ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Δράση κοινωνική.
Έννοια που εισήγαγε ο Μ. Βέμπερ* για την επισήμανση της απλούστερης μονάδας της κοινωνικής δραστηριότητας* ως ενέργειας που κατευθύνεται στη διευθέτηση διαφόρων βιοτικών προβλημάτων και προσανατολίζεται συνειδητά στην απαντητική
συμπεριφορά άλλου υποκειμένου ("προσδοκία"). Η έμφαση του βεμπεριανού ιδεότυπου της δράσης στο συνειδητό στοιχείο και ο προσδιορισμός της δράσης του ατόμου ως αίτιου της δράσης άλλων ανθρώπων διαφορίζεται από τις θέσεις των le Воn* και G. Tarde* αλλά και από τις θεωρήσεις του
ανθρώπου ως αιτιατού (και όχι ως αιτίου) των κοινωνικών διαδικασιών (Α. Κοντ*, Χ. Σπένσερ*, Ε. Ντυρκαίμ* κ.ά. οπαδοί του κοινωνιολογικού ρεαλισμού). Το "σύστημα" του Τ. Πάρσονς* (μ' όλη την πολυσημία των διατυπώσεων του) προβάλλει ως δίκτυο σχέσεων δρώντων ατόμων, ως δίκτυο "διαντίδρασης"*,
το οποίο μετατρέπει το υποκείμενο της δράσης από ενεργό υποκείμενο ορισμένων κοινωνικών διαδικασιών σε παθητικό αιτιατό μηχανισμών. Ο Α. Τουραίν* συνδέει τη δράση με τη δημιουργία υλικών και μη υλικών αξιών. Η έννοια της δράσης αναπτύσσεται και στο έργο των F. Znaniecki*, R. Μ. Maciver, Η. Ρ. Becker
και J. Habermas*.
Δραστηριότητα (αγγλ. activity).
Φιλοσοφική κατηγορία που επισημαίνει την ιδιότυπα ανθρώπινη συμπεριφορά, την ενεργητική σχέση του ανθρώπου*, ως υποκειμένου*, με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον του. Συνιστά τρόπο ύπαρξης και ανάπτυξης της κοινωνικής
πραγματικότητας, εκδήλωση της κοινωνικής ενεργητικότητας, σκόπιμη αντανάκλαση* και μετασχηματισμό του περιβάλλοντος βάσει της αφομοίωσης και ανάπτυξης των υφιστάμενων μορφών του πολιτισμού*.
Σε αντιδιαστολή με τα ζώα η ενεργητικότητα των οποίων απορρέει από βιολογικά προκαθορισμένο πρόγραμμα (ένστικτο), η ανθρώπινη δραστηριότητα συνιστά άρση* των φυσικών και βιολογικών στοιχείων μέσω των ιστορικά αναπτυσσόμενων στη
βάση αυτών των στοιχείων κοινωνικών και πολιτισμικών όρων. Εκτυλίσσεται ως ενιαία διαδικασία αλλεπάλληλων εξαντικειμενώσεων* και αποαντικειμενώσεων, μεταβάσεων από μορφές εμπράγματης ενσάρκωσης, "αποκρυσταλλωμάτων" της προς αποκωδικοποιήσεις τους, και αντίστροφα.
Η εμφάνιση, διαμόρφωση και ανάπτυξη της εμπράγματης, εργασιακής δραστηριότητος μετασχηματίζει ριζικά τις αναγκαίες και ικανές για τον κοινωνικό άνθρωπο φυσικές (περιβαλλοντικές, βιολογικές κ.λπ.) προϋποθέσεις μετατρέποντας τες σε
όρους της δραστηριότητας. Από αυτή την άποψη η δραστηριότητα συγκροτεί κατά το γίγνεσθαι της ανθρώπινης κοινωνίας το πεδίο της αντιφατικής διαδικασίας βαθμιαίου μετασχηματισμού του κατ' εξοχήν φυσικού σε καθαυτό κοινωνικό. Κατά τις υποτυπώδεις μορφές εργασιακής δραστηριότητας
της πρωτόγονης κοινωνίας, όλες οι πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας συνιστούσαν μιαν άμεση συγκρητική ενότητα, που στη συνέχεια διαρρηγνύεται βαθμιαία, με την εμβάθυνση και διεύρυνση του καταμερισμού της εργασίας*, βαθύτερη έκφραση του οποίου είναι η απόσπαση, η διάκριση της
πνευματικής, διανοητικής, οργανωτικής κ.λπ. δραστηριότητας από την άμεση εμπλοκή στην υλική παραγωγή, από τη χειρωνακτική, φυσική εργασία (βλ. αντίθεση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας).
Ακραία μορφή αντιφατικότητας αποκτά η ανθρώπινη δραστηριότητα επί κεφαλαιοκρατίας, οπότε οξύνεται στο έπακρο η αντίθεση μεταξύ "ζωντανής" και "νεκρής" εργασίας, μεταξύ εργατικής τάξης* και αστικής τάξης*, αποσπώνται,
αυτονομούνται στο έπακρο όλες οι πλευρές, όλοι οι τομείς της δραστηριότητας της κοινωνίας ως ολότητας και προβάλλουν από την άποψη της διαφοράς, της αντίθεσης τους (βλ. βάση και εποικοδόμημα, επιστήμη, ηθική, πολιτική, δίκαιο, αισθητική, θρησκεία, διοίκηση κ.λπ.).
Η άρση αυτών των αντιθέσεων και η ευρείας κλίμακας αυτοματοποίηση της παραγωγής θα αλλάξει και τον χαρακτήρα της διατηρούμενης εργασίας, η οποία θα αποκτά όλο και πιο διαμεσολαβημένη σχέση με το τελικό προϊόν, θα διανοητικοποιείται
και στο στάδιο της ώριμης αυτοματοποίησης δεν θα υπερτερεί πλέον ο αναγκαίος (εργάσιμος) χρόνος αλλά ο ελεύθερος. Οι διαδικασίες αυτές οδηγούν πλέον σε μιαν "ανασύνθεση" των ποικίλων κατακερματισμένων ατομικών, ομαδικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, όχι πλέον στο υποτυπώδες
συγκρητικό επίπεδο της πρωτόγονης δραστηριότητας, αλλά ως ενιαία μέσα στην πολλαπλότητα της δημιουργική δραστηριότητα (βλ. δημιουργικότητα) ως σφαιρική αυτενέργεια ολόπλευρα ανεπτυγμένων προσωπικοτήτων, ως φυσική και πνευματική αγωγή, καλλιέργεια. Αυτά θα συνιστά τον πολιτισμό
ως ολόπλευρη δραστηριότητα και η ενεργητικότητα των προσωπικοτήτων θα εκφράζεται ως ολόπλευρη πολιτισμική δραστηριότητα (βλ. κομμουνισμός).
Σε όλες τις βαθμίδες ανάπτυξης της ανθρωπότητας η δραστηριότητα δεν ανάγεται αποκλειστικά στην εργασία, στην παραγωγική αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη φύση. Ωστόσο η τελευταία, στην ενότητα της με τις σχέσεις παραγωγής,
διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και σε ολόκληρο το φάσμα των μη εργασιακών δραστηριοτήτων. Η εσωτερική διαφοροποίηση της εργασιακής διαδικασίας παρέχει και τη δυνατότητα θεωρητικής εξέτασης των συστατικών στοιχείων κάθε δραστηριότητας στην ενότητα τους: μέσων, αντικείμενου,
σκοπού*, τρόπου και υποκειμένου. Και οι νόμοι της ιστορίας (βλ. νομοτέλεια) υπάρχουν και εκδηλώνονται μόνο μέσω της δραστηριότητας και στη δραστηριότητα των ανθρώπων, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες βαθμίδες της ανάπτυξης αυτής της δραστηριότητας (λόγω του ανταγωνιστικού
καταμερισμού της εργασίας, των ταξικών αντιθέσεων και της αλλοτρίωσης*), η ιστορική νομοτέλεια προβάλλει ως έξωθεν και άνωθεν επιβεβλημένη κυριαρχία ξένων, αλλότριων και εχθρικών προς τους ανθρώπους δυνάμεων.
Στην ιστορία της φιλοσοφίας η έννοια της δραστηριότητας αναδεικνύεται στο προσκήνιο κατά τους νέους χρόνους και ιδιαίτερα από τη γερμανική κλασική φιλοσοφία μαζί με το ιδεώδες του ατόμου ως ορθολογικά σκεπτόμενης προσωπικότητας με
πολύπλευρη δραστηριότητα. Ο Φίχτε* θεωρεί τη δραστηριότητα, την αυτόβουλη ενεργητικότητα του υποκειμένου ("Εγώ") ως δημιουργό του κόσμου (του "μη Εγώ"). Ο Χέγκελ* κορυφώνει την προμαρξική φιλοσοφική αντίληψη περί δραστηριότητας συνειδητοποιώντας τον ρόλο της εργασιακής
δραστηριότητας ως ουσίας, θεμέλιου και πηγής του γίγνεσθαι και της ανάπτυξης του ανθρώπου, εκλαμβάνοντας την αλλοτριωμένη εργασία της εποχής του ως εργασία εν γένει, δηλαδή ταυτίζοντας την αλλοτρίωση με την εξαντικειμένωση*. Στην απόπειρα του για άρση της αλλοτρίωσης οδηγείται
νομοτελειακά στην απόρριψη του εμπραγμάτου εν γένει, στην αναγωγή της δραστηριότητας σε αποκλειστικά θεωρητική δραστηριότητα, σε αυτοανάπτυξη του πνεύματος. Ο Κ. Μαρξ* αντιτάσσει στην ιδεαλιστική αυτενέργεια του πνεύματος και στον ενατενιστικό υλισμό (Φόιερμπαχ*) την "αισθητή
ανθρώπινη δραστηριότητα ως πρακτική", τονίζοντας τη σημασία της "επαναστατικής" και "πρακτικά κριτικής" δραστηριότητας για τη χειραφέτηση της ανθρωπότητας μέσω της χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Η βουλησιαρχική και ανορθολογική παράδοση (Σοπενχάουερ*, Νίτσε*,
Χάρτμαν* κ.ά.) προτάσσει στη θέση της ορθολογικής δραστηριότητας το πάθος, την παρόρμηση και το βίωμα. Σημαντικές πλευρές προμαρξικών αντιλήψεων περί δραστηριότητας απαντώνται σε διάφορες εκδοχές της θεωρίας της κοινωνικής δράσης (Μ. Βέμπερ*, Parsons*, Touraine*, Znaniecki* κ.ά). θεμελιώδη
μεθοδολογικό και ευρετικό ρόλο διαδραματίζει η έννοια της δραστηριότητας στην πολιτισμική - ιστορική κατεύθυνση της σοβιετικής ψυχολογίας (βλ. Σ. Βιγκότσκι*, Σ. Λ. Ρουμπινστάιν, Α. Ν. Λεόντιεφ κ.ά.), (βλ. επίσης: εργασία, πρακτική, άνθρωπος, κοινωνία).
Βιβλιογρ.: Χέγκελ Γκ. Β. Φ., Η φαινομενολογία του πνεύματος, Δωδώνη, Αθήνα - Γιάννινα. 1993.- Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς. Η γερμανική ιδεολογία, τόμ, 1-2, Αθήνα, Gutenberg.- Β. Α. Βαζιούλιν, Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές και ή μεθοδολογία της έρευνας του,
I.E., Αθήνα, 1988,- Α. Λεόντιεφ, Δραστηριότητα, συνείδηση, προσωπικότητα, Αναγνωστίδης, Αθήνα [χ.χ.].
Ελίτ θεωρίες (από το γαλ. elite).
Κοινωνικές και φιλοσοφικές θεωρίες κατά τις οποίες η δομή οποιασδήποτε κοινωνίας απαρτίζεται απαραίτητα: αφ' ενός από την ελίτ (τα ανώτατα προνομιούχα στρώματα τα επιφορτισμένα με τα λειτουργήματα της διοίκησης* και της ανάπτυξης
του πνευματικού πολιτισμού), αφ' ετέρου από την υπόλοιπη μάζα των ανθρώπων. Πρόδρομοι των εν λόγω θεωριών ήταν ο Πλάτων*. ο Καρλάιλ* και ο Νίτσε*, αλλά συγκροντούνται με συστηματική μορφή στις αρχές του 20ού αϊ. από τους Παρέτο*, Μόσκα* και Μίχελς*, παρά το μη μονοσήμαντο των διαφόρων
ορισμών της ελίτ, οι οποίοι επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον δείκτη επιτυχίας (π.χ. Παρέτο), στον πολιτικό-εξουσιαστικό προσανατολισμό (Μόσκα, Ετσιόνι*), στο γόητρο*, στη θέση και τον πλούτο (Ορτέγκα υ Γκασέτ*), στην τυπική - θεσμική εξουσία (Τ. Ντάι), στη δημιουργικότητα (Toynbee Α.) κ.λπ.
Διαδεδομένες προπολεμικά στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, αργότερα επεκτείνουν την επιρροή τους και στις ΗΠΑ. Κύριες εκδοχές τους είναι: η "αξιολογική" (Ορτέγκα), η "μακιαβελική" (Τζ. Μπόρνχεμ) και η "δομικολειτουργική" (Σ. Κέλλερ).
Κοινό στοιχείο και αφετηριακή αρχή τους είναι η απολυτοποίηση των εξουσιαστικών σχέσεων, των σχέσεων κυριαρχίας και υποταγής, και η άρνηση της ιστορικής προόδου, δεδομένου ότι ανάγουν την ιστορία σε κυκλικά εναλλασσόμενες
κυριαρχίες ορισμένων τύπων ελίτ. Απορρίπτουν ως ουτοπικά μυθεύματα τις περί λαϊκής κυριαρχίας ιδέες και θεωρούν θεμελιώδη αρχή της κοινωνικής ζωής την εγγενή και αξεπέραστη ανισότητα. Απόπειρα άμβλυνσης του θεμελιώδους αντιδημοκρατικού και αντιδραστικού χαρακτήρα της εν λόγω
κατεύθυνσης παρατηρείται στα τέλη της δεκαετίας του 1930, και κατά τη δεκαετία του 1940, με απόπειρες να καταστεί συμβατή με αστικές - δημοκρατικές αρχές (Τζ. Σουμπέτερ, Κ. Μανχάιμ*). Έντονες κριτικές απόψεις κατά της "ελίτ της εξουσίας" διατυπώνονται στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1950 (С.
W. Mills*), καθώς και ο "πλουραλιστικός" αντίλογος τους (D. Riesman, D. Bell κ.ά.). Κατά την μετά το 1970 περίοδο αναπτύσσεται πολεμική μεταξύ πλουραλιστικών περί ελίτ απόψεων και "νεοελιτισμού" (Τ. Ντάι, Χ. Τσάιγκλερ).
Από κοινωνικής - ταξικής πλευράς, οι θεωρίες των ελίτ εκπροσωπούν τη μονόπλευρη και εξωιστορική θεώρηση των ανταγωνιστικών και εκμεταλλευτικών βαθμίδων ανάπτυξης της κοινωνίας και των αντίστοιχων σταδίων της "αντίθεσης
χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας"*, από την οπτική των συμφερόντων της εκάστοτε άρχουσας μειοψηφίας (ομάδας, τάξης). Οι διάφορες επισημάνσεις της εν λόγω μονόπλευρης οπτικής αναγορεύονται σε γενικούς κανόνες που διέπουν δήθεν τη "φύση του ανθρώπου" αλλά και τις
τεχνοκρατικά εννοούμενες απαιτήσεις της περίπλοκης παραγωγής.
Βιβλιογρ.: Pareto V., Traftato di sociologia generate, Milano. 196i, vol. 1-2.- Mosca G., Elementi di scienza politics, Milano, 1953.- Michels R.. Antologia di scritti socioiogici, Bologna, 1980.- Bottomore Т. В., Elites and society, Middlessex, 1966.- Field G. L. - Higley J., Elitism. London,1980.
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση