ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Γραφειοκρατία.
Φαινόμενο της κοινωνικής ζωής το οποίο εννοείται ως:
1) το σύνολο της κοινωνικής (δημόσιας) oñãÜíùóçò που απορρέει από την ύπαρξη διαφορών, αντιθέσεων, αντιφάσεων και ανταγωνισμών και συγκροτείται ως υλική θεσμικότητα (οργανωτική-διοικητική και πολιτική)
αλλοτριωμένου και αλλοτριωτικού χαρακτήρα.
2) το διοικητικό σύστημα το οποίο λειτουργεί με την βοήθεια εξουσιαστικού μηχανισμού αποσπασμένου από την κοινωνία και επιβεβλημένου σε αυτήν, που διαθέτει ειδικές λειτουργίες και προνόμια.
3) το κοινωνικό στρώμα των αμέσως εμπλεκόμενων στο προαναφερθέν σύστημα ανθρώπων.
Οι θετικά είτε αρνητικά φορτισμένες αξιολογικές κρίσεις αναφορικά με το εν λόγω φαινόμενο συχνά επισκιάζουν την θεωρητική προσέγγισή του. Όσο υπάρχουν στην κοινωνία ουσιώδεις διαφορές, και αντιφάσεις (υλικών προπαντός) συμφερόντων,
συγκροτείται ένα πεδίο συσχετισμών, δυνάμεων και διαπάλης δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην ανάδειξη,στην προώθηση και διασφάλιση των συμφερόντων των εκάστοτε κυρίαρχων (ατόμων , ομάδων, τάξεων),οι οποίοι επιβάλλουν τα ιδιοτελή συμφέροντα τους ως γενικά,καθολικά συμφέροντα του
συνόλου της κοινωνίας μέσω ενός οργανωτικού-διοικητικού, κανονιστικού και πολιτικού μηχανισμού. Το πεδίο αυτό και ο μηχανισμός που το διέπει διακρίνεται σε καθαρή μορφή στο κεφαλαιοκρατικό κοινωνικό-οικονομικό σύστημα , οπότε η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο
συνοδεύεται από την γενικευμένη υπαγωγή του πολίτη στην γραφειοκρατική ιεραρχία της εξουσίας του κεφαλαίου.
Βασικό χαρακτηριστικό της γραφειοκρατίας είναι η ιεραρχική δομή η οποία παράγει και αναπαράγει συγκεκριμένες στοχοθεσίες, στάσεις ζωής και συμπεριφορές. Γενική τάση αυτής της δομής είναι η διχοτομία μεταξύ υποκειμένου (διοικούντων)
και αντικειμένου (διοικούμενων) της διοίκησης κατά την οποία το πρώτο θεωρείται ως αποκλειστικός φορέας ενεργητικότητας, γνώσης, συνείδησης κλπ. Η ιεραρχία είναι και ιεραρχία της γνώσης (βλ. Π.χ. το υπηρεσιακό απόρρητο). Η τελευταία δομείται με αλλεπάλληλους μετασχηματισμούς που
υφίσταται η πληροφορία ενώ διαβιβάζεται από τα κατώτερα κλιμάκια στα ανώτερα μέσω των γραφειοκρατικών κανόνων, οδηγιών και στερεοτύπων πρόσληψης της να καταστεί συμβατό με την επίσημη «πραγματικότητα». Ο ιεραρχικά ανώτερος εξ’ ορισμού (θέσει) «γνωρίζει περισσότερα» και έτσι
αντιμετωπίζεται σε αυτόν τον μηχανισμό αλλεπάλληλων αναθέσεων (και αναλήψεων) αρμοδιοτήτων, εξουσιοδοτήσεων και εκπροσωπήσεων κατωτέρων από τους ανώτερους (βλ. Πατερναλισμός, κατάχρηση εξουσίας κλπ.). Η ιεραρχία εξουσίας και γνώσης αμβλύνει την κριτική διάθεση, μυστικοποιείται
και οδηγεί προοπτικά σε λατρευτική νοοτροπία (βλέπε π.χ. «προσωπολατρεία», μοναρχικές διαθέσεις κλπ.). Ταυτόχρονα έχει την τάση να απορρίπτει από τον μηχανισμό ανθρώπους πιο προικισμένους από τον προϊστάμενο, να μετατρέπει τον άνθρωπο σε εξάρτημα (γρανάζι, ιμάντα μετάδοσης κίνησης)
του μηχανισμού και τελικά να συνθλίβει την προσωπικότητα* (μια τάση υπαρκτή, πλην όμως ανέφικτη σε απόλυτο βαθμό, λόγω της κλιμακούμενης αντίστασης και των ανατρεπτικών διαθέσεων που προκαλεί στον βαθμό της γενίκευσης της) . Σ το πλέγμα πρακτικών αυταπατών της γραφειοκρατίας η μορφή
(ο τύπος) υποκαθιστά το περιεχόμενο, τα μέσα- το σκοπό. Το πλασματικό γενικό και καθολικό (το δημόσιο, το κρατικό) συμφέρον, αποκομμένο αυτονομημένο και επιβεβλημένο στο ειδικό, στο ατομικό κλπ. βιώνεται από τον γραφειοκράτη ως ιδιωτική του υπόθεση και ανάγεται τελικά στον στενό
ιδιοτελή ορίζοντα της σταδιοδρομίας του ( βλέπε καριερισμός, προνόμια, διαφθορά κλπ.). Ο κομφορμισμός*, ο φορμαλισμός, η τυπικότητα, η , η στρεψιδικία και η αυθαιρεσία γίνονται μόνιμα γνωρίσματα του γραφειοκράτη. Τα φαινόμενα αυτά επιτείνονται με την τελειοποίηση των μηχανισμών
χειραγώγησης ( καταστολής, συναίνεσης, μέσων μαζικής ενημέρωσης κλπ.) και οξύνονται στο έπακρο στις ιστορικές περιόδους κρίσης, παρακμής και σήψης κοινωνικό-οικονομικών συστημάτων, σε βαθμό που να προσλαμβάνονται αντεστραμμένα ως γενισιουργός αιτία αυτής της σήψης ( θέση άκρως
μονόπλευρη και αντιιστορική).
Όσο έντονες και αν γίνονται οι τάσεις αυτονόμησης και αυτοαναπαραγωγης και της γραφειοκρατίας, ο σκοπός, το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας της διοίκησης ορίζονται πάντοτε έξω από τη σφαίρα της καθ’ εαυτώ διοίκησης ( προπαντός στην
σφαίρα της διαπλοκής παραγωγικών δυνάμεων*- σχέσεων παραγωγής*), η οποία από τη σκοπιά του κοινωνικού όλου αποτελεί κατ’ εξοχήν μέσο για τους εκάστοτε σκοπούς του. Γι’ αυτό άλλωστε οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή ( πόσο μάλλον ριζικός μετασχηματισμός και απονέκρωση) της διοίκησης
είναι ανέφικτη ιεραρχικά, στα πλαίσια του υφιστάμενου γραφειοκρατικού μηχανισμού.
Στην ιστορία της κοινωνικής σκέψης παρατηρούνται δύο εσωτερικά αλληλένδετες πλην όμως φαινομενικά αλληλοαποκλειόμενες προσεγγίσεις της γραφειοκρατίας: η τεχνοκρατική- εργαλειακή και η μυστικιστική ( δαιμονολογία κλπ.). Κατά τον
Χέγκελ* η γραφειοκρατία συνιστά ενσάρκωση της απόλυτης ιδέας και το κράτος « σκοπό εν εαυτώ». Ο Σεν Σιμόν είναι ο πρώτος που επεσήμανε τον ρόλο της οργάνωσης στην ανάπτυξη της κοινωνίας, θεωρώντας ότι στις οργανώσεις του μέλλοντος η εξουσία δεν θα κληροδοτείται και θα ασκείται από
ανθρώπους με ει δικές γνώσεις. Ο Κ. Μαρξ, ιδιαίτερα στα νεανικά του έργα, ανέδειξε θεωρητικά τις νομοτέλειες- τάσεις που διέπουν την ιεραρχία, εξουσίας- γνώσεις της γραφειοκρατίας και τον καθορισμό σε τελική ανάλυση της τελευταίας από την σφαίρα της παραγωγής. Συστηματική
διαπραγμάτευση της προβληματικής της γραφειοκρατίας βρίσκουμε στον Μ. Βέμπερ* ο οποίος διακρίνει ως θεμελιώδες γνώρισμα της την (τυπικό-λογική) ορθολογικότητά της, την οποία θεωρεί ενσάρκωση της ορθολογικότητας της κεφαλαιοκρατίας. Θεωρεί την γραφειοκρατική οργάνωση καθ’ όλα
προοδευτικό φαινόμενο, χαρακτηριστικό της « νόμιμης εξουσίας» (σε αντιδιαστολή με την «χαρισματική» και την «παραδοσιακή») που επικρατεί λόγω της «καθαρά τεχνικής υπεροχής της απέναντι σε κάθε άλλη μορφή οργάνωσης». Κατά τον Βέμπερ η γραφειοκρατία οργάνωση είναι: α) αποδοτική, λόγω
του αυστηρού καταμερισμού αρμοδιοτήτων που παρέχει την δυνατότητα χρησιμοποίησης υψηλά ειδικευμένων λειτουργών σε ηγητικές θέσεις, β) αυστηρά ιεραρχημένη εξουσία (απαράκαμπτη τυπική ιεραρχική κλίμακα έλεγχο) ,γ) σύστημα γενικών και μόνιμων κανόνων, γενικευμένης εφαρμοσιμότητας,
δ) απρόσωπη και συναισθηματικά ουδέτερη διοικητική δραστηριότητα, οι λειτουργοί της οποίας (αξιωματούχοι) δεν προβάλλουν ως άτομα (ιδιώτες, ιδιοκτήτες κλπ.) αλλά ως φορείς κοινωνικής εξουσίας (ο αποχωρισμός του φορέα της εξουσίας από τα μέσα άσκησης της εξουσίας είναι κατά τον
Βέμπερ ουσιώδες γνώρισμα του σύγχρονου δυτικού κόσμου, παράλληλο με τον αποχωρισμό του φορέα της παραγωγής. Στις μετέπειτα προσεγγίσεις παρατηρείται μια τάση υιοθέτησης πιο ρεαλιστικών μοντέλων της γραφειοκρατίας ως «φυσικού συστήματος» το οποίο εμπεριέχει στοιχεία ορθολογικά
και ανορθολογικά, τυπικά και άτυπα, συναισθηματικά ουδέτερα και προσωπικά κλπ. Εκπρόσωποι αυτής της προσέγγισης είναι οι Ρ. Μάικελεον, Σέλζνικ, Πάρσονς και ο Ρ. Μέρτον ο οποίος εισάγει στην ανάλυση της γραφειοκρατίας την έννοια της δυσλειτουργίας. Ο Α. Γκόουλντνερ διακρίνει δύο
τύπους γραφειοκρατίας: την αντιπροσωπευτική και την αυταρχική. Ο Β. Παρέτο θεωρεί βιολογικού χαρακτήρα την διαίρεση της κοινωνίας σε μία ελίτ ικανή για διοίκηση και στον υπόλοιπο πληθυσμό. Ο Α. Γκράμσι εισάγει την έννοια του οργανικού διανοούμενου ως κρίκου στην ηγεμονία της τάξης.
Ο Τζ. Μπάρναμ θεωρεί τα διευθυντικά στελέχη νέα κρατούσα τάξη, θέση την οποία επαναλαμβάνει ο Μ. Τζίλας αναφορικά με την γραφειοκρατία των σοσιαλιστικών χωρών. Ο Γκ. Λούκατς επισημαίνει τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα της γραφειοκρατίας. Ο Γκαλμπραίηθ υπογραμμίζει ότι πραγματικός
φορέας εξουσίας της σύγχρονης κοινωνίας είναι η τεχνοδομή (τεχνοκρατικό σώμα της γραφειοκρατίας). Ιδιαίτερα έντονη ήταν η προβληματική περί γραφειοκρατίας με την σύγκρουση νεοφιλελευθερισμού-σοσιαλδημοκρατίας αλλά και με την διάλυση- κατάρρευση καθεστώτων που επεχείρησαν την
οικοδόμηση εναλλακτικών της κεφαλαιοκρατίας κοινωνιών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
P. Blau, Bureaucrcy in Modern Society. New york,1956.S.N. Eisenstadt, «Bureaucracy» στο Current Sociology,VII (2), 1958.M.Albrow, Bureaucracy .London, 1970. Nikos Mouzelis,Organization and Bureaucracy. London, 1967. Marx K. KñéôéêÞ της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, Αθήνα, εκδ. Παπαζήση, 1978. Φ.
Ενγκελς. Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους. Σ. Ε. Β.Ι. Λένιν. Κράτος και επανάστασης. Άπαντα ,τ.33. K. Lenk. Πολιτική κοινωνιολογία. Θεσ\κη, Παρατηρητής, 1990. Hegel G.W.F.Grundlinien der Philoslphie des Rechts oder Naturrecht und Staatswissenschaft im Grundrisse. BERLIN, 1981. M. Weber. Βαικές έννοιες κοινωνιολογίας,
Κένταυρος, Αθήνα, 1983. Γ. Ρούση. Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία. Σ. ΕγΑθήνα, 1985. Μ. Djilas. Η Νέα Τάξις, Αθήναι, εκδ. Καμαρινόπουλου, 1970. Γκαλμπραίηθ, Τ.Κ., Το νέο βιομηχανικό κράτος, Αθήνα. Παπαζήσης. Μerton R.,(d.o.) (eds) , Reader in Bureaucracy, Glencoe, 1952.
Δημιουργικότητα
Η πλευρά της σκόπιμης ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία έχει αποτέλεσμα την ανακάλυψη (δημιουργία, επινόηση) κάποιου νέου που δεν υπήρχε κατά το παρελθόν, γεγονός που προσδίδει στην εν λόγω δραστηριότητα χαρακτήρα ανεπανάληπτο,
κοινωνικό-ιστορική πρωτοτυπία και μοναδικότητα.
Υπό την ευρεία έννοια η δημιουργικότητα χαρακτηρίζει και την ενεργό, γόνιμη και απορρέουσα από τις ανάγκες της εποχής αφομοίωση ήδη υπάρχοντος πολιτισμικού πλούτου, αλλά και κάθε δραστηριότητα (εργασιακή, ερευνητική, καλλιτεχνική)
στον βαθμό που αυτή τελειοποιούμενη αποκτά πληρότητα, αρτιότητα, αρμονία κ.λπ. Αφετηρία και βάση της δημιουργικότητας είναι (γενετικά και λειτουργικά) η εργασιακή διαδικασία. Η τελειοποίηση μιας εργασιακής διαδικασίας και η μετάβαση σε άλλη, νέα υψηλότερου βαθμού ανάπτυξης από την
άποψη του ρόλου του ανθρώπου είναι δημιουργία, δημιουργική εργασία εκτελούμενη και σύμφωνα με τους νόμους του ωραίου.
Ο βαθμιαίος καταμερισμός εργασίας οδήγησε στη σχετική αυτονόμηση της δημιουργικής δραστηριότητας, οδηγώντας στην ταύτιση της τελευταίας με τον έναν από τους δύο πόλους της αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας. Στα
πλαίσια αυτής της αντίθεσης η δημιουργικότητα χαρακτηρίζει κατ' εξοχήν τους πλέον προωθημένους τομείς της "επιστήμης" και της "τέχνης" και αντιπαρατίθεται στη μείζονος κλίμακας μονότονη, μηχανική, επαναλαμβανόμενη, ανιαρή κ.λπ. εργασία. Επιπλέον, με το φετιχισμό της
τέχνης και της επιστήμης η δημιουργικότητα ως αλλοτριωμένη και αλλοτριωτική (βλ. αλλοτρίωση) δύναμη προσλαμβάνεται εξωϊστορικά, ανορθολογικά, μυστικιστικά κ.λπ (βλ. τη δαιμονολογική και μεταφυσική αντιπαλότητα επιστημονισμού* - αντιεπιστημονισμού, επιστήμης - τέχνης, τη μεταφυσική
ερμηνεία του ταλέντου κ.λπ).
Η περαιτέρω πορεία της ανθρώπινης δραστηριότητας (εφ' όσον φυσικά αποσοβηθεί ο κίνδυνος αυτοκαταστροφής της ανθρωπότητας) με τη βαθμιαία μεταβίβαση ανιαρών, επαναλαμβανόμενων κ.λπ. λειτουργιών στην αυτενέργεια αυτοματοποιημένου
συστημάτων, αίροντας την αντίφαση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, θα διευρύνει και θα εμβαθύνει τον δημιουργικό χαράκτηρα της ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία δε θα είναι πλέον καθ' εαυτό εργασία, αλλά καθολική πολιτισμική δραστηριότητα (παιδεία), διαρκής τελειοποίηση
των ατομικών και συλλογικών δημιουργικών ικανοτήτων του ανθρώπου μέσω της φυσικής και πνευματικής αγωγής.
Δημιουργικότητα είναι η εκάστοτε βέλτιστη δυνατή συμβολή στη νομοτελειακή αναπτυξιακή διαδικασία στην οποία το υποκείμενο* (άτομο, ομάδα, κοινωνία*) εντάσσει οργανικά τη δραστηριότητα του. Ο αυθεντικά δημιουργικός νεωτερισμός
διαφέρει ριζικά από τη μηδενιστική προς το παρελθόν, επιφανειακή, φορμαλιστική, αυθαίρετη, εκκεντρική και τελικά φθοροποιό αναζήτηση της πάση θυσία "ριζοσπαστικής" τομής, από τον υπερτονισμό της ασυνέχειας* με την εν λόγω διαδικασία που γίνεται αυτοσκοπός. Διαφέρει ριζικά και
από τη μονότονη κομφορμιστική επανάπαυση στα κεκτημένα, από τη μετριότητα, τον μινιμαλισμό και τον συντηρητισμό που επικαλούνται τη βεβαιότητα της συνέχειας, την προσήλωση στην παράδοση κ.λπ. Δημιουργικότητα σημαίνει υπέρβαση των ορίων της εν λόγω διαδικασίας στη βάση των
κεκτημένων της και στην κατεύθυνση των νομοτελειών που διέπουν την ανάπτυξη της, σημαίνει προώθηση της σε ποιοτικά και ουσιαστικά ανώτερο επίπεδο, μέσω της γόνιμης κριτικής αφομοίωσης - διαλεκτικής άρσης* των κεκτημένων της.
Στον αρχαίο φιλοσοφικό στοχασμό η δημιουργικότητα, όπως και κάθε δραστηριότητα, δε μπορεί να υπερβεί το πεπερασμένο και το εφήμερο. Κατά τον Πλάτωνα*, ο άνθρωπος μέσω του Έρωτα επιδιώκει την ανώτερη "έλλογη" θεώρηση του κόσμου. Ο
Αριστοτέλης* αποδίδει τη δημιουργικότητα στο κινούν, στο "ενεργεία ον", στο είδος, το οποίο ωθεί το κινούμενο (το "δυνάμει ον", την "ύλη") προς την "εντελέχεια", προς την πρόσληψη ορισμένης μορφής ("είδους"). Η μεσαιωνική φιλοσοφία εξέταζε τη δημιουργικότητα ως
κατ' εξοχήν θεία βουλητική πράξη. Η αναγεννησιακή φιλοσοφία αναδεικνύει με πάθος τις απεριόριστες δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπου, κυρίως ως καλλιτεχνική δημιουργία. Ο Λέσσινγκ* διέκρινε την αυθεντική δημιουργικότητα από τη μετριότητα της άγονης άρνησης, από την επιθυμία να
κάνεις κάτι" που δεν μοιάζει μ' αυτό που κάνουν οι άλλοι". Ο Καντ* εξετάζει τη δημιουργική δραστηριότητα στα πλαίσια της παραγωγικής ικανότητας της φαντασίας. Κατά τον Σέλλινγκ* και τους ρομαντικούς* η δημιουργικότητα ως επικοινωνία του ανθρώπου με το απόλυτο* χαρακτηρίζει τη
δραστηριότητα του καλλιτέχνη και του φιλοσόφου. Ο Χέγκελ* ανάγει τη δημιουργικότητα στους αναβαθμούς αυτοανάπτυξης της απόλυτης ιδέας* και στον φιλοσοφικό στοχασμό που τους συλλαμβάνει κατατείνοντας στο ιδεώδες της ενότητας -άρσης ηθικότητας, θρησκείας και τέχνης στη φιλοσοφία. Ο
Μαρξ* ανέδειξε το στοιχείο της δημιουργικότητας μέσα από την έρευνα του χαρακτήρα και των τάσεων ανάπτυξης της εργασίας κυρίως στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, προβλέποντας την προοπτική της γενικευμένης δημιουργικής δραστηριότητας του ολόπλευρα αναπτυγμένου
ανθρώπου της αταξικής κοινωνίας.
Στα τέλη του 19ου - αρχές 20ού αϊ. διαδίδονταν ανορθολογικές ερμηνείες της δημιουργικότητας, η οποία αντιπαραβάλλεται στον ταυτιζόμενο με τη μηχανική τεχνική δραστηριότητα ορθολογισμό*. Η φιλοσοφία της ζωής* ανάγει τη δημιουργικότητα
στη μυστικιστική -συγκινησιακή διαίσθηση (Μπερξόν*). Η ψυχανάλυση* εξετάζει τη δημιουργικότητα ως εκδήλωση της ασυνείδητης ενστικτώδους γενετήσιας ορμής του ατόμου (Φρόιντ*). Ο υπαρξισμός* βλέπει τη δημιουργικότητα ως εκστατική ανορθολογική έξοδο της προσωπικότητας από τα όρια του
φυσικού και του κοινωνικού. Η σχολή της Φρανκφούρτης* έβλεπε ως διέξοδο για τη δημιουργικότητα την "αρνητική διαλεκτική" της απόλυτης άρνησης (Αντόρνο*) στα πλαίσια της αντιπαραβολής του "Έρωτα" (ως ψυχαναλυτικά ερμηνευόμενης ενστικτώδους παρόρμησης) στον "Λόγο"* ως
βεμπεριανά εννοούμενη τεχνολογική και γραφειοκρατική ορθολογικότητα (Μαρκούζε*).
Βιβλιογρ.: Guilford J.P., Creativity. Its measurement and development, στο "A source book (or creative thinking", N.Y., 1962.- Scientific creativity, N.Y. - L., 1963.-Barron Fr., Creativity and psychological health, Princeton, 1963.- Douglas J. H., The genius ofeveryman: Discovering creativity.- Marcuse H., Eros and Civilization. Boston. 1955.- Horkheimer M,- Adorno Т., Negative DialektiK, Frankfurt/Main,
1966.- Διεπιστημονική προσέγγιση της επιστημονικής δημιουργίας; Μόσχα,1990.
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση