τιμιότητά τους:

Κομσομόλε,

που ζεις

σ’ αυτή την ηλικία,

το οχτωβριάτικο

όζο

ανασαίνοντας,

να θυμάσαι,

πώς κάθε μέρα –

είναι σταθμός,

για του στόχου

το δρόμο

καθώς προχωράς.

 

Δεν είναι δικοί μας –

αυτοί

που στα πισινά του χρόνου

κόλλησαν

τα κεφάλια τους

σαν σε μέλι,

να είσαι κομμουνιστής –

σημαίνει ν’ αποτολμάς,

να σκέφτεσαι,

να θέλεις,

να μπορείς.

Σε μας

ακόμα

Εδέμ και Παράδεισος δεν είναι –

η μικροαστική

αράχνη η μουχλιασμένη.

Δουλεύοντας,

τα μικροπράγματα να συγκρίνεις,

με τον τεράστιο

στόχο που έχουμε βάλει.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ

 

Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!

Όμως

αρκετό

φόρο τιμής τους αποτίσαμε.

Τώρα

για το κάθαρμα

ας μιλήσουμε.

 

Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.

Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.

Και ξετρύπωσε

πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ

σαν σκιάχτρο

ο μικροαστός.

 

(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,

δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.

Στους μικροαστούς

ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα

το δοξαστικό μου).

 

Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες

από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα

ξεχύθηκαν αυτοί,

γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,

σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.

Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,

Γεροί, σαν νεροχύτες,

ζουν μέχρι τώρα –

πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.

Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.

 

Και το βράδυ

το ένα ή το άλλο ερπετό,

τη γυναίκα του,

που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,

λέει

από το σαμοβάρι κοκκινωπό:

«Συντρόφισσα Νάντια!

Στη γιορτή θα πάρω αύξηση –

24 χιλιάρικα.

Ταρίφα.

Εχ,

και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου

βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,

έτσι που από το παντελόνι

να βγαίνω

σαν κοραλλοειδής ύφαλος!».

Κι η Νάντια:

«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.

Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!

Με τι

θα κάνω

σήμερα φιγούρα

στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;».

 

Στον τοίχο ο Μαρξ.

Σε κάδρο πορφυρό.

Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται,

τιτιβίζει

ξετρελαμένο το καναρίνι.

 

Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…

Και ξαφνικά

άνοιξε το στόμα,

κι αρχίζει να φωνάζει:

«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.

Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.

Γρήγορα

στρίψτε το λαιμό του καναρινιού –

ώστε ο κομμουνισμός

από τα καναρίνια να μη νικηθεί!».

 

ΞΕΣΥΝΕΔΡΙΑΣΜΕΝΟΙ

 

Μόλις η νύχτα γίνει αυγή,

βλέπω καθημερινά:

κάποιος στη διεύθυνση,

κάποιος στην επιτροπή,

κάποιος στην πολιτική,

κάποιος στη μορφωτική,

στα ιδρύματα ο λαός σκορπά.

Οι χαρτοϋποθέσεις πέφτουν βροχή,

μόλις στο κτίριο περάσεις:

ξεχωρίζοντας καμιά πενηνταριά –

τις πιο σοβαρές! –

οι υπάλληλοι σκορπάνε στις συνεδριάσεις.

 

Εξανίσταμαι:

«Δεν μπορούν ακρόαση να μου παραχωρήσουν;

Γυρίζω από την τάδε εποχή». –

«Ο σύντροφος Ιβάν Βάνιτς συνεδριάζει –

στην Τεό και Γκουκόνα».

 

Οργώνεις σκάλες εκατό.

Ο κόσμος σκοτεινιάζει.

Πάλι:

«Παρήγγειλαν να ‘ρθείτε σε  ώρα μία.

Συνεδριάζουν:

Μελανοδοχείων αγορά.

Για τον Επαρχιακό Συνεταιρισμό».

Σε ώρα μία:

Ούτε γραμματέας,

ούτε γραμματίνα πια –

άδεια!

Όλοι μέχρι 22 ετών

στη συνεδρίαση της Κομσομόλ.

 

Έχει νυχτώσει, σκαρφαλώνω ξανά

στο πάνω πάτωμα του εφταώροφου κτιρίου.

«Ήρθε ο σύντροφος Βάνιτς Ιβάν;» -

«Είναι στη συνεδρίαση

του α-β-γ-δ-ε-ζ συνεργείου».

 

Μανιασμένος

για τη συνεδρίαση

σαν χιονοστιβάδα ορμάω,

άγριες κατάρες στο δρόμο ξερνάω.

Και βλέπω:

κάθονται άνθρωποι μισοί.

Ω διαολόπραμα!

Που είναι το άλλο μισό;

«Τους σφάξανε!

Τους σκοτώσαν!»

Τρέχω ουρλιάζοντας.

Από τη φοβερή εικόνα σάλεψε το λογικό.

Κι ακούω

Την ηρεμότατη φωνούλα του γραμματέα:

«Βρίσκονται σε δυο συνεδριάσεις ταυτοχρόνως.

Σε μια μέρα

συνεδριάσεις είκοσι

πρέπει να προφτάσουμε.

Έτσι αναγκαζόμαστε να κοβόμαστε στα δυο.

Μέχρι τη μέση εδώ,

και το υπόλοιπο

εκεί».

 

Απ’ τη συγκίνηση ο ύπνος δε με πιάνει.

Νωρίς το πρωινό.

Με τα’ όνειρο την πρώιμη αυγή προϋπαντώ:

ακόμα

μία συνεδρίαση

για να καταργηθούνε όλες οι συνεδριάσεις!».

 

 

Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός

 

 

Ο ΔΕΙΛΟΣ

 

Προσεκτικά

μαύροι και ξανθοί,

κρύβοντας τη ματιά τους,

κρύβοντας τα γούστα τους,

όλο στο πλάι,

στον ίσκιο,

παράμερα, -

κυκλοφορούν οι δειλοί

στη δοξασμένη

από ήρωες

χώρα.

 

Κάθε διευθυντής

για το δειλό

είναι κανόνι,

Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του

τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει

και τρυπώνει

στο γιακά του.

 

Κολλάει

στα χαρτάκια το μάτι,

με των ποδιών

σφιγμένους τους διαβήτες:

«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ

πίσω από τη διαταγή…

Να μπορούσα να κρυφτώ

πίσω από την εντολή…»

Δεν μπορείς να καταλάβεις,

αν είναι άντρας

ή ψάρι –

λέξη τζάμπα

κανείς δεν μπορεί

να του πάρει.

 

Που να βάλει

σφραγίδα και υπογραφή!

«Μόνο να μη

μ’ εκλέξουν,

μόνο να μην

έχω την ευθύνη…».

Αυτί ένα μέτρο

-          καθόλου πιο λίγο –

στους διευθυντές

ξωπίσω τρέχει,

τη γνώμη

τη δική τους

ν’ ακούσει,

και αύριο

πρώτος να την έχει.

Αν όμως

ο ανώτερος

γνώμη αλλάξει,

εκείνος

θ’ αφομοιώσει

τη γνώμη του ανωτέρου;

-          Γνώμη είναι

δεν είναι γνώμη,

και δεν είναι φοβερό,

να τη χάσεις. –

 

Κλέψτε,

σφάξτε κοντά του,

δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,

μήτε θρήνο.

«Η δική μας δουλειά

είναι μικρή –

εγώ αυτός καθεαυτός

δεν είμαι και μεγάλος βουβός,

μα το στόμα μου είναι

γεμάτο

νερό,

σαν

νεροχύτης είμ’ εγώ».

 

Ο δειλός

τυλίγεται

με χαρτόνια

και χαρτιά.

«Πώς να το λύσω;!

Ας το κάνουν άλλοι.

Κι αν ξάφνου

κάνω γκάφα

μεγάλη;».

 

Μέρα τη μέρα

δένει λεπτά

τα δεσμά

των πιο παράξενων γάμων –

δένει

το λιοντάρι με τα’ αρνί

με τη γάτα

το ποντίκι συμφιλιώνει.

Όλη μέρα

την καρδούλα

ο τρόμος σκεπάζει,

αφορμές για πετάρισμα –

άπειρες.

 

Των λεωφορείων ο τροχός

τον τρομάζει

και οι ανώτεροι,

και η γυναίκα του,

και η γρίπη.

Το συνδικάτο,

Ο δήμος,

όσοι ζητούν δανεικά,

το νεκροταφείο,

η αστυνομία,

τα δάση,

τα σκυλιά,

ο καιρός,

το κουτσομπολιό,

ο χειμώνας

και οι πρότυπες δίκες.

 

Τρέμει

και ξαπλώνει ο πολίτης,

το τρέμουλο

τη νύχτα

τον τσακίζει…

Σύντροφε,

τι τρέμεις;

Τι,

συμβαίνει,

λοιπόν;

Στο ενυδρείο,

θέλεις,

να σε βάλω;

Η επανάσταση απαιτεί,

να υπάρχει

θάρρος,

θάρρος,

και άλλη μια φορά –

θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.

 

ΤΕΧΝΗΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

Απ’ αυτούς –

και τους καλούς,

και τους από κόμπρες πιο φαρμακερούς –

Η Σοβιετία

Είναι πλημμυρισμένη.

Ποιος κάνει

τους ανθρώπους

τους τεχνητούς;

Ποια Γκουζόν φορτωμένη;

Για συντομία

αυτό το θέμα δε θα πιπιλίσω

(χωρίς κακία,

χωρίς χαρά),

αντικειμενικά

τον άνθρωπο του συστήματος –

το «γραφειοκράτη»

θα ζωγραφίσω.

Οι φτέρνες – κάτω,

πάνω – φαλακρός,

οργανισμός, σαν οργανισμός.

Αλλά μέσα

Αντί για φωνή –

Συσκευή για παραγωγή

τυποποιημένων εκφράσεων.

Ακαταστασία στην επιχείρηση –

σαν άδης βροντάει,

φασαρία και φωνή.

Κι εκείνος, σαν κούκος,

Δυο λέξεις ξερνά:

-          Όσον αφοράει

να συμφωνηθεί!

Τα ιδρύματα βυθισμένα στην τεμπελιά.

Προωθούν με μακρόχρονες αναβολές τη δουλειά.

Κι αυτός

σε κάθε αίτηση

απαντάει

-          Δε βαριέσαι,

θα ευθυγραμμιστούμε όσον αφοράει. –

Χρειάζεται ικανότητα,

χρειάζεται αυτοθυσία,

για να επιπλεύσεις

στο βούρκο του γραφείου,

κι εκείνος

ανασηκώνει τους ώμους με απορία:

-          Μπερδεμένα! –

Από τη διεύθυνση

κατευθείαν σαν κλέφτης

τρυπώνει

ο τυχοδιώκτης κι εγκληματίας,

κι αυτός

δηλώνει

με των ψαριών την ηρεμία:

-          Προωθημένα! –

Διαλύονται όλα,

ο μηχανισμός – σκορπάει,

κι αυτός,

καπνίζοντας και μασουλώντας,

με κύρος