ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995, ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Aυθόρμητο (λατ. spontaneum, το αυθαίρετο, το αυτόβουλο, το αυτόματο).
Χαρακτηρισμός διαδικασιών οι οποίες δεν ανακύπτουν από εξωτερικές επιδράσεις, αλλά από εσωτερικά αίτια, ως αυτενέργεια. Στη φιλοσοφική σκέψη συνδεόταν συχνά με την αυτοκίνηση της φύσης (Επίκουρος*, Σπινόζα*). Κατά τον Λάιμπνιτς*, το
απόλυτα αυθόρμητο της κάθε μονάδας σχηματίζει ως σύνολο μονάδων τον κόσμο της προκαθορισμένης αρμονίας. Η διαλεκτική φιλοσοφία το ερμηνεύει ως αυτοκίνηση του πνεύματος (Χέγκελ*) είτε ως αυτοανάπτυξη εσωτερικά αντιφατικών αντικειμενικών φαινομένων (Μαρξ*, Λένιν*). Βλ. επίσης
συνειδητό και αυθόρμητο.
Αυταπάρνηση
Θετική ηθική ιδιότητα κατά την οποία ο άνθρωπος απαρνείται τον εαυτό του υπέρ άλλων, τα συμφέροντα του υπέρ των συμφερόντων των άλλων, θεωρείται ως ακραία μορφή ανιδιοτέλειας και αλτρουισμού, η οποία ως στάση ζωής είναι η ετοιμότητα
για ενέργειες αυτοθυσίας. Είναι η οικειοθελής ιεράρχηση σκοποθεσιών κατά την οποία ο άνθρωπος παραιτείται από τα συμφέροντα του και μερικές φορές θυσιάζει και την ίδια του την ζωή χάριν των συμφερόντων άλλων ανθρώπων, χάριν της επίτευξης κοινών σκοπών, χάριν της υλοποίησης υψηλών
ιδεωδών. Η ιδιότητα αυτή εκδηλώνεται σε εξαιρετικές, ακραίες περιστάσεις κατά τις οποίες ο άνθρωπος υποχρεώνεται να υπερβεί τα συνηθισμένα όρια των υποχρεώσεων του, όπως αυτά διαμορφώνονται στην καθημερινή του ζωή. Στις εν λόγω περιστάσεις, οι οποίες βιώνονται ως ηθικά προβλήματα
και συγκρούσεις καθηκόντων (κλιμάκων ιεράρχησης αξιών), τίθεται σε δοκιμασία η ισχύς της κοσμοθεώρησης, η βούληση και ο αυτοέλεγχος που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο στη συνολική πορεία της ζωής του. Η αυταπάρνηση παρατηρείται σε ευρεία κλίμακα σε συνθήκες απελευθερωτικών ή αμυντικών
πολέμων, επαναστατικών κινημάτων, μεγάλων κοινωνικών μετασχηματισμών, εξεγέρσεων κ.λπ.
Όσο η κοινωνία σπαράσσεται από αντίθετα και αντιφατικά υλικά συμφέροντα, ο αγώνας για την ανάπτυξη της ανθρωπότητας, για τους κοινωνικούς στόχους ως κύριους στόχους της προσωπικής ζωής απαιτεί αυταπάρνηση, αυτοθυσία και ορισμένο
βαθμό ασκητισμού. Αυτό αφορά στον τύπο εκείνο της προσωπικότητας για τον οποίο ύψιστη, δεσπόζουσα και εσωτερική ανάγκη είναι η δραστηριότητα για χάρη της ανθρωπότητας υπό την ιδιότητα του συνειδητά κοινωνικού όντος, που ελεύθερα (δηλ. βάσει της εγνωσμένης αναγκαιότητας) συμβάλλει
στον μετασχηματισμό της πραγματικότητας. Η στάση αυτή ως ριζοσπαστικά ανθρωπιστική και επαναστατική διαφέρει ριζικά από τον ηττοπαθή και μοιρολατρικό ασκητισμό. Η εξάλειψη των κοινωνικών -ταξικών ανταγωνισμών θα άρει την αναγκαιότητα της εν ενεργεία αυταπάρνησης, διατηρώντας
ωστόσο δυνάμει την ετοιμότητα της, ολόπλευρα αναπτυγμένης αυθεντικής προσωπικότητας για την εκδήλωση αυταπάρνησης και αυτοθυσίας.
Αυτοκίνηση και αυτοκινησία.
Φιλοσοφική έννοια η οποία επισημαίνει την αφ' εαυτού κίνηση* του αντικειμένου, δηλαδή αλλαγές, μεταβολές ορισμένου συστήματος προερχόμενες από το ίδιο το εν λόγω σύστημα και καθοριζόμενες από την εσωτερική αναγκαιότητα*, νομοτέλεια*
και αντιφατικότητα του (βλ. αντίφαση), οι οποίες και διαμεσολαβούν κατά την επενέργεια σε αυτό εξωτερικών παραγόντων, συνθηκών κ.λπ. Η αυτοκίνηση προϋποθέτει την ύπαρξη συστήματος ορισμένου βαθμού συγκρότησης, δομής, λειτουργίας και αυτοοργάνωσης*, ανώτερου από τα πράγματα τα οποία
απλώς αλληλεπιδρούν μηχανικά και εξωτερικά με το περιβάλλον τους. Ανώτερη μορφή αυτοκίνησης είναι η ανάπτυξη*.
Στην ιστορία της φιλοσοφίας η αυτοκίνηση ερμηνεύεται είτε ως αποτέλεσμα υλικών φυσικών δυνάμεων και ιδιοτήτων (υλισμός*) είτε ως αποτέλεσμα ιδεατών αρχών και υποστάσεων, οι οποίες κινούν τη θεωρούμενη ως κατ' εξοχήν παθητική ύλη (ιδεαλισμός*).
Κατά το νευτώνειο μηχανιστικά αιτιοκρατούμενο (βλ. αιτιοκρατία) κοσμοείδωλο, η κίνηση*, θεωρούμενη ως μετατόπιση σωμάτων στον χώρο και ποσοτική μεταβολή, είναι μόνο εξωτερικού χαρακτήρα (βλ. μεταφυσική, αναγωγισμός). Η έννοια της
αυτοκίνησης εμπλουτιζόταν βαθμιαία στην ιστορία του φιλοσοφικού και επιστημολογικού στοχασμού μέσα από διάφορους σταθμούς: από τον «Λόγο» της αρχαιότητας ως την ιδέα της αιτίας αφ' εαυτής (causa sui) του Σπινόζα*, την εξελικτική θεωρία του σύμπαντος (Καντ*), την αυτοκίνηση - αυτοανάπτυξη
της απόλυτης ιδέας (Χέγκελ*), τη διαλεκτική - υλιστική αντίληψη της αυτοκίνησης της φύσης και της κοινωνίας (Μαρξ*, Ένγκελς*) και πιο πέρα ως τις σύγχρονες διεπιστημονικές προσεγγίσεις της (βλ. κυβερνητική, επιστημονικοτεχνική επανάσταση).
Βιβλιογρ.: Α. Einstein -L. Infelt, Η εξέλιξη των ιδεών στη φυσική, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 1978.- Ε. Μπιτσάκη, Διαλεκτική και νεότερη φυσική, Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1981.- J. D. Bernal, Η επιστήμη στην ιστορία, τόμοι 4, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος.
Αυτοοργάνωση.
Διαδικασία η οποία χαρακτηρίζει τα συστήματα με υψηλό επίπεδο πολυπλοκότητας και συνίσταται στην ικανότητα των εν λόγω συστημάτων, υπό μεταβαλλόμενες εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες, να δημιουργούν, να αναπαράγουν, να διατηρούν
και (είτε) να τελειοποιούν την οργάνωση τους. Διάφοροι τύποι της εν λόγω διαδικασίας παρατηρούνται σε αντικείμενα και φαινόμενα της πλέον διαφορετικής υφής, π.χ. στο κύτταρο, στους σύνθετους πληθυσμούς, στις βιογεωκοινότητες, στα οικοσυστήματα, στην ανθρώπινη κοινωνία κ.ά. Η
δημιουργία δεσμών, ο μετασχηματισμός και η αναδιάρθρωση δεσμών μεταξύ των μερών (στοιχείων) του συστήματος, ο προσανατολισμός και η σχετική ανεξαρτησία, αυτονομία από το περιβάλλον, είναι γνωρίσματα των διαδικασιών αυτοοργάνωσης, οι οποίες αποτελούν πλευρά της αυτοανάπτυξης (βλ.
ανάπτυξη).
Ορισμένος τύπος αυτοοργάνωσης είναι τα ομοιοστατικά συστήματα που χαρακτηρίζονται από καταστάσεις δυναμικής κινητικής ισορροπίας - ανισορροπίας, η οποία διατηρείται μέσω περίπλοκων προσαρμοστικών αντιφάσεων, μέσω της ανανέωσης
βασικών δομών, λειτουργιών και ιδιοτήτων και μέσω της διαρκούς λειτουργικής αυτορύθμισης όλων των μερών.
Στη βιολογία η αυτοοργάνωση εννοείται ως γνώρισμα των αυτοαναπτυσσόμενων και αυτορρυθμιζόμενων όλων, τα οποία υφίστανται και διοικούνται ως σχετικά σταθερό ενιαίο όλο με την αλληλεπίδραση, διανομή και αναδιανομή των διαθέσιμων (εξωτερικής
και εσωτερικής προέλευσης) υλών, ενέργειας και πληροφορίας, ώστε να διασφαλίζουν την επικράτηση των εσωτερικών συναφειών έναντι των εξωτερικών.
Στην ανθρώπινη κοινωνία* παρατηρούνται διάφορες βαθμίδες ιστορικών τύπων αυτοοργάνωσης, από τη φυσική (οργανική, αγελαία κ.λπ.) αυτοοργάνωση σε διάφορες μορφές σταδιακού μετασχηματισμού της φυσικής αυτοοργάνωσης σε κοινωνική -
πολιτισμική. Η αυτοοργάνωση αποτελεί αντικείμενο διεπιστημονικής προσέγγισης που παρέχει πληθώρα υλικού για τον επιστημολογικό και φιλοσοφικό στοχασμό. (Βλ. επίσης: σύστημα, δομή, κυβερνητική).
Βιβλιογρ.: Guillamaud J., Κυβερνητική και διαλεκτικός υλισμός, θεμέλιο, Αθήνα, 1978.- , Oparin Α., Η προέλευση της ζωής, Μάθηση, Αθήνα, 1956.- Βαζιούλιν Β. Α., Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές..., Σ. Ε. Αθήνα, 1988.κ. α.
Αυτοπροσδιορισμός.
Ο αυτοκαθορισμός ως χαρακτηριστικό της αυτοαναπτυσσόμενης δια-δικασίας σε αντιδιαστολή με τον ετεροπροσδιορισμό. Συνδέεται με το είδος και τον χαρακτήρα της αιτιότητας*, της νομοτέλειας* που διέπει την εν λόγω διαδικασία, αλλά και με
το επίπεδο της ανάπτυξης της. Στις κατώτερες βαθμίδες της ανάπτυξης του, κάθε αναπτυσσόμενο όλο είναι μάλλον ετεροπροσδιοριζόμενο παρά αυτοπροσδιοριζόμενο. Μορφή ετεροπροσδιορισμού και εκδήλωση ανωριμότητας συνιστά και ο κατ΄ εξοχήν αρνητικός ως προς κάτι (ως προς την ετερότητα
του εν λόγω όλου κ.λπ), ο κατ' εξοχήν αποφατικός προσδιορισμός. Ο αυτοπροσδιορισμός χαρακτηρίζει τον κατ' εξοχήν θετικό και ενεργητικό χαρακτήρα, την ωριμότητα της εν λόγω διαδικασίας (κοινωνίας, ατόμου, υποκειμένου κ.λπ.). (Βλ. και λ. αυτογνωσία).
Βάγκνερ Ρίχαρντ (1813-1883).
Γερμανός συνθέτης - δραματουργός και θεωρητικός της φιλοσοφίας της τέχνης και της αισθητικής. Έλαβε μέρος στην εξέγερση του Μαίου της Δρέσδης το 1849. Μετά την ήττα της επανάστασης κατέφυγε στην Ελβετία, όπου και συνέγραψε τα βασικά
θεωρητικά έργα: Τέχνη και επανάσταση (1849), Το καλλιτεχνικό έργο του μέλλοντος (1850), Όπερα και δράμα (1852), όπου και εκδηλώνονται επιδράσεις της ηθικής ανθρωπολογίας του Φόυερμπαχ* και του αναρχισμού του Μπακούνιν*. Αναπτύσσει τη ρομαντική παράδοση, τονίζοντας την ανάγκη εμβάθυνσης στην
παραδοσιακή λαϊκή τέχνη, επιδιώκει τη σύνθεση των τεχνών (π.χ. μέσω της οργανικής συγχώνευσης μουσικής, λόγου και θεατρικής πράξης στην όπερα). Το έντονο αντικεφαλαιοκρατικό και αντικληρικό του πάθος εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Αρνείται τον πλούτο και προβάλλει την ιδέα της
χειραφέτησης, της απελευθέρωσης και της αντικατάστασης του χριστιανισμού από μια νέα θρησκεία της ανθρώπινης αγάπης.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1850 στρέφεται στην απαισιόδοξη φιλοσοφία του Σοπενάουερ* και αργότερα του Νίτσε* και του Γκομπινό* και απαρνείται την επανάσταση. Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία (1861) υιοθετεί μεγαλογερμανικές και
μυστικιστικές θρησκευ-τικές απόψεις (Κράτος και θρησκεία, 1864). Στο έργο του θρησκεία και τέχνη (1880) αναφέρεται στον εκφυλισμό του κόσμου, καταδι-κάζει τον υλισμό και προβάλλει ως σωτηρία τον ιδεαλισμό του Σοπενάουερ και την αληθινή θρησκευτική πίστη. Σταδιακά εκδηλώνονται στο έργο
του αντιδραστικά ρομαντικά στοι-χεία, τα οποία όμως (παρά την μετέπειτα ιδεολογική χρησιμοποίηση τους από τη γερμανική σωβινιστική προπαγάνδα) δεν μπορούν να επισκιάσουν την καλλιτεχνική και θεωρητική συμβολή του.
Έργα του: Gesammelte Schriften und Dichtungen, Bd 1-10, Lpz., 1871-1883· 6 Autl, Bd 1-16, Lpz., 1912-1914.
Βιβλιογρ.: Moos P., Richard Wagner als Estethiker, Berlin, 1906.
Βαζιούλιν Βίκτωρ Αλεξέγιεβιτς (γεν. στη Μόσχα το 1933).
Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Λομονόσοφ της Μόσχας. Ένας από τους σημαντικότερους σοβιετικούς στοχαστές. Οι έρευνες του επικεντρώνονται στην ανακάλυψη της λογικής που διέπει το Κεφάλαιο" του Κ. Μαρξ*, μέσω του·
αυστηρού διεξοδικού και συστηματικού στοχασμού πάνω στο πολιτικοοικονομικό υλικό, σε συνδυασμό με μιαν αυθεντική επανεπεξεργασία της αντικειμενικής λογικής του Χέγκελ* και με τις προϋποθέσεις εφαρμοσιμότητάς της. Η μεθοδολογία αυτή του παρέχει τη δυνατότητα θεωρητικής
αποτίμησης του κεκτημένου των βασικών ερευνητικών πεδίων της μαρξιστικής επιστήμης ως ενιαίας, πλην όμως εσωτερικά διαφοροποιημένης, φυσικοϊστορικής διαδικασίας. Η θεωρητική και μεθοδολογική εξέταση της λογικής της ιστορίας τον οδηγεί στη συγκρότηση μιας αυθεντικής αντίληψης
για τη κοινωνία ως ολότητα, ως φυσικοϊστορική διαδικασία αλληλεπίδρασης φυσικού και κοινωνικού και βαθμιαίου μετασχηματισμού του πρώτου από το δεύτερο. Οι δύο βασικές επισημάνσεις του ("λογική του Κεφαλαίου" και "λογική της Ιστορίας") δρομολογούν τη διαλεκτική ανάπτυξη,
την «άρση»* του επιστημονικού κεκτημένου του μαρξισμού διανοίγοντας ένα φάσμα νέων ερευνητικών πεδίων. Έργα του: Η λογική του "Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ, Μόσχα, 1968.- Το γίγνεσθαι της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ: λογική σκοπιά, Μόσχα, 1975.- Η διαλεκτική της ιστορικής
διαδικασίας και η μεθοδολογία της ερευνάς της.- Η λογική της ιστορίας, Μόσχα, 1988 κ.ά.
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση