ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Επιστήμη της επιστήμης (αγγλ. Science of Science)
Ερευνητικό πεδίο το οποίο εξετάζει διεπιστημονικά τις νομοτέλειες εμφάνισης, διαμόρφωσης και ανάπτυξης της επιστήμης*. Η τελευταία θεωρείται ως ιδιότυπη ανθρώπινη δραστηριότητα, ως σύστημα γνώσεων, ως σύστημα "παραγωγής"
γνώσεων, ως μορφή κοινωνικής συνείδησης (ιδιαίτερα στις κοινωνικές επιστήμες), ως διαχρονικό και συγχρονικό πεδίο επικοινωνίας και κοινωνικών σχέσεων, ως κοινωνικός θεσμός κ.λπ. Αυτός ο διεπιστημονικός συνδυασμός ερευνών της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της οικονομίας, της
λογικής, της φιλοσοφίας, της μεθοδολογίας, της ψυχολογίας της επιστήμης, της επιστημομετρίας κ.λπ. έχει μακροχρόνια ιστορία και αποσκοπεί στην επεξεργασία μιας θεωρητικής αντίληψης περί επιστήμης, στον προσδιορισμό της βέλτιστης εφικτής συμμετοχής της στην ανάπτυξη της κοινωνίας
μέσω της βέλτιστης ορθολογικής, σκόπιμης και δημιουργικής παρέμβασης στις διαδικασίες ανάπτυξης της, σε συνδυασμό με τις βαθύτερες ανάγκκες και προοπτικές της ανθρωπότητας.
Βιβλιογρ.: Βολκόφ Γκ. Ν., Πηγές και ορίζοντες της προόδου, Μόσχα, 1976.- J. D. Bernal, Η επιστήμη στην ιστορία, 4 τ.τ., έκδ. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα, χ.χ.- Οι επιστήμες στην Κοινωνία (ομάδα διεπιστημονικής έρευνας), Gutenberg, Αθήνα, 1988.- Kuhn T. S. The structure of scientific
revolutions, Chicago, 19702.- Δ, Πατέλης, Φιλοσοφική και μεθοδολογική ανάλυση του γίγνεσθαι της οικονομικής επιστήμης, Μόσχα, 1991.
"Επιστήμη της λογικής"
ή Μεγάλη λογική (Wissenschaft der Logik, 1812-16). Το θεμελιώδες φιλοσοφικό έργο του Χέγκελ*, όπου εκθέτει τη διαλεκτική μέθοδο του υπό το πρίσμα της διαλεκτικής λογικής*, στην οποία ανάγει όλη τη θεωρία της γνώσης* και την "οντολογία"* σύμφωνα με
την αρχή της ταύτισης "νόησης"* και "Είναι"*, της αναγωγής δηλαδή της ύλης, του Είναι, στη νόηση, στη βάση της απόσπασης της νόησης από την ύλη. Κατ' αυτό τον τρόπο η υλική πραγματικότητα εξετάζεται εδώ ως αλλοτριωμένη συνείδηση, νόηση, ως απλή φαινομενικότητα, η οποία αίρεται
στην απόλυτη ιδέα. Το έργο αυτό αποτελεί την πρώτη απόπειρα, στην ιστορία της επιστήμης, εκτεταμένης και συστηματικής διερεύνησης της καθολικής, αναγκαίας και εσωτερικής συνάφειας της διαλεκτικής λογικής. Διέπεται από μιαν εσωτερική αντιφατικότητα: αφ' ενός μεν επιχειρεί την
αποκάλυψη της συνάφειας των κατηγοριών, της συσχετικότητας, των αμοιβαίων μεταβάσεων, της κίνησης και της ανάπτυξης τους, αφ' ετέρου δε εκλαμβάνει τις λογικές κατηγορίες ως εξ υπαρχής δεδομένες, εξωιστορικές και, συνεπώς, ακίνητες και αμετάβλητες. Ο εν λόγω αντιιστορισμός
αντανακλάται και στην τελεολογική ερμηνεία της ιστορίας της νόησης ως μονόδρομου προς την απολυτοποιημένη και υποστασιοποιημένη νόηση της εποχής του φιλόσοφου. Οι συγκεκριμένες επιστήμες προβάλλουν αντεστραμμένα ως απλές ενσαρκώσεις διαφόρων λογικών κατηγοριών, ανίκανες να
οδηγήσουν σε περαιτέρω ανάπτυξη της νόησης και σε αποκάλυψη νέων κατηγοριών. Η "Επιστήμη της λογικής" αποτελεί σημαντικό και ιστορικά αναγκαίο σταθμό στην ιστορία της φιλοσοφίας ως ιδιότυπη φιλοσοφική αναπαραγωγή με καθολική μορφή ορισμένου σταδίου της κυριαρχίας αυθόρμητων
και αλλοτριωμένων κοινωνικών δυνάμεων, και μάλιστα από την οπτική ανθρώπων που είναι δέσμιοι των τελευταίων και αδυνατούν να διακρίνουν τους όρους υπέρβασης αυτής της κατάστασης (δεδομένου ότι ακόμα δεν έχουν ανακύψει). Αντανακλά συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης της φιλοσοφίας (αγγλ.
εμπειρισμός, Καντ, Φίχτε, Σπινόζα) και των επιστημών (μετάβαση στο θεωρητικό στάδιο), ιδιαίτερα της πολιτικής οικονομίας. Η Επιστήμη της Λογικής αποτελείται από τρία μέρη - ομάδες κατηγοριών: α) "Η διδασκαλία περί του Είναι" (Ποιότητα - Είναι, προσδιορισμένο - Είναι, Δι' εαυτό - Είναι),
Ποσότητα [καθαρή ποσότητα, ποσόν, βαθμός, (έκτατο μέγεθος)]. Μέτρο (ειδικό ποσόν, πραγματικό μέτρο, γίγνεσθαι της ουσίας), β) "Η διδασκαλία περί της Ουσίας": Φαινομενικότητα, Ταυτότητα, Διάκριση (απόλυτη διάκριση, διαφορά, αντίθεση), Αντίφαση, θεμέλιο [απόλυτο θεμέλιο (μορφή και ουσία,
μορφή και ύλη, μορφή και περιεχόμενο)], Προσδιορισμένο θεμέλιο, Όρος, Φαινόμενο (ύπαρξη, φαινόμενο, ουσιώδης σχέση), Πραγματικότητα (απόλυτο, πραγματικότητα, απόλυτη σχέση), γ) Η "διδασκαλία περί της Έννοιας" (υποκειμενική λογική, σε αντιδιαστολή με την προηγούμενη αντικειμενική)
περιλαμβάνει: την Υποκειμενικότητα (Έννοια, Κρίση, Συλλογισμός), την Αντικειμενικότητα (Μηχανισμός, Χημισμός, Τελεολογία) και την Ιδέα (ζωή, γνωρίζειν, απόλυτη ιδέα). Παρά τις προαναφερθείσες αδυναμίες, αντιφάσεις και σχηματοποιήσεις του Χέγκελ, η Επιστήμη της Λογικής παραμένει ένα
μνημειώδες έργο του φιλοσοφικού στοχασμού, χωρίς την πλήρη αφομοίωση του οποίου είναι ανέφικτη η περαιτέρω ανάπτυξη της διαλεκτικής λογικής. Άσκησε ιδιαίτερη επίδραση στη μεθοδολογία επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ* και του Β. Ι. Λένιν* (βλ. Κεφάλαιο, Φιλοσοφικά τετράδια).
Βιβλιογρ.: Δεν υπάρχει ελληνική μετάφραση του έργου. Υπάρχουν δύο μεταφράσεις της Μικρής Λογικής 1) Γ. Γ. Έγελου, Η Λογική, μετ. Π. Γρατσάτου, Αθήνα, 1915, 2) Γκ. Χέγκελ, Η επιστήμη της λογικής, εισαγ., μετ., σχόλια Γ. Τζαβάρα, Αθήνα-Γιάννινα, 1991.-
Αγγλ. μετάφρ. των W. Η. Johnston και L. G. Stuthers, Science of Logic, vol. 1 and 2, London, 1929.- Ρωσ. μετάφρ. Ν. Γ. Ντεμπόλσκι (Πετρούπολη, 1916).
Επιστημονική εικόνα του κόσμου.
Λίγο πολύ συνεκτικό σύστημα αντιλήψεων, προδιαθέσεων κ.λπ. που αφορούν στις γενικές ιδιότητες και νομοτέλειες της φύσης και της κοινωνίας, το οποίο διαμορφώνεται ιστορικά βάσει της γενίκευσης και σύνθεσης θεμελιωδών εννοιών και
αρχών της φυσιογνωσίας.
Η επιστημονική εικόνα του κόσμου λειτουργεί ως κοσμοθεωρητικός προσανατολισμός (βλ. κοσμοθεώρηση), σε διάφορα επίπεδα:
1. ως γενική οιονεί διεπιστημονική εικόνα·
2. ως εικόνα που απορρέει από συγγενείς ως προς το αντικείμενο τους επιστήμες και
3. ως εικόνες που εδράζονται στα δεδομένα επιμέρους επιστημών (φυσική, βιολογία κ.λπ.).
Οι αρχικές επιστημονικές εικόνες εμφανίζονται κατά την αρχαιότητα στα πλαίσια της φυσικής φιλοσοφίας και διαμορφώνονται κατά τους νέους χρόνους με τη ραγδαία ανάπτυξη της φυσιογνωσίας. Βαρύνοντα ρόλο στα εκάστοτε συστήματα
επιστημονικής εικόνας του κόσμου διαδραματίζει η περιοχή της γνώσης (επιστήμη, πλέγμα επιστημών) που κατέχει δεσπόζουσα και ηγετική θέση μεταξύ των επιστημών (π.χ. η φυσική).
Η δομή της επιστημονικής εικόνας του κόσμου περιλαμβάνει:
1. νοητικά (εννοιολογικά, θεωρητικά) στοιχεία, π.χ. φιλοσοφικές κατηγορίες και αρχές (όπως ύλη, χώρος, χρόνος, αιτιότητα), διεπιστημονικής εμβέλειας έννοιες και νόμους (π.χ. ο νόμος της διατήρησης - μετατροπής της ενέργειας), και
θεμελιώδεις έννοιες επιμέρους επιστημών (πεδίο, ενέργεια, βιολογικό είδος κ,λπ.) και
2. αισθητηριακά - εποπτικά στοιχεία (π.χ. πλανητικό πρότυπο του ατόμου, αλληλοδιαπλεκόμενες έλικες του DNA κ.λπ.).
Η επιστημονική εικόνα του κόσμου διαφέρει οπό τις ποικίλες προεπιστημονικές, εξωεπιστημονικές και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις (μυθολογία*, θρησκεία* κ.λπ.), δεδομένου ότι εδράζεται στα δεδομένα ορισμένης θεμελιώδους θεωρίας (θεωριών):
της κλασικής μηχανικής (μέχρι τον 19ο αι.), της κβαντικής μηχανικής, της θεωρίας της σχετικότητας κ.λπ. Λειτουργεί ως γενικό επιστημονικό πλαίσιο και ως κοσμοθεωρητικό πεδίο αναφοράς για την επιστήμη, ως ορισμένη παράδοση, ικανή να επενεργήσει προοδευτικά (δημιουργικά, ευρετικά) είτε
συντηρητικά (δογματικά κ.λπ.) στην πορεία της επιστημονικής γνώσης.
Η αποδοχή ορισμένων αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας (χωρίς την αντιφατική πορεία που οδήγησε σ' αυτά), η πρόκριση, η απολυτοποίηση και ο φετιχισμός* συγκεκριμένων ιστορικά προτύπων επιστήμης και επιστημονικότητας οδηγεί
συχνά σε άγονες και αντιιστορικές στάσεις* με διεπιστημονικές και φιλοσοφικές αξιώσεις (βλ. π.χ. δομισμός, θετικισμός). Η άρση του υποδουλωτικού χαρακτήρα του καταμερισμού της εργασίας και στα πλαίσια της επιστήμης θα οδηγήσει σε μια συνθετική επιστημονική εικόνα του κόσμου ως
οργανικό στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης των ολόπλευρα ανεπτυγμένων προσωπικοτήτων. Βλ. επίσης κοινωνική συνείδηση, επιστήμη, εμπειρικό και θεωρητικό, αντίθεση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας.
Ευρύ και ανομοιογενές ρεύμα της φιλοσοφίας των αγγλόφωνων χωρών, που διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 υπό την επίδραση του αναλυτικού συμπεριφορισμού*, του φυσικαλισμού, του νεοθετικιστικού προγράμματος ενοποίησης των
επιστημών, του εξελικτισμού* και των επιστημονικών κατακτήσεων της φυσικής, της φυσιολογίας, της ψυχολογίας, της λογικής, των μαθηματικών, της χημείας, της νευροβιολογίας, της κυβερνητικής, της πληροφορικής κ.λπ.
Βασικό ζήτημα που απασχολεί το εν λόγω ρεύμα είναι η συσχέτιση ψυχισμού, συνείδησης* και ύλης*, το οποίο διευθετείται με διάφορους τρόπους: αρχικά ο ψυχισμός αγνοείται παντελώς (D. Armstrong), στη συνέχεια καταβάλλονται προσπάθειες
γλωσσολογικής αναγωγής του στις έννοιες του φυσι(ολογι)κού (Γκ. Φέιγκλ), αργότερα αναδεικνύεται το ("κυβερνητικά", "πληροφοριακά") λειτουργικά μη αναγώγιμο του ψυχικού στο φυσι(ολογι)κό (Χ. Πάντεμ, Τζ. Φόντορ κ.ά.) και οι εκδοχές οι οποίες υιοθετούν διάφορα είδη της "εξέλιξης
αναδυόμενης"*· ο ψυχισμός και ο πολιτισμός προβάλλουν ως "αναδυόμενες" ιδιότητες μη αναγώγιμες στις ιδιότητες των επιμέρους στοιχείων ή υποσυστημάτων (Μ. Bunge. J. Margolis, P. Σπέρι).
Βιβλιογρ.: Armstrong D.. A materialist theory of mind. New York-London, 1968, - του ίδιου. What is a Law of Nature7 Cambridge, 1983.-. Materialism and the mindbody poblem. Englewood Cliffs (N. J.). 1971.- Margolis J.. Persons and minds. Boston. 1978.- Bunge M,. Scientific Materialism. Dordrecht, 1981.
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση