Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Λογοτεχνία

 


Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

SEXUS
Σελ. 688

Η αρχή της περίφημης τριλογίας "Ρόδινη σταύρωση". Αυτοβιογραφικές αναφορές του Xένρυ Μίλλερ για την περίοδο κυρίως της πρώτης εγκατάστασής του στη Νέα Υόρκη.

 

 

ΧΕΝΡΥ ΜΙΛΛΕΡ

Ο Χένρυ Μίλλερ γεννήθηκε στο Γιόρκβιλ της Νέας Υόρκης στις 26 Δεκεμβρίου του 1891. Παρακολούθησε μαθήματα στο Σίτυ Κόλετζ επί δύο μήνες και αμέσως μετά εργάστηκε σε μία εταιρεία τσιμέντων και έζησε μία περίοδο "σκληραγωγίας" που κράτησε εφτά χρόνια. Η πρώτη του ερωμένη ήταν "μια γυναίκα τόσο μεγάλή που θα μπορούσε να είναι μάνα μου", όπως λέει ο ίδιος. Τη γνώρισε στα δεκαεφτά του χρόνια. Το 1913 άρχισε να ταξιδεύει στις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Το 1914, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και εργάστηκε στο ραφείο του πατέρα του, το οποίο εγκατέλειψε ύστερα από μία αποτυχημένη απόπειρα να το παραδώσει στους εργαζόμενους.
Ο Χένρυ Μίλλερ έγραψε το πρώτο του βιβλίο το 1922, κατά τη διάρκεια μιας εικοσαήμερης άδειας από την Γουέστερν Γιούνιον, την "Κοσμοδαιμονική Τηλεγραφική Εταιρεία", όπως την αποκαλεί στα κατοπινά έργα του. Εκεί ήταν διευθυντής απασχόλησης, υποχρεωμένος να προσλαμβάνει και να απολύει τηλεγραφητές, μια δουλειά χωρίς νόημα, μια δουλειά που τον βύθιζε σε απελπισία. Το βιβλίο αυτό παρέμεινε ανέκδοτο. Το 1925 άρχισε να συνθέτει ποιητικά κείμενα, τα οποία πουλούσε από πόρτα σε πόρτα. Έγραψε τα μυθιστορήματα Moloch, This Gentile World (Μολώχ, Αυτός ο Κόσμος των Εθνικών) και Crazy Cock (Το Τρελό Πουλί) που παρέμειναν ανέκδοτα έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Ο Χένρυ Μίλλερ εγκατέλειψε τις Ηνωμένες Πολιτείες και έζησε στο Παρίσι και στην Ευρώπη μια δεκαετία φτώχειας, στερήσεων, αλλά και ξέφρενης δημιουργικότητας, πάθους και εντάσεων. Επέστρεψε στην Αμερική το 1940, απομονώθηκε στο Μπιγκ Σουρ όπου εξακολούθησε να γράφει, περιβαλλόμενος από τη φήμη του πιο "διάσημου εξοστρακισμένου συγγραφέα της πατρίδας του".
Ανάμεσα στα έργα του συμπεριλαμβάνονται ο Τροπικός του Καρκίνου (1934) , η Μαύρη Άνοιξη (1936) , ο Τροπικός του Αιγόκερω (1939) , ο Κολοσσός του Μαρουσιού (1941) , ο Κλιματισμένος Εφιάλτης (1945) , Remember to Remember (1947), The Books in my Life (1952) , η αυτοβιογραφική τριλογία με γενικό τίτλο Η Ρόδινη Σταύρωση: Sexus (1949), Plexus (1953) και Nexus (1960) .
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Αμερική οι δύο Τροπικοί παρέμειναν απαγορευμένοι και, φυσικά, ανέκδοτοι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ο Χένρυ Μίλλερ πέθανε το 1980. Η συνέντευξη που δημοσιεύει σήμερα το
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δόθηκε στον George Wickes.


Το 1934, στα σαράντα δύο του χρόνια, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο. Ζούσε στο Παρίσι εκείνη την εποχή. Το βιβλίο εκδόθηκε στη χώρα του το 1961, όπου δεν άργησε να γίνει ευπώλητο και να του χαρίσει τη φήμη. Οι έντονες διαμάχες περί λογοκρισίας, πορνογραφίας και αισχρολογίας επισκίασαν τη συζήτηση σχετικά με το ίδιο το βιβλίο και τη λογοτεχνική του αξία.
Αλλά αυτό έχει ξανασυμβεί. Πολλές φορές. Όπως και στην περίπτωση του Ντ. Χ. Λώρενς, έτσι και ο Χένρυ Μίλλερ έγινε θρύλος - πότε καλόφημος, πότε κακόφημος. Οι κριτικοί και οι καλλιτέχνες τον εγκωμίασαν, οι αναγνώστες του τον λάτρεψαν, οι μπήτνικς τον μιμήθηκαν. Πάνω απ' όλα, ο Μίλλερ έγινε ένας λογοτεχνικός ήρωας - ή ένας αχρείος, για όσους τον έβλεπαν σαν απειλή κατά του νόμου και της τάξης. Μπορούμε ακόμη να τον χαρακτηρίσουμε "λαϊκό ήρωα": ήταν ο περιπλανώμενος παρίας, ο προφήτης, και ο εξόριστος, το αγόρι από το Μπρούκλυν που πήγε να ζήσει στο Παρίσι όταν όλοι οι άλλοι επέστρεφαν στην πατρίδα, ο μποέμ που λιμοκτονούσε για να είναι ελεύθερος να γράψει, και αργότερα ο σοφός του Μπιγκ Σουρ.
Η ζωή του είναι καταγεγραμμένη σε μια σειρά πρωτοπρόσωπων αφηγημάτων σε ιστορικό ενεστώτα: τα χρόνια της νιότης στο Μπρούκλυν (Μαύρη Άνοιξη), οι αγώνες να βρει τον βαθύτερο εαυτό του κατά τη δεκαετία του 1920 (Τροπικός του Αιγόκερω και Ρόδινη Σταύρωση), οι περιπέτειές του στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 (Τροπικός του Καρκίνου).
Το 1939, ταξίδεψε στην Ελλάδα για να συναντήσει τον Lawrence Durrell [Λώρενς Ντάρρελ]. Οι εμπειρίες της διαμονής του περιγράφονται στον Κολοσσό του Μαρουσιού. Με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αμερική, όπου επιχείρησε μιαν οδύσσεια που κράτησε ένα χρόνο και η οποία καταγράφεται στον Κλιματισμένο Εφιάλτη. Το 1944, εγκαταστάθηκε σε μια θαυμάσια απομονωμένη περιοχή στην ακτή της Καλιφόρνιας, ζώντας με έναν τρόπο που περιγράφεται στο Big Sur and the Oranges of Hieronymous Bosch. Όταν η φήμη του Μίλλερ έκανε το Μπιγκ Σουρ τόπο προσκυνήματος, ο ίδιος έφυγε από εκεί και άρχισε πάλι να μετακινείται.
Στα εβδομήντα του, ο Μίλλερ θυμίζει βουδιστή μοναχό με ταραγμένο παρελθόν. Αμέσως σε εντυπωσιάζει με τη ζεστασιά και το χιούμορ του. Μολονότι του έχουν απομείνει λίγα μαλλιά, κι αυτά κάτασπρα, τίποτα πάνω του δεν φαίνεται γερασμένο. Η κορμοστασιά του, η λεπτή σιλουέτα του, οι χειρονομίες του, είναι ενός νέου άντρα.
Η φωνή του είναι μαγικά γοητευτική, μειλίχια και ώριμη, βαθιά και γεμάτη αποχρώσεις. Ο ίδιος θα πρέπει να ξέρει με το παραπάνω πόσο συναρπαστική μπορεί να είναι η μουσικότητά της. Μιλάει με μια μπρουκλυνέζικη άνεση που συχνά τονίζεται από ρητορικές παύσεις, όπως, "Δεν το καταλαβαίνεις;" ή "Ξέρεις;" και από διάφορους στοχαστικούς μακρόσυρτους ήχους όπως, "Α, ναι.... χμμ... χμμ... αααα, ναι.... ναι... χμμ... χμμμ". Για να απολαύσεις ολόκληρη τη μελωδία, το άρωμα και την εντιμότητα του Μίλλερ θα πρέπει ν' ακούσεις ηχογραφήσεις αυτής της φωνής.
Η συνομιλία μας έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 1961, στο Λονδίνο.

GEORGE WICKES [ΤΖΟΡΤΖ ΓΟΥΙΚΣ]: Πριν απ' όλα, θα θέλατε να μιλήσετε για το πώς ακριβώς γράφετε; Ποια διαδικασία ακολουθείτε; Ξύνετε τα μολύβια, όπως ο Χέμινγουεϊ, ή κάτι παρόμοιο, μέχρι να πάρει μπρος ο κινητήρας;
ΜΙΛΛΕΡ: Όχι, όχι σε γενικές γραμμές, όχι, τίποτα τέτοιο. Γενικά, πιάνω δουλειά μετά το πρόγευμα. Στρώνομαι κατευθείαν μπροστά στη γραφομηχανή. Αν δω ότι δεν μου βγαίνει, ότι δεν είμαι σε θέση να γράψω, τα παρατάω. Αλλά, όχι, δεν υπάρχουν προπαρασκευαστικές φάσεις, καθόλου τέτοια πράγματα.
ΓΟΥΙΚΣ: Υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες της ημέρες, ή ορισμένες ημέρες, κατά τις οποίες γράφετε καλύτερα;
ΜΙΛΛΕΡ: Προτιμώ να γράφω το πρωί, τώρα πια, και μονάχα για δύο, το πολύ τρεις, ώρες. Παλαιότερα, έγραφα μετά τα μεσάνυχτα και μέχρι τα χαράματα, αλλά πολύ παλαιότερα, όταν είχα αρχίσει να γράφω. Ακόμη κι όταν ήμουν στο Παρίσι, μου ήταν το πιο εύκολο να γράφω το πρωί. Αλλά τότε έγραφα πολλές ώρες. Έγραφα το πρωί, έπαιρνα έναν υπνάκο μετά το μεσημεριανό φαγητό, σηκωνόμουν και ξανάπιανα δουλειά, μερικές φορές μέχρι τα μεσάνυχτα. Τα τελευταία δέκα με δεκαπέντε χρόνια, έχω διαπιστώσει ότι δεν είναι απαραίτητο να δουλεύεις τόσο πολύ. Είναι κακό, μάλιστα. Στερεύει η δεξαμενή.
ΓΟΥΙΚΣ: Θα λέγατε ότι γράφετε γρήγορα; Ο Alfred Perles λέει στο Ο Φίλος Μου Χενρυ Μίλλερ ότι πληκτρολογείτε στη γραφομηχανή γρήγορα όσο λίγοι στον κόσμο.
ΜΙΛΛΕΡ: Πράγματι, πολλοί το λένε αυτό. Θα πρέπει να κάνω πολύ θόρυβο όταν γράφω. Ναι, φαντάζομαι ότι γράφω γρήγορα. Αλλά και πάλι, εξαρτάται. Μπορεί να γράψω γρήγορα για ένα διάστημα, αλλά υπάρχουν στάδια όπου κολλάω και μπορεί να δαπανήσω μια ώρα για μια σελίδα. Πάντως, σπανίζουν αυτά τα στάδια, γιατί όταν αισθάνομαι ότι βαλτώνω σε κάποιο δύσκολο σημείο, το προσπερνάω και συνεχίζω αλλού, ξέρεις, και το ξαναπιάνω κάποια άλλη μέρα.
ΓΟΥΙΚΣ: Πόσο καιρό σας πήρε να γράψετε ένα από τα πρώτα σας βιβλία απ' την στιγμή που αρχίσατε;
ΜΙΛΛΕΡ: Δεν θα μπορούσα να απαντήσω. Ποτέ δεν μπόρεσα να προβλέψω πόσο θα χρειαζόμουν για ένα βιβλίο: ακόμα και τώρα όταν ξεκινάω κάτι, δεν μπορώ να πω πόσο θα μου πάρει. Και είναι, κατά κάποιον τρόπο, λάθος να ορίζουμε τις ημερομηνίες ανάμεσα στην αρχή και την ολοκλήρωση ενός βιβλίου κάποιου συγγραφέα. Δεν σημαίνει ότι εργαζόταν αδιάκοπα αυτό το διάστημα. Το Sexus, φέρ' ειπείν, ή και όλη η Ρόδινη Σταύρωση. Νομίζω άρχισα στα 1940, κι ακόμη τη δουλεύω. Θα ήταν παράλογο, λοιπόν, να πω ότι καταπιάνομαι με τη Ρόδινη Σταύρωση όλον αυτό τον καιρό. Για πολλά χρόνια ούτε που τη σκεφτόμουν. Πώς μπορείς να μιλήσεις για συγκεκριμένες ημερομηνίες αρχής και τέλους;
ΓΟΥΙΚΣ: Ξέρω ότι γράψατε εκ νέου τον Τροπικό του Καρκίνου, κάμποσες φορές, και ότι αυτό το βιβλίο σας δυσκόλεψε περισσότερο απ' όλα τα άλλα, αλλά φυσικά ήταν η αρχή. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν σας είναι πιο εύκολο το γράψιμο τώρα πια.
ΜΙΛΛΕΡ: Θαρρώ ότι τέτοιες ερωτήσεις δεν έχουν νόημα. Τι σημασία έχει πόσο σου πήρε να γράψεις ένα βιβλίο; Αν ρωτήσεις τον Σιμενόν, θα σου απαντήσει με απόλυτη ακρίβεια. Νομίζω του παίρνει τέσσερις έως εφτά εβδομάδες. Ξέρει ότι τόσο χρειάζεται, στα σίγουρα. Βέβαια, τα βιβλία του έχουν συγκεκριμένο μέγεθος, τα πιο πολλά. Αλλά και πάλι, είναι από κείνες τις σπάνιες εξαιρέσεις, είναι άνθρωπος που λέει, "Τώρα θα στρωθώ και θα γράψω αυτό το βιβλίο", και αφοσιώνεται, δίνει όλον του τον εαυτό. Οχυρώνεται, δεν σκέφτεται τίποτε άλλο, δεν κάνει τίποτε άλλο. Εμένα δεν είναι έτσι η ζωή μου. Ποτέ δεν ήταν. Πάντα έχω και κάτι άλλο να κάνω ενόσω γράφω ένα βιβλίο.
ΓΟΥΙΚΣ: Κάνετε πολλές επεξεργασίες και αλλαγές;
ΜΙΛΛΕΡ: Κι αυτό εξαρτάται πολύ απ' την περίπτωση. Ποτέ δεν κάνω διορθώσεις ή αναθεωρήσεις κατά τη διαδικασία του γραψίματος. Ας πούμε, γράφω ένα κατεβατό μια μέρα, το αφήνω μετά να κατακάτσει -το αφήνω για ένα διάστημα, για ένα ή και δύο μήνες- και το ξαναπιάνω, βλέποντάς το πια με άλλο μάτι. Μετά το διασκεδάζω πολύ, περνάω θαυμάσια μ' αυτό. Κόβω και ράβω σαν τρελός. Αλλά όχι πάντα. Μερικές φορές, βγαίνει απ' την αρχή όπως το είχα φανταστεί.
ΓΟΥΙΚΣ: Πώς κάνετε τις επεξεργασίες;
ΜΙΛΛΕΡ: Συνήθως χρησιμοποιώ μολύβι και στυλογράφο για να κάνω αλλαγές, διαγραφές, παρεμβολές. Μετά, το δακτυλόγραφο φαίνεται θαυμάσιο, όπως του Μπαλζάκ. Κατόπιν, το χτυπάω εκ νέου στη γραφομηχανή, και ενόσω πληκτρολογώ κάνω κι άλλες αλλαγές. Προτιμώ να το χτυπήσω εκ νέου εγώ ο ίδιος στη γραφομηχανή, γιατί, ακόμα κι όταν πιστεύω ότι έκανα όλες τις αλλαγές που ήθελα, η απλή μηχανική δουλειά της πληκτρολόγησης οξύνει τις σκέψεις μου, και διαπιστώνω ότι αναθεωρώ και πάλι ενόσω πληκτρολογώ το ήδη επεξεργασμένο και ολοκληρωμένο κείμενο.
ΓΟΥΙΚΣ: Εννοείτε ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσα σ' εσάς και τη γραφομηχανή;
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, κατά έναν τρόπο η μηχανή λειτουργεί σαν διέγερση, είναι ένα είδος συνεργασίας.
ΓΟΥΙΚΣ: Στο The Books in My Life λέτε ότι οι πιο πολλοί συγγραφείς και ζωγράφοι δουλεύουν σε άβολη στάση. Πιστεύετε ότι βοηθάει αυτό;
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι. Κατά κάποιον τρόπο έχω καταλήξει στην πεποίθηση ότι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεται ένας συγγραφέας, ένας καλλιτέχνης γενικά, είναι το να αισθάνεται βολικά και άνετα ενόσω δουλεύει. Ίσως η έλλειψη ανέσεων να είναι ένα είδος βοήθειας, κάτι σαν κέντρισμα. Άνθρωποι που μπορούν κάλλιστα να ζήσουν κάτω από καλύτερες συνθήκες, συχνά προτιμούν να δουλέψουν σε συνθήκες αθλιότητας.
ΓΟΥΙΚΣ: Αυτές οι ελλείψεις άνεσης δεν είναι καμιά φορά ψυχολογικές; Ας δούμε την περίπτωση του Ντοστογιέφσκι...
ΜΙΛΛΕΡ: Χμμ... δεν ξέρω. Ξέρω ότι ο Ντοστογιέφσκι πάντα ήταν στριμωγμένος οικονομικά, αλλά δεν μπορείς να πεις ότι εσκεμμένα επέλεξε να βρίσκεται σε δεινή ψυχολογική κατάσταση. Όχι, αμφιβάλλω πολύ. Δεν πιστεύω ότι επιλέγει κανείς τέτοια πράγματα, εκτός κι αν το κάνει ασυνείδητα. Πιστεύω πάντως ότι πολλοί συγγραφείς έχουν αυτό που μπορείς να πεις δαιμονική φύση. Πάντα είναι μπλεγμένοι, ξέρεις, και όχι μονάχα όταν γράφουν ή επειδή γράφουν αλλά σε κάθε πλευρά της ζωής τους, στο γάμο, στον έρωτα, στην εργασία, στα λεφτά, στα πάντα. Είναι αλληλένδετα όλα, αποτελούν όλα κομμάτια του ίδιου πράγματος. Είναι μια όψη της δημιουργικής προσωπικότητας. Δεν είναι όλες οι δημιουργικές προσωπικότητες έτσι, αλλά μερικές πράγματι είναι.
ΓΟΥΙΚΣ: Μιλάτε σε ένα βιβλίο σας για "την υπαγόρευση", για το ότι είστε σχεδόν δαιμονιόληπτος, κυριευμένος, ότι αυτό το υλικό εκχέεται από μέσα σας. Πώς έχει αυτή η διαδικασία;
ΜΙΛΛΕΡ: Συμβαίνει σε σπάνιες περιπτώσεις, αυτή η υπαγόρευση. Κάποιος σε κυριεύει, κι εσύ απλώς καταγράφεις ό,τι σου λέει. Μου συνέβαινε πιο έντονα όταν έγραφα το πόνημά μου για τον Ντ. Χ. Λώρενς, ένα πόνημα που ποτέ δεν ολοκλήρωσα - κι αυτό επειδή έπρεπε να σκεφτώ πολύ. Βλέπεις, σκέφτομαι ότι βλάπτει η πολλή σκέψη. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να σκέφτεται πολύ. Αλλά το πόνημα για τον Λώρενς ήταν ένα έργο που απαιτούσε σκέψη. Δεν είμαι πολύ καλός στο να σκέφτομαι. Δουλεύω από κάποιο μύχιο μέρος, από κάπου στα τρίσβαθα~ και όταν γράφω, βλέπεις, δεν ξέρω με απόλυτη ακρίβεια τι πρόκειται να συμβεί. Ξέρω για ποιο πράγμα θέλω να γράψω, αλλά δεν με απασχολεί πολύ το πώς θα το πω. Αλλά σ' εκείνο το βιβλίο πάλευα με ιδέες~ έπρεπε να έχει κάποια μορφή και κάποιο νόημα, αν μη τι άλλο. Καταπιανόμουν με δαύτο κοντά δυο χρόνια, θαρρώ. Με είχε διαποτίσει, μου είχε γίνει έμμονη ιδέα, δεν μπορούσα να το αφήσω. Δεν μπορούσα καν να κοιμηθώ σαν άνθρωπος. Λοιπόν, όπως λέω, η υπαγόρευση έγινε ακόμα πιο έντονη όταν έγραφα αυτό το βιβλίο. Συνέβη και στον Αιγόκερω, και κατά περιόδους σε άλλα βιβλία. Πιστεύω ότι ξεχωρίζουν οι παράγραφοι που γράφτηκαν έτσι. Δεν ξέρω αν οι άλλοι το διακρίνουν ή όχι.
ΓΟΥΙΚΣ: Πρόκειται για τις παραγράφους που αποκαλείτε "καντέντσες";
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, έχω χρησιμοποιήσει αυτή την έκφραση. Οι παράγραφοι αυτές είναι τρικυμιώδεις, οι λέξεις πέφτουν η μία πάνω στην άλλη, είναι θυελλώδεις, θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω έτσι αδιάκοπα, δίχως σταματημό. Φυσικά πιστεύω ότι μ' αυτό τον τρόπο θα έπρεπε να γράφει κανείς όλη την ώρα. Βλέπεις, εδώ είναι όλη η διαφορά, η μεγάλη διαφορά, ανάμεσα στη δυτική και την ανατολική σκέψη και συμπεριφορά και αγωγή. Εάν, φέρ' ειπείν, πρόκειται να κάνει κάτι ένας Ζεν καλλιτέχνης, προηγείται μια παρατεταμένη προετοιμασία αγωγής, πειθαρχίας και περισυλλογής, βαθιάς γαλήνης και ηρεμίας απέναντι στο εγχείρημα, κι ύστερα μια απουσία σκέψης, καμία σκέψη, σιωπή, κενό, και πάει λέγοντας - μπορεί να κρατήσει μήνες, μπορεί χρόνια ολόκληρα. Και μετά, όταν αρχίζει, είναι σαν την αστραπή, αυτό ακριβώς που θέλει - είναι τέλειο. Τέλος πάντων, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, θαρρώ, θα έπρεπε να πραγματοποιείται όλη η τέχνη. Αλλά ποιος το κάνει; Ζούμε ζωές αντίθετες με το επιτήδευμά μας.
ΓΟΥΙΚΣ: Υπάρχει κάποια ψυχοσωματική προετοιμασία που μπορεί να κάνει ο συγγραφέας, όπως αυτή του Ζεν σπαθοφόρου;
ΜΙΛΛΕΡ: Μα ναι, φυσικά, αλλά ποιος την κάνει; Πάντως, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, κάθε καλλιτέχνης πειθαρχεί, ασκεί τον εαυτό του, και προετοιμάζεται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Εξάλλου, το πιο πολύ γράψιμο γίνεται μακριά από τη γραφομηχανή, μακριά από το γραφείο. Θα έλεγα ότι γίνεται κατά τις ήσυχες, σιωπηλές στιγμές , ενώ περπατάς ή ξυρίζεσαι ή παίζεις κάποιο παιχνίδι, και πάει λέγοντας., ή ακόμη και ενώ μιλάς με κάποιον που δεν σε ενδιαφέρει και πολύ. Δουλεύεις, το μυαλό σου δουλεύει, επεξεργάζεται αυτό το πρόβλημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου. Κι έτσι, όταν πας στη γραφομηχανή απλώς είναι ζήτημα διεκπεραίωσης, καταγραφής.
ΓΟΥΙΚΣ: Είπατε προηγουμένως ότι κάποιος, κάτι μέσα σου, σας κυριεύει.
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, φυσικά. Άκου. Ποιος γράφει το Μεγάλο Βιβλίο; Πάντως όχι εμείς που το υπογράφουμε με τα ονόματά μας. Τι είναι ο καλλιτέχνης; Είναι ένας άνθρωπος που έχει κεραίες, που ξέρει πώς να συλλάβει τα κύματα που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα, στον κόσμο, στο σύμπαν~ απλώς έχει την ικανότητα αυτή. Ποιος είναι πρωτότυπος; Ό,τι κάνουμε, όλα όσα σκεφτόμαστε, υπάρχουν ήδη, κι εμείς είμαστε απλώς ενδιάμεσοι, διαμεσολαβητές, αυτό είναι όλο, χρησιμοποιούμε ό,τι υπάρχει ήδη στον αέρα. Γιατί κάποιες σημαντικές ιδέες, κάποιες μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, συχνά παρουσιάζονται ταυτοχρόνως σε διαφορετικά μέρη του κόσμου; Το ίδιο αληθεύει και για τα στοιχεία εκείνα που θα συμβάλλουν στη σύνθεση ενός ποιήματος ή ενός σπουδαίου μυθιστορήματος ή οποιουδήποτε έργου τέχνης. Βρίσκονται ήδη στον αέρα, αλλά δεν έχει ακόμη δοθεί φωνή, αυτό είναι όλο. Χρειάζονται τον άνθρωπο, τον ερμηνευτή, για να τα φέρει στο προσκήνιο. Λοιπόν, και είναι κι αυτό αλήθεια, κάποιοι άνθρωποι προηγούνται των καιρών τους. Αλλά σήμερα, δεν νομίζω ότι ο καλλιτέχνης προηγείται της εποχής του τόσο όσο ο άνθρωπος της επιστήμης. Ο καλλιτέχνης έχει μείνει λίγο πίσω, η φαντασία του δεν συμβαδίζει με τη φαντασία των ανθρώπων της επιστήμης.
ΓΟΥΙΚΣ: Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι δημιουργικοί; Ο Angus Wilson λέει ότι ο καλλιτέχνης γράφει εξαιτίας κάποιου ψυχικού τραύματος, ότι χρησιμοποιεί την τέχνη του σαν ένα είδος θεραπείας προκειμένου να ξεπεράσει τη νεύρωσή του. Ο Άλντους Χάξλεϋ, από την άλλη, υιοθετεί την ακριβώς αντίθετη άποψη, και λέει ότι ο συγγραφέας είναι κατ' εξοχήν πνευματικώς υγιής, και εάν ταλανίζεται από κάποια νεύρωση αυτή απλώς επιτείνει το χάντικάπ του ως συγγραφέα. Ποια είναι η δική σας άποψη;
ΜΙΛΛΕΡ: Πιστεύω ότι εξαρτάται από τον κάθε συγγραφέα ξεχωριστά. Δεν νομίζω ότι μπορείς να προχωρείς σε τέτοιες αποφάνσεις για τους συγγραφείς συνολικά. Ένας συγγραφέας είναι εντέλει ένας άνθρωπος, όπως όλοι οι άλλοι~ μπορεί να είναι νευρωτικός, μπορεί και να μην είναι. Εννοώ ότι η νεύρωσή του, ή όπως αλλιώς το λένε, διαμορφώνει την προσωπικότητά του και δεν λογοδοτεί για τα γραπτά του. Πιστεύω ότι το θέμα είναι πολύ πιο μυστηριώδες απ' όσο φαίνεται και δεν θα ήθελα καν να αποπειραθώ να το θίξω αβασάνιστα. Είπα ότι ένας συγγραφέας είναι άνθρωπος που διαθέτει κεραίες~ εάν ήξερε πραγματικά τι είναι, θα ήταν πολύ ταπεινός. Θα αναγνώριζε τον εαυτό του σαν έναν άνθρωπο κυριευμένο από μια συγκεκριμένη ικανότητα, και προορισμένο να τη χρησιμοποιήσει προς όφελος των άλλων. Δεν υπάρχει λόγος να επαίρεται, το όνομά του δεν σημαίνει τίποτα, το εγώ του είναι μηδαμινό, είναι απλώς ένα όργανο, ένα εργαλείο σε μια μακρά διαδικασία.
ΓΟΥΙΚΣ: Εσείς πότε διαπιστώσατε ότι έχετε αυτή την ικανότητα; Όταν αρχίσατε να γράφετε;
ΜΙΛΛΕΡ: Θα πρέπει να άρχισα όταν εργαζόμουν στην Γουέστερν Γιούνιον. Τότε που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, τέλος πάντων. Έγραψα και άλλα μικροπράγματα εκείνο τον καιρό, αλλά το αληθινό πράγμα ήταν αφού παραιτήθηκα από την Γουέστερν Γιούνιον -το 1924- όταν αποφάσισα ότι θα γίνω συγγραφέας και αφοσιώθηκα ολότελα σ' αυτό.
ΓΟΥΙΚΣ: Αυτό σημαίνει ότι γράφατε επί δέκα ολόκληρα χρόνια προτού εκδοθεί ο Τροπικός του Καρκίνου.
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, σχεδόν. Ανάμεσα στ' άλλα έγραψα και δύο ή τρία μυθιστορήματα εκείνη την περίοδο. Σίγουρα έγραψα δύο προτού εκδοθεί ο Τροπικός του Καρκίνου.
ΓΟΥΙΚΣ: Θα μπορούσατε να μου μιλήσετε για εκείνη την περίοδο;
ΜΙΛΛΕΡ: Έχω πει πολλά γι' αυτό στη Ρόδινη Σταύρωση. Το Sexus, το Plexus, και το Nexus καταπιάνονται, και τα τρία, ακριβώς μ' εκείνη την περίοδο. Θα πω κι άλλα στο δεύτερο μέρος του Nexus. Τα έχω πει όλα σχετικά με τις δοκιμασίες μου εκείνη την περίοδο - σχετικά με την καθημερινή μου ζωή, με τις αντιξοότητες. Δούλευα σαν το σκυλί και συνάμα -πώς να το πω;- βρισκόμουν σε σύγχυση, σε μιαν ομίχλη. Δεν ήξερα τι έκανα. Δεν έβλεπα πού πήγαινα. Υποτίθεται ότι δούλευα ένα μυθιστόρημα, έγραφα αυτό το μεγάλο μυθιστόρημα, αλλά στην πραγματικότητα δεν πήγαινα πουθενά. Μερικές φορές, δεν έγραφα παραπάνω από τρεις ή τέσσερις αράδες την ημέρα. Ερχόταν αργά τη νύχτα η γυναίκα μου και ρωτούσε, "Πώς πάει, λοιπόν;" (ποτέ δεν την άφηνα να δει τη σελίδα που είχα περασμένη στη γραφομηχανή). Της έλεγα, "Ω, προχωράει θαυμάσια". "Σε ποιο σημείο έχεις φτάσει τώρα;". Φαντάσου τώρα ότι απ' όλες τις σελίδες που υποτίθεται ότι είχα γράψει δεν είχα ολοκληρώσει παρά μονάχα τρεις ή τέσσερις, αλλά μιλούσα λες κι είχα γράψει εκατό ή εκατόν πενήντα σελίδες. Συνέχιζα να μιλάω για ό,τι είχα κάνει, συνθέτοντας το μυθιστόρημα ενόσω της μιλούσα. Κι αυτή άκουγε και μου έδινε κουράγιο, ξέροντας πολύ καλά ότι της λέω ψέματα. Την επόμενη μέρα, ερχόταν κι έλεγε, "Και τι έγινε μ' εκείνο το κεφάλαιο για το οποίο μου είχες μιλήσει τις προάλλες, πώς πάει;" Κι όλα ήταν ένα ψέμα, καταλαβαίνεις, μια χάλκευση, ένα τέχνασμα ανάμεσά μας. Θαυμάσιο, θαυμάσιο...
ΓΟΥΙΚΣ: Πότε αρχίσατε να συλλαμβάνετε την ιδέα όλων αυτών των αυτοβιογραφικών βιβλίων σαν ένα ενιαίο σύνολο;
ΜΙΛΛΕΡ: Το 1927, όταν η γυναίκα μου έφυγε για την Ευρώπη, κι έμεινα μόνος. Δούλεψα για λίγο στο Παρκ Ντιπάρτμεντ, στο Κουίνς. Μια μέρα, στο τέλος της μέρας, αντί να πάω σπίτι, κυριεύτηκα από αυτή την ιδέα, να σχεδιάσω δηλαδή το βιβλίο της ζωής μου, κι έμεινα άγρυπνος όλη τη νύχτα και το σχεδίαζα. Σχεδίασα τα πάντα, οργάνωσα από τότε σε περίπου σαράντα ή πενήντα δακτυλογραφημένες σελίδες όλα όσα έχω γράψει μέχρι σήμερα. Ήταν σε σημειώσεις, τηλεγραφικά. Αλλά είναι όλα εκεί. Όλο μου το έργο από τον Αιγόκερω μέχρι τη Ρόδινη Σταύρωση -εκτός απ' τον Καρκίνο που είναι γραμμένος για το άμεσο παρόν- μιλάνε για τα εφτά χρόνια που έζησα μ' αυτή τη γυναίκα, από την στιγμή που τη γνώρισα μέχρις ότου έφυγα για το Παρίσι. Δεν ήξερα τότε πότε θα έφευγα, αλλά ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα το κάνω. Αυτή ήταν η κρίσιμη περίοδος της ζωής μου ως συγγραφέα, η περίοδος λίγο πριν φύγω απ' την Αμερική.
ΓΟΥΙΚΣ: Ο Ντάρρελ μιλάει για την ανάγκη του συγγραφέα να επιχειρήσει τη ρήξη μες στο γράψιμό του, ν' ακούσει τον ήχο της ίδιας της δικιάς του της φωνής. Δική σας δεν είναι αυτή η έκφραση στην πραγματικότητα;
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, έτσι νομίζω. Τέλος πάντων, μου συνέβη αυτό με τον Τροπικό του Καρκίνου. Έως εκείνο το σημείο μπορείς να πεις ότι ήμουν ένας συγγραφέας αλλογενής, επηρεασμένος από τον καθένα, χρησιμοποιώντας όλες τις αποχρώσεις και τους τόνους όλων των συγγραφέων που είχα αγαπήσει. Ήμουν ένας λογοτεχνικός άνθρωπος, θα μπορούσες να πεις. Μετά έγινα ένας μη λογοτεχνικός άνθρωπος. Έκοψα τον ομφάλιο λώρο. Είπα, θα κάνω μονάχα αυτό που μπορώ εγώ να κάνω, θα εκφράσω αυτό που είμαι - γι' αυτό χρησιμοποίησα το πρώτο πρόσωπο, γι' αυτό έγραψα για τον εαυτό μου. Αποφάσισα να γράψω από την οπτική γωνία της δικής μου εμπειρίας, να γράψω αυτό που ήξερα κι αυτό που ένιωθα. Κι αυτό ήταν η λύτρωσή μου.
ΓΟΥΙΚΣ: Πώς ήταν εκείνα τα πρώτα μυθιστορήματα;
ΜΙΛΛΕΡ: Θαρρώ ότι θα έβρισκες εκεί, φυσικά θα πρέπει να βρεις, κάποια ίχνη του εαυτού μου. Αλλά τότε αισθανόμουν πολύ έντονα ότι πρέπει να έχει κανείς κάποιο είδος ιστορίας, κάποια πλοκή να ξετυλίξει~ τότε με απασχολούσε η μορφή και ο τρόπος πιο πολύ παρά η ουσία του πράγματος.
ΓΟΥΙΚΣ: Αυτό εννοείτε μιλώντας για "λογοτεχνική" προσέγγιση;
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, κάτι που είναι πολύ φθαρμένο πια και άχρηστο, κάτι που πρέπει ν' αποτινάξεις. Ο λογοτεχνικός άνθρωπος πρέπει να αφανιστεί. Φυσικά, δεν τον σκοτώνεις, είναι ένα στοιχείο δικό σου, πολύ ζωτικό, εντός σου, σε απασχολεί ως συγγραφέα, και βέβαια κάθε καλλιτέχνης γοητεύεται από την τεχνική. Αλλά το άλλο πράγμα στο γράψιμο είσαι εσύ ο ίδιος. Αυτό που ανακάλυψα είναι ότι η καλύτερη τεχνική είναι η πλήρης απουσία τεχνικής. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι πρέπει να προσκολληθώ σε κάποιον ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης. Προσπαθώ να παραμείνω ανοιχτός και εύκαμπτος, έτοιμος να στραφώ μαζί με τον άνεμο ή με το ρεύμα της σκέψης. Αυτή είναι η στάση μου, η τεχνική μου, αν θέλεις, να είμαι εύκαμπτος και έτοιμος, να χρησιμοποιώ ότι πιστεύω ότι είναι καλό εκείνη τη στιγμή.
ΓΟΥΙΚΣ: Στο κείμενό σας "Ανοιχτή Επιστολή προς τους Απανταχού Υπερρεαλιστές" λέτε, "Έγραφα υπερρεαλιστικά στην Αμερική προτού καν ακούσω τη λέξη υπερρεαλισμός". Τι εννοείτε με τον όρο υπερρεαλισμός;
ΜΙΛΛΕΡ: Όταν ζούσα στο Παρίσι, χρησιμοποιούσαμε μια έκφραση, μια πολύ αμερικάνικη έκφραση, που το εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Λέγαμε, "Βουτάμε τώρα στα βαθιά". Αυτό σημαίνει να φτάσεις στον πυθμένα, να βυθιστείς στο ασυνείδητο, υπακούοντας μονάχα στα ένστικτά σου, ακολουθώντας μονάχα τις παρορμήσεις σου, την καρδιά ή τα σωθικά σου, ή όπως αλλιώς θέλεις να το πεις. Αλλά εγώ έτσι το εννοώ, αυτός είναι ο τρόπος μου, και δεν είναι αληθινά υπερρεαλιστικό δόγμα αυτό~ δεν θα συμφωνούσε, φοβάμαι, ο Αντρέ Μπρετόν. Ωστόσο, η γαλλική εκδοχή, η δογματική εκδοχή του υπερρεαλισμού, δεν σήμαινε πολλά για μένα. Το μόνο που μ' ενδιέφερε σ' αυτό ήταν ότι ανακάλυψα έναν άλλον τρόπο έκφρασης, ακόμη έναν, ενισχυμένο, αλλά που έμελλε να τον χρησιμοποιήσω πολύ συνετά. Όταν οι φημισμένοι υπερρεαλιστές χρησιμοποίησαν αυτή την τεχνική, το έκαναν με υπερβολικό τρόπο, με επιτήδευση. ΄Ετσι μου φάνηκε. Έγινε κάτι ακατάληπτο, χωρίς σκοπό. Αν χάσεις τη σαφήνεια, χάνεσαι κι ο ίδιος, αυτό πιστεύω.
ΓΟΥΙΚΣ: Είναι υπερρεαλισμός αυτό που λέτε με τη φράση "μέσα στης νύχτας τη ζωή";
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, επρόκειτο αρχικά για το όνειρο. Οι υπερρεαλιστές χρησιμοποίησαν το όνειρο και, φυσικά, αυτό είναι πάντα μια θαυμάσια γόνιμη όψη της εμπειρίας. Συνειδητά ή ασυνείδητα, όλοι οι συγγραφείς επιστρατεύουν το όνειρο, ακόμη κι αν δεν είναι υπερρεαλιστές. Ο νους σε εγρήγορση, βλέπεις, δεν είναι πολύ εξυπηρετικός στις τέχνες. Κατά τη διαδικασία του γραψίματος, παλεύει κανείς να βγάλει προς τα έξω αυτό που είναι και στον ίδιο άγνωστο. Το να καταγράψεις απλώς αυτό που γνωρίζεις συνειδητά δεν σημαίνει και πολλά, πραγματικά, δεν σε οδηγεί πουθενά. Ο καθένας μπορεί να το κάνει με λίγη εξάσκηση, ο καθένας μπορεί να γίνει τέτοιου είδους συγγραφέας.
ΓΟΥΙΚΣ: Έχετε αποκαλέσει υπερρεαλιστή τον Λιούις Κάρρολ, ο οποίος φημίζεται για ένα είδος λογοπαιγνίων και εσκεμμένης μπουρδολογίας που κι εσείς ενίοτε χρησιμοποιείτε...
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, ναι, φυσικά ο Λιούις Κάρρολ είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Θα έδινα και το δεξί μου χέρι για να γράψω τα βιβλία του, ή έστω να φτάσω κάπως στο επίπεδό του. Όταν ολοκληρώσω το σχέδιό μου, και εάν συνεχίσω να γράφω, θα ήθελα πολύ να γράψω χαριτωμένα παραληρήματα.
ΓΟΥΙΚΣ: Τι λέτε για τον ντανταϊσμό; Είχατε ποτέ καταπιαστεί με το κίνημα αυτό;
ΜΙΛΛΕΡ: Α, ναι, ο ντανταϊσμός ήταν ακόμη πιο σημαντικός για μένα από ό,τι ο υπερρεαλισμός. Το ντανταϊστικό κίνημα ήταν κάτι αληθινά επαναστατικό. Ήταν μία μεθοδική, μελετημένη και συνειδητή προσπάθεια να αναποδογυρίσουν τα πάντα, να δείξουν τον απόλυτο παραλογισμό της ζωής στην εποχή μας, την φθορά και την ασημαντότητα όλων των αξιών μας. Υπήρχαν θαυμάσιοι άνθρωποι στο ντανταϊστικό κίνημα, και όλοι είχαν αίσθηση του χιούμορ. Ήταν κάτι που σ' έκανε να γελάς, αλλά, συνάμα, να σκεφτείς.
ΓΟΥΙΚΣ: Έχω την αίσθηση ότι στη Μαύρη Άνοιξη πλησιάζετε πολύ τον ντανταϊσμό.
ΜΙΛΛΕΡ: Το δίχως άλλο. Τότε ήμουν πιο ευεπηρέαστος. ΄Ημουν ανοιχτός σε όλα όταν έφτασα στην Ευρώπη. Μερικά πράγματα τα ήξερα ήδη από την Αμερική, είναι η αλήθεια. ΄Εφτανε σ' εμάς στην Αμερική η επιθεώρηση Transition. Ο Eugene Jolas έκανε θαυμάσια δουλειά επιλέγοντας και προβάλλοντας όλους εκείνους τους συγγραφείς και καλλιτέχνες που δεν τους είχαμε ξανακούσει. Κι ακόμη, θυμάμαι ότι, για παράδειγμα, πήγα στην Έκθεση του Οπλοστασίου να δω το "Γυμνό που κατεβαίνει μια σκάλα", και πολλά άλλα καταπληκτικά πράγματα. Αισθανόμουν ξετρελαμένος, σαν μεθυσμένος. Και όλα αυτά που έβλεπα, μου φαίνονταν πολύ οικεία.
ΓΟΥΙΚΣ: Ανέκαθεν σαν καταλαβαίνουν καλύτερα και σας εκτιμούν περισσότερο στην Ευρώπη απ' ό,τι στην Αμερική. Πώς το εξηγείτε αυτό;
ΜΙΛΛΕΡ: Λοιπόν, πρώτ' απ' όλα δεν είχα πολλές ευκαιρίες να γίνω κατανοητός στην Αμερική γιατί τα βιβλία μου δεν εκδίδονταν εκεί. Αλλά εκτός αυτού, καίτοι είμαι εκατό τοις εκατό Αμερικανός (και σιγουρεύομαι γι' αυτό ολοένα και περισσότερο), είχα πάντα καλύτερες επαφές με τους Ευρωπαίους. Τους μιλούσα και εξέφραζα τις σκέψεις μου πιο εύκολα, και με καταλάβαιναν πιο γρήγορα. Είχα πολύ πιο αρμονικές σχέσεις και μεγαλύτερη κοινότητα απόψεων με τους Ευρωπαίους παρά με τους Αμερικανούς.
ΓΟΥΙΚΣ: Στο βιβλίο σας για τον Kenneth Patchen λέτε ότι στην Αμερική ο καλλιτέχνης δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτός αν δεν συμβιβαστεί. Εξακολουθείτε να το πιστεύετε;
ΜΙΛΛΕΡ: Ναι, πιο πολύ από ποτέ. Αισθάνομαι ότι η Αμερική είναι κατ' ουσίαν κατά του καλλιτέχνη, επειδή ο καλλιτέχνης είναι υπέρ της ατομικότητας και της δημιουργικότητας, κι αυτό είναι κάτι αντι-αμερικανικό. Θαρρώ ότι από όλες τις χώρες -φυσικά εξαιρούμε τις κομμουνιστικές- η Αμερική είναι η πιο εκμηχανισμένη, η πιο ρομποτοποιημένη.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

Webmaster- Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  Δημήτρης

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 02/04/2003