|
ΟΙ
ΚΑΡΠΟΥΖΟΣΠΟΡΟΙ
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα
διήγημα της πολύ καλής μας φίλης ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑΣ
ΡΩΜΑΝΟΥ το οποίο
έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα που
αρθρογραφεί αμισθί. "Tα Βάτικα", στη Νεάπολη
Λακωνίας. Καλή ανάγνωση.
-Επιτέλους
φτάσαμε! Τι
χωματόδρομος κι αυτός!
-Μάτια μου
στην Ελλάδα
είσαι!
-Και στην
Ελλάδα όταν
βλέπεις χωματόδρομο,
να τον
τραβάς κι
όπου σε
βγάλει!
-Τώρα θα
δείτε τι
σας περιμένει…
Πάμε λοιπόν!
Σπιτάκι
και ταβέρνα
μαζί, χτισμένα σε μια
κακοτράχαλη πλαγιά
μ’ αντίκρυ το
πέλαγος.
Αυλή τσιμεντένια
τριγύρα ασβεστωμένη. Πέντε σκαλιά
οδηγούν σ’αυτήν
και το
κεφαλόσκαλο τόσο
ψηλό , που καλά
να τ’
ανέβεις , αλλά αν το
κατέβεις μπορεί
και να
φας τα μούτρα σου!
Σουρούπωνε
όταν φτάσαμε
έχοντας παραγγείλει
απ’ τα χθες
μια κωλοχτύπα
και ψαρόσουπα
. Κρασί
κρατούσαμε δικό
μας σε
μια μικρή
νταμιτζάνα κατά
το σύνηθες.
Τρία τραπέζια
όλα κι
όλα , το ένα
με γερτές
καρέκλες , δείγμα ότι μας
περιμένει. Πριν
έρθουν τα
μαχαιροπήρουνα
με το
ψωμί, μια
βολτίτσα γύρω
απ’ το
ταβερνάκι δεν
κάνει κακό!
Γλάστρες
με βασιλικό,
μέντα
και αρμπαρόριζα
όπου υπάρχει
γωνία κι
ένα γιασεμί
ολάνθιστο να
μοσχοβολάει έξω
απ’ τις τουαλέτες.
Αλάτι χοντρό
απλωμένο πάνω
σε καφέ
τσουβάλια, άσπρο
χιονάτο μες
στο κατακαλόκαιρο,
το σφίγγεις
στη χούφτα
σου και
τρίζει!
Κότες και
κόκορας κουρνιασμένα σ’ ένα κοτέτσι,
μια κατσίκα
παραπέρα μασουλάει
νωχελικά ένα
λιόκλαδο, περβόλι
που έχει
μέσα ό,τι
χρειάζεται μια
χωριάτικη σαλάτα
.
Το μάτι
πέφτει και
στο μπουγαδόσκοινο.
Μια πετσέτα
λίγα σλιπάκια
κι ένα άσπρο παντελόνι
που το
δροσερό αεράκι
που φυσούσε
φούσκωνε τα
μπατζάκια του
και του
’δινε μορφή.
Σαν τρεχαντήρι
που άνοιξε
πανί για
το πέλαγος . Κουβεντολόϊ γίνεται
και κάνω
στροφή για
το τραπέζι μας
.
Nάσου κι
ο Πότης να
μας καλωσορίσει
και να
μας πει
ότι όλα
είναι έτοιμα
για να “κάνουμε παιχνίδι!”
Μαυριδερός , με καλογυμνασμένο
σώμα και
λίγη φαντασία
… βλέπεις μπροστά σου
έναν πειρατή
έτοιμο να
σ’αρπάξει!
Ξεκινάμε
με κρασάκι
και σαλατούλα
.
Ό,τι βρίσκεται
μέσα στη
γαβάθα είναι
δικό του.
Ντοματάκια
κόκκινα σκέτο
μέλι, μικρά και
κακομούτσουνα , αράντιστα,
μεγαλωμένα με
κοπριά ... ξυλάγκουρα
ανοιχτοπράσινα
με τα
σπόρια τους…κρεμμύδια
να τρως
και να
βγάζει φωτιές
το στόμα
σου!
Ελιές μεγάλες
κατάμαυρες , με
τρεις χαρακιές
στην ράχη
τους , ξιδάτες
, μα τόσο
ξιδάτες, που
όταν τις
δαγκάσεις σου
πετάγονται τα
μάτια έξω!!!
Γαϊδουροελιές
τις λένε.
Αγγουρόλαδο δικό
του όπου
μέσα κολυμπάνε
όλα τα
παραπάνω. Πως
να μην
κάνουμε τις
“παπάρες” μας
μέσα!
Βουτάμε
και ξαναβουτάμε
στο «βυθό»
της σαλάτας
με τις «τρίαινες» μας…
Στην άκρη
τους έχουν
ένα κομμάτι
ψωμί, που
ρουφάει σαν
σφουγγάρι
το ζουμί
της .
Κι εκεί
που τσουγκρίζομε τα ποτήρια
στην υγειά
μας , καταφθάνει
σε μια πιατέλα η
κωλοχτύπα! Έδωσε
μάχη στα
βαθιά , με
τα δυό
του χέρια
, για να
την πιάσει . Ανώτερη
του αστακού,
για μύστες!
Απλώνεται
φαρδιά πλατιά,
ανίκανη - καθ’ ότι βρασμένη- να
σε χτυπήσει
με την
ουρά της
. Πέφτουμε
απάνω της
με τα
χέρια κι
αρχινάμε να
την σπάμε.
Το λίγο
“ψαχνό” που
έχει μέσα
της το
μοιραζόμαστε
στα τέσσερα.
Τα κομμάτια
του κέλυφους
της τα σπάμε κι
αρχίζουμε να
τα γλείφουμε με
κλειστά τα
μάτια !
Αν με
ρωτούσε τώρα
δα κάποιος
“τι τρως
;” θα
του απαντούσα
“θάλασσα!” -Τρώω
θάλασσα!
Ανοίγω τα
μάτια μου
και την πιατέλα,
άδεια τώρα
πια, την
παίρνει το
χέρι του
Πότη, γιατί
σειρά λέει
τώρα έχει
η ψαρόσουπα .
Δεν πέρασαν
ούτε πέντε
λεπτά και
να σου
ο πειρατής μας
, στο
ένα του
χέρι να
κρατά τη
γαβάθα με
τη σούπα
και στ’
άλλο την
πιατέλα με
τα ψάρια.
Μοσχοβολάει
η αχνιστή
σούπα! Βουτάς
την κουτάλα
μέσα για
να τη
βάλεις στο πιάτο
σου και
λες και
τη βουτάς στο
βυθό της
θάλασσας!
Το μυστικό
του δεν
μας το λέει, μα
εμείς τώρα
πια το
ξέρουμε…
Είχα πάει
την προηγούμενη
φορά μέσα
στο κουζινάκι
του κι
άνοιξα το
καπάκι της
τσουκάλας και
τ’αντίκρυσα
μέσα.. Δεν
το εμφανίζει
όμως ούτε
καν σαν
στολίδι στην
πιατέλα και
καλά κάνει
εδώ που
τα λέμε
κιόλας! Όμως
αν δεν βάλεις μάσκα
και δεν βουτήξεις
στο βυθό
να το πιάσεις …έχασες!
Αναρωτιόμαστε
όμως στην
πόλη όταν
γυρνάς και
θες να φτιάξεις σούπα
, που θα
τόβρεις ;
Το ζουμί
των ψαριών
γλιστράει μέσα
μας κι
αφού ρουφήξουμε
και την
τελευταία σταγόνα,
ορμάμε στα
ψάρια! Ένας
ροφός, μια
στείρα και
μια δράκαινα
.
Συμπλήρωμα
τα καροτάκια,
το σέλινο,
το κρεμμύδι,
οι πατατούλες,
όλα δικά
του, απ’
το περβόλι
του. Να
τρώει η
μάνα και του
παιδιού να
μη δίνει!
Οι γάτες
περιμένουν ολόγυρα
μας τη σειρά τους
, το
βλέμμα τους
δείχνει στωϊκό…μα
σα μπορείς
ας μην τους δώσεις!
Αλλού, μακριά
από εδώ
τα ψάρια
τα τρών’
ωμά λέει.
Εδώ όμως
το κάθε
ψάρι έχει
τη μαγειριά
του. Η δράκαινα κάνει
για σούπα,
όπως κι
ο ροφός ,
η στείρα, ο
χάνος. Ο
σαργός , ο ξιφίας
, το μελανούρι
είναι για
σκάρα, το μαριδάκι,
το μπαρμπουνάκι,
ο γαλέος,
μπαίνουν στο
τηγάνι, το
σαυρίδι κάνει
σαβόρε. Δε μπορείς
να κάνεις
κι αλλιώς
!
Ο ένας
της παρέας
αρνείται να
φάει κεφάλι.
Το κεφάλι
της στείρας
και του
ροφού! Οι
υπόλοιποι όμως
ξέρουν καλά
ότι σ’αυτά
τα δύο κεφαλάκια κρύβε-
ται όλη
η νοστιμιά!
Η διαδικασία
του να
τα φας είναι απλή.
Παρατάς πιρούνι
, μαχαίρι
κι αφήνεις
τα δάχτυλα
των χεριών
σου να σου φέρουν
στο στόμα
όλη αυτή
τη νοστιμιά
που κρύβεται
κει μέσα
. Ειδικά
τα μάγουλα
τους και
κείνο το
μυαλουδάκι τους
που το ρουφάς
σαν νέκταρ.
Γλείφεις , μασάς
και φτύνεις
- ξέχνα το
σαβουάρ-βιβρ- και
όταν έρθει
η σειρά
της γάτας,
ένα είναι
σίγουρο…ότι
θα μείνει
παραπονεμένη! Όταν τρως
το κεφάλι
του ψαριού
δε μιλάς
. Όσο
κρατάει αυτή
η μικρή ιεροτελεστία,
απολαμβάνεις μόνο. Τα δάχτυλα
κολλούν μετά,
αλλά η
κούπα λεμονιού
έρχεται και
στα ξεκολλάει
στο άψε-σβήσε
δίνοντας σου
τη μυρωδιά της,
που τόσο
την έχεις
ανάγκη εκείνη
τη στιγμή.
“Πώς πάει
η ομάδα ;” ρωτάει
ο Πότης ,
για να εισπράξει απ’
το βλέμμα
κι απ’
τα λόγια
μας την
απόλυτη ευχαρίστηση
μας . Αυτή
είναι κατά
πρώτον η
αντα- μοιβή του.
Απόρησα που
ένας τέτοιος
άντρας που
φτιάχνει μια
τόσο νόστιμη
ψαρόσουπα,
που βουτάει
στα βαθιά
για να
σου φέρει
στο πιάτο
τέτοιες ανεπανάληπτες γεύσεις , που
έχει περβόλι
με τα
πιο νόστιμα
ζαρζαβατικά, που φορά- ει άσπρο
παντελόνι και
είναι ίδιος
πειρατής ,
είναι μόνος
!
Χάθηκαν
οι γυναίκες
;
Και κει
που τα
συζητάμε όλα
αυτά, Nάσου
και δυό
ψαράδες απ’
το κοντινό
χωριό. Ρίξανε
λέει τα
δίχτυα τους
και σταμάτησαν
εδώ στο
ταβερνάκι για
μια παγωμένη
μπίρα . Κάθονται
στο διπλανό
τραπεζάκι, παραγγέλνουν
μεζέ και
μας πιάνουν
κουβέντα . Ποιος
άνεμος σας
έφερε ως
εδώ, ανταλλάξαμε
ονόματα, φθάνει
κι ο
μεζές τους
. Κυριάκος
και Ηλίας
τα ονόματα
τους , γαύρος
παστός,
ντομάτα , αγγουράκι
και παξιμάδι
ο μεζές
τους .
Για πότε
πιάσαμε τραγούδι,
πως έγινε
και ρίξαμε
και
μερικές γυροβολιές
στο τσιμέντο
, ούτε
που το
καταλάβαμε!
“Το παπόρι
απ’ την Περσία
” το ’παμε
δυο φορές
, καθ’ ότι
ο Ηλίας
ήταν πρώην
ναυτικός με
μια γοργόνα στο
μπράτσο του.
Ο Κυριάκος κι
εμείς οι
υπόλοιποι του
βαρούσαμε παλαμάκια
και κάναμε
στράκες με
τα δάκτυλα
όσο αυτός
έπαιρνε τις
στροφές του.
Τσιγάρο
αναμμένο στο
στόμα , βλέμμα
που κοιτούσε
τσιμέντο, γόνατα
συνεχώς “σπασμένα”, χέρια
στην έκταση.
Λες κι
ήθελε να
πετάξει!
Ο Πότης
δεν άντεξε
άλλο να
κοιτά και
βουτάει το
μπαγλαμαδάκι
του, που
τόχε ποιος
ξέρει που
κρυμμένο. Ένας
«σκαφτός» μπαγλαμάς,
με καβούκι
και μανίκι
από φλαμούρι
, ταστιέρα από
έβενο. Δώρο
ενός καλού
του φίλου
απ’ το Μεσολόγγι.
Λες και
το ’ξερε ο
μπαγάσας και
«πιάνει» αμέσως
το ζεϊμπέκικο
της «Ευδοκίας».
Στο τραπέζι
δεν έμεινε
κανένας! Κι
οι γάτες ακόμα
χόρευαν! Οι πρώτες
σταγόνες ιδρώτα
άρχισαν να
κυλούν απ’
τα μέτωπα
μας .
Η βραδιά
είχε φτάσει
στο αποκορύφωμα
της. Τα
στόματα μας
είχαν αρχίσει να ξεραίνονται.
Τραγούδι και
χορός μας
είχαν φτάσει
στο αμήν!
Διψούσαμε πολύ, πάρα
πολύ! Θέλαμε
κάτι για
να δροσιστούμε,
μα όχι
νερό…
-Κανα φρουτάκι
ρε Πότη
μήπως σου
βρίσκεται;
-Είστε τυχεροί!
αναφωνεί. Το
τελευταίο του
καρπούζι θα
κοπεί για
πάρτη μας
. Το
βγάζει παγωμένο
απ’ το ψυγείο
και φθάνει
στο τραπέζι
κομμένο σε
φέτες . Κοιταχτήκαμε
στα μάτια
. Χρόνια
είχαμε να
δούμε τέτοιο
καρπούζι.
Κατακόκκινη
σάρκα, με
κατάμαυρους, πλακουτσωτούς ,
μεγάλους σπόρους.
Όταν το
δαγκώσαμε και
τα ζουμιά
του κατέκλυσαν
τον ουρανίσκο
μας , η
“βελόνα χτύπησε
κόκκινο!” Τι
γεύση ήταν
αυτή! Αληθινή,
ξεχασμένη…
Ένα αληθινό
καρπούζι!
Σηκώθηκα
να δω τις φλούδες
του που
κείτονταν στον
πάγκο της
κουζίνας, πριν
γίνουν τροφή
για τις
κότες . Σκουροπράσινες
. Θυμήθηκαμε
τα καρπούζια
των παιδικών
μας χρόνων
που δεν
υπάρχουν πια
.
Η γιαγιά
του λέει
τους φύτευε,
για να
’χουν το
καλοκαίρι να
τρώνε καρπούζια
Στη συνέχεια
η μάνα του κι
αυτή με
τη σειρά
της, τους
έδωσε σ’
αυτόν. Κάθε καλοκαίρι τους
μαζεύει απ’
τα πιάτα, τους
ξεραίνει μία
μέρα στον
ήλιο και
τους φυλάει
σ’ ένα κουτί
για να τους φυτέψει
την άνοιξη.
Τους μάζεψα
απ’ τα πιάτα
μας ευλαβικά
και τους
τύλιξα σε
μια χαρτοπετσέτα
. Σαν να ’ταν
χρυσά φλουριά,
λες και
τύλιξα τα
ιερά και
τα όσια .
Δεν βλέπεις
τίποτ’ άλλο πια
στις αγορές
παρά τα
ίδια κι
απαράλλακτα καρπούζια
.
Η ίδια
ράτσα πουλιέται
παντού, λες
και δεν
υπάρχουν άλλες…
Ποιοι είναι
αυτοί που
τα θέλουν
όλα ίδια
;
Σαν τους
ανθρώπους που
πάνε να
γίνουν σαν
τα ίδια κι
όμοια καρπούζια
.
Εργάζονται,
τρώνε, βλέπουν
τηλεόραση, κοιμούνται
και ξανά
πάλι τα
ίδια την
άλλη μέρα
. Χωρίς
“αλάτι και
πιπέρι” στη
ζωή τους.
Μα απόψε
η βραδιά
ήταν αλλοιώτικη,
σαν το
καρπούζι που
φάγαμε…
Μια βραδιά
για τους
εραστές των
5 αισθήσεων.
Κι αν
μας ρωτήσει
κάποιος τι
θυμάστε από
κείνη τη
βραδιά, θα
του απαντήσομε
ότι ακόμα
“χορεύομε”…
***
Πέρασε κιόλας
ένας χρόνος
από κείνη
τη βραδιά
.
Οι καρπουζόσποροι
- καμιά πενηνταριά
περίπου- ξεράθηκαν
μια μέρα στον
ήλιο, φυλάχτηκαν
σ’ένα γυάλινο
βαζάκι και
περίμεναν…τι άλλο μπορούσαν
να κάνουν
…την άνοιξη
την πλανεύτρα
που ήρθε,
τους άνοιξε
το καπάκι
και τους
“ελευθέρωσε”!
**
Φυτεύτηκαν
και βγήκαν
κάτι καρπούζια,
μα κάτι
καρπούζια, που
αν μας ρωτήσεις
γι αυτά,
ξέρεις τι
θα σου απαντήσομε; …Ότι τα
ζουμιά ακόμα
τρέχουν απ’το
στόμα μας!!!
|