Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

 


Ευρετήριο 

Αγνωστικισμός ή αγνωσιαρχία

Αγρότες (αγροτιά)

Αιτιοκρατία (ντετερμινισμός)

Αιτιότητα

Αληθινός σοσιαλισμός,

Άλμα

Αλτουσέρ (ΑΙthusser) Λουί

Ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο

Ανάγκες ή ανάγκη

Αναγωγισμός

Aναίρεση (ανασκευή)

Ανθρωποκεντρισμός

Ανθρωπολογισμός

Ανθρωπομορφισμός

Άνθρωπος

Αντανάκλαση

Αντεπανάσταση

Αντίθεση πόλης (άστεως) και υπαίθρου

Αντίθεση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας

Aντικειμενική πραγματικότητα

Αντικειμενικός ιδεαλισμός

Αντικειμενισμός

Αντικείμενο

Αντινομία

Αντίφαση διαλεκτική

Αξία (αξίες)

Απόδειξη

 Άρση

Αστική επανάσταση

Aτομικών διαφορών ψυχολογία

 Άτομο

Αυθεντία

Aυθόρμητο

Αυταπάρνηση

Αυτοκίνηση και αυτοκινησία

Αυτοοργάνωση

Αυτοπροσδιορισμός

Βάγκνερ Ρίχαρντ

Βαζιούλιν Βίκτωρ Αλεξέγιεβιτς

Βάση και εποικοδόμημα

Γνώση

Γνωστική διαδικασία

Γραφειοκρατία

Δημιουργικότητα

Δημοκρατία

Διάκριση

Διαλεκτική κοινωνιολογία

Διαλεκτική λογική

Διάνοια και λόγος

Διανόηση-διανοούμενοι

Διαχρονικότητα και συγχρονικότητα

Δογματισμός και αναθεωρητισμός

Δράση κοινωνική

Δραστηριότητα

Ελίτ θεωρίες

Ελιτίστικη τέχνη

Εμπειρικό και θεωρητικό

Ενατένιση

Eξελικτική επιστημολογία

Eξέλιξη αναδυόμενη

Eξέλιξη

Εξουσία

Εξωτερικό και εσωτερικό

Επανάσταση κοινωνική

Επαναστατική κατάσταση

Επιστήμη της επιστήμης

«Επιστήμη της λογικής»

Επιστημονική εικόνα του κόσμου

Επιστημονικός υλισμός

Eργασία

Ερμηνεία

Ιδεολογικότητα

Ιδιογραφική μέθοδος

Ιδιοκτησία

Iεραρχία

Iκανότητες

Ιστορικό και λογικό

Κάουτσκι Κ.

Καταστασιακή θεώρηση

Κατεστημένο

Κατηγοριακή σκέψη

«Κεφάλαιο»

Κίνημα (κοινωνικό)

Κίνηση

Kοινωνία

Κοινωνικοοικονομική δομή

Κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός

Κοινωνιολογία της γνώσης

Κοινωνιολογισμός

Λένιν Β.Ι.

Λογική της ιστορίας

Λογικισμός

Λογικός θετικισμός

Μαρξ (Marx) Καρλ Χένριχ

Μαρξισμός

Μέρος και όλο

Μέτρο

Νομοτέλεια

Νοοσφαίρα

Ουσία και φαινόμενο

Πεπερασμένο

Πέρασμα των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές

Περιεχόμενο και μορφή

Πλάνη

Πληροφόρηση

Ποιότητα και ποσότητα

Πόλεμος

Πράγμα

Πραγματικότητα

Πρακτική

Πρόβλεψη επιστημονική

Πρόγνωση

Προεκβολή

Σκοπιμότητα

Σκοπός

Στατιστικοί και δυναμικοί νόμοι

Σύγκριση

Συμφέρον κοινωνικό ή υλικό

 Σύνθεση

Τάξεις κατεστημένες ή νομοκατεστημένες ή καταστάσεις,

Τάξεις κοινωνικές - πάλη των τάξεων

Τεχνική

Τεχνοκρατία

Τεχνολογικός ντετερμινισμός

Τεχνοφοβία

Υποκειμενικός παράγοντας στην ιστορία

Υλισμός

Υποκείμενο

Φαινομενικότητα-επίφαση

Φετιχισμός

Φιλοσοφία κοινωνική

Φουκουγιάμα (Fukuyama) Φράνσις

Χειραγώγηση

Χυδαίος υλισμός

Χέγκελ (Hegel) Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ

Κεντρική Σελίδα

ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

Λογική της ιστορίας

2. θεωρητική και μεθοδολογική σύνθεση, εννοιολογική απεικόνιση της διάρθρωσης και της ανάπτυξης της κοινωνίας ως οργανικού όλου, κατά την οποία οι νόμοι* (νομοτέλειες*) και οι κατηγορίες της θεωρίας περί κοινωνικής ανάπτυξης αποκαλύπτονται στην εσωτερική, συστηματική, αμοιβαία συνάφεια τους. Η Λογική της ιστορίας συνιστά μείζονος σημασίας επιστημονικό επίτευγμα του φιλόσοφου Β. Α. Βαζιούλιν*, στο οποίο πραγματοποιείται συστηματική ανάπτυξη της κοινωνικής θεωρίας - φιλοσοφίας του μαρξισμού, βάσει της ανεπτυγμένης μεθοδολογίας του και μέσω της θεωρητικής εξέτασης της ιστορικής διαδικασίας υπό το πρίσμα της ώριμης, της αταξικής - κομμουνιστικής κοινωνίας. Κατά την εν λόγω προσέγγιση η δομή της κοινωνίας ως ολότητας συγκροτεί ένα ιεραρχημένο και διατεταγμένο αναπτυσσόμενο σύστημα, το οποίο απεικονίζεται νοητικά στα επίπεδα: του "είναι"* (αλληλεπίδραση των ανθρώπων με το περιβάλλον του είδους), της "ουσίας"* (παραγωγική - εργασιακή αλληλεπίδραση με τη φύση και οι συνδεόμενες με αυτήν κοινωνικές σχέσεις παραγωγής), του "φαινομένου"* (μορφές κοινωνικής συνείδησης) και της "πραγματικότητας" ως ενότητας ουσίας και φαινόμενου (εποικοδόμημα, άνθρωποι ως προσωπικότητες). Για πρώτη φορά διακρίνεται η απλούστερη σχέση (το "είναι") της ανθρώπινης κοινωνίας από την "ουσία" της. Η ιστορική διαδικασία εξετάζεται εδώ ως βαθμιαίος μετασχηματισμός του φυσικού (βιολογικού κ.λπ.) από το κοινωνικό και τελικά ως διαλεκτική άρση* του πρώτου από το δεύτερο. Η προσέγγιση αυτή αίρει τους περιορισμούς και τις σχηματοποιήσεις των εν πολλοίς ταξινομικών - σχηματικών περιοδολογήσεων (βλ. κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός), επιτυγχάνοντας μια περιοδολόγηση της ιστορίας στη βάση της αναπτυσσόμενης ενότητας εσωτερικού και εξωτερικού, ουσιώδους και επουσιώδους, κοινωνικού και φυσικού κ.λπ. Διακρίνονται οι προϋποθέσεις της ιστορίας (homo sapiens, κατάλληλες φυσικές συνθήκες και αγελαίος τρόπος ζωής), η πρωταρχική της εμφάνιση (πρωτόγονη κοινότητα), η διαμόρφωση της (δουλοκτησία, φεουδαρχία, κεφαλαιοκρατία) και η ωριμότητα της, η καθαυτό ανάπτυξη της (αταξική κοινωνία). Το όλο εγχείρημα συνιστά μοναδική δημιουργική χρησιμοποίηση και ανάπτυξη της "διαλεκτικής λογικής"*, της μεθοδολογίας του Κεφαλαίου* του Κ. Μαρξ*, που έχει ως αποτέλεσμα τη διαλεκτική άρση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας (και μέσω αυτής την αφετηρία μιας άρσης του μαρξισμού), που επιτρέπει τη διακρίβωση των όρων και του πεδίου εφαρμοσιμότητας αυτής της αντίληψης ως επιστημονικού κεκτημένου. Από την οπτική της ώριμης αταξικής κοινωνίας το "βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας"* (μετά την άρση της αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας") παύει να υφίσταται, δεν συνιστά πλέον πρόβλημα, γεγονός που αίρει την (περιοριστική) αναγκαιότητα αντιπαράθεσης της επιστημονικής κοινωνικής φιλοσοφίας ως υλιστικής με τη μη επιστημονική (ιδεαλιστική) ερμηνεία της ιστορίας.

Η λογική της ιστορίας θεμελιώνει σε ανώτερο επίπεδο την ανάπτυξη της επαναστατικής πρακτικής και διανοίγει τεράστιες δυνατότητες για την περαιτέρω ανάπτυξη ευρύτατου φάσματος επιστημονικών ερευνών. (Βλ. επίσης τα λ.: ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, ιστορικό και λογικό και τη σχετική βιβλιογραφία).

Λογικισμός (λογικοκρατία, αγγλ. logicism).

Κατεύθυνση της λογικής και φιλοσοφικής θεμελίωσης των μαθηματικών, οι απαρχές της οποίας απαντώνται στη θέση του Λάιμπνιτς* περί αναγωγιμότητας των μαθηματικών στη λογική. Ιδρυτές της εν λόγω κατεύθυνσης θεωρούνται οι Φρέγκε* και Ράσσελ*. Ο πρώτος, κατά την πλατωνική ρεαλιστική παράδοση, θεωρούσε τους ορισμούς βοηθητικά μέσα για την αποκάλυψη προϋπαρχόντων λογικών αντικειμένων (π.χ. ανήγαγε την έννοια του φυσικού αριθμού στо εύρος των εννοιών και αποδείκνυε τα θεωρήματα της αριθμητικής μέσω ορισμένου λογικού συστήματος). Ο δεύτερος, μαζί με τον Ουάιτχεντ*, ανέπτυξε μια νομιναλιστικού χαρακτήρα εκδοχή λογικισμού, μέσω της θεωρίας των λογικών τύπων, με την οποία αποφεύγονται τα παράδοξα* που προκύπτουν από την παραδοχή "παράτυπων" ολοτήτων (τέτοιων οι οποίες υποτίθεται ότι εμπεριέχουν όλα ανεξαιρέτως τα συστατικά στοιχεία ενός συνόλου, όντας οι ίδιες ένα από τα στοιχεία του εν λόγω συνόλου), μέσω ειδικής ιεραρχίας λογικών εννοιών. Στα πλαίσια αυτής της εκδοχής επιχειρείται η συστηματική αναγωγή των μαθηματικών στη λογική. Ο Γκέντελ* καταδεικνύει ότι τέτοιου τύπου συστήματα (αξιωματικά συστήματα, συστήματα της θεωρίας των συνόλων) δεν εκπληρώνουν το ιδεώδες πληρότητας των Ράσσελ - Ουάιντχεντ, δεδομένου ότι με τα μέσα που διαθέτουν είναι αδύνατον να αποδειχθούν ορισμένοι περιεκτικά αληθείς ισχυρισμοί, οι οποίοι διατυπώνονται σε αυτά. Ωστόσο αρκετοί ερευνητές (π.χ- οι A. Church* και W. ν. Ο. Quine*) προβαίνουν σε περαιτέρω βελτιώσεις και τροποποιήσεις αυτής της κατεύθυνσης, αμφισβητώντας την ύπαρξη σαφώς διαγεγραμμένων ορίων μεταξύ μαθηματικών και λογικής.

Βιβλίονρ.: Frege G., Gnindgesetze der Arithmetik, Bd 1-2 Iena, 1893-1903.- В. Russel - A. Whitehead, Principia Mathematica, ν. 1-3,1910-1913-- W. ν. Ο. Quine, Methods of Logic, 1950.

Λογικός θετικισμός (αγγλ. logical positivism).

1. Με την ευρεία έννοια συνώνυμο του νεοθετικισμού*.

2. Κατεύθυνση του νεοθετικισμού που συγκροτήθηκε ως δέσμη ερευνητικών προγραμμάτων με τον "Κύκλο της Βιέννης"* (Ρ. Κάρναπ", Ο Νόυρατ*. Φ. Φρανκ, Γ.Φέιγκλ, Χ. Ράιχενμπαχ* κ.ά.). Διαδίδεται σε ευρεία κλίμακα στα τέλη της δεκαετίας του 1920 - αρχές της δεκαετίας του 1930, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 το κέντρο του μετατίθεται στις ΗΠΑ, όπου με ορισμένες τροποποιήσεις διαδίδεται ως λογικός εμπειρισμός. Ο λογικός θετικισμός έχει ως θεωρητικές πηγές την παράδοση του θετικιστικού υποκειμενικού ιδεαλισμού (Μπέρκλεϋ*, Χιουμ*, μαχισμός*, εμπειριοκριτικισμός), με τη χαρακτηριστική άρνηση του κοσμοθεωρητικού και κομματικού χαρακτήρα της φιλοσοφίας, με την αναγωγή της επιστήμης στη μελέτη του "άμεσα δεδομένου* στην εμπειρία του υποκειμένου κ.λπ. και τη μέθοδο της λεγόμενης "λογικής ανάλυσης". Κατά τον λογικό θετικισμό η αυθεντικά επιστημονική φιλοσοφία είναι εφικτή μόνον (ως λογική ανάλυση της γλώσσας της επιστήμης, που επιδιώκει την "κάθαρση" της επιστήμης από κάθε "μεταφυσική" (από το σύνολο του παραδοσιακού φιλοσοφικού προβληματισμού) και τη μελέτη της (τυπικό-) λογικής δομής της επιστημονικής γνώσης. Η τελευταία αποσκοπεί στην αποκάλυψη του "άμεσα δεδομένου" είτε εμπειρικά επιβεβαιώσιμου και ελεγχόμενου περιεχομένου των επιστημονικών εννοιών και προτάσεων. Η φιλοσοφία ανάγεται σε "λογική της επιστήμης", σε "λογική σύνταξη της γλώσσας της επιστήμης" (Κάρναπ) και υπό αυτή την έννοια καλείται να διαδραματίζει τον ρόλο ενός ιδιότυπου λογοκριτή, ενός "διανοητικού αστυνομικού" (A. Ayer*), που ελέγχει την επιστημονική δραστηριότητα για να αποτρέψει τυχόν παραβιάσεις των ορίων και ένταξη στο πεδίο της "μεταφυσικής". Οι προτάσεις της τελευταίας, κατά τους εκπροσώπους του λογικού θετικισμού, δεν έχουν γνωστική σημασία και δεδομένου ότι δεν αποτελούν ταυτολογίες (όπως οι προτάσεις της τυπικής λογικής, της μόνης λογικής που αναγνωρίζουν, και των μαθηματικών) και δεν συνιστούν εμπειρικές πραγματολογικές προτάσεις, θεωρούνται απλώς ανόητες (άνευ νοήματος, ψευδοπροβλήματα κ.λπ.). Κατ' αυτό τον τρόπο, ο λογικός θετικισμός, δέσμιος της προδιαλεκτικής βαθμίδας της νόησης, της διάνοιας (βλ. διάνοια кαι λόγος), προσδίδει στον επιστημονισμό* του μονόπλευρο και περιορισμένο χαρακτήρα, κινούμενος στα πλαίσια ενός έρποντα εμπειρισμού* - φαινομεναλισμού* αφ' ενός, και μιας (κληροδοτημένης από τον λογικό ατομισμό) άκριτης υποστασιοποίησης, οντολογικοποίησης και άνευ όρων προεκβολής της τυπικής και της μαθηματικής λογικής σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης γνώσης. Ταυτόχρονα αποτρέπει τον φιλοσοφικό στοχασμό από τη διερεύνηση της ανακάλυψης νέας γνώσης, περιορίζοντας τον στην τυπικο-λογική ανάλυση της έτοιμης επιστημονικής γνώσης. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο λογικός θετικισμός επιχειρεί σχετική άμβλυνση ορισμένων από τα αρχικά του δόγματα, την οποία προβάλλει αργότερα ως ανάπτυξη και φιλελευθεροποίηση. Αντικαθιστά λόγου χάρη την αρχή της αναγωγιμότητας της επιστημονικής γνώσης στα εμπειρικά δεδομένα με την αρχή της δυνατότητας εμπειρικής ερμηνείας του συστήματος, την αξίωση της πλήρους επαληθευσιμότητας με τον όρο της δυνατότητας μερικής έμμεσης επιβεβαιωσιμότητας. Παρ' όλα αυτά, στον ύστερο λογικό θετικισμό γίνεται πιο έκδηλη η αντιφατικότητα και ο εκλεκτικισμός του όλου εγχειρήματος. Οι ερευνητικοί στόχοι του αποδείχθηκαν μάλλον ανέφικτοι, δεδομένου ότι οι "μεταφυσικές προτάσεις" και η σχετική με αυτές προβληματική αποτελούν εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία όχι μόνο της παραδοσιακής φιλοσοφίας αλλά και κάθε βασικής θεωρητικής έρευνας. Ανέφικτη αποδείχθηκε και η πλήρης τυποποίηση της γλώσσας της επιστήμης. Η ίδια η ιδέα της πλήρως τυποποιημένης θεωρίας συνιστά ακραίου τύπου εξιδανίκευση, μη ανταποκρινόμενη στη λειτουργία και ανάπτυξη ούτε καν των μαθηματικών επιστημών (βλ. Κουάιν'). Η συνδεόμενη με τα παραπάνω κρίση του λογικού θετικισμού και η συνακόλουθη κάθετη πτώση της απήχησης του (δεκαετίες 1950-1960) οδήγησαν στη μετατροπή του σε μια (μη αυτοτελή πλέον) τάση στα πλαίσια της "αναλυτικής φιλοσοφίας"* και του νεοθετικισμού*. Μετεξελίσσεται αρχικά σε "σημαντικό θετικισμό" (εντάσσοντας στην προβληματική του στοιχεία λογικής σημαντικής, πραγματολογίας κ.λπ.) και αργότερα σε γλωσσολογική ανάλυση (φιλοσοφία της καθομιλουμένης γλώσσας). Άσχετα με τις αρχικές, καθολικού χαρακτήρα, αξιώσεις τους, ορισμένοι εκπρόσωποι του λογικού θετικισμού συνέβαλαν ιδιαίτερα στον τομέα των ερευνών της τυπικής και μαθηματικής λογικής (βλ. επίσης τα λ. Βιτγκενστάιν, Λβοφ-Βαρσοβιας οχολή, Πόππερ. λογικισμός, ανάβαση από то αφηρημένο στο συγκεκριμένο).

Βιβλιογρ.: Β. Κραφτ, Ο κύκλος της Βιέννης και η γένεση του νεοβετικισμου, Γνώση, Αβήνα- Σ. Πάνου, Mεταφυσική και λογικός θετικισμός, Νέα Σύνορα, Αβήνα, 1980.- Κ. Carnap, Φιλοσοφία και λογική σύνταξη, Εγνατία, Θεσ/κη {X.X.}.- Logical positivism, ed. by A. J. Ayer, Glencoe, 1960-

Μαρξ (Marx) Καρλ Χένριχ (5.5.1818, Τριρ -14.3.1883, Λονδίνο).

Μεγαλοφυής θεωρητικός επαναστάτης, ιδρυτής του μαρξισμού* και των πρώτων διεθνών προλεταριακών οργανώσεων. Γιος δικηγόρου, φοίτησε αρχικά στη Νομική σχολή του Πανεπιστήμιου της Βόννης (1835-1836) και στη συνέχεια στο Βερολίνο (1836-41), όπου επιδόθηκε ιδιαίτερα στις φιλοσοφικές και ιστορικές σπουδές. Από τα γυμνασιακά του χρόνια είχε έναν βαθύ ανθρωπιστικό και αλτρουιστικό προσανατολισμό. Το 1837 προσχώρησε στην αριστερή πτέρυγα των νέων χεγκελιανών (οι οποίοι επιχειρούσαν τη θεμελίωση αθεϊστικών και δημοκρατικών θέσεων μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ*) μέσα από τις έρευνες του στη φιλοσοφία του δικαίου*.

Στη διδακτορική διατριβή του (Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας, εκδ. Γνώση), εξετάζει την ιστορία της φιλοσοφίας (αρχαίας και Νέων Χρόνων) από την άποψη των εγχειρημάτων κριτικής της πραγματικότητας και πρακτικών συστημάτων (Αριστοτέλης*, Χέγκελ κ.ά.). Ο εκ των πραγμάτων αποκλεισμός του νεαρού επαναστάτη από την πανεπιστημιακή σταδιοδρομία τον αναγκάζει να στραφεί στη μαχόμενη δημοσιογραφία από τις σελίδες της αστικοδημοκρατικής "Rheinische Zeitung", την αρχισυνταξία της οποίας αναλαμβάνει από τον Οκτώβριο του 1842. Η ενασχόληση του με τα ζητήματα της λογοκρισίας, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της κατάστασης των εργαζομένων, της γραφειοκρατίας* κ.ά. τον οδηγεί σε περαιτέρω κριτική επανεπεξεργασία της φιλοσοφίας του Χέγκελ και του Φόυερμπαχ* μέσω της εμβάθυνσης, από την κριτική της θρησκείας*, στην κριτική της πολιτικής και της "κοινωνίας των ιδιωτών", ενώ του κινούν το ενδιαφέρον οι κομμουνιστικές ιδέες. Μετά την παραίτηση του από τη θέση του αρχισυντάκτη (που τελικά δεν απέτρεψε την απαγόρευση της εφημερίδας, 19.1.1843), επιδίδεται στη θεωρητική μελέτη των ζητημάτων που ανέδειξε η εμπειρική δημοσιογραφική του έρευνα. Επεκτείνοντας και εμβαθύνοντας την έρευνα του στα ζητήματα της γραφειοκρατίας, της κρατικής ιεραρχίας*, της εξουσίας* και της διοίκησης*, χρησιμοποιώντας και ξεπερνώντας ουσιαστικά την κριτική του Φόυερμπαχ, καταλήγει στο συμπερασμό ότι (σε αντιδιαστολή με τις χεγκελιανές απόψεις) το κράτος καθορίζεται από την οικογένεια και την "κοινωνία των ιδιωτών" (Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, 1843, ελλην. εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1978). Μελετά την ιστορία υπό το πρίσμα της συσχέτισης κράτους - "κοινωνίας των ιδιωτών" (Κρόιτσναχ, καλοκαίρι 1843, όπου και παντρεύεται την αγαπημένη του, συνοδοιπόρο και βοηθό του Ζέννυ Φον Βεστφάλεν (1814-81)]. Μετοικεί στο Παρίσι (Οκτώβριος 1843). Εκεί μελετά τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική βιβλιογραφία και την πολιτική οικονομία. Εκδίδει μαζί με τον Α. Ρούγκε το μοναδικό τεύχος της "Γερμανογαλλικής Επετηρίδας" ("Deutsch - Franzosische Jahrbucher", Φεβρ. 1844), στα δημοσιεύματα του οποίου οριστικοποιείται σχετικά η αντιφατική και δημιουργική μετάβαση του Μαρξ από τον (αντικειμενικό) ιδεαλισμό* στον υλισμό* και από τον επαναστατικό (αστικο-δημοκρατικό) ριζοσπαστισμό στον κομμουνισμό*. Εδώ αναδεικνύει την αλλοτρίωση* ως κοινωνική πηγή της θρησκείας και συνδέει την ανθρώπινη χειραφέτηση με την επαναστατική ιστορική αποστολή του προλεταριάτου, στο οποίο η φιλοσοφία βρίσκει "τα υλικά της όπλα", ενώ το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία "τα πνευματικά του όπλα".

Στα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα (καλοκαίρι 1844, ελλ. εκδ. Γλάρος, Αθήνα, 1975) ο Μαρξ μέσω της κριτικής της πολιτικής οικονομίας εκθέτει σφαιρικά τις τότε απόψεις του για τη φιλοσοφία και τον κομμουνισμό*, αναδεικνύοντας το φαινόμενο της αλλοτρίωσης*-αποξένωσης, της αλλοτριωμένης εργασίας* ως πηγής της ιδιωτικής ιδιοκτησίας* και του κεφαλαίου*. Οι απόψεις αυτές αντανακλούν την αντιφατικότητα του γίγνεσθαι της μαρξικής θεωρίας, όπου η περί αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου αντίληψη (με τις ανθρωπολογικές επιδράσεις του Φόυερμπαχ) συνυπάρχει με την πολιτικοοικονομική εξέταση της σχέσης μεταξύ των τάξεων. Με τη συνάντηση του Μαρξ με τον Ενγκελς* σто Παρίσι (Αύγουστος 1844) όπου διαπιστώθηκε ταύτιση απόψεων (στις οποίες ο καθένας τους κατέληξε ανεξάρτητα και με διαφορετικό τρόπο), άρχισε η στενή φιλία και συνεργασία τους, πρώτος καρπός της οποίας ήταν η από κοινού συγγραφή της Αγίας Οικογένειας (1844, ελλ. εκδ. Αναννωστίδη, χ,χ.). Εδώ ασκείται κριτική στους νέους χεγκελιανούς, αναδεικνύονται οι πηγές του υποκειμενικού* ιδεαλισμού τους και προωθούνται οι απόψεις που θα οδηγήσουν στην υλιστική αντίληψη της ιστορίας.

Η πρωσική κυβέρνηση απαιτεί από τη Γαλλία την απέλαση του Μαρξ (λόγω της συμμετοχής του στη γερμανόφωνη εφημερίδα "Vorwarts"), ο οποίος μετοικεί στις Βρυξέλλες (Φεβρ.1845). Στις θέσεις για τον Φόυερμπαχ (Απρ, 1845) διατυπώνεται συμπυκνωμένα και αφοριστικά το περίγραμμα της τότε φιλοσοφίας του Μαρξ και η σχέση του με την προγενέστερη φιλοσοφία. Εδώ προσεγγίζεται η ουσία του ανθρώπου* ως το διατεταγμένο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και αναδεικνύει» ο καθοριστικός ρόλος της πρακτικής*. Μαζί με τον Ένγκελς γράφει τη Γερμανική ιδεολογία (1845 -1846, δεν δημοσιεύθηκε όσο ζούσε, ελλην. εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1979), όπου διατυπώνεται με τη μορφή επιστημονικής υπόθεσης η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη του Μαρξ η υλιστική αντίληψη της ιστορίας* (ιστορικός υλισμός), η αντίληψη για τη δομή της κοινωνίας και την ιστορία της (βλ. κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός). Εδώ μεταξύ άλλων αναδεικνύει ως «απόλυτα αναγκαία πραγματική προϋπόθεση» της άρσης της αλλοτρίωσης τον υψηλό βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων*, χωρίς τον οποίο το κομμουνιστικό εγχείρημα είναι ανέφικτο, δεδομένου ότι θα κατέληγε σε γενίκευση της φτώχειας και της στέρησης "και θα αναπαράγονταν αναγκαστικά όλες οι παλιές βρωμιές". Στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας (1847, ελλ. εκδ. Αναγνωστίδη, χ.χ.) επικρίνονται οι μικροαστικές απόψεις του Προυντόν* και η μεθοδολογία του, ιδιαίτερα στα ζητήματα της πολιτικής οικονομίας*.

Παράλληλα με τη "ριζική κριτική του συνόλου της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων* και τη διαμόρφωση της επιστημονικής του μεθόδου και του θεωρητικού του συστήματος, ο Μαρξ ανέπτυσσε έντονη και πολύπλευρη πολιτική-οργανωτική δραστηριότητα στο διεθνές επαναστατικό εργατικό κίνημα. Η "Ένωση των Κομμουνιστών", που είχε υιοθετήσει το μαρξικό σύνθημα "Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!", ανέθεσε στους Μαρξ και Ένγκελς τη συγγραφή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, του πρώτου προγραμματικού κειμένου του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ο Μαρξ έλαβε ενεργά μέρος сто επαναστατικά γεγονότα του 1848-49 και μέσω της εφημερίδας *Neu Rheinische Zeitung", μετά то κλείσιμο της οποίας φεύγει αρχικά στο Παρίσι και τελικά στο Λονδίνο. Στα έργα που αφιέρώσε στη γενίκευση της εμπειρίας της επανάστασης (Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, 1850.- Η 18η Μπρυμαιρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, 1852 κ.ά.) ο Μαρξ συγκροτεί μια θεωρία της νικηφόρας επανάστασης*, εκτιμά τους συσχετισμούς των ταξικών δυνάμεων και τις αυταπάτες των τάξεων, καταλήγει στην έννοια της "δικτατορίας του προλεταριάτου"* και της διαρκούς επανάστασης. Ωστόσο υπερεκτιμά τον βαθμό ωριμότητας της εργατικής τάξης και των σχέσεων παραγωγής.

Κεντρική θέση στην κοινωνική θεωρία του Μαρξ κατέχει το ζήτημα των τάξεων και της ταξικής πάλης. Ο ίδιος επισημαίνει πως απέδειξε τα εξής: "1) ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται μόνο με ορισμένες ιστορικές φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής, 2) ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου, 3) ότι η δικτατορία αυτή αποτελεί η ίδια μόνο τη ματάβαση προς την εξάλειψη όλων των τάξεων και την αταξική κοινωνία" (επιστολή προς Ι. Βαϊντεμάγιερ, από 5.3.1853).

Από τη δεκαετία του 1850 ο Μαρξ στρέφεται στη συστηματική οικονομική έρευνα (πάντοτε σε συνδυασμό με τις φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και πολιτειολογικές αναζητήσεις του): Grunarisse... (πρώτη εκδοχή του Κεφαλαίου) 1857-1858 (ελλ. εκδ. Στοχαστής, τ. Α-Γ, Αθήνα, 1989).- Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, 1858-59 (ελλ. εκδ. θεμέλιο, Αθήνα, 1978), δεύτερη εκδοχή του Κεφαλαίου (1861-63), τρίτη εκδοχή του Κεφαλαίου (1863-1865). Επιστέγασμα των τεράστιας έκτασης αδημοσίευτων (εκτός της Συμβολής...) μελετών του ήταν ο πρώτος τόμος του θεωρητικού μέρους του Κεφαλαίου, την τελική μορφή του οποίου επεξεργάσθηκε στα 1866-67 (εκδ. Αμβούργο, 1967· ελλ. εκδ. Σ.Ε.). Εδώ εκτίθεται συστηματικά "η δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη του Μαρξ: η θεωρία της υπεραξίας". Πρόκειται παράλληλα για ένα έργο στο οποίο η υλιστική αντίληψη της ιστορίας μετατρέπεται από υπόθεση σε επιστημονικά θεμελιωμένη θεωρία. Το Κεφάλαιο συνιστά την κορύφωση της μαρξικής θεωρίας (κοινωνικής φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας, διαλεκτικής λογικής* και μεθοδολογίας καθώς και επιστημονικής πρόγνωσης για την αταξική κοινωνία του μέλλοντος). Τα αποτελέσματα της έρευνας του Μαρξ εκτίθενται εδώ με τη μέθοδο της "ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο"* και ως ενότητα "ιστορικού και λογικού"*.

Ιδιαίτερα στο οικονομικό έργο του Μαρξ αναπτύσσεται η επιστημονική αντίληψη για την φυσικοϊστορικού χαρακτήρα νομοτέλεια* που διέπει την ανάπτυξη* της κοινωνίας*. Εδώ δεν πρόκειται βέβαια για κάποιους φυσικούς νόμους, αλλά για νόμους της δραστηριότητας των ανθρώπων, νόμους ιδιότυπους κοινωνικούς, οι οποίοι δρουν σε μιαν ενότητα με τους φυσικούς. Πρόκειται για νόμους-τάσεις, οι οποίοι εκδηλώνονται ως επιλογή και υλοποίηση, μέσω της δραστηριότητας των ανθρώπων, μιας από τις κατευθύνσεις που εμπεριέχει το φάσμα δυνατοτήτων της εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας. Η επιστημονική γνώση της νομοτέλειας αποτελεί αναγκαίο όρο της αποτελεσματικής πρακτικής παρέμβασης των ανθρώπων στην ιστορική ανάπτυξη της κοινωνίας.

Στο έργο του Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (1871, ελλ. εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 1976), ο Μαρξ αναλύει τον ρόλο της πρώτης απόπειρας εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου (της Παρισινής Κομμούνας). Ιδιαίτερη σημασία από την άποψη της θεωρίας για την αταξική κοινωνία έχει η Κριτική του προγράμματος της Γκότα.

Στον βαθμό που ολοκλήρωνε την έρευνα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, ο Μαρξ προχωρούσε στη διερεύνηση της ιστορίας της κοινωνίας (όπως μαρτυρούν οι χρονολογικές σημειώσεις του), διότι μόνο κατ' αυτό τον τρόπο -αντίστροφα με την "αναγωγή" στην οικονομική ζωή- μπορούν να συναχθούν οι άλλες σφαίρες της κοινωνικής ζωής ως ολότητας από την οικονομική ζωή. Σ΄ αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και η μελέτη του έργου του Α. Μόργκαν Η αρχαία κοινωνία, που εμπλούτιζε με εμπειρικό υλικό την κοινωνική θεωρία του Μαρξ. Στον ευρύ κύκλο των ιεραρχημένων ερευνητικών προγραμμάτων του Μαρξ περιλαμβάνεται και η φιλοσοφική θεμελίωση του διαφορικού λογισμού.

Η υπερβολικά εντατική εργασία, οι μόνιμες διώξεις και στερήσεις (παρά τη βοήθεια του Ένγκελς) και ο θάνατος της γυναικός του κατέβαλαν την υγεία του Μαρξ, ο οποίος -κατά τον Λαφάργκ*- "θυσίασε όλο τον οργανισμό του για το μυαλό του*.

Στο Βιβλίο των εκμυστηρεύσεων της κόρης του Τζένης βλέπουμε το περίγραμμα της προσωπικότητας αυτού του μοναδικού επαναστάτη της θεωρίας και της πρακτικής, που σημάδεψε με την παρουσία του τη Νεότερη ιστορία. Ο βαθύς ανθρωπισμός, η επαναστατική συνέπεια και αγωνιστικότητα, η αυτοθυσία και η αυταπάρνηση του συνδέονται οργανικά με την επαναστατική διαλεκτική λογική και τη μεθοδολογία της ερευνάς του. Το έργο του, ως μοναδικό εγχείρημα επαναστατικοποίησης της επιστήμης και της πρακτικής, αποτέλεσε αντικείμενο αδυσώπητων επιθέσεων, στρεβλώσεων και κατασυκοφάντησης από πληθώρα ταξικών εχθρών και "μαρξιστών" επιγόνων (βλ. δογματισμός και αναθεωρητισμός). Αποτελεί όμως ορόσημο στην ιστορία της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών, ένα ορόσημο που, όπως ομολογούν και μη μαρξιστές, εν πολλοίς καθιστά το "αντιμαρξιστικά" εγχειρήματα και τις απόπειρες "υπέρβασης" του μαρξισμού φαινομενικές αναβιώσεις προμαρξικών ιδεών είτε επαναδιατυπώσεις μαρξικών ιδεών (Ζ. Π. Σαρτρ, Το πρόβλημα της μεθόδου, Αθήνα, 1975, σε. 56). Η διακρίβωση της εμβέλειας και του πεδίου εφαρμοσιμότητας των μαρξικών θεωρητικών κατακτήσεων και η ανάπτυξη της βασικής κατεύθυνσης των ερευνών του σύμφωνα με τις βαθύτερες ανάγκες της κοινωνίας και τη νομοτέλεια που διέπει τη θεωρία είναι ο αυθεντικά μαρξιστικός τρόπος προσέγγισης του Μαρξ (βλ. επίσης: Ένγκελς, Λένιν, Μαρξισμός, Διεθνισμός).

Έργα του:

Marx - Engels, "Gesamtausgabe" (MEQA - 1), 50 τόμοι - 54 βιβλία· πλήρεις εκδόσεις στη ρωσική και στην αγγλική. Συνεχίζεται επίσης η πολύτομη έκδοση των Απάντων των Μαρξ -Ένγκελς στις γλώσσες του πρωτότυπου (περίπου 180 τόμοι).

Βιβλιογρ.: Ντ. Ριαζανοφ, Μαρξ και Ενγκελς, Μόσχα 1928" (ελλ. εκδ. "γράμματα", Αθήνα, χ.χ.).- Μπ. Νικολάεβσκι, От. Μαινχεν-Χέλφεν, Καρλ Μαρξ, εκδ. Ράππα, Αθήνα, 1979.- Α. Κουτσούκαλη, Οι θεμελιωτές του μαρξισμού, Επικαιρότητα, Αθήνα, 1981.κ.α.

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

Webmaster- Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  Δημήτρης

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 06/02/20033