Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

 


Ευρετήριο 

Αγνωστικισμός ή αγνωσιαρχία

Αγρότες (αγροτιά)

Αιτιοκρατία (ντετερμινισμός)

Αιτιότητα

Αληθινός σοσιαλισμός,

Άλμα

Αλτουσέρ (ΑΙthusser) Λουί

Ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο

Ανάγκες ή ανάγκη

Αναγωγισμός

Aναίρεση (ανασκευή)

Ανθρωποκεντρισμός

Ανθρωπολογισμός

Ανθρωπομορφισμός

Άνθρωπος

Αντανάκλαση

Αντεπανάσταση

Αντίθεση πόλης (άστεως) και υπαίθρου

Αντίθεση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας

Aντικειμενική πραγματικότητα

Αντικειμενικός ιδεαλισμός

Αντικειμενισμός

Αντικείμενο

Αντινομία

Αντίφαση διαλεκτική

Αξία (αξίες)

Απόδειξη

 Άρση

Αστική επανάσταση

Aτομικών διαφορών ψυχολογία

 Άτομο

Αυθεντία

Aυθόρμητο

Αυταπάρνηση

Αυτοκίνηση και αυτοκινησία

Αυτοοργάνωση

Αυτοπροσδιορισμός

Βάγκνερ Ρίχαρντ

Βαζιούλιν Βίκτωρ Αλεξέγιεβιτς

Βάση και εποικοδόμημα

Γνώση

Γνωστική διαδικασία

Γραφειοκρατία

Δημιουργικότητα

Δημοκρατία

Διάκριση

Διαλεκτική κοινωνιολογία

Διαλεκτική λογική

Διάνοια και λόγος

Διανόηση-διανοούμενοι

Διαχρονικότητα και συγχρονικότητα

Δογματισμός και αναθεωρητισμός

Δράση κοινωνική

Δραστηριότητα

Ελίτ θεωρίες

Ελιτίστικη τέχνη

Εμπειρικό και θεωρητικό

Ενατένιση

Eξελικτική επιστημολογία

Eξέλιξη αναδυόμενη

Eξέλιξη

Εξουσία

Εξωτερικό και εσωτερικό

Επανάσταση κοινωνική

Επαναστατική κατάσταση

Επιστήμη της επιστήμης

«Επιστήμη της λογικής»

Επιστημονική εικόνα του κόσμου

Επιστημονικός υλισμός

Eργασία

Ερμηνεία

Ιδεολογικότητα

Ιδιογραφική μέθοδος

Ιδιοκτησία

Iεραρχία

Iκανότητες

Ιστορικό και λογικό

Κάουτσκι Κ.

Καταστασιακή θεώρηση

Κατεστημένο

Κατηγοριακή σκέψη

«Κεφάλαιο»

Κίνημα (κοινωνικό)

Κίνηση

Kοινωνία

Κοινωνικοοικονομική δομή

Κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός

Κοινωνιολογία της γνώσης

Κοινωνιολογισμός

Λένιν Β.Ι.

Λογική της ιστορίας

Λογικισμός

Λογικός θετικισμός

Μαρξ (Marx) Καρλ Χένριχ

Μαρξισμός

Μέρος και όλο

Μέτρο

Νομοτέλεια

Νοοσφαίρα

Ουσία και φαινόμενο

Πεπερασμένο

Πέρασμα των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές

Περιεχόμενο και μορφή

Πλάνη

Πληροφόρηση

Ποιότητα και ποσότητα

Πόλεμος

Πράγμα

Πραγματικότητα

Πρακτική

Πρόβλεψη επιστημονική

Πρόγνωση

Προεκβολή

Σκοπιμότητα

Σκοπός

Στατιστικοί και δυναμικοί νόμοι

Σύγκριση

Συμφέρον κοινωνικό ή υλικό

 Σύνθεση

Τάξεις κατεστημένες ή νομοκατεστημένες ή καταστάσεις,

Τάξεις κοινωνικές - πάλη των τάξεων

Τεχνική

Τεχνοκρατία

Τεχνολογικός ντετερμινισμός

Τεχνοφοβία

Υποκειμενικός παράγοντας στην ιστορία

Υλισμός

Υποκείμενο

Φαινομενικότητα-επίφαση

Φετιχισμός

Φιλοσοφία κοινωνική

Φουκουγιάμα (Fukuyama) Φράνσις

Χειραγώγηση

Χυδαίος υλισμός

Χέγκελ (Hegel) Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ

Κεντρική Σελίδα

ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

Περιεχόμενο και μορφή ("ύλη" και "είδος", τύπος).

1. Φιλοσοφικές κατηγορίες, η αντιφατική ενότητα των οποίων χαρακτηρίζει ουσιώδεις προσδιορισμούς της "πραγματικότητας αντικειμενικής"* και της νόησης*. Περιεχόμενο ενός αντικειμένου (φαινομένου, πράγματος, διαδικασίας) είναι η ενότητα των συστατικών στοιχείων, των μερών, των εσωτερικών διεργασιών, των σχέσεων των ιδιοτήτων και των αντιφάσεων* του στην αλληλεπίδραση τους. Μορφή είναι ο τρόπος ύπαρξης και έκφρασης του περιεχομένου, η εσωτερική οργάνωση* (ιεραρχία*, διάταξη, διάρθρωση, σύζευξη) των στοιχείων του, μέσω της οποίας το αντικείμενο αποκτά σχετική σταθερότητα. Συχνά η μορφή εννοείται ως η εξωτερική όψη, η ορατή επιφάνεια, ως το επουσιώδες (τυπικό στα κοινωνικά φαινόμενα), το δευτερεύον σε αντιδιαστολή με το ουσιώδες (δηλαδή η εξωτερική μορφή). Η μορφή συνδέεται με την έννοια της "δομής" χωρίς ωστόσο να ανάγεται σε αυτήν. Η αντιφατική ενότητα περιεχομένου και μορφής χαρακτηρίζει κάθε αναπτυξιακή διαδικασία και τα εκάστοτε αποτελέσματα της. Το περιεχόμενο αποτελεί τη δυναμική, ευκίνητη και καθοριστική πλευρά του όλου, ενώ η μορφή είναι το σύστημα των σχετικά σταθερών δεσμών του, σε μια διαδικασία αναντιστοιχίας -αντιστοιχίας, κατά την οποία παρωχημένες μορφές αντικαθίστανται από νέες, εφ' όσον εξαντλήσουν τα όρια συμβατότητας τους με τη δυναμική του περιεχομένου, αλλά και τις δυνατότητες αντεπίδρασης σε αυτό. Οι 'Ιωνες θεωρούν την "Ύλη" εμπράγματη πρώτη αρχή του κόσμου (Θαλής*, Αναξίμανδρος*), ενώ οι Εμπεδοκλής", και Αναξαγόρας* αντιπαραθέτουν "ύλη" και "είδος". Ο Πλάτων* απέδιδε καθοριστικό ρόλο στις αυθυπόστατες ιδέες*, στα πρότυπα είδη. Ο Αριστοτέλης* διέκρινε σε όλα τα όντα "ύλη" και "είδος" (τρόπο εμφάνισης της ύλης), π.χ. σε κάποιο άγαλμα ύλη είναι το μάρμαρο και είδος η μορφή που του προσδίδει ο γλύπτης. Ανάγει έτσι τη μορφή, το "είδος" σε αυτόνομη ιδεατή οντότητα, σε δημιουργική αρχή ("η ουσία και το τι ην είναι") επί της άμορφης και αδρανούς ύλης. Ο Θωμάς ο Ακινάτης* διακρίνει τα αυθυπόστατα, ανεξάρτητα από κάθε ύλη είδη (intelligentiae) από τα είδη που αυτοπραγματώντονται μέσω της σύνθεσης τους με την ύλη. Ο Καντ* θεωρούσε ότι η γνωστική δραστηριότητα καθορίζεται από τις "καθαρές" προεμπειρικές $a priori) μορφές της εποπτείας (χώρος και χρόνος) και της διάνοιας (κατηγορίες), επιχειρώντας κατ" αυτό τον τρόπο να αρθεί υπεράνω του εμπειρισμού* (Χιουμ*, Λοκ*). Κατά τον Χέγκελ* μορφή και περιεχόμενο αποτελούν σημαντικές κατηγορίες της περί της ουσίας διδασκαλίας της "Επιστήμης της Λογικής"*, η αμοιβαία μεταστροφή των οποίων συνιστά όρο της "απόλυτης σχέσης" ως σχέσης υποστασιακότητας, αιτιότητας και αλληλεπίδρασης. Η διαλεκτική μορφής και περιεχομένου αναπτύσσεται και συγκεκριμενοποιείται ως πλευρά της αντιφατικής κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης στη φιλοσοφία* και στην οικονομική θεωρία του Μαρξ* (βλ. μαρξισμός*). Η μεταφυσική αντιπαράθεση μορφής και περιεχομένου χαρακτηρίζει με διάφορους τρόπους πολλά ρεύματα της νεότερης και σύγχρονης φιλοσοφίας (πραγματισμός*, νεοθωμισμός*. νεοθετικισμός*, λογικός θετικισμός* κ.ά.).

2. θεμελιώδεις έννοιες των λογικών επιστημών (τυπικής λογικής*, "διαλεκτικής λογικής"*) και της θεωρίας της γνώσης*, οι οποίες αφορούν πτυχές της νοητικής δραστηριότητας σε διαφορετικά επίπεδα της ανάπτυξης της (βλ. διάνοια και λόγος). Κατά την προδιαλεκτική βαθμίδα της νόησης (διάνοια), πραγματοποιείται μέσω της ανάλυσης, της αφαίρεσης κ.λπ. βαθμιαία απόσπαση των αφαιρετικών νοητικών μορφών από το αισθητηριακό περιεχόμενο. Το περιεχόμενο της διάνοιας υφίσταται θετικά μόνο με τη μορφή του εκάστοτε εναπομένοντος αισθητηριακού δεδομένου. Η καθαυτό αφηρημένη νόηση, σε αντιδιαστολή με τα αισθήματα, αποβαίνει μόνο μορφή, αποκλειστικά τυπική νόηση, απόμακρη από τα αισθητηριακά δεδομένα χωρίς ωστόσο να αποσπάται πλήρως από αυτά. Εδώ η συνάφεια εμπειρικής πραγματικότητας και νόησης εντοπίζεται αρνητικά: ο βαθμός αφαίρεσης της σκέψης είναι αντιστρόφως ανάλογος της εγγύτητας της προς τα εμπειρικά δεδομένα (και από το αντλούμενο από αυτά περιεχόμενο). Αυτό εκδηλώνεται ρητά στον νόμο της τυπικής λογικής* περί αντιστρόφως ανάλογης σχέσης μεταξύ του "βάθους" (του συνόλου των γνωρισμάτων) και του "πλάτους" (του συνόλου των περιλαμβανόμενων -βάσει των γνωρισμάτων που αναφέρονται στο βάθος- αντικειμένων) της έννοιας. Η έννοια της διάνοιας προβάλλει εδώ ως κενό περιεχομένου σχήμα, μορφή, τύπος, με ορισμένη χωρητικότητα, η οποία πληρώνεται από το αντίστοιχο μέρος των αισθητηριακών δεδομένων ("ύλης") το οποίο διατηρείται μετά την αφαίρεση*. Ο θετικός προσδιορισμός της συνάφειας εμπειρικής πραγματικότητας και νόησης μέσω της διαλεκτικής ενότητας της μορφής και του περιεχόμενου της τελευταίας προβάλλει στη βαθμίδα του λόγου*. Η μορφή του λόγου δεν είναι κάτι το σχηματιζόμενο ως αφαίρεση από το περιεχόμενο, αλλά είναι το ίδιο το μεταβαλλόμενο περιεχόμενο της νόησης, γεγονός που καθιστά τον αναπτυγμένο λόγο περιεκτική μορφή και μορφοποιημένο περιεχόμενο. Εδώ η νόηση (επανα-)προσεγγίζει την αισθητηριακή πραγματικότητα, αλλά διαμεσολαβημένα πλέον και χωρίς την αισθητηριακή ενάργεια της ζωντανής εποπτείας. Αντικείμενο της τυπικής λογικής είναι η διάνοια σε καθαρή μορφή, καθώς και η άμεση σχέση της διάνοιας με τον λόγο, γεγονός που επιτυγχάνεται μεταξύ άλλων και μέσω της αναγωγής της μορφής της νόησης στη συντακτική δομή της κρίσης (πρότασης. συνόλου προτάσεων, θεωρίας) και του περιεχομένου της στις πιοκίλες συγκεκριμένες ερμηνείες των παραπάνω. Αντικείμενο της "διαλεκτικής λογικής"* είναι οι περί του αναπτυσσόμενου οργανικού όλου περιεκτικές μορφές, η κατηγοριακή νοητική ανασύσταση του γνωστικού αντικειμένου, ο λόγος στην ενότητα του με τη διάνοια (βλ. ανάβαση από το αφηρημένο ατό συγκεκριμένο, ιστορικό και λογικό).

3. Αλληλένδετες και αμοιβαία προσδιοριζόμενες πλευρές της αισθητικής μορφής της συνείδησης και της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Η σύγχρονη ιδεοκρατική αισθητική, αρνούμενη Τη σύνδεση της τέχνης* με την πραγματικότητα, πρότασσε! συχνά τη μορφή ως στερούμενη περιεχομένου {πραγματικής βάσης, αναπαραστατικότητας κ.λπ,), ανάγοντας κατ' αυτό τον τρόπο την τέχνη σε παίγνιο "καθαρών μορφών" (βλ. φορμαλισμός). Άλλοτε πάλι ανάγει το περιεχόμενο στο υποκειμενικό βίωμα του καλλιτέχνη (υποκειμενισμός*), είτε ταυτίζει τη μορφή με το περιεχόμενο (νατουραλισμός*). Στον αντίποδα των παραπάνω βρίσκονται οι αισθητικές αντιλήψεις που ανάγουν την οργανική ενότητα καλλιτεχνικής μορφής και περιεχομένου σε ένα από τα πλέον σημαντικά κριτήρια της αυθεντικής αισθητικής δημιουργίας.

Πληροφόρηση (λατ. informatio).

Αναφορά, είδηση, μήνυμα, κατατόπιση, μεταβίβαση του συνόλου ορισμένων δεδομένων γνώσεων. Βασική έννοια της κυβερνητικής και της πληροφορικής, η οποία έχει αποκτήσει διεπιστημονική εμβέλεια. Χρησιμοποιείται στη βιολογία, στη νευροφυσιολογία, στην ψυχολογία, στην τεχνική της διοίκησης, στις οικονομικές επιστήμες, στην κοινωνιολογία και στη φιλοσοφία (θεωρία της γνώσης).

Η επιστημονική έννοια της πληροφόρησης πραγματοποιεί αφαίρεση από την περιεκτική πλευρά ίων μηνυμάτων δίνοντας έμφαση στη δομική - ποσοτική πτυχή τους. Η ποσότητα πληροφόρησης ορίζεται ως μέγεθος αντιστρόφως ανάλογο του βαθμού πιθανότητας του συμβάντος στο οποίο αναφέρεται το διαβιβαζόμενο μήνυμα. Η επεξεργασία της επιστημονικής έννοιας της πληροφόρησης αναδεικνύει μια νέα (οντολογική κατά ορισμένους φιλόσοφους) πτυχή - ιδιότητα της ύλης, την πληροφοριακή πλευρά της αλληλεπίδρασης αντικειμένων, διαδικασιών και συστημάτων. Η έννοια αυτή επιτρέπει την ενιαία προσέγγιση ποικίλων, εκ πρώτης όψεως εντελώς διαφορετικών, φαινομένων (βιολογικών, νευροφυσιολογικών, ηλεκτρονικών, τηλεπικοινωνιακών, διοικητικών κλπ.) και από αυτή την άποψη εμπλουτίζει με νέα δεδομένα τη θεωρία της αντανάκλασης, παρέχοντας τη δυνατότητα εξέτασης των αλληλεπιδράσεων και ως διαδικασιών μετάδοσης, φύλαξης και επεξεργασίας πληροφόρησης.

Διακρίνονται δύο πτυχές της πληροφόρησης: 1. η πληροφόρηση ως μέτρο οργανωτικότητας ενός συστήματος. Η μαθηματική έκφραση της ταύτιζεται με την έκφραση της αρνητικής εντροπίας (χαρακτηρίζει όχι τον βαθμό αταξίας αλλά τον βαθμό τάξης, συγκρότησης ενός συστήματος). Συνιστά δυναμικού χαρακτήρα εσωτερικό δομικό στοιχείο των συστημάτων και των διαδικασιών. 2. η πληροφόρηση που συνδέεται με τη συσχέτιση, με την αλληλεπίδραση δύο τουλάχιστον διαδικασιών (αντικειμένων), η μία από τις οποίες γίνεται φορέας πληροφόρησης περί της άλλης. Στα κυβερνητικά συστήματα οι μεταβολές ενός αντικειμένου (Β) που προκαλούνται υπό την επίδραση άλλου αντικειμένου (Α) δεν συνιστούν απλώς κάποια γνωρίσμοτα του Β, αλλά μετατρέπονται σε παράγοντα λειτουργίας του κυβερνητικού συστήματος με την ιδιότητα των φορέων πληροφόρησης. Η σχετική πληροφορία μετατρέπεται από πληροφορία "δυνάμει" σε πληροφορία "ενεργεία", από παθητική σε ενεργητική, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από προκυβερνητικά σε κυβερνητικά (αυτορρυθμιζόμενα) συστήματα.

Η μαθηματική θεωρία της πληροφόρησης δημιουργήθηκε το 1949 (Κ. Shanncw - W. Weaver, The mathematical theory of communication. 1949). Ιδιαίτερη ανάπτυξη των ερευνών της πληροφόρησης παρατηρείται στη σύγχρονη επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης. Στον χώρο της φιλοσοφικής ερμηνείας της πληροφορίας παρατηρούνται υλιστικές και ιδεαλιστικές (αντικειμενικές και υποκειμενικές), ορθολογικές και ανορθολογικές τάσεις (βλ. επίσης: κυβερνητική, αντανάκλαση, οργάνωση, διοίκηση, επικοινωνία).

Ποιότητα ( ή ποιόν) και ποσότητα (ή ποσόν).

Κατηγορίες της φιλοσοφίας οι οποίες επισημαίνουν σημαντικές πλευρές της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο κόσμος δεν συνιστά μια παγιωμένη κατάσταση έτοιμων, δεδομένων πραγμάτων, αλλά συγκροτεί ένα σύνολο διαδικασιών στις οποίες τα πράγματα* (αντικείμενα*) διαρκώς εμφανίζονται, μεταβάλλονται και καταστρέφονται. Αυτό όμως επ' ουδενί λόγω σημαίνει ότι τα πράγματα στερούνται ορισμένης μορφής ύπαρξης, ότι είναι απόλυτα ασταθή και μη διακριτά μεταξύ τους (όπως ισχυρίζεται η σχετικοκρατία*). Παρά τις όποιες μεταβολές του μέχρις ορισμένου σημείου, το κάθε πράγμα παραμένει το αυτό, και όχι άλλο, ποιοτικά προσδιορισμένο αντικείμενο.

Ποιοτικός προσδιορισμός των αντικειμένων και των φαινομένων είναι εκείνο που τα καθιστά σταθερά, που τα οριοθετεί και δημιουργεί την απέραντη ποικιλομορφία του κόσμου. Ποιόν είναι ο ουσιώδης προσδιορισμός ορισμένου αντικειμένου (πράγματος) χάριν του οποίου αυτό είναι το δεδομένο, και όχι άλλο, αντικείμενο, και διαφέρει από άλλα αντικείμενα. Το ποιόν του αντικειμένου κατά κανόνα δεν ανάγεται σε ξεχωριστές ιδιότητες του (οι οποίες συνιστούν αντανάκλαση της ποιότητας του πράγματος στην ποιότητα άλλου ή άλλων πραγμάτων). Το ποιόν συνδέεται με το αντικείμενο ως όλο (ολότητα), το περικλείει πλήρως και είναι αναπόσπαστο από αυτό, γεγονός που συνδέει την κατηγορία "ποιότητα" με το Είναι*, με την ύπαρξη του αντικειμένου, αλλά και με την άμεσα αισθητηριακή - εμπειρική βαθμίδα της γνώσης περί του αντικειμένου. Ένα αντικείμενο δεν μπορεί να παραμένει ένα και το αυτό έχοντας απολέσει το ποιόν του. Δεδομένου ότι οι διάφορες ιδιότητες (είτε ομάδες ιδιοτήτων) ενός αντικειμένου εκδηλώνονται στις σχέσεις του με άλλα αντικείμενα, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει πληθώρα ποιοτήτων σε κάθε αντικείμενο ή φαινόμενο.

Όλα τα αντικείμενα διαθέτουν (εκτός από τον ποιοτικό) και ποσοτικό προσδιορισμό: ορισμένο μέγεθος, αριθμό, έκταση, όγκο, ρυθμό εκτύλιξης των διαδικασιών, βαθμό ανάπτυξης των ιδιοτήτων τους, χωροχρονικές πτυχές κ.λπ. Ποσότητα είναι ο προσδιορισμός εκείνος του πράγματος χάριν του οποίου αυτό μπορεί να διαιρεθεί (πραγματικά ή νοητά) σε ομοιογενή μέρη, που μπορούν με τη σειρά τους να ενοποιηθούν. Η ομοιογένεια (ομοιότητα, ομοιομορφία, ποιοτική ταυτότητα κ.λπ.) πραγμάτων είτε μερών είναι το απαραίτητο διακριτικό γνώρισμα της ποσότητας και αναγκαίος όρος της συγκρισιμότητας, της αντιπαραβολής που χαρακτηρίζει την ποσοτική προσέγγιση. Οι διαφορές μεταξύ ανομοιογενών (ανόμοιων κ.λπ.) πραγμάτων είναι ποιοτικού χαρακτήρα (ως προς το ποιόν), ενώ οι διαφορές μεταξύ ομοιογενών πραγμάτων είναι ποσοτικού (ως προς το ποσόν).

Σε αντιδιαστολή με την ποιότητα, η ποσότητα δεν συνδέεται και τόσο στενά με το είναι του πράγματος. Οι ποσοτικές αλλαγές δεν οδηγούν αμέσως σε καταστροφή είτε σε ουσιώδη αλλαγή του αντικειμένου. Οι ποσοτικές αλλαγές προκαλούν ποιοτικές μόνον εφ' όσον φτάσουν ένα ορισμένο για κάθε αντικείμενο όριο. Με αυτή την έννοια ο ποσοτικός προσδιορισμός (σε αντιδιαστολή με τον ποιοτικό) χαρακτηρίζεται από μιαν εξωτερική σχέση προς την υφή, προς τη φύση των αντικειμένων. Γι' αυτό και μπορεί κατά τη "γνωστική διαδικασία"* να αποσπασθεί μέσω αφαίρεσης* από το περιεχόμενο* (από το ποιόν κ.λπ.) σαν να πρόκειται για αδιάφορη (γι' αυτή τη διαδικασία) υπόθεση (π.χ. στα μαθηματικά). Η εξαιρετικά ευρείας κλίμακας χρήση των μαθηματικών θεωριών σε διαφορετικούς ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο τους τομείς της φυσιογνωσίας και της τεχνικής εξηγείται από το γεγονός ότι τα μαθηματικά εξετάζουν κατ' εξοχήν ποσοτικές σχέσεις και συσχετίσεις. Η επιστημονική διάγνωση των τελευταίων είναι απαραίτητος όρος της γνώσης και του σκόπιμου πρακτικού μετασχηματισμού της πραγματικότητας.

Ωστόσο η γνώση δεν εξαντλείται με την ποσοτική προσέγγιση της πραγματικότητας. Ο μονόπλευρος προσανατολισμός της γνώσης στην εξέταση της ποσότητας συνδέεται με την προσκόλληση της νόησης στην προδιαλεκτική βαθμίδα της (Βλ. διάνοια και λόγος), με μια μηχανιστική -φορμαλιστική κοσμοαντίληψη (π.χ. μηχανιστικός υλισμός, υποκειμενικός ιδεαλισμός", θετικισμός* κ.λπ.). Η ποιότητα επ' ουδενί λόγω μπορεί να αναχθεί στην ποσότητα, παρά τις όποιες απόπειρες των μεταφυσικών. Οι απόπειρες μάλιστα βαθμολογικής αξιολόγησης (βλ. αξία) ποικιλόμορφων στην ιδιοτυπία τους προσωπικοτήτων, μόνο ως μέσα συμβατικού (και εν πολλοίς χειραγωγικού - πειθαναγκαστικού) χαρακτήρα και ως λειτουργίες αναπαραγωγής αλλοτριωτικών κοινωνικών σχέσεων έχουν νόημα. Κανένα αντικείμενο (είτε υποκείμενο) δεν διαθέτει μόνο ποιοτικό είτε μόνο ποσοτικό προσδιορισμό. Κάθε αντικείμενο συνιστά ενότητα ορισμένης ποιότητας και ποσότητας (βλ. μετρό), αποτελεί ποιοτικό μέγεθος (ποσόν) και ποσοτικά προσδιορισμένο ποιόν. Η παραβίαση (υπέρβαση) του μέτρου οδηγεί σε αλλαγή του δεδομένου αντικειμένου είτε φαινομένου, στη μετατροπή του σε άλλο αντικείμενο είτε φαινόμενο (πέρασμα των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές*). Βλ. επίσης: ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, ουσία και φαινόμενο, ανάπτυξη.

Βιβλιογρ.: Β. Α. Βαζιούλιν, Ποσότητα και ποιότητα, στο: Filosofski slovar, Μόσχα, 1986, κ.α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

Webmaster- Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  Δημήτρης

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 06/02/20033