Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

 


Ευρετήριο 

Αγνωστικισμός ή αγνωσιαρχία

Αγρότες (αγροτιά)

Αιτιοκρατία (ντετερμινισμός)

Αιτιότητα

Αληθινός σοσιαλισμός,

Άλμα

Αλτουσέρ (ΑΙthusser) Λουί

Ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο

Ανάγκες ή ανάγκη

Αναγωγισμός

Aναίρεση (ανασκευή)

Ανθρωποκεντρισμός

Ανθρωπολογισμός

Ανθρωπομορφισμός

Άνθρωπος

Αντανάκλαση

Αντεπανάσταση

Αντίθεση πόλης (άστεως) και υπαίθρου

Αντίθεση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας

Aντικειμενική πραγματικότητα

Αντικειμενικός ιδεαλισμός

Αντικειμενισμός

Αντικείμενο

Αντινομία

Αντίφαση διαλεκτική

Αξία (αξίες)

Απόδειξη

 Άρση

Αστική επανάσταση

Aτομικών διαφορών ψυχολογία

 Άτομο

Αυθεντία

Aυθόρμητο

Αυταπάρνηση

Αυτοκίνηση και αυτοκινησία

Αυτοοργάνωση

Αυτοπροσδιορισμός

Βάγκνερ Ρίχαρντ

Βαζιούλιν Βίκτωρ Αλεξέγιεβιτς

Βάση και εποικοδόμημα

Γνώση

Γνωστική διαδικασία

Γραφειοκρατία

Δημιουργικότητα

Δημοκρατία

Διάκριση

Διαλεκτική κοινωνιολογία

Διαλεκτική λογική

Διάνοια και λόγος

Διανόηση-διανοούμενοι

Διαχρονικότητα και συγχρονικότητα

Δογματισμός και αναθεωρητισμός

Δράση κοινωνική

Δραστηριότητα

Ελίτ θεωρίες

Ελιτίστικη τέχνη

Εμπειρικό και θεωρητικό

Ενατένιση

Eξελικτική επιστημολογία

Eξέλιξη αναδυόμενη

Eξέλιξη

Εξουσία

Εξωτερικό και εσωτερικό

Επανάσταση κοινωνική

Επαναστατική κατάσταση

Επιστήμη της επιστήμης

«Επιστήμη της λογικής»

Επιστημονική εικόνα του κόσμου

Επιστημονικός υλισμός

Eργασία

Ερμηνεία

Ιδεολογικότητα

Ιδιογραφική μέθοδος

Ιδιοκτησία

Iεραρχία

Iκανότητες

Ιστορικό και λογικό

Κάουτσκι Κ.

Καταστασιακή θεώρηση

Κατεστημένο

Κατηγοριακή σκέψη

«Κεφάλαιο»

Κίνημα (κοινωνικό)

Κίνηση

Kοινωνία

Κοινωνικοοικονομική δομή

Κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός

Κοινωνιολογία της γνώσης

Κοινωνιολογισμός

Λένιν Β.Ι.

Λογική της ιστορίας

Λογικισμός

Λογικός θετικισμός

Μαρξ (Marx) Καρλ Χένριχ

Μαρξισμός

Μέρος και όλο

Μέτρο

Νομοτέλεια

Νοοσφαίρα

Ουσία και φαινόμενο

Πεπερασμένο

Πέρασμα των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές

Περιεχόμενο και μορφή

Πλάνη

Πληροφόρηση

Ποιότητα και ποσότητα

Πόλεμος

Πράγμα

Πραγματικότητα

Πρακτική

Πρόβλεψη επιστημονική

Πρόγνωση

Προεκβολή

Σκοπιμότητα

Σκοπός

Στατιστικοί και δυναμικοί νόμοι

Σύγκριση

Συμφέρον κοινωνικό ή υλικό

 Σύνθεση

Τάξεις κατεστημένες ή νομοκατεστημένες ή καταστάσεις,

Τάξεις κοινωνικές - πάλη των τάξεων

Τεχνική

Τεχνοκρατία

Τεχνολογικός ντετερμινισμός

Τεχνοφοβία

Υποκειμενικός παράγοντας στην ιστορία

Υλισμός

Υποκείμενο

Φαινομενικότητα-επίφαση

Φετιχισμός

Φιλοσοφία κοινωνική

Φουκουγιάμα (Fukuyama) Φράνσις

Χειραγώγηση

Χυδαίος υλισμός

Χέγκελ (Hegel) Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ

Κεντρική Σελίδα

ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

Διανόηση, διανοούμενοι (ρωσ. inteligentsia).

Τον όρο εισήγαγε ο ρώσος συγγραφέας Π. Μπομπορίκιν (δεκαετία του 1870) με την έννοια των μορφωμένων, καλλιεργημένων ανθρώπων με πρωτοπόρες ιδέες.

Στη συνέχεια ο όρος αυτός αφορούσε στο "κοινωνικό στρώμα" των ανθρώπων οι οποίοι απασχολούνται επαγγελματικά με πνευματική, διανοητική (κατ' εξοχήν υψηλά ειδικευμένη και σύνθετη) εργασία. Το εν λόγω στρώμα απασχολείται στον τομέα της πνευματικής παραγωγής, της δημιουργίας, ανάπτυξης και διάδοσης πολιτισμικών προϊόντων. Ιστορική προϋπόθεση της διάκρισης και της διεύρυνοης του στρώματος της διανόησης ήταν ο διαχωρισμός της διανοητικής εργασίας (ως πλέον προνομιούχου) από τη φυσική στις ιστορικές βαθμίδες περιπλοκής και εμβάθυνσης του καταμερισμού της εργασίας, η αύξηση της ανάγκης για ευρύτερη και βαθύτερη γνώση της μετασχηματιζόμενης πραγματικότητας και για την προετοιμασία του υποκειμένου της εργασίας. Μη απαρτίζοντας κοινωνική τάξη* κατέχει μια σχετικά σταθερή θέση στην ταξική δομή της κοινωνίας, που απορρέει από την ιδιοτυπία, τη σχετική αυτοτέλεια και τον διαρκώς αναβαθμιζόμενο ρόλο της πνευματικής παραγωγής. Ως διαταξικό κοινωνικό στρώμα η διανόηση παρουσιάζει στο εσωτερικό της μια κάθετη δομή (π.χ. στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία υποδιαιρείται σε προλεταριακή, μικροαστική και αστική).

Η διανόηση εμφανίσθηκε πρωταρχικά κατά τη δουλοκτησία και τη φεουδαρχία (κλήρος κ.λπ.). Ο ρόλος της όμως αναβαθμίσθηκε ποιοτικά, ποσοτικά και ουσιαστικά με την άνοδο της κεφαλαιοκρατίας. Παρά τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα που προσέλαβε η "αντίθεση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας"* στις εκμεταλλευτικές βαθμίδες ανάπτυξης της κοινωνίας, οι εκάστοτε άρχουσες τάξεις δεν κατείχαν απόλυτα το μονοπώλιο της πνευματικής δραστηριότητας. Εφ' όσον η διανόηση δεν καταλαμβάνει αυτοτελή θέση ως προς την (ιδιοκτησιακή κ.λπ.) σχέση της προς τα μέσα παραγωγής, ως προς τη θέση της στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, ως προς τον τρόπο και το ύψος της αμοιβής της, δεν συνιστά τάξη, αλλά διαταξικό κοινωνικό στρώμα, η ισχύς και η σημασία του οποίου αυξάνει στον βαθμό που αναπτύσσεται η εισαγωγή της επιστήμης στην παραγωγή και η αυτοματοποίηση. Ταυτόχρονα βαθαίνει και η κοινωνικο-οικονομική διαφοροποίηση της διανόησης. Μικρό μέρος της (ανώτερα διευθυντικά στελέχη, managers, ανώτερα κρατικά στελέχη κ.λπ.) υπάγονται στην αστική τάξη* και εν μέρει στη μονοπωλιακή αστική τάξη. Η πλειονότητα της διανόησης ανήκει στα ενδιάμεσα στρώματα μισθωτών καθώς και των "ελεύθερων επαγγελμάτων". Ο κύριος όγκος των διανοουμένων ως προς τις συνθήκες εργασίας και την εισοδηματική τους θέση προσεγγίζει την εργατική τάξη* διατηρώντας ωστόσο την κοινωνική ιδιοτυπία του (π.χ. εκπαιδευτικοί).

Ο χαρακτήρας της εργασίας, ο ρόλος, το κύρος κ.λπ. του διανοούμενου (επιστήμονα είτε καλλιτέχνη) κατά την περίοδο της ανόδου της κεφαλαιοκρατίας με την κατ' εξοχήν ατομική συμβολή στην πνευματική παραγωγή, μεταβάλλονται ριζικά με τη σύγχρονη "βιομηχανία" της συνείδησης- μια βιομηχανία θεάματος - ακροάματος και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, που επενεργεί διαμεσολαβητικά στη λειτουργία των κοινωνικο-οικονομικών δομών, στη δυναμική της αγοράς και των (πραγματικών είτε τεχνητών) αναγκών των ανθρώπων, στην επιβολή και εδραίωση ορισμένης ισορροπίας ταξικών και κοινωνικών συσχετισμών, στη "συναινετική" αποδοχή συγκεκριμένων μορφών επικοινωνίας, πολιτικών θεσμών, συμπεριφορών κ.λπ. Η εν λόγω βιομηχανία παραγωγής, αναπαραγωγής και διάδοσης τυποποιημένων και προδιαγεγραμμένων συλλογικών μορφών σκέψης και δράσης επιτελεί ένα γενικευμένο χειραγωγικό έργο (βλ. χειραγώγηση) τόσο επί των υποκειμένων της πνευματικής παραγωγής όσο και επί των καταναλωτών των προϊόντων της, γεγονός που επιφέρει ριζικές αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της πνευματικής παραγωγής. Η διανοητική εργασία αποκτά εδώ τυποποιημένο, απρόσωπο, ανιαρό και κατακερματισμένο χαρακτήρα, που ανάγεται συχνά στη μηχανική αναπαραγωγή ήδη διαθέσιμων "προτύπων" σε μαζική κλίμακα.

Η άρση της αντίφασης διανοητικής και φυσικής εργασίας, με τη γενίκευση της χρήσης ενιαίων αυτοματοποιημένων συστημάτων σε παγκόσμια κλίμακα και τη βαθμιαία μετατροπή της εργασίας σε δημιουργική πνευματική παραγωγή θα εξαλείψει και τη διάκριση της διανόησης ως ιδιαίτερου κοινωνικού στρώματος. Η συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση της διανόησης συνολικά, αλλά και των διαφόρων ανομοιογενών και συχνά αντιφατικών μερών της, αντανακλάται στη νοοτροπία, στην κοσμοθεωρία, στις κοινωνικο-πολιτικές στάσεις και συμπεριφορές των διανοουμένων: από την ενεργό υποστήριξη του κατεστημένου και της άρχουσας τάξης μέχρι την υιοθέτηση ριζοσπαστικών και επαναστατικών στάσεων.

Τους σοφούς, τους διανοούμενους φιλόσοφους, θέτει ο Πλάτων* επικεφαλής της ιδεώδους πολιτείας του. Η παράδοση της αξίωσης της διανόησης για εξορθολογισμό της κοινωνίας κορυφώνεται με τον διαφωτισμό*, ο οποίος ως φιλοσοφική τεκμηρίωση των βλέψεων της ανερχόμενης αστικής τάξης θεμελιώνει τον ριζοσπαστισμό της στον ορθό λόγο*. Ο Χέγκελ*, αλλά και αρκετοί μετέπειτα οπαδοί του(π.χ. ο Frantz C.), εξήρε τις αρετές της κυβερνητικής διανόησης, της κρατικής γραφειοκρατικής μηχανής, στην οποία έβλεπε την ενσάρκωση του "απόλυτου πνεύματος"*.

Ο Κ. Μαρξ* ανέδειξε την ιστορική ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας και τη διάκριση της διανόησης μέσα από αυτήν, επεξεργαζόμενος παράλληλα έναν τρόπο μεθοδολογικής και κοινωνιολογικής ανάλυσης του περιεχομένου των ιδεολογικών κατασκευών της διανόησης. Διέκρινε αυστηρά την ελεύθερη πνευματική δημιουργία από το έργο των ιδεολόγων της άρχουσας τάξης, των "ιδεολογικών συστατικών στοιχείων της κυρίαρχης τάξης".

Οι ναρόντνικοι* (λαϊκιστές) στην τσαρική Ρωσία απέδιδαν στη διανόηση τον ρόλο των λαμπαδηφόρων οι οποίοι είχαν καθήκον να αποσπάσουν τις αδιάφορες μάζες από τον πολιτικό λήθαργο είτε μέσω της προπαγάνδας (narodniki -propagandisty), είτε μέσω της τρομοκρατίας (narodniki buntari). Ήταν γι' αυτούς οι "κριτικά σκεπτόμενες προσωπικότητες" (Λαβρόφ*) που θα οδηγούσαν το λαό στον "ειδικό δρόμο" της Ρωσίας, παρακάμπτοντας την κεφαλαιοκρατία.

Ο Μ. Βέμπερ* έβλεπε την ορθολογική γραφειοκρατία ως κοινωνικό φορέα του προοδευτικού εξορθολογισμού. Κατά τον Μανχάιμ* (Mannheim), ο διανοούμενος, ως "κοινωνιολόγος της γνώσης" και ως "ελεύθερα αιωρούμενη από κοινωνική άποψη διανόηση", μπορεί να αρθεί υπεράνω κάθε ιδεολογικής μεροληπτικότητας, δημιουργώντας μια σύνθεση από την πληθώρα των πολιτικών απόψεων. Ο Παρέτο* έβλεπε μέρος της διανόησης ως συστατικό της ελίτ των ολίγων και εκλεκτών, των ταγών, των ηγετών κ.λπ..., ενώ ο Τ. Ρ. Μιλς* αντέτασσε στην ελίτ της εξουσίας τον ριζοσπαστικό λόγο της διανόησης ως αυτοτελή δύναμη. Κατά τον Ορτέγκα υ Γκασσέτ* μια νέα κάστα ανθρώπων δημιουργείται στη σύγχρονη κοινωνία: ο ειδικός αδαής επιστήμονας ο οποίος θεωρεί τις αυστηρά ειδικευμένες γνώσεις του επαρκείς για να κρίνει επί παντός επιστητού.

Ο Γκράμσι* εισάγει μια διευρυμένη αντίληψη της διανόησης και των σχέσεων της με την ηγεμονία για τη συγκρότηση του κοινωνικού συνόλου ("οργανική διανόηση"), την οποία αντιδιαστέλλει με την "παραδοσιακή διανόηση".. O Φουκώ* (Foucault) εξετάζει τον ρόλο της διανόησης μέσα από το δίπολο "εξουσία -γνώση". Η σχολή της Φρανκφούρτης* επικρίνει τον διαφωτισμό της διανόησης, τον τεχνολογικό - υπολογιστικό της λόγο, ο οποίος εδράζζεται στη φυσική αρχή της κυριαρχίας και της υποταγής.

Στη θεωρία της επιστήμης μέρος της Διανόησης εξετάζεται ως "επιστημονική κοινότητα" που περιλαμβάνει το σύνολο των ειδικευμένων ερευνητών με παρεμφερή κατάρτιση και ενιαία αντίληψη για τους σκοπούς της επιστήμης και τη σχέση της με την κοινωνία (Κουν*, Πόλανι*).ΙΤο πρόβλημα της σχέσης της επιστημονικής και καλλιτεχνικής διανόησης με την οικονομική και πολιτική εξουσία βρίσκεται στο επίκεντρο των περισσότερων τεχνοκρατικών και αντιτεχνοκρατικών αντιλήψεων.

Βιβλιογρ.: Mills Ch. R., White collar. The American middle classes. N. Y.. 1951.- του ίδιου, Power politics and people. N. Y.. 1963.- Bodin L. Les Intellectuels. 2 ed. Paris, 1964.-de Hustar G. В.. The Intellectuals. Glencoe, 1960.- Znaniecki F., The Social Role of the Man of Knowledge, N. Y., 1940.- Πουλαντζάς Ν., Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, θεμέλιο, Αθήνα, 1984.- Γκράμσι Α.. Οι διανοούμενοι. Στοχαστής, Αθήνα. 1972.

Διάνοια και λόγος (γερμ. Verstand - Vernunft).

Φιλοσοφικές - μεθοδολογικές έννοιες οι οποί ες εκφράάζουν δύο πλευρές αλλά και βαθμίδες της ανάπτυξης της ενιαίας, μέσα στη διαδικασία της γνώσης, νόησης. Στα πλαίσια της διάνοιας, οι έννοιες προβάλλουν ως έτοιμες, πάγιες και αμετάβλητες, ενώ στα πλαίσια του λόγου ως αναπτυσσόμενες.

Η διάνοια δεσπόζει αμέσως όσο η γνώση οδεύει από τη χαώδη περί του όλου αντίληψη, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο, από τη ζωντανή εποπτεία προς την αφηρημένη νόηση, ενώ ο λόγος κυριαρχεί κατά την πορεία της γνώσης από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο, από την αφηρημένη νόηση προς την πρακτική. Ωστόσο κάθε βαθμίδα της ενιαίας νοητικής διαδικασίας χαρακτηρίζεται από μιαν ιδιότυπη αντιφατική ενότητα διάνοιας και λόγου.

Όσο η νόηση κινείται από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο, ανατέμνει, αποσπά, αναλύει τα δεδομένα των αισθήσεων, αναδεικνύει κυρίως τις διαφορές μεταξύ αντικειμένων, πλευρών κλπ., δηλαδή μετασχηματίζει την αισθητηριακή γνώση κατ' εξοχήν αρνητικά, σχηματίζοντας ως αποτέλεσμα αυτής της κίνησης αφαιρέσεις - νοητικές μορφές οι οποίες συνιστούν οριακά την άρνηση της αισθητηριακής αμεσότητας που παραμένει το περιεχόμενο τους. Συνεπώς στη διάνοια, ως πρώτη άρνηση της αισθητηριακής αμεσότητας από την νόηση, οι έννοιες (κατηγορίες) προσεγγίζονται ως κατ' εξοχήν αποφατικά διορισμένες προς τον αντίποδα τους και αναγωγικά ταυτιζόμενες με αυτόν, στη βάση της μη μετασχηματισμένης ολοκληρωτικά από τη νόηση αισθητηριακότητας. Το εσωτερικό προβάλλει εδώ ως αμέσως ταυτόσημο με το εξωτερικό (είτε ως άμεση άρνηση του), το ουσιώδες με το επουσιώδες, η αναγκαιότητα με την τυχαιότητα κλπ., ενώ το γενικό εντοπίζεται από τη διάνοια είτε ως άμεση ταύτιση είτε ως ομοιότητα ουσιαστικά αποκομμένων αντικειμένων. πλευρών κλπ. Συνθετικά στοιχεία (εικασίες, υποθέσεις) ενυπάρχουν μεν και στη διάνοια, πλην όμως αναλυτικά διορισμένα με δύο ενιαίες στην αντιφατικότητα τους μορφές: ως εξωτερική συνάφεια ουσιαστικά διάφορων πλευρών, αντικειμένων κλπ. και ως άμεση ταυτότητα στη βάση της παρούσας αισθητηριακής ενότητας (αισθητηριακή σύνθεση* και αναγωγισμός*).

Ο λόγος, που κυριαρχεί κατά την "ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο"*, σε αντιδιαστολή με τη διάνοια, προϋποθέτει τη διερεύνηση της υφής των ίδιων των εννοιών, δη λαδή την ανακλαστική, αναστοχαστική νοητική προσέγγιση της νόησης και κατατείνει στην απεικόνιση της εσωτερικής ενότητας της πολλαπλότητας και της πολυμορφίας του αντικειμένου μέσω της νοητικής σύλληψης της ενότητας των πολλαπλών προσδιορισμών του, μέσω της νοητικής (και όχι αισθητηριακής) σύνθεσης των διακεκριμένων από τη διάνοια πλευρών (αφαιρέσεων, σχέσεων κλπ.). Συνιστά κατ' αυτό τον τρόπο τη δεύτερη άρνηση, την άρνηση της απλής άρνησης των αισθητηριακών δεδομένων από τη νόηση ως διάνοια, δηλαδή την άρνηση της άρνησης της αισθητηριακής αμεσότητας στα πλαίσια της νοητικής διαδικασίας. Στον λόγο η νόηση κατά κάποιο τρόπο επανέρχεται στα αισθητηριακά δεδομένα (απομακρυνόμενη από αυτά), όχι μέσω μιας εποπτικής αμεσότητας και παραστατικότητας, αλλά διαμεσολαβημένα, εμβαθύνοντας διαρκώς στη διάγνωση της ουσίας, του νόμου της εσωτερικής ενότητας των αισθητηριακών δεδομένων, δηλαδή μέσω του νοητά εγνωσμένου συγκεκριμένου, σε μια πορεία κατά την οποία η αντανάκλαση του αντικειμένου γίνεται όλο και πιο διαμεσολαβημένη, όλο και λιγότερο εποπτική, παραστατική και οφθαλμοφανής.

Η μορφή της νόησης στο επίπεδο του λόγου δεν είναι κάτι που σχηματίζεται ως αφαίρεση από το περιεχόμενο, αλλά το ίδιο το μεταβαλλόμενο, το αναπτυσσόμενο (λόγω της εσωτερικής αντιφατικότητας του) περιεχόμενο, δηλαδή η νοητική απεικόνιση της εσωτερικής ενότητας των διαφόρων πλευρών του. Σε αντιδιαστολή με τη βαθμίδα της διάνοιας, όπου ο βαθμός ανάπτυξης των (αφηρημένων) νοητικών μορφών είναι αντιστρόφως ανάλογος του (αισθητηριακού) συγκεκριμένου περιεχομένου, ο βαθμός ανάπτυξης των νοητικών μορφών του λόγου είναι ευθέως ανάλογος του περιεκτικού πλούτου των (νοητά πλέον) συγκεκριμένων προσδιορισμών. Κατ' αυτό τον τρόπο η νόηση ως λόγος, αίροντας διαλεκτικά τη διάνοια, στοχεύει με την ανάπτυξη της στην "πρακτική"*, στη συνειδητοποίηση της καθολικότητας της μετασχηματιστικής δραστηριότητας.

Η διάνοια είναι η πλευρά της νόησης η οποία υπερτερεί στη βαθμίδα του γίγνεσθαι (της γέννησης και διαμόρφωσης) της θεωρητικής γνώσης ορισμένου αντικειμένου, δηλαδή κατά τη διαδικασία νοητικού μετασχηματισμού των αισθητηριακών προϋποθέσεων της, ενώ ο λόγος στην ώριμη βαθμίδα της καθ' εαυτήν ανάπτυξης της θεωρητικής γνώσης, όπου η νόηση αναπτύσσεται πλέον πάνω στη δική της βάση (πάντοτε όμως σε διαμεσολαβημένο συνδυασμό με τις αισθητηριακές προϋποθέσεις και το γίγνεσθαι της).

Η νόηση ως κατ' εξοχήν διάνοια συνιστά το γνωστικό αντικείμενο της "τυπικής λογικής", ενώ ως λόγος της "διαλεκτικής λογικής". Ούτε η διάνοια ούτε και η τυπική λογική δεν αποτελούν καθ' εαυτές τη μεταφυσική ως αντιδιαλεκτική φιλοσοφία. "Μεταφυσική" είναι η άρνηση ακόμα και της δυνατότητας ύπαρξης άλλης νόησης εκτός της διάνοιας, και άλλης λογικής εκτός της τυπικής, μια άρνηση που ανάγεται σε φιλοσοφική και μεθοδολογική αρχή. Μεταφυσική είναι και η άποψη η οποία επικαλούμενη το ακατάληπτο της εν λόγω προβληματικής την χαρακτηρίζει παρωχημένο σχολαστικσιμό κλπ., και απορρίπτει την σημασία της διάκρισης διάνοιας και λόγου αλλά και την (ερμηνευτική, αποδεικτική, προγνωστική κλπ.) σημασία της διαλεκτικής λογικής. Μεταφυσική σφραγίδα φέρει και η "αφ" υψηλού" απόρριψη του αναγκαίου και νομοτελειακού χαρακτήρα της διάνοιας και της τυπικής λογικής. Οι προαναφερθείσες τάσεις βασίζονται στην προσκόλληση σε μια περιορισμένη βαθμίδα συνειδητοποίησης της σχετικής προβληματικής, η οποία απολυτοποιείται και ενισχύεται από ένα ολόκληρο πλέγμα κοινωνικών - πολιτισμικών όρων (π.χ. υποδουλωτικός καταμερισμός της εργασίας, φετιχιστικές αυταπάτες, επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης συνολικά αλλά και του στοχαστή κλπ.).

Η αντιφατική συσχέτιση διάνοιας και λόγου αντανακλάται και στην ιστορία της φιλοσοφίας. Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία ως στοχασμό, κατά κύριο λόγο, επί της άμεσης εποπτείας, της αισθητηριακά συγκεκριμένης νόησης, βρίσκουμε ψήγματα όλων σχεδόν των μετέπειτα προσεγγίσεων της εν λόγω προβληματικής. Ήδη ο Αριστοτέλης* επιχειρεί μια διάκριση των βαθμίδων της νόησης στη γνωστική διαδικασία ("διαλεκτική", "αποδεικτική", "φρόνησις", "διάνοια", "λογισμός" κλπ.). Κατά τους Νικόλαο Κουζάνο και Τζ. Μπρούνο η διάνοια κατέχει την ενδιάμεση μεταξύ αισθητηριακότητας και λόγου (νοημοσύνης) θέση. Ο Σπινόζα διέκρινε τον περιορισμένο χαρακτήρα του ratio (γνώση 2ου γένους) και την entia rationis.

Σαφή διάκριση μεταξύ αισθητικότητας, διάνοιας και λόγου ως βαθμίδων της γνώσης βρίσκουμε στον Ι. Καντ. Διέξοδο από τον πεπερασμένο χαρακτήρα της μορφοποιούσας και ταξινομούσας το αισθητηριακό υλικό διάνοιας συνιστά κατά τον Καντ ο λόγος, ο οποίος όμως - κατατείνοντας στην ανακάλυψη του άπειρου, του "άνευ όρων" και του απόλυτου - εμπλέκεται σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις, στις "αντινομίες". Ο Φίχτε θεωρούσε τη διάνοια παθητική και αδρανή ικανότητα του πνεύματος σε αντιδιαστολή με τον λόγο τον οποίο χαρακτηρίζει "θέτουσα ικανότητα" του απόλυτου "Εγώ". Ο Σέλινγκ επικεντρώνει την προσοχή του στην αισθητική (δημιουργική και φανταστική) πλευρά του λόγου σε αντιδιαστολή με την αναπαραγωγική διάνοια.

Ο Χέγκελ επιχειρεί να απαλλαγεί από την καντιανή απόσπαση της μορφής από το περιεχόμενο της νόησης, των κενών λογικών κατηγοριών από τα εμπειρικά δεδομένα και των τελευταίων από το "πράγμα καθαυτό", παραμένοντας (λόγω του απόλυτου ιδεαλισμού του) δέσμιος της απόσπασης της νόησης από το Είναι. Παραδέχεται την αναγκαιότητα της διάνοιας (υποβάλλοντας την σε εξοντωτική κριτική και ταυτίζοντας την με τη μεταφυσική), για να εκθειάσει την ανωτερότητα του λόγου, μυστικοποιώντας τον ως κατ' εξοχήν πεδίο αυτοανάπτυξης της έννοιας.

Ο Κ. Μαρξ πρώτος εφαρμόζει και αναπτύσσει τη μεθοδολογική προβληματική της συσχέτισης διάνοιας και λόγου (βλ. ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο στο Κεφαλαίο) επαναστατικοποιώντας την οικονομική επιστήμη. Ο Φ. Ένγκελς εξέτασε την εμβέλεια αυτής της προβληματικής κατά τη μελέτη της ιστορίας των φυσικών επιστημών.

Οι ανορθολογικές τάσεις ή απορρίπτουν τη διάκριση μεταξύ διάνοιας και λόγου ή οξύνουν εμφατικά στιγμές της αντιφατικότητας των δύο πλευρών της νόησης, για να υπονομεύσουν τη νόηση εν γένει και τον ορθολογισμό*. Σ' αυτά τα πλαίσια π.χ. ο Σοπενχάουερ* παρουσιάζει τη διάνοια ως λόγο. Τα θετικιστικά ρεύματα απορρίπτουν εκ προοιμίου την όλη προβληματική και ιδιαίτερα τη διαλεκτική νόηση, τον λόγο, ως ψευδοεπιστήμη. Η μεταμοντέρνα «αποδόμηση» με το ανορθολογικό της ιδίωμα, διαλύει όλη την παραπάνω προβληματική στη «διακειμενικότητα», ως ίδιον των «μεγάλων αφηγήσεων», το τέλος των οποίων επαγγέλεται.

Βιβλιογρ.: Καντ Ι., Κριτική του Καθαρού λόγου, εκδ. Πα-παζήση.- του ίδιου: Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, Δωδώνη, Αθήνα 1982.- Hegel G. W., Wissenschaft der Logik, Erstes Buch, "Hegels Werke", Band 5,6, Suhrkamp, Frankfurt a.M. 1969.- G. Lucacs, Die Zerstorung der Vernunft, Berlin und Weimar 1988 - Βαζιούλιν Β.Α., Διάνοια και λόγος στην ανάπτυξη της γνώ σης, στο "Η διαλεκτική της διαδικασίας της γνώσης", Μόσχα 1985.- Δ. Πατέλης, Φιλοσοφική και μεθοδολογική ανάλυση του γίγνεσθαι της οικονομικής επιστήμης, Μόσχα,1991.

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

Webmaster- Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  Δημήτρης

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 06/02/20033