Στον α' παγκόσμιο πόλεμο τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε ο Χεμινγκγουέη ως εθελοντής του Ερυθρού Σταυρού στο ιταλικό μέτωπο. Από το 1921 μέχρι το 1928 εργάστηκε στην Ευρώπη, κυρίως στο Παρίσι, ως ανταποκριτής αμερικάνικων
εφημερίδων. Στα χρόνια 1936-37 βρέθηκε στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας ως πολεμικός ανταποκριτής στην πλευρά των δημοκρατικών δυνάμεων. Τις εμπειρίες του από αυτό τον πόλεμο συμπύκνωσε ο συγγραφέας στο βιβλίο του «Για ποιον κτυπά η καμπάνα» το 1940, με το οποίο εξυμνεί τον αγώνα κατά
του φασισμού.
Με αυτό το βιβλίο απέκτησε ο Χεμινγκγουέη παγκόσμια φήμη ως αδιάφθορος χρονικογράφος των κραδασμών της αστικής κοινωνίας και ως δεξιοτέχνης της ακριβολογίας, η οποία ήταν επηρεασμένη από τη δημοσιογραφική του πείρα και
διαπέρασε όλο το έργο του. Οι πρωταγωνιστές στα έργα του Χεμινγκγουέη είναι κυρίως άντρες, οι οποίοι αναζητούν την επιτυχία τους σε ακραίες καταστάσεις, άλλοτε στις ταυρομαχίες, άλλοτε στο ψάρεμα στο ανοικτό πέλαγος και στον ωκεανό και άλλοτε στον πόλεμο.
Το 1953 πήρε ο Χεμινγκγουέη το βραβείο Πούλιτσερ για το βιβλίο του «Ο γέρος και η θάλασσα», το 1953 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Λίγα χρόνια μετά εγκαταστάθηκε στην Κούβα, από την οποία αποχώρησε το 1958. Το 1961
αυτοκτόνησε!
Όσο προχωρείς στο γράψιμο τόσο πιο μόνος μένεις
Ο Ernest Hemingway γεννήθηκε στο Όακ Παρκ, στο Ιλλινόις, στις 21 Ιουλίου του 1899, και άρχισε τη συγγραφική του σταδιοδρομία εργαζόμενος ως ρεπόρτερ στην Kansas City Star, όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών. Το 1921 έγινε περιπλανώμενος ανταποκριτής για την Toronto Star Weekly,
και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς απέπλευσε για την Ευρώπη, όπου κάλυψε δημοσιογραφικά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και, εν συνεχεία, τη Συνθήκη της Λωζάνης. Εκείνη την περίοδο, μια βαλίτσα που περιείχε όλα τα ποιήματα και τα διηγήματά του, εκτός από ένα, το "My Old Man", το οποίο είχε
στείλει σε διάφορα περιοδικά, χάθηκε, κι έτσι ο Χέμινγουεϊ αναγκάστηκε να αρχίσει το λογοτεχνικό του έργο και πάλι από το μηδέν.
Το πρώτο βιβλίο του Χέμινγουεϊ, με τίτλο Three Stories and Ten Poems [Τρία Διηγήματα και Δέκα Ποιήματα] κυκλοφόρησε το 1923, σε μόλις τριακόσια αντίτυπα. Το Our Time [Η Εποχή Μας], μία συλλογή διηγημάτων, εκδόθηκε το 1924. Το 1926, εκδόθηκε η σάτιρα με τίτλο Torrents of Spring [Οι Χείμαρροι της Άνοιξης], και το
φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του The Sun Also Rises [Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά]. Τον Οκτώβριο του 1927, εκδόθηκε ακόμη ένας τόμος με διηγήματα, με τίτλο Men Without Women [Άντρες Χωρίς Γυναίκες], όπου περιέχονταν τα "The Killers" ["Οι Δολοφόνοι"] και "The Undefeated" ["Ο
Αήττητος"], διηγήματα που θεωρήθηκαν από τα καλύτερα παραδείγματα μοντέρνας πεζογραφίας. Η έκδοση του A Farewell to Arms [Αποχαιρετισμός στα Όπλα], καταξίωσε τον Χέμινγουεϊ ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής μας. Τα διηγήματά του συγκεντρώθηκαν, το 1938, στον τόμο The First
Forty-Nine.
Το 1940, ολοκλήρωσε το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του For Whom the Bell Tolls [Για Ποιον Χτυπάει Η Καμπάνα], με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Δέκα χρόνια μετά, εκδόθηκε το Across the River and Into the Trees [Στο Ποτάμι Απέναντι και Κάτω απ' των Δέντρων τη Σκιά], και το 1952 το The Old Man and the Sea [Ο Γέρος και η Θάλασσα]. Το 1954,
ο Χέμινγουεϊ τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ, για "τον δυναμισμό και τον απόλυτο έλεγχο του ύφους του, για την επίδρασή του στην τέχνη της μοντέρνας αφήγησης..."
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ έζησε πολλά χρόνια στην Κούβα. Πέρασε τις τελευταίες μέρες του στο Κέτσαμ του Άινταχο, όπου πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1961. Η συνέντευξη αυτή που δημοσιεύει σε δύο συνέχειες το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δόθηκε στον George Plimton.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε για λίγο στον κατάλογο των ονομάτων και να πούμε δυο λόγια για έναν από τους ζωγράφους - τον Ιερώνυμο Μπος, για παράδειγμα; Η εφιαλτική συμβολική χροιά του έργου του φαίνεται πολύ απομακρυσμένη από τη δική
σας οπτική.
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Έχω εφιάλτες, και ξέρω και για τους εφιάλτες άλλων ανθρώπων. Αλλά δεν είναι ανάγκη να γράφεις γι' αυτούς. Οτιδήποτε μπορείς να παραλείψεις από αυτά που ξέρεις εξακολουθεί να υπάρχει στο γράψιμό του και θα φανεί η ποιότητά του. Όταν ένας συγγραφέας παραλείπει κάποια
πράγματα που δεν ξέρει, φαίνονται σαν τρύπες στο γράψιμό του.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Αυτό σημαίνει ότι μια εμπεριστατωμένη γνώση του έργου των ανθρώπων στον κατάλογό σας βοηθάει στο να γεμίσει το "πηγάδι" που αναφέρατε πριν; Ή επρόκειτο για συνειδητή βοήθεια στην ανάπτυξη των τεχνικών της γραφής σας;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας μάθησης να βλέπω, να ακούω, να αισθάνομαι και να μην αισθάνομαι, και να γράφω. Το πηγάδι βρίσκεται εκεί όπου είναι το "ζουμί" σου. Κανένας δεν ξέρει από τι είναι φτιαγμένο, και λιγότερο απ' όλους εσύ ο ίδιος. Αυτό που ξέρεις είναι αν το
έχεις, ή αν πρέπει να περιμένεις να σου έρθει ξανά.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα δεχόσαστε ότι υπάρχει συμβολισμός στα μυθιστορήματά σας;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Υποθέτω ότι υπάρχουν σύμβολα, αφού δεν παύουν οι κριτικοί να ανακαλύπτουν τέτοια. Εάν δεν σε πειράζει, αντιπαθώ το να μιλάω γι' αυτά και να μου κάνουν ερωτήσεις για αυτά. Είναι ήδη αρκετά δύσκολο το να γράφεις βιβλία και ιστορίες, δεν είναι ανάγκη να ζητάνε να τα εξηγήσεις
κι από πάνω. Επίσης, κλέβεις έτσι τη δουλειά απ' τους ερμηνευτές. Εάν πέντε ή έξι καλοί ερμηνευτές μπορούν και θέλουν να συνεχίσουν έτσι, γιατί να τους αποθαρρύνω εγώ; Διαβάστε ό,τι γράφω για την απόλαυση του πράγματος. Ό,τι άλλο ανακαλύψετε εκεί θα είναι το μέτρο των αναγνωστικών σας
εφοδίων.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Ας συνεχίσουμε με ακόμη μία ερώτηση σ' αυτό το κλίμα. ΄Ένα μέλος της συντακτικής επιτροπής μας αναρωτιέται κατά πόσον υπάρχει στο Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά μια αντιστοιχία ανάμεσα στις dramatis personae της αρένας των ταυρομαχιών και στους ίδιους τους ήρωες του μυθιστορήματος.
Επισημαίνει ότι ο Ρόμπερτ Κον είναι πυγμάχος~ αργότερα, κατά τη διάρκεια της desencajonada υπάρχει μια περιγραφή του ταύρου, ο οποίος χρησιμοποιεί τα κέρατά του σαν πυγμάχος, σαν να δίνει χτυπήματα κροσέ. Και όπως ακριβώς ο ταύρος ελκύεται και ησυχάζει από την παρουσία ενός ευνουχισμένου
μοσχαριού, έτσι και ο Κον υποτάσσεται στον Τζέικ που είναι ευνουχισμένος ακριβώς όπως το μοσχάρι. Ο συντάκτης μας αντιλαμβάνεται τον Μάικ σαν πικαντόρ που κεντρίζει ξανά και ξανά τον Κον, και συνεχίζει έτσι, αλλά διερωτάται κατά πόσον ήταν συνειδητή η πρόθεσή σας να οργανώσετε το
μυθιστόρημά σας με βάση την τραγική δομή της τελετουργίας των ταυρομαχιών.
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Φαίνονται λίγο παρατραβηγμένα αυτά που λέει ο συντάκτης σας. Ποιος είπε ότι ο Τζέικ ήταν "ευνουχισμένος ακριβώς όπως το μοσχάρι"; Στην πραγματικότητα είχε τραυματιστεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο και οι όρχεις του παρέμειναν ανέπαφοι. Συνεπώς, ήταν ικανός για
οποιαδήποτε κανονικά συναισθήματα ως άντρας αλλά ανήμπορος να τα ολοκληρώσει. Η σημαντική διάκριση έχει να κάνει με το ότι το τραύμα του ήταν σωματικό και όχι ψυχικό και ότι δεν ευνουχίστηκε.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Θεωρείτε ενοχλητικές τις ερωτήσεις σχετικά με την μαστοριά, με την συγγραφική τέχνη;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Μια λογική ερώτηση δεν είναι μήτε απόλαυση μήτε ενόχληση. Εξακολουθώ, μολοντούτο, να πιστεύω ότι είναι πολύ κακό για έναν συγγραφέα να μιλάει σχετικά με το πώς γράφει. Γράφει για να διαβαστεί από το βλέμμα και δεν θα έπρεπε να είναι απαραίτητες μήτε οι ερωτήσεις μήτε οι
διατριβές. Να είσαι σίγουρος ότι υπάρχουν εκεί πιο πολλά απ' όσο διακρίνεις με την πρώτη ανάγνωση και δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του συγγραφέα το να τα εξηγήσει ή να κάνει ξεναγήσεις στη δύσκολη χώρα του έργου του.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Θυμάμαι, παρεμπιπτόντως, ότι έχετε επίσης προειδοποιήσει πως είναι επικίνδυνο για έναν συγγραφέα το να μιλάει σχετικά με ένα έργο εν εξελίξει, ότι μπορεί έτσι να "το κάψει", ας πούμε. Γιατί θα πρέπει να είναι έτσι; Ρωτώ απλώς και μόνο επειδή τόσοι και τόσοι συγγραφείς -ο
Τουέιν, ο Ουάιλντ, ο Θέρμπερ, ο Steffens, για να αναφέρω πρόχειρα κάποιους- φαίνεται ότι λουστράρησαν το υλικό τους δοκιμάζοντάς το σε δημόσιες αναγνώσεις.
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Δεν πιστεύω ότι "δοκίμασε" ποτέ ο Τουέιν το Χώκλμπερρυ Φινν διαβάζοντάς το στον έναν και στον άλλον. Κι αν το έκανε, αυτό τον οδήγησε να αφαιρέσει καλά κομμάτια και να προσθέσει κακά. Ο Ουάιλντ, όπως λένε όσοι τον γνώρισαν. Ήταν πολύ καλύτερος ομιλητής παρά συγγραφέας.
Ο Steffens μιλούσε καλύτερα απ' ό,τι έγραφε. Ήταν πραγματικά αδιανόητες καμιά φορά τόσο η ομιλία του όσο και η γραφή του, κι έχω ακούσει πολλές ιστορίες που άλλαζαν όσο τον έπαιρναν τα χρόνια. Αν ο Θέρμπερ μπορεί και μιλάει τόσο καλά όσο γράφει, θα πρέπει να είναι ένας από τους
σπουδαιότερους και λιγότερο ανιαρούς ομιλητές. Ο άνθρωπος που κατά τη γνώμη μου μιλάει καλύτερα για το επιτήδευμά του και έχει την πιο ευχάριστη και καταπληκτική γλώσσα είναι ο Χουάν Μπελμόντε, ο ταυρομάχος.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα μπορούσατε να πείτε πόση σκέψη και προσπάθεια καταβάλλατε για να καταλήξετε στο ιδιαίτερο ύφος της γραφής σας;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Να μια παλιά κλασική κουραστική ερώτηση. Αν ξοδέψεις καναδυό μέρες να την απαντήσεις, στο τέλος θα περιπέσεις σε τέτοια αμηχανία ώστε δεν θα μπορείς να γράψεις. Θα μπορούσα να πω ότι αυτό που οι ερασιτέχνες αποκαλούν ύφος είναι συνήθως η αναπόφευκτη αδεξιότητά σου όταν
πασχίζεις να κάνεις κάτι που δεν έχει ξαναγίνει. Σχεδόν όλοι οι νέοι κλασικοί δεν μοιάζουν με τους παλαιότερους κλασικούς. Στην αρχή, ο κόσμος δεν βλέπει παρά μονάχα την αδεξιότητα. Μετά, όχι και τόσο. Όταν φαίνονται τόσο αδέξιοι, ο κόσμος νομίζει ότι αυτές οι αδεξιότητες είναι το ύφος.
Και πολλοί τις αντιγράφουν. Είναι λυπηρό.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Μου γράψατε σε μιαν επιστολή σας ότι οι απλές συνθήκες υπό τις οποίες έχουν γραφτεί ορισμένα πεζογραφήματα θα μπορούσαν να είναι διαφωτιστικές. Θα το λέγατε αυτό για τους Δολοφόνους -είπατε ότι το γράψατε σε μία μέρα μαζί με τους "Δέκα Ινδιάνους" και το "Σήμερα είναι
Παρασκευή"- και ίσως για το πρώτο σας μυθιστόρημα, το Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Για να δούμε. Το Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά το άρχισα στη Βαλένθια, στα γενέθλιά μου, 21 Ιουλίου. Η Χάντλεϊ, η γυναίκα μου, κι εγώ, είχαμε αγοράσει εισιτήρια για τη Φέρια, τη μεγάλη γιορτή, που άρχιζε στις 24 Ιουλίου. Όλοι στην ηλικία μου είχαν γράψει από ένα μυθιστόρημα, κι εγώ
πάσχιζα ακόμη και για μία παράγραφο. Κι έτσι, άρχισα να γράφω ένα βιβλίο την ημέρα των γενεθλίων μου, έγραφα σε όλη τη διάρκεια της Φέρια, στο κρεβάτι κάθε πρωί, μετά πήγαμε στη Μαδρίτη, και συνέχισα εκεί. Δεν είχε Φέρια εκεί, είχαμε ένα δωμάτιο με ένα τραπέζι, και έγραφα πολύ άνετα στο
τραπέζι αλλά και σε μια μπιραρία, κοντά στο ξενοδοχείο, στην Πασάχε Αλβάρεθ, όπου είχε δροσιά. Τελικά η ζέστη έγινε υπερβολική, δεν μ' άφηνε να γράψω, κι έτσι πήγαμε στη Χεντάγιε. Υπήρχε ένα μικρό φτηνό ξενοδοχείο στη μεγάλη όμορφη ακρογιαλιά και δούλεψα πολύ καλά εκεί και μετά πήγαμε
στο Παρίσι και τελείωσα την πρώτη γραφή του μυθιστορήματος σ' ένα διαμέρισμα κοντά στο πριονιστήριο στο 113 της Νοτρ Νταμ ντε Σαν έξι εβδομάδες από τότε που το άρχισα. Έδειξα την πρώτη γραφή στον Nathan Asch, τον μυθιστοριογράφο, που είχε πολύ βαριά προφορά, και είπε, "Χεμ, ντι εννοείζ όντι
έγκραμπσες ένα μυτισντόρημα; Αυντό ντεν είναι μυτισντόρημα, Χεμ, αυντό είναι νταγκξιντιωντιγκός οντηγκός". Αποθαρρύνθηκα πολύ από τα λόγια του Nathan, και ξαναέγραψα το βιβλίο κρατώντας το κομμάτι με το ταξίδι (είναι το μέρος με το ψάρεμα και την Παμπλόνα) στο Σρουνς στο Φόραρλμπεργκ,
στο Ξενοδοχείο Τάουμπε.
Τα διηγήματα που αναφέρεις τα έγραψα σε μία μέρα, στη Μαδρίτη, στις 16 Μαΐου, όταν χιόνισε αναπάντεχα και αναβλήθηκαν οι ταυρομαχίες του Σαν Ισίδρο. Πρώτα έγραψα τους "Δολοφόνους", που είχα προσπαθήσει παλιότερα να τους γράψω και δεν τα είχα καταφέρει. Μετά το γεύμα, πήγα στο
κρεβάτι να ζεσταθώ και έγραψα εκεί το "Σήμερα είναι Παρασκευή". Είχα τόσο πολύ ζουμί που σκεφτόμουν ότι θα τρελαθώ και ότι είχα στο μυαλό μου άλλα έξι διηγήματα να γράψω. Κι έτσι, σηκώθηκα, ντύθηκα, και πήγα στο Φόρνος, στο παλιό καφενείο των ταυρομάχων, και ήπια καφέ, και μετά
γύρισα και έγραψα τους "Δέκα Ινδιάνους". Με έθλιψε πολύ αυτό, και ήπια κονιάκ και έπεσα για ύπνο. Είχα ξεχάσει να φάω, κι ένας σερβιτόρος μου έφερε λίγο μπακαλιάρο και μια μικρή μπριζόλα και τηγανιτές πατάτες κι ένα μπουκάλι Βαλδεπένιας.
Η γυναίκα που είχε την πανσιόν πάντα ανησυχούσε επειδή δεν έτρωγα πολύ, αυτή είχε στείλει τον σερβιτόρο. Θυμάμαι ότι καθόμουν στο κρεβάτι, έτρωγα και έπινα το Βαλδεπένιας. Ο σερβιτόρος είπε ότι θα έφερνε ακόμη ένα μπουκάλι. Είπε ότι η σενιόρα ήθελε να μάθει αν θα καθόμουν άγρυπνος όλη
τη νύχτα για να γράψω. Είπα όχι, σκεφτόμουν να ξεκουραστώ για λίγο. Γιατί δεν προσπαθείς να γράψεις ακόμη ένα, είπε ο σερβιτόρος. Ένα φτάνει, και το έγραψα ήδη, του είπα. Ανοησίες, είπε, θα μπορούσες να γράψεις έξι. Θα προσπαθήσω αύριο, είπα. Προσπάθησε απόψε, είπε. Γιατί θαρρείς σου
στέλνει η γριά το φαγητό;
Είμαι κουρασμένος, είπα. Ανοησίες, είπε (χρησιμοποίησε άλλη λέξη, πιο βαριά). Έγραψες μονάχα τρεις ιστοριούλες και λες ότι κουράστηκες. Μετάφρασέ μου τη μία.
Άσε με ήσυχο, είπα. Πώς είναι δυνατόν να γράψω αν δεν μ' αφήσεις ήσυχο; Κι έτσι, σηκώθηκα απ' το κρεβάτι και ήπια το Βαλδεπένιας και σκέφτηκα τι φοβερός συγγραφέας είμαι αφού το πρώτο διήγημα μού βγήκε όπως το ήθελα.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Πόσο ολοκληρωμένη είναι στο μυαλό σας η σύλληψη ενός διηγήματος; Το θέμα, η πλοκή, ή κάποιος ήρωας αλλάζουν όσο προχωρείτε στο γράψιμό του;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Μερικές φορές έχεις όλη την ιστορία στο μυαλό σου. Άλλοτε πάλι, την φτιάχνεις όσο προχωρείς και δεν έχεις ιδέα πώς θα καταλήξει. Τα πάντα αλλάζουν όσο προχωρείς. Αυτό ακριβώς κάνει την κίνηση, το προχώρημα, να είναι η ουσία της ιστορίας. Μερικές φορές το προχώρημα είναι
αργό κι είναι σαν να μην κινείται τίποτα. Αλλά πάντα υπάρχει αλλαγή, πάντα υπάρχει κίνηση.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Το ίδιο συμβαίνει και με το μυθιστόρημα ή επινοείτε και καταστρώνετε όλο το πλάνο προτού αρχίσετε και προτού προσηλωθείτε σ' αυτό;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Το Για Ποιον Χτυπάει Η Καμπάνα ήταν ένα πρόβλημα που το κουβαλούσα μαζί μου κάθε μέρα. Ήξερα τι θα γινόταν σε γενικές γραμμές. Αλλά επινοούσα τη δράση σε καθημερινή βάση.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Οι Πράσινοι Λόφοι της Αφρικής, το Να Έχεις και να μην Έχεις και το Στο Ποτάμι Απέναντι και Κάτω απ' των Δέντρων τη Σκιά ξεκίνησαν όλα σαν διηγήματα και μετά κατέληξαν σε μυθιστορήματα; Αν ναι, είναι άραγε οι δύο αυτές μορφές τόσο παρεμφερείς ώστε να μπορεί ο συγγραφέας να
περνάει από τη μία στην άλλη χωρίς να αλλάζει ολοσχερώς την προσέγγισή του;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι, δεν αληθεύει αυτό. Οι Πράσινοι Λόφοι της Αφρικής δεν είναι μυθιστόρημα αλλά γράφτηκε σαν μια προσπάθεια για ένα απολύτως αληθινό βιβλίο για να δω αν η μορφολογία μιας χώρας και το χρονικό διάστημα ενός μήνα δράσης θα μπορούσαν, αν παρουσιάζονταν με εντιμότητα και
αλήθεια, να ανταγωνιστούν ένα έργο μυθοπλασίας. Αφού το έγραψα, συνέχισα γράφοντας τα δύο διηγήματα, τα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" και τη "Σύντομη Ευτυχισμένη Ζωή του Φράνσις Μακόμπερ". Αυτές τις ιστορίες τις επινόησα αντλώντας από τη γνώση και την εμπειρία που αποκόμισα από
το ίδιο σαφάρι το οποίο κράτησε ένα μήνα και αποτέλεσε το υλικό για τους Πράσινους Λόφους. Το Να Έχεις και να μην Έχεις και το Στο
Ποτάμι Απέναντι και Κάτω απ' των Δέντρων τη Σκιά άρχισαν, και τα δύο, σαν διηγήματα.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Μεταφέρεστε με άνεση από κάτι που γράφετε σε κάτι άλλο, ή συνεχίζετε μέχρις ότου ολοκληρώσετε αυτό που έχετε αρχίσει.
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Το γεγονός ότι έχω διακόψει κάποια σοβαρή συγγραφική δουλειά για να απαντήσω σ' αυτές τις ερωτήσεις αποδεικνύει ότι είμαι τόσο ανόητος ώστε θα έπρεπε να τιμωρηθώ αυστηρά. Και πράγματι θα τιμωρηθώ, μην ανησυχείς.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Πιστεύετε ότι είστε ανταγωνιστικός απέναντι σε άλλους συγγραφείς;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Ποτέ. Προσπαθούσα να γράφω καλύτερα από ορισμένους νεκρούς συγγραφείς, για την αξία των οποίων ήμουν σίγουρος. Εδώ και πολύ καιρό, προσπαθώ απλώς να γράφω όσο καλύτερα μπορώ. Μερικές φορές, είμαι πιο τυχερός και γράφω καλύτερα απ' όσο μπορώ.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Πιστεύετε ότι φθίνει η δύναμη ενός συγγραφέα όσο γερνάει; Στους Πράσινους Λόφους της Αφρικής αναφέρετε ότι οι Αμερικανοί συγγραφείς από μια ηλικία και μετά γίνονται σαν τη Θεία Λένα.
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Δεν ξέρω. Οι άνθρωποι που ξέρουν καλά τι κάνουν θα πρέπει να διαρκούν όσο διαρκούνε τα μυαλά τους. Στο βιβλίο που μνημονεύεις, αν το κοιτάξεις καλά, θα δεις ότι καβγάδιζα με έναν Αυστριακό χωρίς χιούμορ, ο οποίος με ανάγκαζε να μιλήσω τη στιγμή που ήθελα να κάνω κάτι άλλο.
Κατέγραψα ακριβώς τη λογομαχία μας. Όχι για να προβώ σε δηλητηριώδεις αποφάνσεις. Πάντως, ένα σημαντικό ποσοστό των αποφάνσεων είναι αρκετά καλές.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Δεν έχουμε συζητήσει για τους ήρωες. Οι ήρωες των έργων σας αντλούνται χωρίς εξαίρεση από την αληθινή ζωή;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι βέβαια. Μερικοί προέρχονται από την αληθινή ζωή. Κυρίως επινοείς κόσμο από μια γνώση, κατανόηση και πείρα των ανθρώπων.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Κάνετε κάποια διάκριση -όπως ο Ε. Μ. Φόρστερ- ανάμεσα σε "επίπεδους" και "ανάγλυφους" χαρακτήρες;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όταν περιγράφεις κάποιον είναι επίπεδος, όπως μια φωτογραφία, και, σύμφωνα με τη δική μου οπτική γωνία, είναι μια αποτυχία. Αν τον επινοήσεις με βάση όλα όσα ξέρεις, τότε θα πρέπει να διαθέτει όλες τις διαστάσεις.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Για ποιον από τους ήρωές σας τρέφετε τα πιο τρυφερά αισθήματα;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Είναι μεγάλος ο κατάλογος.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Απολαμβάνετε λοιπόν τα βιβλία σας όταν τα διαβάζετε - χωρίς να έχετε την αίσθηση ότι θα έπρεπε να κάνετε αλλαγές;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Τα διαβάζω καμιά φορά για να μου φτιάξει το κέφι, όταν δυσκολεύομαι να γράψω, και τότε θυμάμαι ότι πάντα δυσκολευόμουν να γράψω και μερικές φορές ήταν σχεδόν αδύνατον.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Πώς δίνετε τα ονόματά τους στους ήρωές σας;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όσο πιο καλά μπορώ.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Οι τίτλοι σας έρχονται κατά τη διαδικασία της συγγραφής μιας ιστορίας;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι. Κάνω έναν κατάλογο τίτλων αφού έχω τελειώσει ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα - μερικές φορές με εκατοντάδες τίτλους. Μετά αρχίζω να διαγράφω, μερικές φορές τους διαγράφω όλους.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Κι αυτό ισχύει ακόμη κι όταν τον τίτλο τον δίνει η ίδια η ιστορία - για παράδειγμα, "Λόφοι Λευκοί Σαν Ελέφαντες";
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Ναι. Ο τίτλος έρχεται μετά. Είχα συναντήσει μια κοπέλα στο Προυνιέ όπου είχα πάει να φάω στρείδια πριν από το κανονικό γεύμα. Ήξερα ότι είχε κάνει έκτρωση. Πήγα κοντά της και πιάσαμε την κουβέντα, όχι γι' αυτό, αλλά γυρίζοντας σπίτι, μου ήρθε στο νου το διήγημα, άφησα το γεύμα,
και στρώθηκα όλο το απόγευμα να το γράψω.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Άρα ακόμη κι όταν δεν γράφετε, παραμένετε αδιάκοπα ένας παρατηρητής, πάντα σε εγρήγορση ώστε να χρησιμοποιήσετε στο γράψιμο κάτι απ' όσα θα πέσουν στην αντίληψή σας.
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Το δίχως άλλο. Αν ένας συγγραφέας σταματήσει να παρατηρεί, πάει πια, ξόφλησε. Αλλά δεν είναι απαραίτητο να παρατηρεί συνειδητά μήτε να σκέφτεται πώς θα χρησιμοποιήσει ό,τι παρατηρεί. Ίσως αυτό να αληθεύει στην αρχή. Αλλά αργότερα όλα όσα βλέπει πάνε από μόνα τους στη
μεγάλη δεξαμενή των πραγμάτων που ξέρει ή έχει δει. Αν θέλεις να ξέρεις, γράφω πάντα πιστός στην αρχή του παγόβουνου. Υπάρχουν άλλα εφτά όγδοα κάτω απ' αυτό που φαίνεται. Όλα όσα ξέρεις αλλά μπορείς να τα απαλείψεις, δυναμώνουν το παγόβουνό σου. Είναι το μέρος που δεν φαίνεται. Εάν ένας
συγγραφέας παραλείπει κάτι επειδή δεν το ξέρει, υπάρχει μια άσχημη τρύπα στην ιστορία.
Ο Γέρος και η Θάλασσα θα μπορούσε να ήταν χίλιες σελίδες και να μιλάει για κάθε χαρακτήρα του χωριού και το πώς βγάζει το ψωμί του, πού γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, πώς έκανε παιδιά, και πάει λέγοντας. Το κάνουν αυτό, εξαιρετικά καλά, άλλοι συγγραφείς. Στο γράψιμο περιορίζεσαι από ό,τι έχει
ήδη γίνει ικανοποιητικά. Έτσι, προσπάθησα να μάθω να κάνω κάτι άλλο. Πρώτα, προσπάθησα να απαλείψω ό,τι δεν ήταν αναγκαίο για τη μετάδοση της εμπειρίας στον αναγνώστη ώστε αφού διαβάσει κάτι να γίνει αυτό μέρος της ίδιας του της εμπειρίας και να έχει την αίσθηση ότι συνέβη πραγματικά.
Είναι πολύ δύσκολο να το πετύχεις αυτό, και μόχθησα πολύ.
Τέλος πάντων, ας αφήσουμε το πώς τα κατάφερα, ας πω μονάχα ότι είχα απίστευτη τύχη τούτη τη φορά και μπόρεσα να μεταβιβάσω απολύτως την εμπειρία και μάλιστα τέτοια που κανείς δεν είχε έως τώρα μεταβιβάσει. Η τύχη ήταν ότι είχα έναν καλό άντρα κι ένα καλό αγόρι και τώρα τελευταία οι
συγγραφείς έχουν ξεχάσει ότι ακόμη υπάρχουν τέτοια πράγματα. Κι ύστερα αξίζει να γράψεις για τον ωκεανό όπως αξίζει να γράψεις για έναν άνθρωπο. Ήμουν λοιπόν τυχερός σ' αυτό. Έχω δει φάλαινες να ζευγαρώνουν, κι έτσι το άφησα απέξω αυτό. Έχω δει μια ομάδα με περισσότερες από πενήντα
αρσενικές φάλαινες στα ίδια νερά και μια φορά καμάκωσα μία ίσαμε είκοσι μέτρα μεγάλη αλλά την έχασα. Κι έτσι το άφησα κι αυτό απέξω. Όλες τις ιστορίες που ήξερα απ' το χωριό τις άφησα απέξω. Αλλά ακριβώς η γνώση είναι που σχηματίζει τα εφτά όγδοα του παγόβουνου που είναι κάτω απ' το νερό.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Ο Άρτσιμπαλ ΜακΛής έχει μιλήσει για μια μέθοδο που είχατε για να μεταδίδετε την εμπειρία στον αναγνώστη και που επεξεργαστήκατε όταν καλύπτατε αγώνες μπέισμπολ τότε που γράφατε στην Kansas City Star. Η μέθοδος ήταν απλή και είχε να κάνει με την μετάδοση της εμπειρία μέσω
επιλεγμένων λεπτομερειών, που είναι βαθιά υποδηλωτικές κι έτσι ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι συνειδητοποιεί πλέον όλα όσα είχε συγκρατήσει υποσυνείδητα...
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Η ιστορία αυτή είναι αναληθής. Ποτέ δεν έγραψα για το μπέισμπολ στην Star. Αυτό που προσπαθεί να θυμηθεί ο Άρτσι είναι ότι στη δεκαετία του 1920 προσπαθούσα να εντοπίζω και να καταγράφω αυτά που περνούσαν από όλους απαρατήρητα, πώς ένας παίκτης είχε πετάξει με θυμό το γάντι
του κι ύστερα γύρισε να κοιτάξει πού είχε πέσει, ή το τρίξιμο της ρητίνης στο κανναβάτσο κάτω απ' τα παπούτσια ενός πυγμάχου, η πελιδνή επιδερμίδα του Τζακ Μπλάκμπερν όταν βγαίνει απ' τη φυλακή, και άλλα τέτοια που κατέγραφα όπως ένας ζωγράφος που σκιτσάρει. Έβλεπες το παράξενο χρώμα
του Μπλάκμπερν και τις ουλές απ' τα ξουράφια στο πρόσωπό σου και το πώς κατάφερνε έναν αντίπαλο πριν καν μάθεις την ιστορία του. Αυτά είναι πράγματα που σε συγκινούσαν πριν καν μάθεις την ιστορία.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Έχετε περιγράψει ποτέ κάποιου είδους κατάσταση για την οποία δεν είχατε προσωπική γνώση;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Παράξενη ερώτηση. Όταν λες προσωπική γνώση εννοείς σαρκική, σωματική γνώση; Αν ναι, η απάντηση είναι θετική. Ένας συγγραφέας, αν είναι καλός, δεν περιγράφει. Επινοεί, ή διαμορφώνει αντλώντας από την γνώση είτε προσωπική είτε όχι, και καμιά φορά φαίνεται να διαθέτει
ανεξήγητη γνώση που θα μπορούσε να έχει προέλθει από λησμονημένες φυλετικές ή οικογενειακές εμπειρίες. Ποιος μαθαίνει στο περιστέρι να πετάει όπως πετάει, από πού αντλεί τη γενναιότητά του ο μαχόμενος ταύρος, πώς αποκτά την όσφρησή του ένα κυνηγόσκυλο; Αυτό είναι μια επεξεργασία ή
μια συμπύκνωση.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Πόσο αποστασιοποιημένος πρέπει να είστε από μιαν εμπειρία προτού γράψετε γι' αυτήν λογοτεχνικά; Από την πτώση εκείνου του αεροπλάνου στην Αφρική που ζήσατε από πρώτο χέρι, φέρ' ειπείν;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Εξαρτάται από την εμπειρία. Ένα μέρος σου την αντιλαμβάνεται με απόλυτη αποστασιοποίηση από την αρχή. Ένα άλλο μέρος είναι βαθιά εμπλεκόμενο. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανόνας σχετικά με το πόσο σύντομα θα πρέπει να γράψεις για μια εμπειρία. Θα εξαρτηθεί από το πόσο
συγκροτημένος είσαι και από τις αφομοιωτικές σου ικανότητες. Φυσικά είναι πολύτιμο σ' έναν εκπαιδευμένο συγγραφέα το να βρίσκεται σ' ένα αεροσκάφος που καταρρίπτεται φλεγόμενο. Μαθαίνει πολλά σημαντικά πράγματα πολύ γρήγορα. Το αν θα του είναι χρήσιμα καθορίζεται από την επιβίωση.
Η επιβίωση, με αξιοπρέπεια και τιμή, να μια πεπαλαιωμένη μα τόσο βαρυσήμαντη λέξη, είναι πιο δύσκολη από κάθε άλλη φορά και πολύ σημαντική για έναν συγγραφέα. Αυτοί που δεν διαρκούν είναι πάντα οι πιο αγαπημένοι μιας που κανείς δεν θα τους δει στις παρατεταμένες, ανιαρές, ακατάπαυστες,
μία ή άλλη, μάχες που δίνουν για να κάνουν κάτι όπως πιστεύουν ότι θα έπρεπε να γίνει, προτού πεθάνουν. Εκείνοι που πεθαίνουν ή που τα παρατάνε νωρίς και άνετα και με κάθε καλή δικαιολογία, προτιμώνται γιατί είναι κατανοητοί και ανθρώπινοι. Η αποτυχία και η καλομεταμφιεσμένη δειλία
είναι πιο ανθρώπινες και πιο αγαπημένες.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα μπορούσα να σας ρωτήσω σε ποιαν έκταση πιστεύετε ότι ένας συγγραφέας θα όφειλε να απασχολείται με τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα των καιρών του;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Ο καθένας έχει τη συνείδησή του, και δεν θα έπρεπε να υπάρχουν κανόνες για το πώς πρέπει να λειτουργεί μία συνείδηση. Το μόνο που μπορείς να ξέρεις για έναν πολιτικά στρατευμένο συγγραφέα είναι ότι αν το έργο του είναι προορισμένο να διαρκέσει τότε θα πρέπει ν' αφήσεις
στην άκρη τα πολιτικά στοιχεία όταν το διαβάζεις. Πολλοί από τους λεγόμενους πολιτικά στρατευμένους συγγραφείς αλλάζουν συχνά την πολιτική τους τοποθέτηση. Τους είναι συναρπαστικό αυτό, όπως είναι συναρπαστικό και για τις πολιτικολογοτεχνικές επιθεωρήσεις. Μερικές φορές μάλιστα
αναγκάζονται να ξαναγράψουν εσπευσμένα κάτι για να αλλάξουν τα όσα έλεγαν. Ίσως μπορείς να το δεις σαν μια μορφή κυνηγιού της ευδαιμονίας.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Η πολιτική επιρροή του Έζρα Πάουντ στον ρατσιστή Κάσπερ επηρέασε καθόλου την πεποίθησή σας ότι θα έπρεπε να αρθεί ο εγκλεισμός του ποιητή στο Νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι. Καθόλου. Πιστεύω ότι ο Έζρα θα έπρεπε να απελευθερωθεί και να γράφει ποιήματα στην Ιταλία με την δέσμευση να μην έχει πια καμιά σχέση με την πολιτική. Θα ήμουν ευτυχής αν έβλεπα, όσο πιο σύντομα γίνεται, τον Κάσπερ κλεισμένο στη φυλακή. Οι μεγάλοι ποιητές δεν είναι
απαραιτήτως αρχηγοί προσκόπων μήτε θαυμάσιοι παιδαγωγοί. Για να κατονομάσω μερικούς: Βερλαίν, Ρεμπώ, Σέλλεϋ, Μπάυρον, Μπωντλαίρ, Προυστ, Ζιντ - δεν είναι ανάγκη να τους κλείνουν φυλακή για να μην μιμούνται τη σκέψη, τους τρόπους ή την ηθική τους οι διάφοροι φαιδροί Κάσπερ. Είμαι
σίγουρος ότι σε δέκα χρόνια από τώρα κανείς δεν θα ξέρει τον Κάσπερ!
ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα λέγατε ότι υπάρχει η όποια ηθικοπλαστική πρόθεση στο έργο σας;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι. Ηθικοπλαστικός, να μια λέξη που έχει χρησιμοποιηθεί άσχημα κι έχει φθαρεί. Θα έλεγα ότι το Θάνατος το Απόγευμα είναι ένα διαπλαστικό βιβλίο.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Έχει ειπωθεί ότι ένας συγγραφέας καταπιάνεται με μία ή δύο ιδέες σε όλο του το έργο. Θα λέγατε ότι το έργο σας αντανακλά μία ή δύο ιδέες;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Ποιος είπε τέτοιο πράγμα; Ακούγεται υπερβολικά απλοϊκό. Αυτός που το είπε ίσως είχε μόνο μία ή δύο ιδέες.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Μάλλον ας το θέσω έτσι: ο Γκράχαμ Γκρην είπε ότι ένα δεσπόζον πάθος προσδίδει σ' ένα ράφι με μυθιστορήματα την ενότητα ενός συστήματος. Εσείς ο ίδιος είχατε πει, αν δεν απατώμαι, ότι το μεγάλο γράψιμο απορρέει από μιαν αίσθηση της αδικίας. Θεωρείτε σημαντικό για έναν συγγραφέα
να διέπεται από ένα τέτοιο δεσπόζον πάθος;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Ο κύριος Γκρην έχει μια ευκολία να κάνει δηλώσεις που εγώ δεν την έχω. Θα μου ήταν αδύνατον να κάνω μια γενίκευση σχετικά με ένα ράφι με μυθιστορήματα, με ένα σμάρι μπεκάτσες ή με ένα σμήνος χήνες. Μολοντούτο, ας δοκιμάσω μια γενίκευση. Ένας συγγραφέας που δεν έχει μιαν
αίσθηση περί δικαίου και αδίκου θα ήταν καλύτερα να διορθώνει την επετηρίδα ενός σχολείου για ξεχωριστά παιδιά παρά να γράφει μυθιστορήματα. Ακόμη μία γενίκευση. Βλέπεις; Δεν υπάρχει δυσκολία όταν είναι επαρκώς προφανείς. Το πιο ουσιώδες χάρισμα για έναν καλό συγγραφέα είναι ένας
ενσωματωμένος, απρόσβλητος σε κάθε σοκ, ανιχνευτής σκατών. Αυτό είναι το ραντάρ του κάθε συγγραφέα, κι όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς το είχαν.
ΠΛΙΜΤΟΝ: Ας τελειώσουμε με μια βασική ερώτηση: ως δημιουργικός συγγραφέας, ποια πιστεύετε ότι είναι η λειτουργία της τέχνης σας; Γιατί να έχουμε μιαν αναπαράσταση του γεγονότος κι όχι το ίδιο το γεγονός;
ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Και γιατί να μας σκοτίζει αυτό; Από τα πράγματα που έχουν συμβεί και από τα πράγματα που υπάρχουν και από όλα τα πράγματα που ξέρεις και από όλα τα πράγματα που δεν μπορείς να ξέρεις, δημιουργείς κάτι με την επινοητικότητά σου κι αυτό το κάτι δεν είναι αναπαράσταση αλλά ένα
ολόκληρο καινούργιο πράγμα πιο αληθινό από κάθε τι αληθινό και ζωντανό, και το κάνεις εσύ ζωντανό, κι αν το κάνεις αρκετά καλό, του δίνεις αθανασία. Γι' αυτό γράφεις και για κανέναν άλλο λόγο απ' όσους ξέρουμε. Και τι θα 'χαμε να πούμε για κείνους που δεν ξέρουμε;
[Η συνέντευξη δόθηκε στον George Plimton]
[Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης. Προσεχώς, από τις εκδόσεις PRINTA, σειρά ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ]