ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Ελιτίστικη τέχνη.
Τέχνη η οποία, κατά τους δημιουργούς της, προσανατολίζεται σε ολιγάριθμη ομάδα ανθρώπων, που διαθέτουν ειδικές καλλιτεχνικές ευαισθησίες, λόγω των οποίων πρέπει να εκτιμώνται ως το εκλεκτότερο μέρος της κοινωνίας, η ελίτ. Οι τάσεις
αυτές διαδόθηκαν ιδιαίτερα κατά τον 20ό αϊ. στα πλαίσια της τέχνης του αβανγκάρντ και του μοντερνισμού. Οι φιλοσοφικές τους καταβολές συνδέονται με το έργο των Σοπενάουερ* και Νίτσε*, ωστόσο στη συνέχεια τροποποιήθηκαν υπό την επίδραση του νεοκαντιανισμού*, του Χούσσερλ* και του
Ορτέγκα υ Γκασέτ*. Υπήρξαν και απόπειρες σύνδεσης της ελιτίστικης τέχνης με ορισμένου τύπου αριστερό ριζοσπαστισμό (Αντόρνο*, Μαρκούζε* κ.ά.). Κατά κανόνα οι εκάστοτε ελιτίστικες κατευθύνσεις της τέχνης και της αισθητικής αποδεικνύονται προσωρινές και παροδικές μορφές αισθητικής
αυτοεπιβεβαίωσης ορισμένων (κοινωνικών, ηλικιακών κ.λπ.) ομάδων και μετατρέπονται (ως μόδα) σε προϊόντα μαζικής "κατανάλωσης".
Εμπειρικό και θεωρητικό.
Έννοιες της θεωρίας της γνώσης που εκφράζουν την ποιοτική και ουσιώδη ιδιομορφία δύο βαθμίδων ή επιπέδων της ενιαίας μέσα στην αντιφατικότητα της γνωστικής διαδικασίας* και της γνώσης*. Το εμπειρικό χαρακτηρίζει την έρευνα που
εδράζεται κυρίως στην εμπειρία*, στην κατ' αίσθηση αντίληψη*, στην άμεση ζωντανή εποπτεία και στα δεδομένα της παρατήρησης και του πειράματος. Οι γνώσεις που αποκομίζει η εμπειρική έρευνα προβάλλουν ως κατ' εξοχήν περιγραφή, ως συνόψιση της άμεσα αποκομιζόμενης πείρας, ως
αισθητηριακή εγκυρότητα και ως συγχωνευμένη ενότητα παραστάσεων, στις οποίες προσλαμβάνεται κατά κύριο λόγο η ποιοτική πλευρά της ποικιλομορφίας του αισθητηριακά αντιληπτού όλου, του αισθητηριακά συγκεκριμένου. Το εμπειρικό αποτελεί την αφετηρία της γνωστικής διαδικασίας στην
κίνηση της από τη χαώδη περί του αντικειμένου της αντίληψη προς την ανάλυση, τις συγκρίσεις, τις ταξινομήσεις, προς όλο και απλούστερους προσδιορισμούς. Το θεωρητικό εκφράζει τη βαθμίδα της γνωστικής διαδικασίας κατά την οποία η έρευνα περνά σε διαφόρων τύπων συστηματικές
προσεγγίσεις του γνωστικού αντικειμένου, με σκοπό τη συγκρότηση τελικά συστηματικής θεωρίας*, στην οποία νοητά πλέον αναπαρίστανται η ουσία, οι νόμοι, οι νομοτέλειες, η εσωτερική ενότητα των εμπειρικών δεδομένων.
Η βαθμιαία μετάβαση από το εμπειρικό προς διαφόρων επιπέδων θεωρητικές - εννοιολογικές συλλήψεις πραγματοποιείται μέσω της "ανάβασης* από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο", μέσω της κίνησης της νόησης από τη διάνοια στον λόγο (βλ.
διάνοια και λόγος). Η θεωρητική εμβάθυνση της έρευνας συνδέεται με τη νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων, με την παραγωγή όλο και πιο νοητά - εννοιολογικά διαμεσολαβημένων, λιγότερο εποπτικών, παραστατικών και οφθαλμοφανών γνώσεων. Η διάνοια ως πρώτη άρνηση, συνιστά το
γίγνεσθαι (την εμφάνιση και διαμόρφωση) του θεωρητικού, την αρχική διαδικασία νοητικού μετασχηματισμού των εμπειρικών προϋποθέσεων της θεωρητικής γνώσης. Στα πλαίσια της διάνοιας ως πρώτης άρνησης* της αισθητηριακής αμεσότητας του εμπειρικού από τη νόηση, συγκροτούνται
θεωρητικές συλλήψεις, έννοιες, κατηγοριοποιήσεις κ.λπ. στις οποίες νοητικές κατασκευές και αισθητηριακή αμεσότητα, θεωρητικό και εμπειρικό, προβάλλουν ως αλληλοαποκλειόμενοι πόλοι αντίθεσης*. Ο λόγος συνιστά την ώριμη βαθμίδα ανάπτυξης της καθαυτής θεωρητικής γνώσης. Εδώ η νόηση
αναπτύσσεται στη δική της βάση σε συνδυασμό με τις εμπειρικές προϋποθέσεις της και το γίγνεσθαι της, μέσω της αναστοχαστικής νοητικής (θεωρητικής) επεξεργασίας όχι μόνο του εμπειρικού αντικειμένου αλλά και της ίδιας της νόησης. Συνιστά συνεπώς τη δεύτερη άρνηση, την άρνηση της
απλής άρνησης του εμπειρικού από τις θεωρητικές συλλήψεις της διάνοιας, επανερχόμενη -κατά κάποιο τρόπο- στο αφετηριακό εμπειιρι κό, μέσω του νοητά εγνωσμένου συγκεκριμένου, το οποίο παρέχει πλέον στο υποκείμενο θεωρητικά τεκμηριωμένη διέξοδο στην πρακτική δραστηριότητα*.
Το θεωρητικό ως διάγνωση της ουσίας, του εσωτερικού κ.λπ. εκφράζει επίπεδο και στάση του υποκειμένου προς το αντικείμενο από την άποψη του πρακτικού μετασχηματισμού του, σε αντιδιαστολή με το εμπειρικό, το οποίο συνδέεται με
αντιμετώπιση της πραγματικότητας κατ' εξοχήν ως δεδομένης και αμετάβλητης, ως "είναι ως έχει". Το θεωρητικό ως ανεπτυγμένη νοητική διαδικασία, ως διαμορφωμένη νόηση του κοινωνικού ανθρώπου είναι: αφ' ενός μεν απεικόνιση (νοητική, διαμεσολαβημένη ανασύσταση) του εσωτερικού, του
ουσιώδους των διαδικασιών, των αντικειμένων και των φαινομένων προς τα οποία κατευθύνεται το γνωστικό υποκείμενο, αφ' ετέρου δε νόηση περί της νόησης, θεωρία περί των μέσων και των τρόπων νοητικής (θεωρητικής) γνώσης.
Η βαθμιαία απόσπαση της γνωστικής διαδικασίας από την άμεση πρακτική συνοδεύεται και από μια κλιμακούμενη διαφοροποίηση εμπειρικού και θεωρητικού στα πλαίσια των διαβαθμίσεων που παρουσιάζει η αντίθεση χειρωνακτικής και
πνευματικής εργασίας* στην ιστορία, μια διαφοροποίηση η οποία σε συνθήκες υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας* προβάλλει ως αντίθεση ανυπέρβλητη και μεταφυσική. Η εξάλειψη των κοινωνικών αιτίων του παραπάνω φαινομένου θα οδηγήσει στην κατ' εξοχήν συνθετική και εσωτερικά ενιαία
επιστήμη της ώριμης κοινωνίας*, στα πλαίσια της οποίας εμπειρικό και θεωρητικό θα συνυπάρχουν ως αλληλένδετες διαφορετικές στιγμές.
Η αντιδιαλεκτική απολυτοποίηση του εμπειρικού σε αντιδιαστολή με το θεωρητικό συνδέεται με τα φιλοσοφικά ρεύματα του εμπειρισμού* και της αισθησιαρχίας*. Η εξ ίσου αντιδιαλεκτική απολυτοποίηση του θεωρητικού σε αντιδιαστολή με το
εμπειρικό διαπερνά τις κατευθύνσεις του ιδεαλιστικού ορθολογισμού*.
Bιβλιογραφία: Μαρξ Κ., Grundrisse, "Εισαγωγή", τόμ. Α', Στοχαστής. Αθήνα. 1989.- Φ. Ενγκελς, Διαλεκτική της φύσης Σ.Ε.. Αθήνα. 1984.- Λένιν Β. Ι., Φιλοσοφικά τετράδια. Άπαντα, τομ. 29. Σ.Ε.. Αθήνα.- Σβιριόφ Β. Σ.. Εμπειρίκο και θεωρητικό στην επιστημονική
γνωστική διαδικασία. Μόσχα, 1978.- Ε. Β. Ιλιένκοφ. Διαλεκτική λογική. Gutenberg, Αθήνα, 1983.- Β. Α. Βαζιούλιν. Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές και η μεθοδολογία της έρευνας του, Σ,Ε.. Αθήνα. 1988.- Δ. Πατέλής, Φιλοσοφική και μεθοδολογική ανάλυση του γίγνεσθαι της οικονομικής επιστήμης. Μόσχα, 1991,- Ε.
Μπιτσάκη. θεωρία και πράξη. Gutenberg, Αθήνα. 1983.
Ενατένιση.
Κατ' αρχήν, η προσήλωση του βλέμματος σε κάτι, η ατενής παρατήρηση. Στη φιλοσοφία, όρος που αντανακλά την αισθητηριακή βαθμίδα της "γνωστικής διαδικασίας"* και κατά την ιδεαλιστική παράδοση συνδέεται με την έννοια της ενόρασης*.
Κατά τον Πλάτωνα*, είναι η μέσω του νου ανάμνηση των απρόσιτων στις αισθήσεις ιδεών, η θέαση των τελευταίων ως προϋπαρχουσών αυθυπόστατων, αυλών και αμεταβλήτων ουσιών. Κατά τον Καντ*. η ενατένιση διαφέρει από την αίσθηση και τη νόηση και συνιστά παράσταση περί του ενικού
αντικειμένου, υποκείμενη σε περαιτέρω κατηγοριακή διεργασία. Ο Σοπενάουερ* αποδίδει στην ενατένιση μη συνειδητοποιούμενο διανοητικό περιεχόμενο πρωτεύουσας, έναντι της έννοιας, σημασίας. Ιδιότυπο ενατενιστικό χαρακτήρα έχει και η φαινομενολογική κατεύθυνση (βλ. Χουσσερλ) ως
φιλοσοφία του συνειδέναι υπό το πρίσμα της αποβλεπτικότητας (intentionalitat). Η ενατενιστικότητα, γενικά, χαρακτηρίζει τις φιλοσοφίες που περιορίζονται στην απλή θέαση, στην παρατήρηση, στην αδρανή τοποθέτηση του υποκειμένου, στάση που εν πολλοίς προσιδιάζει στα προμαρξικά υλιστικά
ρεύματα και τους επιγόνους τους (βλ. π.χ. πολλές οικολογικές, ρομαντικές απόψεις). Με αυτή την έννοια χαρακτηρίζει τη μία από τις δύο κλασικές και τυπικές μέχρι σήμερα φιλοσοφικές τοποθετήσεις της αστικής σκέψης απέναντι στο πρόβλημα της συσχέτισης (γνωστικού και πρακτικού)
υποκειμένου* - αντικειμένου* (βλ. αντικειμενισμός). Στον αντίποδα της βρίσκεται η ενεργός. χρησιμοθηρική, χειραγωγική (ληστρική, εκμεταλλευτική κ.λπ.) τοποθέτηση, που απολυτοποιεί τον ρόλο του υποκειμένου αντιμετωπίζοντας το αντικείμενο ως αποκλειστικά παθητικό, «υλικό», αδρανές κ.λπ.
Στη μαρξιστική παράδοση το εκάστοτε ιστορικό υποκείμενο δεν περιορίζεται στην παθητική ενατένιση, αλλά ούτε και στο χειραγωγικό ακτιβισμό. Η άρση αυτής της αντίφασης επιτυγχάνεται μέσω της διαλεκτικά αναπτυσσόμενης γνώσης* στην οργανική συνάφεια της με την πρακτική*
μετασχηματιστική δραστηριότητα* (βλ. επίσης: θεωρία της γνώσης, εμπειρικό και θεωρητικό, διαλεκτική).
Eξελικτική επιστημολογία.
Κατεύθυνση της επιστημολογίας* η οποία εξετάζει τη γνωστική διαδικασία* ως στιγμή της εξέλιξης της ζωντανής φύσης και ως προϊόν της, "Γενετική" θεωρία της γνώσης, η οποία προσπαθεί να αποκαλύψει όμοια γνωρίσματα στη γνωστική
ενεργητικότητα ζώων και ανθρώπου, αλλά και καθολικούς μηχανισμούς ανάπτυξης της γνώσης ως διαδικασίας προώθησης νεωτερισμών και περαιτέρω διαλογής τους. Κύριοι εκπρόσωποι είναι οι: D. Τ. Campbell, Πόππερ* και Κ. Λόρεντς (Lorenz), οι οποίοι θεωρούν προγενέστερους ομοϊδεάτες τους τους: Τζέιμς*,
Μαχ* και Μπερξόν*.
Βιβλιογρ.: Campbell D. Т., Evolutionary Epistemology. στο 'The Philosophy of Carl Popper", 1, La Salle. 1974.
Eξέλιξη αναδυόμενη (αγγλ. emergent evolution, από το λατ. emergere).
Ιδεαλιστική και εν πολλοίς μεταφυσική αντίληψη περί της ανάπτυξης, η οποία διαδόθηκε στην αγγλο-αμερικανική φιλοσοφία των αρχών του 20ού αϊ. μεταξύ ορισμένων εκπροσώπων του νεορεαλισμού' (S. Alexander, C. Lloyd Morgan και С. D. Broad). Κατά την
αντίληψη .αυτή διακρίνονται δύο τύποι αλλαγών: οι ποσοτικές ("προκύπτουσες") και οι ποιοτικές ("αναδυόμενες"), ως ποιοτικά άλματα κατά την εμφάνιση ενός νέου επιπέδου του Είναι. Οι τελευταίες αποσπώνται από τις πρώτες και απολυτοποιούνται. Κατά τον Αλεξάντερ η αλληλουχία
της εξέλιξης του σύμπαντος έχει ως εξής: χώρος - χρόνος - ύλη - ζωή - πνεύμα - θεότητα. Οι απόψεις αυτές συνδέονται με τη διαπραγμάτευση του προβλήματος της φιλοσοφικής θεμελίωσης του δαρβινισμού* ως απόπειρα συμβιβασμού μεταξύ των αντίθετων αρχών του μηχανικισμού* και του βιταλισμού*.
Άλλοι εκπρόσωποι αυτής της αντίληψης (Α. Ν. Whitehead* και Teilhard de Chardin*) υιοθετούν ρητά ιδεαλιστικές απόψεις συνδεόμενες με την εμμονοκρατική θεολογία και τον χριστιανικό εξελικτισμό* (βλ. επίσης: Αλεξάντερ, Ουάιτχεντ, Τειγιάρ ντε Σαρ-ντέν).
Βιβλιογρ.: Sellars R. W., The Principles and problems of philosophy, New York, 1926.- Alexander S., Philosophical and Literary Pieces, London. 1939.- του ίδιου: Space,Time and Deity, London. 1927.- Morgan C, L., Emergent Evolution, London, 1927.
Eξέλιξη (αγγλ. evolution).
Με την ευρεία έννοια, είναι η νομοτελειακή ποιοτική αλλαγή ιδεατών και υλικών αντικειμένων που χαρακτηρίζεται ως αναντιστρεπτή (μη ανάστροφη) και κατευθυνόμενη, είναι δηλαδή συνώνυμη της ανάπτυξης*. Με τη στενή έννοια, ο όρος
επισημαίνει (μαζί με τον όρο επανάσταση*) ορισμένες πλευρές της διαδικασίας της ανάπτυξης, ορισμένου τύπου και μορφής ανάπτυξης που χαρακτηρίζεται κατ' εξοχήν από συνεχείς αλλαγές (βλ. ασυνέχεια και συνέχεια*), από βαθμιαίες μεταβολές ως προς τους ποσοτικούς προσδιορισμούς και τη
μορφή της εν λόγω διαδικασίας, στα πλαίσια ορισμένων ποιοτικών και ουσιωδών χαρακτηριστικών της. Με αυτή την έννοια, ο όρος επισημαίνει μεν αλλαγές του αντικειμένου χωρίς ωστόσο να αναδεικνύει την ασυνέχεια, την αντιφατικότητα (βλ. αντίφαση διαλεκτική), τα άλματα (βλ. άλμα) και τους
νόμους της διαλεκτικής (μετάβαση από ποσοτικές αλλαγές σε ποιοτικές, ενότητα και πάλη των αντιθέτων, άρνησης της άρνησης νόμος*), που διέπουν τα περίπλοκα αναπτυσσόμενα συστήματα (οργανικό όλο).
Κατ' αυτό τον τρόπο ο όρος εξέλιξη χαρακτηρίζει:
1. αλλαγές αντικειμένων ο χαρακτήρας, οι ρυθμοί και το επίπεδο συγκρότησης και ανάπτυξης των οποίων δεν επιτρέπει στο γνωστικό υποκείμενο* (ατομικό ή συλλογικό) να συναγάγει πορίσματα αναφορικά με άλλου τύπου και μορφής ανάπτυξη (ασυνέχεια,
άλματα, ποιοτικές και ουσιώδεις μεταβολές, αντιφατικότητα κ.λπ.)·
2. τις πλευρές, τις πτυχές και τα χαρακτηριστικά εκείνα της ανάπτυξης που είναι σε θέση να επισημάνει η προδιαλεκτική νόηση, η διάνοια (βλ. διάνοια και λόγος), ακόμα και σε αναπτυσσόμενα συστήματα που συνιστούν οργανικό όλο. Ο συνδυασμός
των δύο παραπάνω περιπτώσεων, που μετατρέπεται σε μακροχρόνια παράδοση, σε κοσμοαντίληψη, ενισχυόμενη από συγκεκριμένες ιστορικά ιδεολογικές μορφές της κοινωνικής συνείδησης, εκφράζεται φιλοσοφικά στο ρεύμα του εξελικτισμού*. Κατά τον τελευταίο (από την εποχή της Αναγέννησης
μέχρι τον σύγχρονο θετικισμό*), η περί εξέλιξης αντίληψη ως γραμμική πρόοδος (μεγέθυνση, αύξηση), ως βραδεία διαδοχική μεταβολή ποσοτήτων, μορφών και καταστάσεων, απολυτοποιείται και ανάγεται σε μεταφυσική φιλοσοφική αρχή. Η αρχή αυτή διαδραμάτισε θετικό ρόλο κατά τη σύγκρουση με τη
φεουδαρχική ιδεολογία, ως αντίθεση στα περί θείας δημιουργίας και περί "εκ του μη όντος γένεση" δόγματα και έδωσε ώθηση στην επιστημονική έρευνα (βιολογία, παλαιοντολογία, γεωλογία, κοινωνική ανθρωπολογία, εθνογραφία κ.λπ.). Μάλιστα πολλές από τις έννοιες της εξελικτικής
βιολογίας ("πάλη για επιβίωση", "ανταγωνισμός", "προσαρμογή" κ.λπ.) αναπτύχθηκαν στη βάση κοινωνικών προτύπων (π.χ. από την . αντίληψη της κεφαλαιοκρατίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, του "laissez faire").
Ωστόσο η μεταφυσική προσκόλληση σ' αυτή την αρχή αναφορικά με την κοινωνία οδηγεί σε διάφορες μορφές αναγωγισμού* (κοινωνικός δαρβινισμός*. φυλετισμός, ρατσισμός*), σε απολογητικές και αντιιστορικές θεωρήσεις του παρόντος της
κοινωνίας, οι οποίες θεωρούν την πορεία της κοινωνίας ως αυτόματη, αγνοώντας τη διαλεκτική αλληλεπίδραση ποικίλων διαδικασιών. μεταξύ των οποίων αποφασιστική σημασία έχει η σκόπιμη δραστηριότητα των ανθρώπων ως υποκειμένων βασιζόμενων στη γνώση των αντικειμενικών νόμων της
ιστορίας (βλ. επίσης: επανάσταση, επανάσταση κοινωνική. διαλεκτική, ιστορικός υλισμός, Δαρβίνος, Σπενσερ. Κοντ. Μαρξ, δογματισμός και αναθεωρητισμός).
Βιβλίογρ.: Spenser H.. Principles of sociology. London, '893,- Hallpike С. Р.. τhe principles of social evolution, Oxford. 1986.- A. Oparin. Η προέλευση της ζωής. Μάθηση. Αθήνα. 1956.- J. D. Bernai, Η επιστήμη στην Ιστορία. 4 τ., εκδ. Ι, Ζαχαρόπουλου. Αθήνα χ.χ.
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση