ΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Τ. 1-5, ΑΘΗΝΑ 1994-1995,
ΕΚΔ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ
ΛΕΞΙΚΟ
Το
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει το ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ- ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-
ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ που έγραψε ο συνεργάτης μας σ.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΤΕΛΗΣ το οποίο εκδόθηκε σε βιβλίο από τον εκδοτικό
οίκο ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ το 1994-1995 και που αποτελεί ένα εκπληκτικό
βοήθημα για τους αναγνώστες κλασικών μαρξιστικών κειμένων, που
περιέχουν κάποιες άγνωστες λέξεις για τους νέους κυρίως
μελετητές του Μαρξισμού.
Αγνωστικισμός ή αγνωσιαρχία.
Φιλοσοφική αντίληψη η
οποία αρνείται, ολοκληρωτικά ή εν μέρει, τη γνωσιμότητα του
κόσμου και τη δυνατότητα συγκρότησης επιστημονικής φιλοσοφίας.
Αρνείται τη δυνατότητα αντικειμενικής γνώσης του συνόλου του
επιστητού το οποίο δεν αντανακλάται στην εμπειρία, και συνεπώς
των αιτίων της αντικειμενικής πραγματικότητας, του θεού, της
ουσίας των όντων και του συνόλου των "μεταφυσικών" ουσιών. Ο
αγνωστικισμός πρωτοεμφανίστηκε ως σκεπτικισμός" κατά την
αρχαιότητα. Ο Πυρρών ο Ηλείος", θεωρεί αδύνατη τη βέβαιη γνώση
και προτρέπει τον εχέφρονα άνθρωπο να αποφεύγει τις κρίσεις
και να επιδιώκει την αταραξία της ισορροπίας. Ο Χιούμ'
θεωρούσε ανέφικτη τη διέξοδο της γνώσης από τα πλαίσια των
γεγονότων της υποκειμενικής εμπειρίας, άρα και τη δυνατότητα
του ανθρώπου να κρίνει για τη σχέση εμπειρίας και
πραγματικότητας. Ο Καντ, αν και παραδεχόταν την αντικειμενική
ύπαρξη των πραγμάτων, με τη διχοτομία "πράγματος καθ' εαυτό"
και "φαινομένου" που εισήγαγε θεωρούσε την ουσία των πραγμάτων
απροσπέλαστη για τη γνώση.
Όλα τα μετέπειτα ρεύματα
του αγνωστικισμού, υιοθετώντας ουσιαστικά τη βασική
επιχειρηματολογία των Χιούμ και Καντ, παραιτούνται από την
επίλυση όλων των παραδοσιακών κοσμοθεωρητικών ζητημάτων
μετατρέποντας αυτή την παραίτηση τους σε κοσμοθεωρητική
τοποθέτηση. Ο αγνωστικισμός απολυτοποιεί την έλλειψη
πληρότητας και επάρκειας, τον περιορισμένο χαρακτήρα και τις
δυσκολίες της γνωστικής διαδικασίας σε διάφορες βαθμίδες της
γνώσης, τη διάσταση μεταξύ φαινομένου (φαινομενικότητας) και
ουσίας.
Ο άγγλος φυσιοδίφης
Τζοϋλιαν Χάξλευ* εισάγει τον όρο "αγνωστικισμός" (1869) για να
ορίσει την κοσμοθεωρητική »του στάση στις θρησκευτικές
συζητήσεις της εποχής του. Πριν από αυτόν ο Σερ Γουίλιαμ
Χάμιλτον, στο άρθρο του Η φιλοσοφία του απροσδιόριστου (1829),
θεωρεί ανέφικτη τη γνώση του απόλυτου και αδικαιολόγητο το
γεγονός ότι η επιστήμη αποκαλύπτει μια πραγματικότητα η ουσία
της οποίας παραμένει άγνωστη. Ο θεμελιωτής του θετικισμού" Α.
Κοντ θεωρεί την αποκάλυψη της ουσίας των πραγμάτων μάταιη
προσδοκία και ένδειξη της αδυναμίας του ανθρώπινου πνεύματος.
Ο Χ. Σπένσερ, διακρίνοντας τα όρια του νου από τα όρια του
πραγματικού σχετικά με την έσχατη φύση και την αρχή των
πραγμάτων, δηλώνει: "Δεν γνωρίζω τίποτε, γι' αυτό και πρέπει
να είμαι ευχαριστημένος. Δεν αρνούμαι τίποτε και δεν
ισχυρίζομαι τίποτε". Ο θετικισμός" και ο νεοθετικισμός'
οδηγούν τον αγνωστικισμό στα έσχατα όρια του, αποκαλύπτοντας
ταυτόχρονα και την εσωτερική αντιφατικότητα του (βλ. μαχισμός,
εμπειριοκριτικισμός, λογικός θετικισμός, αναλυτική φιλοσοφία).
Κοινό γνώρισμα όλων αυτών των τάσεων είναι η άρνηση της
ουσίας, της νομοτέλειας των πραγμάτων (και ιδιαίτερα της
κοινωνικής νομοτέλειας) και συνεπώς η άρνηση της διαλεκτικής,
της διάκρισης διάνοιας και λόγου, της ανάβασης από το
αφηρημένο στο συγκεκριμένο κ.λπ. Ο βρετανός θετικιστής Άϊερ
διατείνεται ότι ο θετικιστικός αγνωστικισμός "στερείται κάθε
λογικού ερείσματος", δεδομένου ότι κάθε πρόταση περί της
γνωσιμότητας ή μη των πραγμάτων στερείται κάθε νοήματος
(ανόητη), συμπεριλαμβανομένης και της πρότασης: "υπάρχει μία
καθαυτό πραγματικότητα που δεν γνωρίζουμε". Τον αγνωστικισμό
υιοθετεί και ο υπαρξισμός* στον βαθμό που, βάσει της αντίθεσης
ύπαρξης-ουσίας, προτάσσει τη βιωματική εμπειρία του ατόμου
κ.λπ. και προτρέπει σε παραίτηση από τις αφαιρέσεις, τις
γενικεύσεις και γενικά από την αναζήτηση ουσιωδών ιδιοτήτων.
Στοιχεία αγνωστικισμού υπάρχουν σε πολλά ρεύματα
επιστήμονιστικού και αντιεπιστημονιστικού προσανατολισμού του
20ού αϊ.
Ο αγνωστικισμός θέτει
στον ένα ή στον άλλο βαθμό φραγμούς στη γνώση και υπονομεύει
την εμβέλεια και το βάθος των κοινωνικών στοχοθεσιών και
δραστηριοτήτων. Γνωρίζει άνθηση ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης
και συντείνει ο ίδιος στη διάδοση του ανορθολογισμού*, του
μυστικισμού", ακόμα και σκοταδιστικών ιδεών (βλ. και λ.
αγνωσία, σχετικισμός. Σκεπτικοί, Θεωρία της
γνώσης).
Βιβλιογρ.: Χιούμ Ντ.. Ο
άνθρωπος και η εμπειρία,, εκδ. Αναγνωστίδη (χ.χ.).- Καντ,
Κριτική του καθαρού λογού, εκδ. Παπαζήση.- του ίδιου.
Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, Δωδώνη,
Αθήνα-Γιάννινα. 1982Μαρξ Κ., Οι θέσεις για τον Φόυερμπαχ, στο
Κ Μαρξ και Φ. Ενγκελς: "Γερμανική Ιδεολογία", τ.
1.
Αγρότες
(αγροτιά).
Κοινωνικό στρώμα το οποίο
διαμορφώνεται ιστορικά κατά την αποσύνθεση του πρωτόγονου
κοινοτικού συστήματος και τη βαθμιαία ανάδειξη του ατομικού
οικογενειακού νοικοκυριού σε κύρια μορφή συγκρότησης του
αγροτικού πληθυσμού. Η ενίσχυση του ρόλου του ατομικού
οικογενειακού νοικοκυριού οδηγεί βαθμιαία από τις συγγενικές
κοινότητες στις εδαφικές (γειτονικές), στη διαμόρφωση της
ατομικής ιδιοκτησίας, στην περιουσιακή και κοινωνική
διαφοροποίηση της υπαίθρου. Η εν λόγω διαδικασία συνδέεται με
τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, με τον διαχωρισμό
γεωργίας και κτηνοτροφίας, φερέοικου (νομαδικού, ημινομαδικού)
και εδραίου (μόνιμα εγκατεστημένου) τύπου χειροτεχνίας και
αγροτικής οικονομίας, με την εμφάνιση και κλιμάκωση της
"αντίθεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου"*.
Η αγροικία, το μικρό
αγροτικό νοικοκυριό παρουσιάζει μια σημαντική διαχρονικότητα
και σταθερότητα σε διαφορές ιστορικές εποχές, ως παραγωγική
μονάδα βασικά ιδιοσυντηρούμενη και αυτάρκης, μέσω του
συνδυασμού αγροτικής οικονομίας-οικοτεχνίας και της κατανομής
εργασιακών λειτουργιών κατά ηλικία και φύλο. Η εργασία έχει
εδώ ιδιάζοντα συγκεκριμένο χαρακτήρα, ενώ το προϊόν της, το
καταναλωτικό αγαθό, προβάλλει ως αξία χρήσης. Η διεύρυνση και
εμβάθυνση των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων υπονομεύει
βαθμιαία τον φυσικό χαρακτήρα και τον (γεωγραφικό, οικονομικό,
κοινωνικό και πολιτισμικό) απομονωτισμό. Ωστόσο, παρ' όλες τις
ιστορικές αλλαγές ο αγροτικός βίος παρουσιάζει ορισμένα
προεξάρχοντα, σχετικά σταθερά γνωρίσματα (πατριαρχική δομή,
παραδοσιακή νοοτροπία, στενότητα ενδιαφερόντων, απομόνωση
κ.λπ.), τα οποία απορρέουν σε τελική ανάλυση από το γεγονός
ότι στην αγροτική οικονομία αποφασιστικό ρόλο διαδραματίζουν
κατ' εξοχήν δεδομένα από τη φύση μέσα παραγωγής: η γη και τα
ζώα.
Κατά την κλασική
αρχαιότητα, επί δουλοκτησίας, η διατηρούμενη κοινοτική
(κρατική) ιδιοκτησία έθετε υπό έλεγχο την κοινωνική
διαφοροποίηση και εξασφάλιζε την ελευθερία των (μη δούλων)
αγροτών ή, ακριβέστερα, τον βαθμό ελευθερίας τους σύμφωνα με
την κληρονομικά προκαθορισμένη σχέση τους προς την κοινότητα.
Οι απασχολούμενοι και στις αγροτικές εργασίες δούλοι
βρίσκονταν (ως "ομιλούντα εργαλεία") εκτός αυτής της ιεραρχίας
των διαβαθμισμένων ως προς τα προνόμια τους
δουλοκτητών.
Επί φεουδαρχίας
χαρακτηριστική γίνεται πλέον η σχετική σύμπτωση κληρονομικά
αξιωματικής ιεραρχίας και ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας. Η
αγροτιά σχεδόν στο σύνολο της ανήκει στην κατώτερη κοινωνική
τάξη (στους δουλοπάροικους), ενώ το σημαντικότερο μέρος των
γαιοκτημόνων επιμερίζεται σε κατηγορίες της επίσημης ιεραρχίας
της αριστοκρατίας, των ευγενών (δούκες, βαρώνοι, αυλικοί,
κλήρος κ.λπ.). Η φεουδαρχική έγγεια πρόσοδος ως ιστορική μορφή
ιδιοποίησης μέρους της εργασίας των αμέσων παραγωγών, των
αγροτών, πέρασε από τρεις διαδοχικές βαθμίδες: ως εργασία, σε
είδος και σε χρήμα. Η τελευταία βαθμίδα χαρακτηρίζει τις
φεουδαρχικές σχέσεις που διαβρώνονται πλέον από την ανάπτυξη
των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων. Η ταξική πάλη
παίρνει συχνά τη μορφή απεγνωσμένων αγροτικών εξεγέρσεων (με
θρησκευτικά, αιρετικά κ.λπ. ιδεολογήματα) και παρατεταμένων
αγροτικών πολέμων.
Με την άνοδο της
κεφαλαιοκρατίας επέρχεται έντονη διαστρωμάτωση στον αγροτικό
πληθυσμό σε ανομοιογενείς κοινωνικές ομάδες υπαγόμενες
προοπτικά στη βασική αντίθεση της κεφαλαιοκρατίας, στην
αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας. Ο χαρακτήρας,
οι ρυθμοί και η μορφή της περίπλοκης διαδικασίας αποσύνθεσης
του μικροαγροτικού νοικοκυριού και της διείσδυσης των
εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων στην ύπαιθρο συνδέονται
με τους συσχετισμούς δυνάμεων, με τις ιδιαιτερότητες
(παραδόσεις κ.λπ.) και με τη (διεθνή και εθνική) συγκυρία που
επικρατεί κατά τη μετάβαση στην κεφαλαιοκρατία. Η μετάβαση
αυτή μπορεί να είναι ταχεία ("αμερικανικού" τύπου) ή
παρατεταμένη, συμβιβαστική με φεουδαρχικές σχέσεις κ.λπ.
("πρωσικού" ή "ρωσικού" τύπου). Η βαθμιαία εκμηχάνιση της
αγροτικής παραγωγής, τα ευρείας κλίμακας εγγειοβελτιωτικά
έργα, η χρήση χημικών λιπασμάτων, επιλεγμένων σπόρων κ.λπ.
τείνουν να καταστήσουν την αγροτική οικονομία κλάδο της
βιομηχανίας.
Οι αγρότες χωρίζονται σε
μισθωτούς εργάτες, μικρούς, μεσαίους και μεγάλους
γαιοκτήμονες. Οι μικροί και μεσαίοι αγρότες συγκαταλέγονται
στα παραδοσιακά κεφαλαιοκρατικά μεσαία στρώματα, με ιδιότυπα
χαρακτηριστικά μικροαστικής αμφιταλαντευόμενης νοοτροπίας,
στάσης ζωής, στοχοθεσιών και συμπεριφοράς. Ως εργαζόμενοι που
υφίστανται εκμετάλλευση, ρέπουν προς την εργατική τάξη*· ως
ατομικοί ιδιοκτήτες ρέπουν προς την αστική τάξη'. Ο
ατομικισμός, οι έντονες συναισθηματικές φορτίσεις και οι
ανορθολογικοί τρόποι αντιμετώπισης της πραγματικότητας, που
συχνά τους χαρακτηρίζουν, προσδίδουν στις κινητοποιήσεις τους
αυθορμητισμό και οι δια-μαρτυρίες τους παίρνουν τη μορφή
συναισθηματικών εκρήξεων. Ο παραδοσιακός συντηρητισμός των
μικροαστικών αγροτικών μαζών σε συνδυασμό με την προτίμηση
τους για ισχυρή πατερναλιστική κρατική εξουσία και
"νομιμότητα" συνέβαλαν κατά πολύ στην άνοδο και εδραίωση του
βοναπαρτισμού και του φασισμού.
Στις ανεπτυγμένες
κεφαλαιοκρατικές χώρες, η εντατική εκβιομηχάνιση της αγροτικής
παραγωγής, σε συνδυασμό με τον ρολό του χρηματιστικού
κεφαλαίου, προωθεί τη συγκέντρωση και συγκεντροποίησή της
μειώνοντας δραστικά το ποσοστό των αγροτών στο σύνολο του
οικονομικά ενεργού πληθυσμού.
Στις αναπτυσσόμενες
χώρες, οι αγρότες αποτελούν το βασικό μέρος του πληθυσμού. Η
ένταξη τους στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό σύστημα μέσα από το
δίπολο "εξάρτηση-υπανάπτυξη" προωθεί την ταξική διαφοροποίηση
δια-τηρώντας και αναπαράγοντας προκεφαλαιοκρατικές σχέσεις. Το
φαινόμενο επιτείνεται με τις μεθόδους της "αγροτικής
νεοαποικιοκρατίας" (μονοκαλλιέργειες, οικολογική καταστροφή,
διεθνές νομισματικό-πιστωτικό σύστημα κ.λπ.).
Στις χώρες που
επιχείρησαν να δρομολογήσουν εναλλακτικό ως προς την
κεφαλαιοκρατία τύπο ανάπτυξης (π.χ. στην τέως ΕΣΣΔ), κατά
κανόνα οι αγρότες αποτελούσαν σημαντικό μέρος του πληθυσμού.
Μετά από μια περίοδο ανάπτυξης των εμπορευματικών και
χρηματικών σχέσεων στην ύπαιθρο (ΝΕΠ), προχώρησαν στην
"κολεκτιβοποίηση" (ίδρυση κρατικών νοικοκυριών και παραγωγικών
συνεταιρισμών), η οποία λειτούργησε και ως πηγή εσωτερικής
συσσώρευσης για την εκβιομηχάνιση. Η αγροτική παραγωγή
εντάχθηκε στον κρατικό σχεδιασμό, ο οποίος απέβλεπε στην
εξάλειψη της αντίθεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Η ανατροπή
του εν λόγω τύπου ανάπτυξης δεν μας επιτρέπει να συναγάγουμε
άμεσα πορίσματα για τους στόχους και τα αποτελέσματα του στον
αγροτικό τομέα.
Το γεγονός ότι η
συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού του πλανήτη είναι
αγρότες, υπαγορεύει την ανάγκη διεπιστημονικής συστηματικής
διερεύνησης της θέσης, του ρόλου και των προοπτικών τους στην
κοινωνία.
Βιβλιογρ.: M Bloch,
Caracteres Originaux de l’ Histoire Rurale Francaise, τ. 1-2,
Colin Paris, 1952-1956.- Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαΐρ του
Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Σ.Ε., Αθήνα.- Φ. "Ενγκελς . Ο πόλεμος
των χωρικών στη Γερμανία.- F. Braudel, Les Structures du
Quotidien: Civilisation materielle, economie et calitalisme,
XVe - XVIIe siecles, tomes 1,2,3. Librairie Armand Colin,
Paris, 1979.- Newby. H. et. al., Farming for Survival: the
small Farmer in the Contemporary Rural Class Structure, in:
“The Petite Bourgeoisie. Comparative Studies of the Uneasy
Stratum”, London, 1981.- Π. Παπαδόπουλος. Η ταξική διαρβρωση
της ελληνικής κοινωνίας, Σ.Ε.. Αθήνα, 19872.