ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Αιτιοκρατία (ντετερμινισμός).
Φιλοσοφική θεωρία η οποία παραδέχεται την ύπαρξη της αιτιότητας*, την καθολική αιτιώδη και νομοτελειακή συνάφεια όλων των φαινομένων. Το ευθέως αντίθετο της αιτιοκρατίας πρεσβεύει ο ιντετερμινισμός* (αναιτιοκρατία).
Οι απαρχές της αιτιοκρατίας απαντώνται στην αρχαία ατομιστική. Κατά τον Αριστοτέλη "Δημόκριτος δε το ου ένεκα αφείς λέγειν πάντα ανάγει εις την ανάγκην οις χρηται η φύσις" (Περί ζώων γενέσεως, 789β 2). θέσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν
από τους επικούρειους" και τον Λουκρήτιο". Η περαιτέρω εξέλιξη της αιτιοκρατίας συνδέεται με τη φυσιογνωσία και τη φιλοσοφία των νέων χρόνων (Φ. Μπέικον, Γαλιλαίος, Ντεκάρτ, Νεύτων, Λομονόσοφ, Λαπλάς, Σπινόζα, γάλλοι υλιστές του 18ου αϊ.). Ο μηχανιστικός και αφηρημένος χαρακτήρας
των εν λόγω περί αιτιοκρατίας αντιλήψεων εκφράζεται με την απολυτοποίηση της μορφής της αιτιοκρατίας (η οποία περιγράφεται από τους αυστηρά δυναμικούς νόμους της μηχανικής) και συνεπώς με την ταύτιση της αιτιοκρατίας με την αναγκαιότητα" και την απόρριψη του αντικειμενικού
χαρακτήρα της τυχαιότητας (ενδεχομενικότητας κ.λπ.). Κατά τον ντετερμινισμό του Λαπλάς έχει καθολική ισχύ η αναγωγή των σύνθετων φαινομένων σε απλά, των ποιοτικών διαφορών σε ποσοτικές, όλων των κινήσεων της ύλης στην απλή μηχανική μετατόπιση σωματίων, ενώ η γνώση των συντεταγμένων
και της κινητικής κατάστασης όλων των σωματίων του σύμπαντος τη δεδομένη στιγμή καθορίζει μονοσήμαντα την κατάσταση του σε κάθε στιγμή του παρελθόντος ή του μέλλοντος (βλ. μηχανικισμός, αναγωγισμός). Αυτού του είδους η απόλυτη μηχανιστική αιτιοκρατία οδηγεί σε μυστικιστικού
χαρακτήρα φαταλιστικές απόψεις. Παρά το γεγονός ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της φυσικής αλλά και του συνόλου των επιστημών έχει ανατρέψει προ πολλού το λαπλασιανό κοσμοείδώλο, συχνά μέχρι σήμερα ως αιτιοκρατία εννοείται ο ντετερμινισμός του Λαπλάς.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αιτιοκρατία σχετικά με την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία διέπεται από την πλέον περίπλοκη αιτιότητα, η παραδοχή και η θεωρητική διάγνωση της οποίας συνδέεται αμέσως με το πρόβλημα της ελευθερίας και
του ρολού του υποκειμένου. Η διαλεκτικά εννοούμενη αιτιοκρατία εξετάζει ως οργανικό όλο την κάθε στιγμή στην κοινωνία, ως ιστορικά αναπτυσσόμενο φάσμα δυνατοτήτων. στο οποίο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το τυχαίο, η ενδεχομενικότητα, οι παλινωδίες κ.λπ., απορρίπτοντας τη
μοιρολατρία και την τελεολογία·.
Ωστόσο η μηχανιστική αιτιοκρατία εμφανίζεται στην κοινωνική θεωρία ως οικονομικός ντετερμινισμός (οικονομιστική ερμηνεία του μαρξισμού), ως βιολογισμός (Σπένσερ κ.ά.), ως τεχνολογικός ντετερμινισμός (Τ.Veblen, Ογκμπορν κ.α.), αλλά και ως
πολιτισμικός ντετερμινισμός σε διάφορες παραλλαγές (Μ. Βέμπερ, Α. Καρντινερ, Μ. Μιντ, Πάρσονς κ.α.). Σε περιόδους κρίσης (της επιστήμης και της κοινωνίας), η προσήλωση σε ιστορικά παρωχημένες μορφές αιτιοκρατίας κλονίζεται και σταδιακά παραχωρεί τη θέση της στον ιντετερμινισμό, στη
βουλησιαρχία, στον ανορθολογισμό κ.λπ. Η ιστορική ανάπτυξη της κοινωνικής πρακτικής και της επιστημονικής νόησης εμβαθύνει και συγκεκριμενοποιεί τον φιλοσοφικό στοχασμό και ως αιτιοκρατία. (Βλέπε και: αιτιότητα, αίτιο και αποτέλεσμα, στατιστικοί και δυναμικοί νόμοι και τη
βιβλιογραφία τους).
Αιτιότητα.
Φιλοσοφική κατηγορία που επισημαίνει την αναγκαία γενετική και εσωτερική συνάφεια μεταξύ φαινομένων, από τα οποία το μεν οροθετεί το δε, το ένα τίθεται ως όρος του άλλου (βλ. αίτιο και αποτέλεσμα / αιτιατό). Η οντική αιτιότητα που
διέπει την αντικειμενική πραγματικότητα συνιστά τη βάση της αιτιότητας ως φιλοσοφικής, γνωσεολογικής και επιστημολογικής αρχής (γνωσιμότητας, πρόγνωσης κ.λπ.), αλλά και του συνόλου της υλικής και πνευματικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Είναι μορφή της αμοιβαίας συνάφειας, σχέσης
και αλληλεξάρτησης των φαινομένων, η οποία, συναρτώντας το (προ)ηγούμενο με το επόμενο, το "είναι" με το "γίγνεσθαι", το "ενεργεία" με το "δυνάμει" κ.λπ., διαφέρει από τις υπόλοιπες διατακτικού χαρακτήρα συσχετίσεις πραγμάτων, σχέσεων και διαδικασιών. Η αμοιβαία
εσωτερική συνάφεια αλλεπαλλήλων φαινομένων ονομάζεται αιτιακή ακολουθία (ή αλυσίδα) και χαρακτηρίζεται από μεταφορά (μετασχηματισμό) ύλης, ενέργειας, κίνησης, δομής και πληροφορίας. Στην αιτιώδη σχέση το ίδιο το αποτέλεσμα αντεπιδρά στο αίτιο του, γεγονός που χαρακτηρίζει τα
αναδραστικά και αυτορρυθμιζόμενα συστήματα.
Ο μη γραμμικός χαρακτήρας της χρονικής αλληλουχίας της αιτιότητας εκδηλώνεται στα αναπτυσσόμενο συστήματα με τη δυνητική ύπαρξη του αιτιατού στο αίτιο (πριν αυτό καταστεί κυριολεκτικά αίτιο του εν λόγω αιτιατού) με τη δυναμική
συνύπαρξη-μετασχηματισμό αιτίου-αιτιατού κατά το γίγνεσθαι του δεύτερου και με την εμφάνιση στο ώριμο αιτιατό των προϋποθέσεων του νέου αιτιατού (που θα καταστήσει αίτιο το νέο αιτιατό). Ο χαρακτήρας του κάθε γνωστικού αντικειμένου εκδηλώνεται εν πολλοίς στην ιδιοτυπία της
αιτιότητας που το διέπει. Η επιστημονική έρευνα, σε διάφορες βαθμίδες της, αποκαλύπτει διαφορετικά επίπεδα εγνωσμένης αιτιότητας που διέπει το αντικείμενο, η ανεπάρκεια και τα όρια εφαρμοσιμότητας των οποίων διακριβώνονται μόνο με την επίτευξη της πλήρους και επαρκούς γνώσης του
αντικειμένου με την ωρίμανση της επιστήμης. Η ιδιοτυπία της αιτιότητας και της νομοτέλειας που διέπει το κάθε αντικείμενο καθορίζουν, σε τελική ανάλυση, τη μέθοδο επιστημονικής ερευνάς του (τρόπο συγκρότησης, τεκμηρίωσης, απόδειξης της επιστήμης κ.λπ.) και τον τρόπο πρακτικής
επενέργειας, μετασχηματισμού του εν λόγω αντικειμένου από τον άνθρωπο. Υπάρχει λοιπόν η φυσική αιτιότητα, η χημική αιτιότητα, η βιολογική αιτιότητα, η κοινωνική αιτιότητα κ.λπ., τα είδη και τα επίπεδα των οποίων αποκαλύπτονται ευρύτερα και βαθύτερα με την ανάπτυξη των επιστημών.
Η Φυσική, λόγου χάριν, από την κλασική μηχανιστική αντίληψη περί αιτιότητας (γραμμική αιτιότητα, τυπικές, ποσοτικές και μονοσήμαντα καθορισμένες συνάφειες και μεταβολές κατά τη λαπλασιανή αιτιοκρατία), πέρασε στην ενσωμάτωση
στατιστικών θεωριών, απροσδιοριστίας και μη μονοσήμαντων σχέσεων, πιθανοκρατικών αντιλήψεων κ.λπ. (βλ. πιθανότητα).
Η πλέον περίπλοκη μορφή αιτιότητας διέπει την κοινωνική πραγματικότητα, η μη διαλεκτική προσέγγιση της οποίας (μέσω γραμμικά και μηχανιστικά εννοούμενων αιτιακών ακολουθιών είτε μέσω πληθώρας παραγόντων -βλ. παραγόντων θεωρία- που
οδηγούν σε σχήμα-τα «κακής απειρίας») ανάγει την πηγή της ανάπτυξης της κοινωνίας στην πλήρη απροσδιοριστία: όλες οι πλευρές της κοινωνίας θεωρούνται ισότιμοι παράγοντες της λειτουργίας και ανάπτυξης της, γεγονός που εκδηλώνει τον εγκλωβισμό της γνώσης στη χαώδη αντίληψη.
Κατά τον Πλάτωνα* "παν γαρ το γιγνόμενον υπ' αιτίου ανάγκη γίγνεσθαι· παντί γαρ αδύνατον χωρίς αίτιου γένεσιν σχειν" (Πλάτ. Τ/μ. 28Α). Ο Αριστοτέλης διέκρινε ποιητικά και τελικά αίτια ("αίτιον λέγεται όθεν η αρχή της μεταβολής η
πρώτη ή της ηρεμήσεως, έτι το τέλος", Μετά τα φυσικά 1013α 24 κ.ε., 983α 26. 1027α 29). Κατά τον Καρτέσιο* τίποτε δεν γίνεται εκ του μηδενός. Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός είτε απορρίπτει την αιτιότητα ανάγοντας την σε συνήθη για τον άνθρωπο αλληλουχία αισθημάτων (Χιούμ) είτε τη θεωρεί
προεμπειρική (a priori) κατηγορία μέσω της οποίας το υποκείμενο τακτοποιεί τον χαώδη κόσμο των φαινομένων (Καντ). Ο αντικειμενικός ιδεαλισμός* παραδέχεται την ύπαρξη ανεξάρτητης από το υποκείμενο αιτιότητας ως εκδήλωσης του πνεύματος, της "απόλυτης ιδέας" (Χέγκελ) κ.λπ.
Κατά τον διαλεκτικό υλισμό η νόηση, μέσα από τη διαλεκτική της ανάπτυξη, αποκαλύπτει διαρκώς την αιτιότητα που διέπει την αντικειμενική πραγματικότητα και την κοινωνική μετασχηματιστική δραστηριότητα του ανθρώπου (πρακτική). Η
κοινωνική αιτιότητα ανάγεται συχνά σε μηχανικές μορφές (Durkheim), είτε απορρίπτεται παντελώς ως ταυτόσημη με τη μεταφυσική (μοιρολατρία, τελεολογισμό) από θετικιστικές απόψεις.
Βιβλιογρ.: Θ. Βεικου. Θεωρία και μεθοδολογία της Ιστορίας, Θεμέλιο.. Αθ., 1987.- Ενγκελς Φ., Η διαλεκτική της φύσης, Σ.Ε.. Αθ. 1984.- Ε. Μπιτσάκη, Το είναι και το γίγνεσθαι, Δωδώνη. Αθ.. 1975'.- του ίδιου. Διαλεκτική και νεότερη Φυσική, Ζαχαρόπουλος. Αθ..
1982.- του ίδιου. Η δυναμική του ελαχίστου Α-Β Ζαχαρόπουλος, Αθ., 1982-1987.- Λένιν Β.Ι..Υλισμος και εμπειριοκριτικισμος, Άπαντα. Σ.Ε., τομ. 18.- του ιδίου. Φιλοσοφικά τετράδια, Άπαντα, Σ.Ε., τ. 29.- Μ.Ε.Omelianovski, Dialektics in Modern Physics, Progress Publ. Moscow, 1979.
Αληθινός σοσιαλισμός.
Γερμανικής προέλευ-σης μικροαστική αντίληψη περί σοσιαλισμού, που εμφανίσθηκε κατά τη δεκαετία του 1840 (Κ. Γκροϋν, Μ. Χες, Γ. Κρίγκε, Ο. Λούνιγκ, Γ. Πούτμαν). Η φιλοσοφία του "αληθινού σοσιαλισμού" αποτελεί έναν εκλεκτικιστικό συνδυα-
ι σμό ιδεών γάλλων και άγγλων σοσιαλιστών ι ουτοπιστών, νεαρών χεγκελιανών και ηθικής του Φόυερμπαχ'. Οι εκπρόσωποι του θεωρού- , σαν τον σοσιαλισμό θεωρία υπεράνω τάξεων, η οποία αίρει την αλλοτρίωση1 μέσω της πραγμάτωσης κάποιας πανανθρώπινης ουσίας και του κατευνασμού των
κοινωνικών αντιδράσεων. Διακήρυσσαν επίσης την αποχή από την πολιτική δράση. Κατά την επανάσταση του 1848 - 49 πολλοί από τους εκπρόσωπους του "αληθινού σοσιαλισμού" τάχθηκαν με τη μικρο-αστική δημοκρατία. Εξιδανικεύοντας προκε-φαλαιοκρατικές μορφές θεωρούσαν εφικτή για τη
Γερμανία τη μετάβαση στον σοσιαλισμό παρακάμπτοντας τη μεγάλη κεφαλαιοκρατική παραγωγή (πρβλ. ομοιότητα με ναροντνικισμό).
Βιβλιογρ.; Κ. Μαρξ, Φ. Ενγκελς, Η γερμανική ιδεολογία, εκδ. (Gutenberg, Αθήνα. 1979, τόμ. 1-2.- των ίδιων: Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος, Σ.Ε. Αθήνα, 1982.- Förder H., Marx und Engels am Vorabent der Revolution (1846 - 1848). Berlin. 1960.
Άλμα.
Η διαδικασία διαλεκτικής μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές, αλλά και η μετάβαση από μιαν ορισμένη ποιότητα σε μιαν άλλη, όταν το αναπτυσσόμενο αντικείμενο φτάνει στα όρια του "μέτρου".
Κατά τον Χέγκελ το βαθμιαίο, το συνεχές της αλλαγής αφορά μόνο στην εξωτερική ποσοτική πλευρά της. Από ποιοτικής όμως πλευράς εκδηλώνεται η απόλυτη ασυνέχεια, η διακοπή της καθαρά ποσοτικής κίνησης προς τα εμπρός. Και εφόσον ή
εμφανιζόμενη νέα ποιότητα ως προς την καθαρά ποσοτική συσχέτιση της συνιστά, σε σύγκριση με την εκλείπουσα, ένα απροσδιόριστο έτερο, μιαν αδιάφορη ποιότητα, ή μετάβαση συνιστά άλμα (Sprung)' και οι δύο ποιότητες είναι τεθειμένες ως εντελώς εξωτερικές μεταξύ τους (Επιστήμη της λογικής,
μέρος 3ο, κεφ. 2ο, υποκεφάλαιο Β'). Κάθε γέννηση και κάθε θάνατος - διευκρινίζει ο Χέγκελ - δεν συνιστά κάτι το συνεχιζόμενο βαθμιαία, αλλά "διακοπή του βαθμιαίου και άλμα από την ποσοτική αλλαγή στην ποιοτική" (στο ίδιο). Κατά τον φιλόσοφο, η διάνοια (βλ. διάνοια και λόγος) αδυνατεί
να συλλάβει το άλμα που έγκειται στην ποιοτική μετάβαση ενός αντικειμένου, ενός πράγματος στην ετερότητα του, στο αντίθετο του, γι' αυτό και βαυκαλίζεται με την παράσταση περί ταυτότητας και περί αλλαγής ως αδιάφορης εξωτερικής, ποσοτικής, δηλαδή εξελικτικής αλλαγής (βλ.
εξελικτισμός). Το άλμα είναι στιγμή της αυτοανάπτυξής του όλου και όχι προϊόν εξωτερικής παρέμβασης.
Ο Μαρξ, σε αντιδιαστολή με τον Χέγκελ, εφόσον εξετάζει ιστορικά συγκεκριμένα αντικείμενα (π.χ. τις σχέσεις παραγωγής της κεφαλαιοκρατίας), δεν βλέπει στο άλμα στιγμή, αναβαθμό της νόησης στην πορεία προς την απόλυτη ιδέα, αλλά στιγμή
της αυτοανάπτυξης του αντικειμενικά υπαρκτού όλου (βλ. επίσης: μετάβαση των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές, ανάπτυξη, διαλεκτική και τη βιβλιογραφία σε αυτά).