ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Kοινωνία.
Το αναπτυσσόμενο οργανικό όλο που συγκροτείται από τη διαδικασία της αλληλεπίδρασης των ανθρώπων -σε συνδυασμό ρε την αλληλεπίδραση τους με τη φύση- και από τα εκάστοτε αποτελέσματα της εν λόγω διαδικασίας.
Η ώριμη, η ανεπτυγμένη ανθρώπινη κοινωνία συνιστά ένα πολυεπίπεδο, ιεραρχημένο και διατεταγμένο σύστημα, μιαν ολότητα στοιχείων, σχέσεων και διαδικασιών οργανικά συνδεόμενων μεταξύ τους. Η απλούστερη σχέση της κοινωνίας, το "κύτταρο"
του οργανικού όλου που αυτή συνιστά, είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπων ως ζώντων οργανισμών με то περιβάλλον τους για τη διατήρηση της ζωής τους, αλλά και μεταξύ τους για τη διαιώνιση του βιολογικού τους είδους. Η "ανταλλαγή" ύλης μεταξύ ανθρώπων και φύσης μέσω της
εργασιακής (παραγωγικής) επενέργειας των πρώτων στη δεύτερη (βλ. παραγωγικές δυνάμεις) και το συνδεόμενο με αυτή την "ανταλλαγή" πλέγμα (κοινωνικών) σχέσεων παραγωγής αποτελούν την ουσία της κοινωνίας. Φαινόμενο αυτής της ουσίας, μορφές εκδήλωσης της που απορρέουν από αυτήν (σε
συνδυασμό με την απλούστερη, σχέση), είναι οι μορφές της κοινωνικής συνείδησης (συν-ειδέναι): γνώση, επιστήμη, ηθική, αισθητική και φιλοσοφία (στις ανταγωνιστικές βαθμίδες ανάπτυξης της κοινωνίας ανακύπτουν επιπλέον δυο παράγωγες της ηθικής μορφής εκφάνσεις -η πολιτική και το
δίκαιο- και μία της αισθητικής - η θρησκεία). Η συνειδητή δραστηριότητα των ανθρώπων ως κοινωνικών υποκειμένων περιλαμβάνει και ορισμένη συνένωση, οργάνωση, καθώς και υλικά μέσα, που συγκροτούν το εποικοδόμημα το οποίο κατά βάση καθορίζεται από την οικονομική βάση χωρίς να ανάγεται
επ' ουδενί λόγω στην τελευταία (βλ. βάση και εποικοδόμημα). Τα άτομα από τη σκοπιά των κοινωνικών τους ιδιοτήτων, ως εσωτερική ενότητα κοινωνικού και ατομικού, ως συνειδητά υποκείμενα, συνιστούν την προσωπικότητα*.
Αναγκαίες και ικανές ιστορικά προϋποθέσεις εμφάνισης της κοινωνίας ήταν η ύπαρξη εμβίων όντων με τα ορισμένα φυσικά χαρακτηριστικά (του έμφρονος ανθρώπου, homo sapiens), ορισμένες εξωτερικές φυσικές συνθήκες και ο αγελαίος τρόπος ζωής. Η
βαθμιαία εμφάνιση και ανάπτυξη της εργασιακής δραστηριότητας οδήγησε σταδιακά στον ριζικό μετασχηματισμό των εν λόγω προϋποθέσεων. Το γίγνεσθαι της κοινωνίας, η όλη ιστορία εμφάνισης και διαμόρφωσης της είναι μια αντιφατική διαδικασία βαθμιαίου μετασχηματισμού των κατ' εξοχήν
φυσικών (βιολογικών κ,λπ.) προσδιορισμών σε καθαυτό κοινωνικούς, κατά την: οποία οι πρώτοι αίρονται (βλ. άρση) από τους δεύτερους και ανάγονται σε υποταγμένες στιγμές τους. Η πρωταρχική εμφάνιση της κοινωνίας συνδέεται με την έναρξη της αναγκαίας και σταθερής επενέργειας των
ανθρώπων στη φύση στα πλαίσια της πρωτόγονης κοινότητας. Η διαμόρφωση της κοινωνίας προωθεί περαιτέρω αυτόν τον μετασχηματισμό των φυσικών όρων μετατρέποντας τους σε κοινωνικούς προσδιορισμούς, τις κοινωνικές πηγές της ανάπτυξης από άγοντα σε κυρίαρχο παράγοντα της
αναπτυξιακής διαδικασίας, και περικλείει τρεις περιόδους (κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς*): δουλοκτητικό, φεουδαρχικό και κεφαλαιοκρατικό. Κατά την τελευταία περίοδο της διαμόρφωσης της κοινωνίας ή κυριαρχία του κοινωνικού λαμβάνει μιαν άκρως εξωτερική και πραγμοποιημένη
μορφή ληστρικής εκμετάλλευσης και χειραγώγησης της πλειονότητας των ανθρώπων και του φυσικού περιβάλλοντος, στην οποία εμπεριέχεται συσσωρευτικά η αρνητική πλευρά των εν πολλοίς ανεξέλεγκτων δημιουργικών δυνάμεων της ανθρωπότητας ως καταστροφική και αυτοκαταστροφική
δυνατότητα (οικολογική κρίση, μαζική εξόντωση μέσω πολέμων). Η ωριμότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, η αυθεντικά ανθρώπινη ιστόρια θα είναι, κατά τον Μαρξ*, ή αταξική κοινωνία, αυτοσκοπός της οποίας είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη των δημιουργικών ικανοτήτων της κάθε προσωπικότητας.
Η κοινωνία εξετάζεται υπό το πρίσμα διαφόρων επιστημών: της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής θεωρίας, της κοινωνικής φιλοσοφίας, της ανθρωπολογίας, της ιστορίας, της εθνογραφίας, της κοινωνικής ψυχολογίας, της πολιτικής οικονομίας κ.ά. Η
κοινωνία αποτέλεσε κομβικό σημείο αναφοράς στην ιστορία της φιλοσοφικής και κοινωνιολογικής σκέψης. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από την αρχαιότητα, και σε ορισμένο βαθμό μέχρι τους νέους και νεότερους χρόνους, δεν συνειδητοποιείται η διάκριση μεταξύ κράτους και
κοινωνίας. Κατά τον Πλάτωνα* η κοινωνία (πολιτεία) ανακύπτει από την αμοιβαία εξάρτηση των ανθρώπων για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Ο Αριστοτέλης* θεωρεί την πολιτεία δημιούργημα της φύσης, δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι φύσει "πολιτικόν ζώον". Κατά τον Μεσαίωνα
κυριαρχούν θεοκρατικές - μυστικιστικές ερμηνείες της κοινωνίας. Χαρακτηριστική για τον αστικό ορθολογισμό του Διαφωτισμού*' είναι η αναγωγή της κοινωνικής συνάφειας σε βουλητικές πράξεις πολιτικού και δικαιικού χαρακτήρα (βλ. θεωρίες του φυσικού δικαίου και του κοινωνικού
συμβολαίου). Η απολυτοποίηση της αυτοτέλειας και του αυθυπόστατου του εξιδανικευμένου ατόμου - φορέα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας οδηγεί σε ποικίλες απόψεις περί κοινωνίας, κοινό γνώρισμα των οποίων είναι ο έξωθεν και άνωθεν επιβεβλημένος (είτε συμβατικά θεσπισμένος) χαρακτήρας της
κοινωνίας. Ο Α. Σμιθ* π.χ. βλέπει τη '.βάση της ανθρώπινης συμβίωσης στον καταμερισμό της εργασίας και ото "αόρατο χέρι" της αγοράς υπό την εποπτεία του κράτους. Ο Χέγκελ* προτάσσει то κράτος και το δίκαιο έναντι των ατόμων, επισημαίνοντας ωστόσο την ολόπλευρη
διαπλοκή και αλληλεξάρτηση που χαρακτηρίζει την "κοινωνία των ιδιωτών". Ο Κοντ* θεωρεί την κοινωνία και το κράτος παράγωγα της δράσης ενός καθολικού νόμου που οδηγεί στη διαμόρφωση πιο περίπλοκων και ορμονικών συστημάτων. Ο Μαρξ, μέσω της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας,
εμβαθύνει την έρευνα και προβαίνει στην αποκάλυψη των εσωτερικών συναφειών και των νομοτελειών πού διέπουν την κοινωνία. Ο Γκ. Ζίμελ* επαναφέρει την πλατωνική προβληματική υποστηρίζοντας ότι οι παρορμήσεις και τα συμφέροντα οδηγούν στη διαντίδραση των ατόμων στα πλαίσια
κοινωνικών ομάδων, γεγονός που μετατρέπει то σύνολο μεμονωμένων ατόμων σε Κοινωνία. Ο Φ. Ταίνις* διατυπώνει τον ιδεότυπο της "κοινωνίας" ως κοινωνικού δεσμού της σύγχρονης κοινωνίας (που εδράζεται στη συνύπαρξη βάσει της λογικής βούλησης και της υπολογιστικότητας) και
τον αντιδαστέλλει στον ιδεότυπο της "κοινότητας" (που εδράζεται ото ένστικτο και το συναίσθημα). Ο Μ. Βέμπερ* ανάγει τη διερεύνηση της κοινωνίας σε σπουδή των "ιδεοτύπων" και παραδειγμάτων χαρακτηριστικών μορφών κοινωνικής δράσης. Ο Ε. Ντυρκαιμ* ανάγει την έρευνα
στη μελέτη κοινωνικών "γεγονότων", τα οποία ορίζει ως στοιχεία εξωτερικά προς το άτομο και εξαναγκαστικά για τη συμπεριφορά του (βλ. κοινωνιολογισμός). Ο δομολειτουργισμός* (Τ. Παρσονς*' κ.ά.) εξετάζει την κοινωνία κατ* εξοχήν στατικά, από τη σκοπιά της ισορροπίας και της
διατήρησης της, ως σύστημα κατ' εξοχήν ελέγχου και προσανατολισμού της δράσης. Διάφορες κατευθύνσεις της σύγχρονης αστικής κοινωνικής θεωρίας διακρίνουν, προτάσσουν και απολυτοποιούν διάφορες πτυχές των κοινωνικών σχέσεων (τη συνειδητή δράση, τη διαντίδραση, τη βούληση, τη
συνείδηση κ.λπ.) προτείνοντας μονομερείς και κατακερματισμένες προσεγγίσεις (βλ. επίσης: άνθρωπος, ιστορία, εργασία, δραστηριότητα, κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός).
Βιβλιογρ.: 8. Α. Βαζιούλιν, Η λογική της ιστορίας, Μόσχα, 1988.- G. Lukacs, Prolegomena zur Ontologie des gesellschaftlichen Sein, Luchterhand, 1986.- Chinoy E., Society, New York, 1961.- του ίδιου. Theories of Society, New York, 1965.- Т. В. Bottomore, Κοινωνιολογία, Αθήνα, 1983.κ.α.
Κοινωνικοοικονομική δομή
(σύστημα, τύπος, τρόπος κοινωνικής παραγωγής, κοινωνικής οικονομίας, ρωσ. obshestvenoeconomicheski yklad). Όρος της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και κοινωνικής θεωρίας (απαντάται στα έργα του Β. Ι. Λένιν), που δηλώνει ορισμένου τύπου συνεκτικό
σύστημα σχέσεων παραγωγής, το οποίο συγκροτεί ορισμένο τρόπο, ορισμένη μορφή της παραγωγής. Σε διάφορες βαθμίδες της διαμόρφωσης της κοινωνίας* συνυπάρχουν ιδιότυπα συχνά περισσότερες από μία κοινωνικοοικονομικές δομές συγκροτώντας έναν πολύμορφο σχηματισμό (βλ.
κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός), στον οποίο μία από τις υφιστάμενες δομές διαδραματίζει αρχικά τον ρόλο της δεσπόζουσας και αργότερα της κυρίαρχης, υπό την οποία ενοποιούνται, υποτάσσονται και (σχετικά) μετασχηματίζονται οι υπόλοιπες. Ο τελευταίος "κοινωνικοοικονομικός
σχηματισμός"* της διαμόρφωσης της κοινωνίας, η κεφαλαιοκρατία, παρά το γεγονός ότι καθιστά την κεφαλαιοκρατική κοινωνικοοικονομική δομή παγκόσμιο σύστημα, είναι ανίκανος να ξεπεράσει την ανισομέρεια της ιστορικής ανάπτυξης και να μετασχηματίσει σε παγκόσμια κλίμακα τα
υπολείμματα των προ-κεφαλαιοκρατικών σταδίων ανάπτυξης της ανθρωπότητας και τις αντίστοιχες κοινωνικοοικονομικές δομές. Τουναντίον η κεφαλαιοκρατία επιτείνει τα προβλήματα της ανισομέρειας και τα διαιωνίζει μεγεθύνοντας το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και καθυστερημένων-εξαρτημένων
χωρών. Στις τελευταίες απαντώνται συχνά κατάλοιπα ακόμα και πρωτόγονων κοινωνικοοικονομικών δομών. Αλλά και η αναπτυγμένη κεφαλαιοκρατία μπορεί να αναβιώσει και να αναπαράγει παρωχημένες δομές (βλ. π.χ. τη δουλεία στις ΗΠΑ τον 19ο αι.). Στη μεταβατική περίοδο της Σοβιετικής Ρωσίας (δεκαετία
του 1920) μαζί με την κυρίαρχη σοσιαλιστική κοινωνικοοικονομική δομή συνυπήρχαν και οι εξής: πατριαρχική (αυτάρκης) αγροτική οικονομία, μικρή εμπορευματική παραγωγή, ιδιωτική κεφαλαιοκρατική οικονομία και κρατική κεφαλαιοκρατία. Η πολυμορφία συνυπαρχουσών δομών συνιστά μείζονος
σημασίας θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα, ιδιαίτερα αναφορικά με τις προοπτικές των μη ανεπτυγμένων χωρών.
Βιβλιογρ.: Β. Ι. Λένιν, Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, "Άπαντα", Σ.Ε., τομ. 3.- του ίδιου, Τρεις πηγές και τρία συστατικά στοιχεία του Μαρξισμού, "Απαντα", τομ. 23.- του ίδιου, Η μεγάλη πρωτοβουλία, "Απαντα", τ. 39.-Σαμίρ Αμίν, Η
συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα, τομ. Α, Β, Νέα Σύνορα, Αθήνα [χ.χ.]- Β. Α. Βαζιούλιν, Η λογική της ιστορίας, Μόσχα, 1988.
Θεμελιώδης κατηγορία της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, που αναπαριστά θεωρητικά ορισμένη ιστορική βαθμίδα της ανάπτυξης της κοινωνίας* ως ολότητας στη βάση ορισμένου τρόπου παραγωγής* (ενός ιστορικά προσδιορισμένου πλέγματος
σχέσεων παραγωγής*, στην ενότητα του με ορισμένου χαρακτήρα παραγωγικές δυνάμεις*). Η εν λόγω κατηγορία παρέχει τη δυνατότητα σχετικά σφαιρικού χαρακτηρισμού των κυρίων βαθμίδων ιστορικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας -σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες κατηγορίες του ιστορικού υλισμού*
(βλ. π.χ. βάση και εποικοδόμημα), από την άποψη της δομής τους και της διαλεκτικής συνάρτησης-αλληλεπίδρασης μεταξύ των σχέσεων παραγωγής και του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών. Η περί κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών αντίληψη των Κ. Μαρξ* και Φ. Ένγκελς*
διατυπώνεται αρχικά ως υπόθεση* [στο έργο τους Η γερμανική ιδεολογία (1845-1846)] και αποκτά τα στοιχεία επιστημονικά θεμελιωμένης θεωρίας* κατά τις δεκαετίες 1850-1860, οπότε ο Μαρξ διερεύνησε την ουσία*, την εσωτερική διάρθρωση των σχέσεων παραγωγής της κεφαλαιοκρατίας*, του πλέον
αναπτυγμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού της εποχής του. Η έρευνα αυτή: 1) διάνοιξε δυνατότητες για λεπτομερέστερη αντιπαραβολή των προκεφαλαιοκρατικών σχηματισμών με την κεφαλαιοκρατία και την εξέταση της εσωτερικής διάρθρωσης των σχηματισμών 2) επέτρεψε τη διάκριση σε
"καθαρότερη μορφή" της κατηγορίας "σχέσεις παραγωγής" και τη σαφέστερη αποκάλυψη της λεπτής "δομής" της διαλεκτικής παραγωγικών δυνάμεων, σχέσεων παραγωγής και κοινωνίας συνολικά' 3) αποκάλυψε σε θεωρητικό επίπεδο την αναγκαιότητα "άρσης"* της κεφαλαιοκρατίας
παρέχοντας δυνατότητες περαιτέρω διερεύνησης των νομετελειών* μετάβασης από τον ένα κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό στον άλλο' 4) επέτρεψε ορισμένη θεωρητική θεμελίωση της περιοδολόγησης της ιστορίας (κάθε περιοδολόγηση της ιστορίας εδράζεται σε κάποια αντίληψη περί της δομής
της κοινωνίας, βλ. ιστορικό και λογικό). Ωστόσο η περί σχηματισμών θεωρία του Μαρξ αντανακλά ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης της θεωρίας περί της ανθρώπινης κοινωνίας ως ολότητας, που συνδέεται: 1) με τη βαθμίδα ανάπτυξης της τότε κοινωνίας και 2) με στοχοθεσίες που έχουν ως αφετηρία το
βασικό ζητούμενο της εποχής (από την άποψη των βαθύτερων αναγκών της ανθρωπότητας και του κομμουνιστικού κινήματος): την επαναστατική ανατροπή του κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού, υπό το πρίσμα του οποίου η κεφαλαιοκρατία εξετάζεται (ορθά) ως κατ' εξοχήν ιστορικά παροδικό μόρφωμα
και όλα τα υπόλοιπα στάδια της ιστορίας προβάλλουν ως σχηματισμοί. Η ιστορική μεταβολή της δομής της κοινωνίας εκλαμβάνεται εδώ ως μεταβολή του ειδικού*, ενώ διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι μεταβάλλεται, αναπτύσσεται και το ίδιο το γενικό*· ο κάθε σχηματισμός δεν αποτελεί
απλώς αυθύπαρκτη οντότητα, αλλά στάδιο -στιγμή της ανάπτυξης της κοινωνίας. Ως δομικά στοιχεία των σχηματισμών διακρίνονται στα πλαίσια της εν λόγω προσέγγισης (κατά σχηματισμούς) εκείνα τα κοινά (γενικά) στοιχεία, τα εν πολλοίς εναπαλαμβανόμενα σταθερά χαρακτηριστικά που
συνάγονται, μέσω της συγκριτικής αντιπαραβολής των διαφόρων σταδίων, ως αμετάβλητη ομοιότητα, ως κάτι το πάγιο και διαχρονικά αμετάβλητο (παραγωγή*, διανομή, ανταλλαγή, κυκλοφορία, κατανάλωση, παραγωγικές δυνάμεις*, σχέσεεις παραγωγής*, τρόπος παραγωγής* κ.λπ.). Αυτά τα σταθερά
γενικά χαρακτηριστικά φέρουν μάλιστα ανεξίτηλα τη σφραγίδα της κεφαλαιοκρατίας, δηλαδή του σχηματισμού εκείνου κατά τον οποίο όλες οι πλευρές του κοινωνικού όλου προβάλλουν ως σαφώς διακριτές, διαφορετικές και αντίθετες. Τα παραπάνω καθιστούν σχετικά περιορισμένο τον χαρακτήρα
της περιοδολόγησης της ιστορίας βάσει των σχηματισμών, δεδομένου ότι σε αυτή δεν διακριβώνεται ο μηχανισμός εσωτερικής αυτοανάπτυ-ξης* της κοινωνίας, αλλά απλώς επισημαίνεται η μια ιστορική μορφή δίπλα στην άλλη, ως "προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού"
(Μαρξ, Εισαγωγή στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας). Ο σχετικά τυπικός - ταξινομικός χαρακτήρας της κατά σχηματισμούς προσέγγισης της ιστορίας προβάλλει ανάγλυφα (και χωρίς την αυθεντική δημιουργική πνοή του μαρξικού έργου) στη μετέπειτα μαρξιστικής αναφοράς βιβλιογραφία ως
δογματική σχηματοποίηση (βλ. π.χ. οικονομικός ντετερμινισμός, Στάλιν, δομολειτουργική ερμηνεία του μαρξισμού κ.λπ.). Πρόκειται για το γνωστό εγχειριδιακό "πενταμελές" σχήμα -καλούπι (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, δουλοκτησία*, φεουδαρχία*, κεφαλαιοκρατία*, κομμουνισμός*), στο
οποίο προσπαθούν να εντάξουν την ιστορία, ανάγοντας την έρευνα σε απλή λειτουργία - εφαρμογή του για όλα τα στάδια της ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Αναζητούσαν π.χ. "καθαρή" βάση και εποικοδόμημα σ' όλες τις κοινωνίες, είτε (έχοντας υπ' όψιν την αστική επανάσταση* και τη
σοσιαλιστική επανάσταση*) θεωρούσαν την επανάσταση εκ των ων ουκ άνευ" όρο μετάβασης από σχηματισμό σε σχηματισμό, γεγονός που δεν επιβεβαιώνεται ούτε θεωρητικά ούτε' πραγματολογικά (βλ. επανάσταση κοινωνική). ~ Η περαιτέρω ανάπτυξη της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας στις
περίπλοκες διεθνείς συνθήκες της εποχής μας συνδέεται με την ανάπτυξη-άρση* των θεωρητικών κεκτημένων της κατά σχηματισμούς προσέγγισης, μέσω της συγκρότησης της "λογικής της ιστορίας"*, μέσω της διαλεκτικής θεωρητικής και μεθοδολογικής διερεύνησης της κοινωνίας ως ολότητας.
Προϋπόθεση αυτής της ανάπτυξης -άρσης είναι η διακρίβωση του πεδίου και των όρων εφαρμοσιμότητας της περί σχηματισμών θεωρίας (βλ. επίσης: κοινωνικοοικονομική δομή, κοινωνία, άνθρωπος).
Βιβλιογρ.: Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, Η γερμανική ιδεολογία, τομ. 1-2, Gutenberg, Αθήνα.- Κ. Μαρξ, Grundrisse, τομ. Α'-Γ, Στοχαστής, Αθήνα, 1989.- του ίδιου, Το Κεφάλαιο, τ. 1-3, Σ.Ε., Αθήνα.- του ίδιου,, Προκαπιταλιστικοί οικονομικοί σχηματισμοί, Κάλβος, Αθήνα, 1983.- Φ.
Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, I.E., Αθήνα.- Β. Ι. Λένιν, Κ. Μαρξ, Άπαντα, Σ.Ε., τομ. 26.- Π. Βρανίτσκι, Ιστορία του μαρξισμού, τ. 1-2, Οδυσσέας, Αθήνα, 1976.- Γ. Β.. Πλεχάνωφ, Η φιλοσοφία της ιστορίας, Γνώσεις [χ.χ.].- Μ. Harnecher, Βασικές έννοιες του ιστορικού
υλισμού, Αθήνα, 1976.- Β. Α. Βαζιούλιν, Η λογική της ιστορίας, Μόσχα, 1988.
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση