Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                          Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

Λογοτεχνία

 


Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 


ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ!

 

 

 

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ!

 

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσίευσε ένα σπουδαίο κείμενο της Ευγενίας Κριτσέφτσκαγια Ρωσίδας και ζει από το 1983 στην Ελλάδα, με τίτλο Η ζωή και ο θάνατος του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. http://anatolikos.com/kseni/magiakofski304.htm Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το θεατρικό έργο Μαγιακόφσκι, του Ρόμπερτ Τσάλλερ, το οποίο δημοσιεύουμε ολόκληρο για τους επισκέπτες μας. Είναι προσφορά από την υπέροχη Ιστοσελίδα: http://www.meta.gr/articles/pastakas.htm  ΜΕΤΑ-ΘΕΣΕΙΣ

 

Robert Zaller

Δράμα σε τρεις πράξεις

Μετάφραση: Νατάσα Τσουκαλά

Η απόδοση των ποιημάτων του Μαγιακόφσκι στο έργο έγινε από τα αγγλικά από τον Κώστα Σοφιανό και το Σπύρο Μάνδρο

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Νεαρές Αμερικανίδες (δυο)
Αμερικανός αστυνομικός
Ανούσκα
Νικολάι Ασέγιεφ (Κόλια)
Μπιξ Μπαϊντερμπέκε
Λίλη Μπρικ
΄Οσσιπ Μπρικ (΄Οσια)
Ντέιβιντ Μπουρλιούκ
Νικολάι Μπουρλιούκ
Νικολάι Τσουζάκ
Παρουσιαστής του τσίρκου
Κάλβιν Κούλιτζ
΄Ελσα (Τριολέ)
Σάκνο Επστάιν
Σεργκέι Εσένιν
Μάικλ Γκολντ
Σίριλ Φεόντοροβιτς Γκορτκώφ
Τσιγγάνα πόρνη
Βασίλι Καμένσκι
Βαλεντίν Κατάγιεφ
Βελιμίρ Χλέμπνικωφ (Βέλια)
Πάβελ Λαβούτ (Πάβια)
΄Ενας φορτοεκφορτωτής
Ανατόλι Λουνατσάρσκι
Καζιμίρ Μαλέβιτς
΄Αντρας
Φίλιππο Μαρινέττι
Μαρία
Μασκοφορεμένες φιγούρες
Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα Μαγιακόφσκαγια
Λουντμίλα Μαγιακόφσκαγια
΄Ολγα Μαγιακόφσκαγια
Βλαντιμίρ Κωνσταντίνοβιτς Μαγιακόφσκι
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (νέος)
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (ενήλιξ)
Ο σωφέρ του Μαγιακόφσκι
΄Ανθρωποι της ΝΕΠ (τρεις)
Μπορίς Παστερνάκ
Τα παιδιά με Φίλιπ Μόρρις (δυο)
Γουίλι Πόγκανυ
Νόρα Πολόνσκαγια
Ιβάν Πρισίπκιν
Αλεξάντερ Ρόντσενκο
Μπέιμπ Ρουθ
Ράφτρα
Βικτώρ Σκλόφσκι
Ντμίτρι Σοστακόβιτς
Βλαντίμιρ Τατλίν
Μαυραγορίτης
Βετεράνοι (τρεις)
Γυναίκα στο Κόμμα (Ι)
Γυναίκα στο Κόμμα (ΙΙ)
Εργάτης
Τατιάνα Γιάκοβλεφα

Αμερικάνοι εργάτες, γυναίκες και παιδιά, φουρνάρηδες, μαυραγορίτες, υπενοικιαστές, γραφειοκράτες, σερβιτόρες καφενείου, καπιταλιστής, χαρτοπαίκτες, Κοζάκοι, ποτοποιοί, εκτελεστικό απόσπασμα, ηθοποιοί και τεχνικοί κινηματογράφου, άτομα που καταπίνουν φωτιές, παίχτες τυχερών παιγνιδιών, νεκροθάφτες, επερωτώντες, κήρυκας, λακέδες, άνθρωποι των γραμμάτων, ηθοποιοί και τεχνικοί θεάτρου, πόρνες, Ρώσοι χωρικοί, εργάτες, στρατιώτες και ναυτικοί, άτομα των μυστικών υπηρεσίων, χαφιέδες, οδοκαθαριστές, ακροβάτες, σερβιτόροι.

 

 ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Σκηνή Ι

Η αυλαία σηκώνεται, ενόσω ακούγεται σύντομη τυμπανοκρουσία. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ εμφανίζεται στο αριστερό μέρος της σκηνής. Στο κέντρο υπάρχει ένα μικρό κανόνι.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Κυρίες και κύριοι! Η θαυμαστή γέννηση, η μεγαλειώδης ζωή και ο καθαγιασμένος θάνατος του συντρόφου μας, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι!

Ακούγεται για λίγο μια μπάντα. Μπροστά από το κανόνι ξεδιπλώνεται ένα φαρδύ πανώ που κρέμεται από ψηλά αναπαριστώντας το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ σαν άγιο σε ορθόδοξη εικόνα, με σταυρωμένα χέρια και έκφραση ενατενισμού.

- Ο σύντροφος Μαγιακόφσκι, αληθινό παιδί της Επανάστασης, ήρθε στον κόσμο χωρίς ανθρώπινη βοήθεια.

Το κανόνι εκπυρσοκροτεί και μέσα από το πανώ πετάγεται ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ νέος -- ένα παιδί γύρω στα δέκα. Φοράει κοστούμι με γιλέκο και παίρνει αμέσως τη στάση που είχε πριν στην εικόνα. Το πανώ ανασηκώνεται. Το κανόνι παραμένει με το στόμιό του να καπνίζει.

- Ο μικρός μας Βολόντια μπήκε στη στρατιά των εργατών μέσα από μια μικρή ξύλινη καλύβα στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γεωργίας, που είναι επίσης γενέθλιος τόπος του ηγέτη μας!

Προβάλλεται στιγμιαία η εικόνα του ΣΤΑΛΙΝ.

- Σύμφωνα με τα έθιμα της αστικής τάξης, εφοδιάστηκε κανονικά με μια μητέρα, την Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα, ένα πατέρα, τον Βλαντίμιρ Κωνσταντίνοβιτς, φτωχό αλλά τίμιο κυνηγό, και δυο αδελφές, τη Λουντμίλα και την ΄Ολγα.

Τα τέσσερα μέλη της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ μπαίνουν στη σκηνή, η ΜΑΝΑ με το ένα παιδί απ' το δεξί άκρο και ο ΠΑΤΕΡΑΣ με το άλλο παιδί απ' το αριστερό άκρο. Φοράνε όλοι τους χωριάτικα ρούχα. Ο ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ κρατάει ένα τσεκούρι και ένα μικρό κούτσουρο, που το κόβει μεμιάς στα δυο.

- Η μικρή οικογένεια ζούσε μόνη στην καλύβα του κυνηγού, μακριά από φίλους και γείτονες, εντελώς βυθισμένη στην άγρια φύση.

Ακούγεται το ουρλιαχτό ενός λύκου. Τα μέλη της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ που, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ, ταλαντεύονται πέρα-δώθε σαν μηχανικές κούκλες, πιάνονται μεταξύ τους τρομαγμένα, αφήνονται αμέσως και ξαναρχίζουν να ταλαντεύονται.

- Κάθε μέρα, ο Βλαντίμιρ Κωνσταντίνοβιτς έπαιρνε το μικρό Βολόντια μαζί του στη δουλειά, για να του μάθει τα μιστικά του δάσους.

Με μια απότομη μηχανική κίνηση, ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ τεντώνει το αριστερό του χέρι και ο ΠΑΤΕΡΑΣ του του το πιάνει. Το άλλο του χέρι παραμένει σταυρωμένο μπροστά στο στήθος του.

- Κάθε μέρα, η Λουντμίλα και η ΄Ολγα έραβαν και έγνεθαν και έπλεναν και άρμεγαν, μαζί με την πολυαγαπημένη τους Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα.

Οι τρεις γυναίκες μιμούνται τις παραπάνω δουλειές.

- Κάθε βράδι, η οικογένεια συγκεντρωνόταν μπροστά στο εικονοστάσι του σπιτιού και ευχαριστούσε το Θεό για την καλωσύνη του δάσους και την ομορφιά του κόσμου.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ γονατίζει μπροστά στο ΒΟΛΟΝΤΙΑ, του οποίου τα χέρια είναι και πάλι σταυρωμένα όπως πριν.

- ΄Ετσι, η μικρή οικογένεια ζει μέσα σε μια αγνή και απλή ευτυχία. Αλλά τα χρόνια περνάνε γρήγορα . Η μικρή Λουντμίλα πρέπει να πάει σχολείο στην Τυφλίδα...

Σκηνή αποχαιρετισμού, δάκρυα κλπ. Η ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ βγαίνει από το δεξί άκρο της σκηνής.

-...και ύστερα από λίγο καιρό πρέπει ν' αρχίσει σχολείο και ο Βολόντια. Φτάσαμε στον 20ό αιώνα!

Ακούγεται για λίγο μια μπάντα.

- Οι Μαγιακόφσκι μετακομίζουν στην πόλη.

Ακούγεται μουσική. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ μιμείται τη μετακόμιση στην πόλη, κλαίγοντας όταν αφήνει την εξοχή, κοιτώντας με θαυμασμό τα καινούργια θεάματα κλπ. Ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ δεν αλλάζει στάση, παραμένοντας ακίνητος μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση.

- Πόσοι δρόμοι, πόσα σπίτια, πόσοι άνθρωποι! Πόσα θαυμάσια πράγματα έχει να δει κανείς! Παλάτια για τους πλούσιους, καλύβες για τους φτωχούς! Αυτοκίνητα που κατεβαίνουν τους λιθόστρωτους δρόμους, πω πω, τόσο γρήγορα, τόσο δυνατά! ΠΡΟΣΕΧΕ! Είναι ένας καινούργιος κόσμος. Αλλά ζει σύμφωνα μ' ένα παλιό κανόνα: "Θα κερδίζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου. Εγώ, όμως, θα σου τρώω το μισό".

Μπαίνουν δυο ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ, κρατώντας πολύ ψηλά λάβαρα με τις προσωπογραφίες του ΝΙΚΟΛΑΟΥ Β΄ και της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ. Παρελαύνουν και τραγουδούν, ενόσω η οικογένεια κάνει σημειωτόν:

Πατερούλη μας
εδώ να μείνεις
οι καρποί που μαζεύουμε
σε ταΐζουν καλά
εσύ τρως, εμείς λιμοκτονούμε
και των δυό μας τα στομάχια πρήζονται
εσύ κάθεσαι στον παράδεισο
εμείς είμαστε σαν δουλοί στην κόλαση.

ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ! (εν χορώ)

Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ βγαίνουν.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- ΄Ετσι, ο πατέρας Βλαντίμιρ πρέπει ν' αφήσει την ελεύθερη, πανούργα ζωή του δάσους που ήξερε και αγαπούσε -- τις παγίδες που έβαζε τα βράδια, τους λαγούς που τσιτσίριζαν στη σούβλα, που ήταν τόσο νόστιμοι γιατί τους είχε κυνηγήσει παράνομα στα κτήματα του αφεντικού του -- και να επωμισθεί τα προλεταριακά βάρη. Γυμνός από τη μέση και πάνω, δεμένος στη μηχανή του, ο πατέρας Βλαντίμιρ ανακαλύπτει κάτι που ώς τότε αγνοούσε στα βάση του παρθένου δάσους: Είναι μόνος του. Το τραγούδι του δάσους του έχει χαθεί μέσα στην υποχθόνια οχλοβοή, το τσεκούρι του σκουριάζει παραπεταμένο στην αποθήκη, μετά βίας μπορώντας πια να κόψει λίγα κλαράκια για να ζεσταθούν το χειμώνα. Μέσα σε μια σιδερένια μοναξιά, ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, ανακαλύπτει ένα νέο κόσμο, μια νέα συγκίνηση: Το σύντροφο.

- Η μηχανή καταπίνει τους ανθρώπους, ενωμένους και μη. Αλλά ο πατέρας Βλαντίμιρ τρυπάει το δάχτυλό του με μια σκουριασμένη καρφίτσα. Σκουριά; Ποιος είχε ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο στο δάσος, όπου το μεγάλο τσεκούρι έλαμπε καθώς έκοβε, με τη λεπίδα του να διαγράφεται καθαρά, σαν καμπύλη ποταμού; Σκουριά. Πυρετός. Κατάρα στο αίμα. Του πάνε εικόνες. Οι παπάδες βροντοφωνάζουν τις προσευχές που τους πλήρωσαν να πουν. (Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ξαναγυρίζουν, ντυμένει σαν πανούργοι Ρασπούτιν). Είναι μάταιο. Δεν υπάρχει πενικιλίνη, είναι μάταιο. Εξασθένηση. Παραλήρημα. Θάνατος.

Νεκρώσιμη μουσική, αλλά σε ανέμελο ρυθμό. Βγάζοντας τα επίσημα ρούχα τους, οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ μετατρέπονται σε τραυματιοφορείς που απομακρύνουν τον ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ πάνω σ' ένα φορείο. Στο δεξί άκρο της σκηνής συναντούν δυο ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ που σπρώχνουν ένα φέρετρο από ξύλο πεύκου. Ρίχνουν μέσα το πτώμα του ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ και φεύγουν όλοι.

- Η ρημαγμένη οικογένεια αρχίζει τώρα να γνωρίζει τη φτώχεια. Πουλάνε τα έπιπλά τους, δεν τα χρειάζονται στο μικρό διαμέρισμα της μεγαλούπολης . Η μητέρα δέχεται υπενοικιαστές . Η μητέρα πλένει τα ρούχα άλλων. Το μικρό διαμέρισμα γίνεται μικρότερο. Η Λουντμίλα και η ΄Ολγα ζωγραφίζουν κουτιά που μπαίνουν μέσα σε μεγαλύτερα κουτιά, σαν μπαμπούσκες. Ο Βολόντια τα παραδίδει στους πελάτες καθώς πηγαίνει στο σχολείο του.

Οι ΥΠΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ πηγαινοέρχονται μεταξύ της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΑΛΕΞΕΓΙΕΒΝΑ και των ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ, κρεμωντας τα πλυμμένα τους ρούχα σ' ένα σχοινί. Τα ΚΟΡΙΤΣΙΑ ζωγραφίζουν με πολλή εργατικότητα. Ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ σταυρώνει και ξεσταυρώνει τα χέρια του μηχανικά, με τις παλάμες τεντωμένες.

- Η πόλη, όμως, βρίσκεται σε αναβρασμό, στο ναυτικό γίνεται ανταρσία. Ταραξίες! Επανάσταση! Μαζεύεται κόσμος, κρατώντας ψηλά πλακάτ με διάφορα αιτήματα. Υπερασπίζονται τον πατερούλη τους, τραγουδούν γι' αυτόν. Τους απαντούν τα όπλα, οι Κοζάκοι επιτίθενται, κάνοντας αυτό στο οποίο διακρίνονται, αριστερό! δεξί! αριστερό! δεξί! αριστερό! δεξί! ΄Υστερα, έρχονται μήνες με μεγάλες απεργίες, εργοστάσια κλειστά, εργάτες αδιάλλακτους, αιτήματα, παραχωρήσεις, περισσότερα αιτήματα, περισσότερες παραχωρήσεις, περισσότερα αιτήματα, περισσότερους Καζάκους. Ο Λένιν παίζει σκάκι δίπλα σ' ένα ρολόι στη Ζυρίχη. ΄Ερχεται η Επανάσταση! ΄Ερχεται η Επανάσταση στη Ρωσία!

Ενόσω μιλάει ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ, οι αντίστοιχες εικόνες προβάλλονται γρήγορα πάνω στους ηθοποιούς που βρίσκονται επί σκηνής. Αυτοί αντιδρούν αρχικά τρομαγμένα και ύστερα πανικοβλημένα, βγαίνουν από τη σκηνή. Μένει μόνο ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ, που έχει ξαναπάρει τη στάση αγίου. Ακούγονται δυνατές τυμπανοκρουσίες. Τα φώτα σβήνουν.

Σκηνή ΙΙ

Από το δεξί άκρο της σκηνής, μπαίνει ένας ΚΗΡΥΚΑΣ ντυμένος σαν κλόουν, χτυπώντας ένα χάλκινο τύμπανο. Τον ακολουθεί μια σκόρπια πομπή από φουτουριστές που κρατάνε πανώ, πλακάτ με αιτήματα κλπ. ΄Ενα ζευγάρι απροσδιόριστα παράξενων ΧΩΡΙΚΩΝ (οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ με νέα μεταμφίεση), ένα αγόρι που τρέχει σφυρίζοντας με μια σφυρίχτρα και φωνάζοντας: "΄Ερχονται οι φουτουριστές! ΄Ερχονται οι φουτουριστές!" Οι ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ συζητούν μεγαλόφωνα αλλά χαρούμενα μεταξύ τους. ΄Ενας-δυο κουβαλούν χρώματα και καβαλέτα, που ετοιμάζονται να στήσουν για να ζωγραφίσουν το κοινό. Δίπλα τους περπατά με μεγάλο διασκελισμό ο ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ, φορώντας ένα δερμάτινο σακάκι, παντελόνι γκολφ και κάσκα αεροπόρου. Κουβαλάει ένα μεγάλο πανώ σε ροδίτσες, όπου είναι γραμμένη η φράση "Το μέλλον δουλεύει", την οποία επαναλαμβάνει στα ιταλικά.

Η είσοδος όλων αυτών των προσώπων συνοδεύεται από το εμβατήριο του "Καρυοθραύστη" του Σοστακόβιτς. Το ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΩΝ είναι γραμμένο βάσει αυτής της μελωδίας. Φωνές, μεμονωμένες:

- Είναι το Μινσκ;

- Είναι το Πινσκ;

- Πού στο καλό είμαστε;

- Τί σημασία έχει; ΄Εχουν δημαρχείο;

- Ε, εσείς εκεί πέρα! ΄Εχετε δημαρχείο στην πόλη σας;

- Να πάει στα κομμάτια το δημαρχείο. Πού είναι η ταβέρνα;

- Να πάει στα κομμάτια η ταβέρνα Πού είναι τα κορίτσια;

- Μια στιγμή! Πού είναι ο Μαγιακόφσκι;

- Ο πολυαγαπημένος μας Βολόντια;

- ΄Αμα βρείτε τα κορίτσια, θα τον βρείτε κι αυτόν.

- (Γουργουρίζοντας) Αγαπητέ Βολόντια!

- ΄Ομορφε Βολόντια!

- Δεν θα με βοηθήσεις να μεταφέρω αυτή την καρδάρα στην κορυφή αυτού του ψηλού, ψηλού λόφου;        

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Εντάξει, αρκετά.Μα, πού είναι; Πρέπει να τηρήσουμε το χρονοδιάγραμμά μας. Θα αναγκαστούμε ναξεκινήσουμε χωρίς αυτόν. Φίλοι, συμπολίτες, επιτρέψτε μου...

- Περίμενε!

- Να 'τος, έρχεται!

Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ μπαίνει πάνω σ` ένα σιδηροδρομικόκαροτσάκι που το σπρώχνει ένας ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ. Φοράει καπέλο και ένα πράσινοαδιάβροχο -- από μέσα, φοράει μια έντονα κίτρινη πουκαμίσα, χωριάτικου στυλ.Κρατάει μια μικρή βαλίτσα και κοιτάει μπροστά μεαγωνία.

- Βολόντια!

- Δόξα τω Θεώ!

- Τί στο καλό έπαθες;

- Ετοιμαζόμασταν πια ν' αρχίσουμε.

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ντέιβιντ! Βέλια! Να 'σαστεεπιτέλους! Τι κωλομπέρδεμα...

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Δεν πειράζει. ΄Ελακάτω, δωσ' το μου. Πρέπει να ξεκινήσουμε την παράσταση.

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν θα πιστέψεις ποτέ τισυνέβη...

ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Είμαι σίγουρος γι'αυτό.

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βιάσου τώρα,Βολόντια, βιάσου.

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μα, πού είναι τοδημαρχείο;

ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Δυστυχώς, αυτή η μητρόποληδεν έχει δημαρχείο, αλλά, δόξα τω Θεώ, έχει ταβέρνα. Θα δώσουμε την παράστασημας al fresco.

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί, εδώ μέσα;

ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- ΄Οπως βλέπεις, η φήμη μαςέχει φτάσει εδώ πριν από μας(δείχνει το κοινό).Διακόσιοι αγροίκοι πουπεριμένουν να χάψουν ό,τι τους πούμε.

ΝΙΚΟΛΑΪ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Στο 'πα, Ντέιβιντ,ήταν τρέλα να συνεχίσουμε την περιοδεία μας σχεδόν ώς το φθινόπωρο. Είμασετυχεροί που δεν έχει ακόμα χιονίσει.

ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Με την τύχη που έχουμε, θασυμβεί κι αυτό.

ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Και με την ποιήσή σου θαβγούμε έξω να δούμε.

ΑΣΕΓΙΕΦ
- Κάτω από το τρελό φεγγάρι,Βασίλη.

ΝΙΚΟΛΑΪ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Με τον Μαγιακόφσκινα του ουρλιάζει.

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Εντάξει, αςοργανωθούμε. Καμένσκι, θ' αρχίσεις με την ομιλία σου για τηναεροδυναμική.

ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Αστειεύεσαι, Ντέιβιντ; Χωρίςπίνακα και κιμωλία; Πού θα γράψω τις εξισώσεις μου;

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
-(Σπρώχνονταςτον Καμένσκι προς τα 'μπρος)Κάν' την χωρίς εξισώσεις!

Ακούγεται ρυθμική κραυγή: "Φου-του-ριστές!Μαγια-κό-φσκι! Μα-για-κόφσκι!" Ο ΚΑΜΕΝΣΚΙ αποσύρεταιδιστακτικά.

ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Φαίνεται ότι θέλουν απότώρα τον σταρ μας.

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βολόντια, πούείσαι; Θα μας λυντσάρουν!

Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ προχωρεί μπροστά, φορώντας τηνκίτρινη πουκαμίσα του.

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
-(Απευθύνεται στους άλλους)Εν πάση περιπτώσει, πώς λέγεται αυτή η πόλη;(Απευθυνόμενος προς το κοινό)Πολίτες, συμπολίτες του Κοσμογκράντ, γιατί έτσι σας αποκαλώ,πολίτες της πόλης του μέλλοντος! Εμείς, οι Φουτουριστές, ήρθαμε σ' εσάς για να σας αναγγείλουμε τον 20ό αιώνα. Αυτός είναι ο αιώνας μας, χωρίς λουλούδια, χωρίς δάκρυα, χωρίς κηδείες. ΄Εχουμε τελειώσει οριστικά με το μουχλιασμένο πτώμα του Ρομαντισμού, με τη σαπίλα του Συμβολισμού, με τη δυσωδία της Παρακμής! ΄Ολα αυτά έχουν πια καταργηθεί! Δεν θα έχουμε πια ημίφωτα και ονειροπολήσεις, αναστεναγμούς και σκιές, θα πάψουμε ν' αγαπούμε τη σύφιλη και να λατρεύουμε την αυτοκτονία. Δεν θα έχουμε πια ραβασάκια να πηγαινοέρχονται με τους υπηρέτες, ούτε μονόκλ στην όπερα, ούτε χορούς μεταμφιεσμένων, ούτε παιχνίδια στα χιόνια --τίποτα πια απ' αυτό τον καταρρέοντα, ειδεχθή, τρεμάμενο, βλακώδη, κατακερματισμένο, φλύαρο λόφο από σκατά του παρελθόντος. ΄Ολα αυτά τέλειωσαν, μ'ακούτε; Στο όνομα της ελπίδας, στο όνομα της προόδου, στο όνομα της επανα...,χμ! της απόδοσης. Δια της παρούσης ανακηρύσσω την ταχύτητα, το φως, την ισχύ, τη δύναμη, την ελευθερία, το μέλλον! Πολίτες, έχετε δει ποτέ σας μια ισχύ να χαμογελά; Μιλάω σοβαρά. ΄Εχετε ιδέα για την ποίηση του ηλεκτρισμού, την ομορφιά των αλληλένδετων μοχλών, τη λαμπρότητα των δασών από καμινάδες ενός εργοστασίου που φέγγουν στο νυκτερινό ουρανό, διώχνοντας τα άστρα σαν πρόβατα, ανοίγοντας τα ουράνια μ' ένα μηχάνημα οξυγονοκόλλησης; Τί σόι άνθρωποι είσαστε; Δεν βλέπετε ότι διψάω; Δώστε μου λίγο απ' αυτό, όχι, ένα καθαρό ποτήρι παρακαλώ, μπράβο παιδί μου, πάρε για τον κόπο σου. Πολίτες, πίνω στην υγειά σας(πίνει).Δείτε πώς είσαστε, βουτηγμένοι στη λάσπη ώς τα γόνατα, βουτηγμένοι στα χρέη ως το λαιμό, βουτηγμένοι στο αλκοόλ ώς τα μπούνια. ΄Ετσι δεν είναι; Δώστε μου, σας παρακαλώ, ακόμα λίγο, ευχαριστώ. Σύντροφοι -- θέλω να πω, αγαπητοί μου -- ανέβρεχε βότκα, δεν θα άλλαζε ούτε ο καιρός, ούτε τα προσωπά σας. Εδώ, είμαστε απλώς ποιητές, μ' ένα-δυο τσαρλατάνους σαν εμένα. Θέλετε ν' ακούσετε λίγη ποίηση; Αγαπητοί αγροίκοι. Ξεβουλώστε τα αυτιά σας ως εξής!(Στρίβει το δάχτυλό του μεσα το αυτί του και ξεφουσκώνει απότομα τα μάγουλά του κάνοντας θόρυβο).Σαν ν' ανοίγετε σαμπάνια.(Απαγγέλει).

΄Ει
Τζέντλεμεν!
Ωραιοπαθείς
ατάραχοι από ανοσιουργήματα
σφαγές
αιματοχυσίες
και συμφορές

έχετε δει
ό,τι πιο φοβερό υπάρχει --
το πρόσωπό μου
όταν
είμαι
τελείως ήρεμος;

Και νιώθω
αυτό το "είμαι"
πολύ μικρό για 'μένα
να μη μπορεί να με χωρέσει.

Εμπρός!
Ποιος μιλάει;
Μητέρα;
Εσύ 'σαι μητέρα;
Ο γιός σου είναι ωραία άρρωστος!
Μητέρα,
η καρδιά του καίγεται!
Να πεις της Λιούδας, να πεις της ΄Ολιας
ότι ο αδελφός τους δεν μπορεί
να δραπετεύσει απ' αυτή τη νεκρική πυρά.
Κάθε λέξη
που φτύνω
από το κολασμένο στόμα μου
πετάγεται έξω
σαν μια γυμνή πουτάνα
από φλεγόμενο μπορντέλο
Δεν μπορείς
να πηδήξεις έξω απ' την καρδιά σου!

Πάνω απ' του χρόνου τις βουνοκορφές
έρχεται ο ένας που δεν βλέπει κανένας
φέρνοντας τελετουργικά
το ακάνθινο στέμμα της Επανάστασης
στο λιμασμένο έτος
χίλια εννιακόσια δεκάξι!

Βρίσκομαι όπου βρίσκεται ο πόνος
Έχω τον εαυτόμου σταυρώσει
σε κάθε σταλαγματιά
αυτού του ποταμού δακρύων
που είναι ο Γαλαξίας.
΄Εχω καυτηριάσει τον οίκτο
χίλιες Βαστίλες έχω εκπορθήσει
καιόταν, κόκκινοι απ' τον ξεσηκωμό
θα 'ρθείτε να υποδεχτείτε το σωτήρα σας
ελεύθερη θα ξεριζώσω την ψυχή μου
σφυροκοπώντας την θα την πλατύνω
και θα την απλώσω
πάνω απ' την παντιέρα
των αγώνων σας.

(Θορυβώδης αντίδραση).

- Ορίστε! Αυτό είναι ο Φουτουρισμός για σας. Λίγη βότκα για τον ποιητή! Χαρούμενοι άνθρωποί μου, τί έχετε να πείτε;

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΩΝ

(όλοι μαζί)

Είμαστε οι φουτουριστές
προάγγελοι ενός γενναίου νέου κόσμου
είμαστε οι φουτουριστές
με σηκωμένες τις λαμπρές ατρόμητες παντιέρες

Μετρημένες είναι της τυραννίας οι μέρες
σε λίγο τελειώνει η βασιλεία της
τα σάλια τους γλύφουν οι λακέδες
και σαν ποντίκια εγκαταλείπουνε το θρόνο

Μέσα στις μπότες τους τρέμουν οι Κοζάκοι
μπροστά στη μαζική επέλαση
ο λαός καβαλάει τώρα τα' άλογα
τώρα οι μάζες σέρνουν το χορό

Πού είναι οι γιοί σου Πατερούλη
όλα σου τα μαχαίρια τα 'χουν κλέψει
έχουν λουφάξει περιμένοντας πότε να κόψουν
και τις εννιά μακάριες ζωές σου

Το μέλλον έχει γραφτεί στον ουρανό
με γράμματα λαμπρά και πύρινα
όταν η λευτεριά και η αλήθεια αναγγέλουν
το τέλος κάθε αυτοκρατορίας(από την αρχή)

Ανεμίζουν κίτρινες σημαίες, κουνιούνται κίτρινα μαντήλια. Ακούγεται ένα διαπεραστικό σφύριγμα, που συνοδεύεται από ένα ακόμα ηχηρότερο χορωδιακό "Ο Θεός σώζοι τον Τσάρο". Μπαίνουν οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ, ντυμένοι σαν ΚΟΖΑΚΟΙ, κραδαίνοντας κνούτα και αστυνομικά κλομπ. ΟΙ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ διασκορπίζονται γρήγορα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ βρίσκεται μόνος, παγιδευμένος από ένα έντονο φως, καθώς η υπόλοιπη σκηνή σκοτεινιάζει. Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ τον δένουν πισθάγκωνα.

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Βέλια, Ντέιβιντ --περιμένετε! ΄Εχει γίνει κάποιο λάθος...

Τα φώτα σβήνουν.

Συνέχεια

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

 Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  W.D.G

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 03/05/2004