Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Μεγάλοι Έλληνες Ποιητές

Οδυσσέας Ελύτης


Περισσότερα για τον Οδυσσέα Ελύτη

 

Αρχείο

 

 Κεντρική Σελίδα


Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)  


Λίγα λόγια για τον ποιητή και το έργο του
"Τα τοπία του Ελύτη, έγραψεν ο Μήτσος Παπανικολάου), έχουν όλη τη διαφανή και την καινούρια ομορφιά των τοπίων που καθάρισαν οι βροχές και οι άνεμοι, κι ακόμη των πρώτων τοπίων της δημιουργίας. Η φύση του είναι νέα και τόσο γοητευτική, σα να την αντικρίζουν για πρώτη φορά τα μάτια του παιδιού ή του κοιμισμένου. Κι εκεί μέσα ο ποιητής, παιδί κι αυτός, πλανιέται μες τις πιο απόκρυφες σκέψεις του, απαλλαγμένος εντελώς από τα δεσμά της λογικής"
"Οι φραστικές εκπυρσοκροτήσεις που ακούγονται συχνά στα πάσης φύσεως κείμενά του βρίσκονται άλλοτε εντεύθεν και άλλοτε εκείθεν της ίδιας της γλώσσας. Ο λεκτικός του πλούτος δεν έχει ταίρι στα νεότερα γράμματά μας. Η ποίηση του Καβάφη, λ.χ., όπως και του Σεφέρη, έχει γραφτεί με τη χρήση περίπου 3.500 λέξεων. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Ελύτης είναι υπερδιπλάσιες: πλησιάζουν τις 8.000! Η ποίησή του έφερε έναν αέρα υγείας, τόλμης και φωτός, ως αναγκαία αντίδραση, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδό της, στον καρυωτακισμό, ως κατάφαση στην ίδια τη ζωή. Ο πρώιμος χαρακτηρισμός του ως «ποιητή του Αιγαίου» (τον οποίον αργότερα ο ίδιος έβρισκε στενόχωρα περιοριστικό) μπορεί όντως να μην ανταποκρίνεται στη συνολική δημιουργική του πορεία, αλλά δεν αναιρεί την «ανακάλυψη» του Αιγαίου ως ποιητικού θέματος και, ταυτόχρονα, ως χώρου όπου βλάστησε η αρχαιοελληνική λυρική ποίηση με τη «μακρινή εξαδέρφη» του Ελύτη, τη Σαπφώ": Δημήτρης Δασκαλόπουλος*
Mία ακόμα ποιητική προσφορά του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ (1941)

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ: ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤHΣ

 

ΠΡΩΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Ι

Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν

Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε

Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε

Το αμετανόητο χέρι

Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.

II

Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας

Δίχως θύμηση

Με το δέντρο της αμίλητο

Προς τη θάλασσα

Ξεχάστηκε βραδιάζοντας

Δίχως φτερούγισμα

Με την όψη της ακίνητη

Προς τη θάλασσα

Βραδιάζοντας

Δίχως έρωτα

Με το στόμα της ανένδοτο

Προς τη θάλασσα

Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.

III

Απόγευμα

Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση

Κι η στοργή των ανέμων του

Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του

Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε

Να μη φεύγει

Όλα τα μέτωπα γυμνά

Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ

Ι

Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε

Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!

II

Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών

Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του

Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων

Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες

Ενώ η αθωότητα

Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα

Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά

Η Ζωή.

III

Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως

Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας

Κι όταν σε πήρε το φιλί

Γυναίκα.

 

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

Ι

Όνειρα κι όνειρα ήρθανε

Στα γενέθλια των γιασεμιών

Νύχτες και νύχτες στις λευκές

Αϋπνίες των κύκνων

Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα

Όπως μες στον απέραντο ουρανό

Το ξάστερο συναίσθημα.

II

Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή

Και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη

Ερωμένη

Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί

Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του

Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του - εκεί.

III

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα

Όλα τα δάχτυλα

Σιωπή

Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου

Σιγά σιγά ξετυλίγεται

Η εξομολόγηση

Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!

IV

Ένας ώμος ολόγυμνος

Σαν αλήθεια

Πληρώνει την ακρίβεια του

Στην άκρια τούτη της βραδιάς

Που φέγγει ολομόναχη

Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο

Της νοσταλγίας μου.

V

Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες

Μαβιές

Κόκκινες

Κίτρινες

Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο

Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο

Τα μάτια της σιωπή.

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη

Βλέφαρο ανύσταχτο

Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος

Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

Καρτέρι μελλοθάνατο

Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο

Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.

VII

Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας

Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια

Της δράσης

Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί

Ακούσιος καταρρέει

Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό

Σιωπητήριο.

 

ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ

I

Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλί-

σανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;

Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βρο-

χερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του

πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασι-

λεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι...

Α! Θέλω να' ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν' αρπάζουν. Η μέση των

συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέ-

βουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το

χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας

Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!

II

Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής. Μια σουρωμένη κα-

ταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος που σπαταλάει την ανεξήγητη

φεγγοβολή του.

Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της

καίει η απουσία.

Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει...

Κι ένας λαός από χέρια προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα!

III

Τι όμορφη! Έχει πάρει τη μορφή της σκέψης που την αισθάνεται

όταν αυτή αισθάνεται πως της είναι αφιερωμένη...

IV

Στ' αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου

εγκαταλείψεις. Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε τ' άφησε κει

δε ρώτησε. Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη

μέλισσες. Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματα φύγαν μέσ' από τ' άνθη.

Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μιλιά τους νυχτερινή κι άθικτη.

Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.

Κι όμως πίσω από τ' αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναί-

σθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.

Δε φεύγει δεν επιστρέφει.

V

Ένα δίχτυ αόρατο συγκρατεί τον ήχο που αποκοίμισε πολλές αλή-

θειες. Ανάμεσα στα πορτοκάλια του δειλινού της γλιστρά η αμφιβο-

λία. Φυσάει το αμέριμνο στόμα. Η γιορτή του κάνει να λάμπουν οι

επιθυμητές επιφάνειες. Μπορεί να πιστέψει κανείς ως και τον εαυτό

του. Να νιώσει την παρουσία της ηδονής ως μες στις κόρες των μα-

τιών του.

Των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα. Και βρίσκουνε

την παρθενική τους ασέλγεια μέσα στη διάφανη δροσιά της πιο νυ-

χτερινής χλόης μου.

VI

Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή. Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε

γι' αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα. Κι αν μάθεις ποτέ η βροχή

που θα σε κατακλύσει λυπητερή θα είναι.

Φεύγα ζαρκάδι! Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυ-

φογραμμή.

VII

Παραμύθια γαλουχήσανε τη βλάστηση της ηλικίας αυτής που ανεβά-

ζει τις νεραντζιές και τις λεμονιές ως την έκπληξη των ματιών μου.

Τι θα ήταν η ευτυχία με το ακατόρθωτο σώμα της αν είχε μπερδευτεί

μες στις ερωτοτροπίες των χλωρών αυτών εκμυστηρεύσεων; Δυο χέ-

ρια περιμένουνε. Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη γη. Στην

αναμονή τους ολόκληρη ποίηση. Πίσω απ' το λόφο υπάρχει το μονο-

πάτι που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά της διάφανης εκείνης κόρης.

Είχε φύγει μέσ' από το πρωί των ματιών μου (καθώς τα βλέφαρα εί-

χανε κάνει το χατίρι του ήλιου τους) είχε κρυφτεί πίσω απ' τον ίσκιο

της επιθυμίας μου - κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της

αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους που η προστασία

τους ήτανε φωτεινή. Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέ-

ρει καλά το μυστικό.

Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση! Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσό-

τερο οι αγκαλιές των κήπων. Στην αφή της παλάμης σου θ' αναγαλ-

λιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι. Στο διάφανο

στήριγμα της κορμοστασιάς σου τα δέντρα θα βρουν τη μακροχρόνια

εκπλήρωση των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων. Στην πρώτη σου

ξεγνοιασιά θ' αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες. Η παρουσία σου

θα δροσίσει τη δροσιά.

Τότε θ' ανοίξεις μέσα μου τα ριπίδια των συναισθημάτων. Δάκρυα

συνειδήσεων πολύτιμες πέτρες επιστροφές κι απουσίες. Κι ενώ θα

τρέχει ο ουρανός κάτω απ' τις γέφυρες των πλεγμένων χεριών μας

ενώ οι πιο πολύτιμοι κάλυκες θα ταιριάζουνε στα μάγουλά μας θα δώ-

σουμε το σχήμα του έρωτα που λείπει από τις οράσεις αυτές

Τότε θα δώσουμε

Στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση!

 

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

ΩΡΙΩΝ

α'

Συμβιβάστηκε με την πικρία ο κόσμος

Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τα χείλια

Η νύχτα ελαφρωμένη

Από το θόρυβο και τη φροντίδα

Μέσα μας μετασχηματίζεται

Κι η καινούρια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη

Βρίσκομε το κεφάλι μας στα χέρια του Θεού.

β'

Μια προσευχή μεταμορφώνει τα ύψη της

Αλλάζει κοίτη ο χρόνος

Και γυμνούς από έγνοια επίγεια

Σ' άλλα νοήματα μας οδηγεί

Πού είναι ο σφυγμός του εδάφους

Το αίμα στη μνήμη των προσώπων μας

Ο αυτούσιος πηγαιμός;

γ΄

Των φθαρτών δακρύων απόγονοι

Κωπηλάτες των ματαίων λιμνών

Αφήσαμε το γήινο δέρμα

Και στον ψίθυρο των δέντρων ψαύσαμε

Τα λόγια μας

Για τελευταία φορά

Τώρα στα μέτωπά μας γειτονέψανε άστρα!

δ'

Εικόνα ω! αναλλοίωτη

Φωτοχυσία

Ντύνεις κάθε μετέωρη έννοια

Που προσεγγίζει την ελπίδα μας

Προς την αταραξία

Εκεί το ερωτηματικό που μας αποχωρίζεται

Είσαι παντού Μοιράζεσαι

Τις σκοτεινές μας άρπες

’ϋλο περίβλημα.

ε΄

Φύγαν τα μάτια μας αλλά προπορεύονταν οι ψυχές μας

Στη συνάντησή τους μες στους ουρανούς

Έλαμψε καθαρή στιγμή

Τρεμούλιασμα εναγώνιο

Το πιστό καθρέφτισμα των σωθικών μας

Πιο ψηλά

Στην ενωμένη μοναξιά των άστρων της

Θρονιάζεται η Γαλήνη

Γιατί την απαλλάξαμε από το κορμί μας

Γιατί την εξαντλήσαμε από τις ελπίδες μας

Γιατί της φέραμε τάμα την Ιδέα μας

Ξαναγεννάει αισθήματα.

ς'

Μέσα μας αναλύθηκεν η Σιωπή

Ο αρχάγγελός της άγγιξε τα μύχια

Σ' ακατοίκητο χάος κύλησε τη μνήμη

Όταν εχαρισθήκαμε σε μιαν απίστευτη όχθη

Όχθη των ελαφρών σκιών

Ονειρεμένη άλλοτε από δάκρυα

Τα χρυσά στίγματα μας κοίταξαν

Τόσο που αποσπασθήκαμε απ' το βάρος μας

Όπως αποσπασθήκαμε απ' την αμαρτία!

ζ'

Νοητή λάμψη

Κυανό διάστημα

Κάθαρση της ψυχής!

Σαν να 'λειψε ο επίγειος θόρυβος

Σαν να σταμάτησε η κακία της μνήμης

Καθαρό πάλλεται

Το καινούριο μας όνειρο

Μας τραβάει απ' το χέρι αόρατο χέρι

Όπου Γαλήνη γίνεται ο αθώος ουρανός

Όπου η Ψυχή ελέγχεται αναλλοίωτη.

 

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

...even the wearist river

winds somewhere safe to sea!

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ

Στο σημάδι ετούτο που παλεύει

Πάντα κοντά στη θάλασσα

Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος

Με στήθος προς τον άνεμο

Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος

Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος

Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες

Στιγμές του, με νερά τα οράματα

Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του

Α, Ζωή

Παιδιού που γίνεται άντρας

Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος

Τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει που σβήνεται

Η σκιά ενός γλάρου.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ

’σπρο μέτρημα μελανό άθροισμα

Λίγα δέντρα και λίγα

Βρεμένα χαλίκια

Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο

Ποιο μέτωπο

Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια

Κανείς δεν είναι

Ν' ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο

Ν' ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη

Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας

Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους

Λίγα χρόνια λίγα κύματα

Κωπηλασία ευαίσθητη

Στους όρμους γύρω απ' την αγάπη.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ

Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει

- Όποιος είδε δυο μάτια ν' αγγίζουν τη σιωπή του

Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους

Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους

Πιο κοντά στο φως

Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα -

Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται

Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη

Μαδά η επιτυχία

Στρόβιλοι φτερών

Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα

Χώμα σκληρό κάτω από τ' ανυπόμονα

Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο

Ηφαίστειο νεκρό.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ

Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο

Πιο πέρα απ' τα νησιά

Πιο χαμηλά απ' το κύμα

Γειτονιά στις άγκυρες

- Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος

Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε

Και μ' όλα τα δελφίνια της αυγάζ' η ελπίδα

Κέρδος του ήλιου σε μι' ανθρώπινη καρδιά -

Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε

Μια μορφή από αλάτι

Λαξεμένη με κόπο

Αδιάφορη άσπρη

Που γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της

Στηρίζοντας το άπειρο.

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

α΄

Με δάδες που ξενύχτησαν μες στις οργιάζουσες πλαγιές των ξανθών

ορχηστρίδων

Και με γαλάζιους σταλακτίτες που μεγάλωσαν μέσα σε παραμύθια με

ύαινες

Αντάμα με χλωρές επαύλεις που ανοίγονται στο γέλιο τους και δε

βρίσκουν πρωί

Μα όλα τα πυροφάνια τις τρελαίνουν στέλνοντας τις οπτασίες τους

άθικτες

Μαζί με τις υδρίες των όρθρων που συμπερπατούν φωτοσκιασμένες

με ήλεκτρο

Και με τους πέπλους των ξεχτένιστων ελπίδων που ατενίζουν τον

εαυτό τους πέρα στις μεταβλητές θωπείες των οριζόντων

Οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας

Σαν άσπρες ξεγνοιασιές ανεμόμυλων οι ώρες έρχονται που αγάπη-

σαν τις ώρες μας

Με βήμα τελετουργικό σε λυγερή προϋπάντηση Μαρτίων οι ώρες

έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας!

β'

Ποια φωτοστέφανα ειδυλλίων! Ζαρκάδια φύγετε απ' εδώ φύγετε

απ' την ευθυμία του καταρράκτη

Που σπάζει όλο τον ήχο του τσαγρίζοντας τα μέτωπα των εσπερίων

παρθένων

Ουράνια τόξα πλεύσετε μες στους κρυστάλλους και τους ουρανούς

που έστειλαν ως εδώ κεχριμπαρένια πλοιάρια

Είναι μια μαγική φωτιά που ανοίγει τα ριπίδια των βουνοπλαγιών μέ-

σα στα εμβρόντητα ταξίδια μας

Είναι μια χαίτη που κεντρίζεται απ' την τυχερή κατηφοριά των λαγκαδιών μιας νεότητας

Γυαλίζοντας τις αιχμηρές ματιές μας όταν αναφλέγονται οι χιτώνες

όλοι της εκστάσεως

Όταν οι μνήμες εκπυρσοκροτούν και βγαίνουν από τα μικρά παράθυρά τους υάκινθοι

Κυανοί και μυοσωτίδες με μικρούς ιβίσκους όλους χάρη όταν προσηλώνονται

Στις ρέουσες πεδιάδες που γητεύουν τα σουραύλια μεθυσμένων επιθυμιών

Στα μεγάλα τόξα των μεγάλων θριαμβευτών δάσους εφήβου.

γ΄

Έλκηθρα δίδυμα σύρετε πυρσούς μέσα στο ανώνυμο τάνυσμα της

ατμοσφαίρας

Σκούνες γοργές του πόθου εξιστορήσετε το πέλαγος με ρόχθο και

άνεμο

Μάγουλα των νυμφών νιφτείτε όλη την άνοιξη ανασαίνοντάς την.

Κατά δω θα πνεύσει μια αιωνιότητα!

Σ' όλες τις κρήνες σ' όλες τις πηγές μια ιαχή θρυμματισμένη ξαναενώνεται

Ιαχή ζωής όλη ελιγμούς μέσ' από τις δροσιές ως την ηχώ της που σαλπίζει

Στα πεζούλια των άστρων το γενναίο σύναγμα των ασπίλων χεριών

Των χεριών μας που έπλασαν με φως από καρδιά το ιδεατό τους σκίρτημα...

Ω! σαν μας ντύσουν οι ώρες το δικό τους ρίγος κι υψωθεί απ' τον τέτοιον

ύμνο το ενθουσιασμένο παρανάλωμα

Των κορμιών που κερδίζουν το αίμα τους σκύβοντας ολονυχτίς στις

ρίζες της Χίμαιρας!

δ'

Σαν τις φρεσκοχυμένες οπτασίες που στίλβουν την πολύεδρη τύχη

των κυνηγητών τους μες στο ξάγναντο

Κι αφήνουν τα μαλλιά τους διθυραμβικά να πλέκονται μες στις λατάνιες φεγγερών στοών

Σαν φρούτα σπάνια που γιορτάζουνε το χνούδι του πιο χλοερού των

θριάμβου

Σπινθηροβολώντας στις παλάμες γυναικών που ωράισαν τη διαύγεια

Σαν μύθοι που έσπασαν τις πύλες των βουβών ανακτόρων τους βοώντας μια καινούρια αλήθεια

Οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας

Μ' ανοιξιάτικα χείλια και χορδές πτηνών που βγαίνουν απ' το σφρίγος τους

Χαράζοντας μια λεία καμπύλη στο κενό οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας...

Κι είν' όλος τους ο αιθέρας ποίημα που πλαταίνει κι ανοίγεται

Σαν η πρώρα του ύπνου μπαίνει στη ζωή που ορέγεται άλλη ζωή

Σαν οι κόλποι ανοίγουνε κρυφό σφυγμό κι από τον κάθε χτύπο τους

ένα κορίτσι βγαίνει τραγουδώντας μύρτα

Τραγουδώντας μες στα τούλια των χρωματιστών ανέμων α! υπάρξεις

περιούσιες...

ε΄

Πυρρόξανθο μαστίγωμα! Πούπουλα εκτυφλωτικά σαν στροβιλίζονται μέσα στ' αλώνια

Κι ο άνεμος τα λυμαίνεται με θημωνιές που κρύβονται από τη μονομαχία του ήλιου

Όταν αρχίζει στα ξανθά κεφάλια των πρωτόβγαλτων περιπετειών

Εκρήξεις - όταν οι βηματισμοί των πόθων φλέγονται τραντάζοντας

τις θυμωμένες γέφυρες

Κι όλος ο κόπος στάζει σε διαμάντια

Κι όλος ο κόπος πέφτει από τη δόξα ημέρας που εγνώρισε το αχόρταγο

ξεδίπλωμα της νεότητας...

Αίμα στην πράξη αυτή! Αίμα στις πράξεις μας - στις καυτερές αφές

του γήινου κόσμου αίμα!

Γιατί πετάξαμε μιαν αγκαλιά φλοιούς με χαραγμένα ονόματα στην αμμουδιά που ελπίζει πάντα

Γιατί λασκάραμε όλα μας τα χαλινάρια κατακτώντας τις νωπές κοιλάδες της νοτιάς

Γιατί τρεμίσαμε τα βλέφαρα της κάθε μας συγκίνησης μέσα σε πανδαιμόνιο βόμβων και χρωματισμών

Πιστέψαμε τα Βήματά μας - ζήσαμε τα Βήματά μας - είπαμε τα Βήματά μας άξια!

ς'

Μόχθος περιστεριών οι πλάτες της ημέρας γέρνουν στην ευδία του

ήλιου τους

Σύγκορμα τρέμουν τ' απαράμιλλα πουλιά στα λατρευτά ροδάκινα

Είναι το φως που ενστερνισθήκανε και τ' ανυψώνει ως τις καρδιές μιας

ύπαρξης που αλλάζει

Όλους τους δρόμους των ζέφυρων προς τα εκεί που φλέγονται τα αισθήματα

Που όλα τα στήθη σφίγγουν τις εικόνες τους ακατανίκητα έπαθλα μιας

καθαρής ζωής

Κι είν' η μεγάλη προσμονή σπόρος που σκίζει όλο το χώμα για να βρει

την άνοιξη

’πλωμα δύναμης βαθιά κι ως τ' άστρα που αγναντεύουν!

Α τα γυμνά κορμιά στ' αετώματα του χρόνου χαραγμένα - οι κύκλοι

των ωρών

Που ήβραν τις ώρες μας και πάλεψαν σώμα με σώμα ώσπου να λάμψει

ο Έρωτας

Ο Έρωτας που μας παίρνει και μας ξαναδίνει σαν παιδιά μες στην πο-

διά της Γης!

ζ΄

Κι αύριο είναι πρωί - μα εμείς σήμερα θα καλπάσουμε προς τις

κρυψώνες του ήλιου

Με χρυσές μπρατσέρες θα 'βγουμε στον κίνδυνο πιο πέρ' απ' τ' ακρωτήριο της καλής ανταύγειας

Προς τις σπαθωτές φιλίες των υποσχέσεων που έστησαν κιόσκια μες

στη μέση της χαράς

Υψώνοντας τις φλόγες των σαν τ' αλαφριά κορμιά της καλοσύνης

Θα ξαφνιάσουμε τις θαρραλέες σφενδόνες του οίστρου μιας ωκεανοπορίας

Χτυπώντας τις παλάμες μας ώσπου ν' ακούσ' η Γη κι ανοίξει όλα τα πέταλα των μυστηρίων της

Κι αύριο είναι πρωί - μα εμείς σήμερα θα προσφέρουμε τις ώρες μας

προσάναμμα στην αποφασισμένη προέλαση

Κι ας παν τα τραύματα της λύπης σ' άλλο μούχρωμα - σ' άλλον λιμναίο καθρέφτη να σωπάσουν

Ας κρυφτούν οι κύκνοι των ευαισθησιών μες στη χλωρίδα μιας ψιθυρισμένης οάσεως

Τα οργώματα της λεβεντιάς είναι για θούρια πρασινάδας λυγισμένης

με άνεμο και λόγο!

 

ΣΥΝΕΧEIA

 

04/06/2003