|
ΜΕΤΩΠΙΚΗ,
ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Σήμερα
στα Προπύλαια η Κεντρική
συγκέντρωση του ΜΕ.ΡΑ
Ένα άρθρο για την Επαναστατική
Αριστερά και τις εκλογές της 7ης
Μαρτίου των ΒΑΣΙΛΗ
ΜΗΝΑΚΑΚΗ και
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ.
Το άρθρο δημοσιεύεται και στο ΠΡΙΝ
που
κυκλοφορεί.
Η μετωπική λογική και φυσιογνωμία
είναι καθοριστικό στοιχείο της
Αριστεράς για την οποία
εργαζόμαστε. Αυτή η πρακτική -
μια έκφραση της οποίας είναι το
ΜΕΡΑ και η συνάντησή του με
δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής
οικολογίας - κινείται εκ
διαμέτρου αντίθετα με το
σεχταρισμό του ΚΚΕ, με την
πρακτική του ΣΥΝ («αγκαλιάσματα»
με το ΠΑΣΟΚ στη ΓΣΕΕ, τις
νομαρχίες ή στο «Κοινωνικό
Φόρουμ», από τη μια, και από την
άλλη δορυφοροποίηση δυνάμεων
της εξωκοινοβουλευτικής
Αριστεράς), με τον
κατακερματισμό ή τις λογικές της
«αυτόκεντρης ανάπτυξης» που
χαρακτηρίζουν αρκετούς
αγωνιστές ή συλλογικότητες της
ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Για μας η μετωπική πρακτική δεν
αποτελεί ευκαιριακή επιλογή
ούτε αμυντική κίνηση για να
ξεπεράσουμε τους «καιρούς της
αδυναμίας». Είναι φυσιογνωμικό
στοιχείο κι επιπλέον στοιχείο
που δίνει επιθετικό χαρακτήρα
στην προσπάθειά μας. Είναι ένα
χαρακτηριστικό που επιχειρεί να
συνθέσει προωθητικά τα καλύτερα
στοιχεία τάσεων που
διαμορφώθηκαν από τις
παλαιότερες κρίσεις και
διασπάσεις του αριστερού
κινήματος με τα πιο πρωτοποριακά
στοιχεία των σύγχρονων
επαναστατικών αναζητήσεων. Να
γονιμοποιήσει με «ελεύθερη
ένωση» τα πιο ριζοσπαστικά
στοιχεία των κοινωνικών αγώνων
με τις πιο δημιουργικές
εργατικές - επαναστατικές
συλλογικότητες. Να διαμορφώσει
τον πολιτικό «τόπο συνάντησης»
των πιο διαφορετικών εμπειριών,
δρόμων και επιπέδων αριστερής
πολιτικοποίησης της ίδιας της
εργατικής τάξης, έναν «τόπο» που
θα έχει προοπτική στο βαθμό που
χρωματίζεται όλο και πιο βαθιά
από την αντικαπιταλιστική -
ανατρεπτική λογική και την
κομμουνιστική προοπτική.
Το ΜΕΡΑ και το ΝΑΡ προσπαθούν να
ανταποκριθούν σ’ αυτή την
απαίτηση προβάλλοντας την
ανάγκη ενός ανεξάρτητου πόλου
της αντικαπιταλιστικής
Αριστεράς και ορισμένων άμεσων
βημάτων ευρύτερης
αντικαπιταλιστικής ενοποίησης
που θα φέρνουν πιο κοντά αυτόν το
στόχο. Το κυριότερο, δεν μένουν
στις διακηρύξεις. Ήδη στα
σχήματα των κοινωνικών χώρων,
στις κινήσεις πόλεων, στην ΕΑΑΚ,
στην Πρωτοβουλία Αγώνα, στα
μέτωπα του πολέμου, της
Ολυμπιάδας και της δημοκρατίας
υλοποιούν μια τέτοια αντίληψη.
Επιπλέον, με τις εκδηλώσεις για
τον πόλο που έγιναν απ' την αρχή
του χρόνου σε μια σειρά πόλεις -
εκδηλώσεις που άφησαν σοβαρές
υποθήκες και για την επαύριο των
εκλογών - δόθηκε και μια πιο
συνολική πολιτική διάσταση σε
αυτή τη λογική. Κατά συνέπεια, η
αναγκαία εκλογική στήριξη του
ΜΕΡΑ αποτελεί πάνω απ’ όλα μια
αμοιβαία δέσμευση στήριξης και
συνδιαμόρφωσης αυτής της
μετωπικής λογικής μετά τις 7
Μάρτη.
Βεβαίως το πολιτικό τοπίο
μετεκλογικά δεν θα απαιτεί μόνο
μετωπικά δείγματα γραφής. Θα
απαιτεί και άλλα θεωρητικά και
ιδεολογικά δείγματα γραφής,
άλλες διαδικασίες διαλόγου και
αναζήτησης, τόσο μέσα στις ίδιες
τις διαδικασίες της κοινωνικής
πάλης όσο και στις πολιτικές
συλλογικότητες της
αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
Γιατί, όπως και να το κάνουμε, είναι
κατάντια για την Αριστερά - το
χώρο που κάποτε ήταν ταυτισμένος
με τις πιο πρωτοπόρες θεωρητικές
αναζητήσεις και με τις πιο
γόνιμες διαδικασίες διαλόγου -
σήμερα να αναμασά με κάποιες
δόσεις «κοινωνικής ευαισθησίας»
τα βασικά ιδεολογήματα του
αστικού κόσμου, να παραμένει
αγκυλωμένη σε ξεπερασμένα
σχήματα και σε δογματικές
αγκυλώσεις, να ευτελίζει τον
ίδιο τον επαναστατικό μαρξισμό,
να μοιάζει με φοβισμένο νάνο
απέναντι στο γίγαντα της αστικής
ιδεολογίας, να μετατρέπει την
ιδεολογία σε θεραπαινίδα των
κάθε φορά πολιτικών επιλογών της.
Η Αριστερά για την οποία αγωνίζεται
το ΝΑΡ και το ΜΕΡΑ καλείται να
υπερβεί αυτό το καθεστώς
θεωρητικής φτώχειας και να
διαμορφώσει ένα σύγχρονο ρεύμα
επαναστατικού διαφωτισμού. Να
καταθέσει στους εργαζόμενους τη
δική της άποψη - αναπτύσσοντας
δημιουργικά τον επαναστατικό
μαρξισμό - για το σύγχρονο
καπιταλισμό, για τα νέα ηθικά,
φιλοσοφικά και οντολογικά
ερωτήματα που προκύπτουν από την
ανάπτυξη της επιστήμης και της
τεχνολογίας, για το σύγχρονο
εργατικό και επαναστατικό
υποκείμενο, για τη σχέση
κινήματος και πολιτικής, για την
ιστορία του εργατικού και
αριστερού κινήματος, για την
κομμουνιστική προοπτική και το
πρόγραμμά της.
Κι όλα αυτά όχι ως αλήθειες κάποιας
αυθεντίας, αλλά ως ιδέες και
απόψεις που διαμορφώνονται και
αποκρυσταλλώνονται συλλογικά,
γίνονται αντικείμενο διαλόγου
και συζήτησης, δοκιμάζονται στην
αντιπαράθεση με την αστική
ιδεολογία και δίνουν δείγματα
γραφής ως ιδέες ικανές να
εμπνεύσουν τις εργατικές μάζες
στους αγώνες για τα δικαιώματά
τους.
ΝΤΥΘΗΚΑΝ ΟΛΟΙ... ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΟΙ
Η ρεφορμιστική Αριστερά ψαρεύει
στα θολά
H προεκλογική περίοδος δεν είναι και
η πλέον κατάλληλη για να βγάλει
κανείς συμπεράσματα για την
πολιτική της οποιασδήποτε
δύναμης, καθώς κυριαρχεί το
διακηρυκτικό στοιχείο, χωρίς
οποιαδήποτε κριτήριο
επαλήθευσης. Ο καθένας λέει και
υπόσχεται ό,τι θέλει και κατά
κανόνα φροντίζει να είναι ο
πολιτικός του λόγος πιο αρεστός.
Γι’ αυτό, η Αριστερά οφείλει να
θέτει ταυτόχρονα ουσιαστικότερα
κριτήρια στον κόσμο, τόσο για την
εκτίμηση της πολιτικής των
καθεστωτικών διαχειριστικών
δυνάμεων, όσο και της ίδιας.
Δεν υπάρχει δύναμη της Αριστεράς,
διαχειριστικής ή επαναστατικής,
που να μη φροντίζει να
νομιμοποιήσει τις πολιτικές της
επιλογές και να αντλήσει δύναμη
υποστήριξης από τις ζωντανές
δυνάμεις των κινημάτων. Όλοι
νοιώθουν, πως αν δεν πάρουν κάτι
από την αύρα των σημερινών
εργατικών και νεολαιίστικων
ξεσπασμάτων, θα μετρούν την ψήφο
των πολιτικών τους γραφείων και
τίποτα περισσότερο.
Πέρα όμως από τις επιδιώξεις και τις
ανάγκες τακτικής των πολιτικών
δυνάμεων, υπάρχουν και οι
πραγματικές διαθέσεις και
προσδοκίες του κόσμου που
συμμετέχει στα κινήματα και
στους αγώνες. Είναι γεγονός
αδιαμφισβήτητο, ότι αυτός ο «λαός»
της μαχόμενης κοινωνικής
κινηματικής Αριστεράς, που
συνήθως είναι και ο ίδιος κόσμος
που έχει ιδεολογικές και
πολιτικές αναζητήσεις για την
κρίση του αριστερού κινήματος
και το μέλλον της
απελευθερωτικής πρότασης, δεν
βρίσκει σήμερα εύκολα τη
δυνατότητα να εκφραστεί
πολιτικά, να δηλώσει όχι απλά
παρών, αλλά και πρωταγωνιστής
στο στίβο της πολιτικής και
ιδεολογικής διαπάλης. Τα «καπέλα»
των κομμάτων της
κοινοβουλευτικής Αριστεράς, η
ανυποληψία στην τακτική και
στρατηγική τους, η έλλειψη μιας
σε βάθος πολιτικής συζήτησης, η
έλλειψη σεβασμού στις
διαφορετικές προσεγγίσεις, η
θεωρία ότι «μεγαλύτερος εχθρός
μου είναι η κοντινότερη αριστερή
δύναμη», λειτουργούν απωθητικά.
Ασφαλώς, μαζί με όλα αυτά τα
προβλήματα, υπάρχει η αδυναμία
του πραγματικού εκσυγχρονισμού
του προγραμματικού αριστερού
λόγου, η επαναθεμελίωση του
επαναστατικού προτάγματος με
όρους της σημερινής ιστορικής
εποχής, χωρίς ανακύκλωση άψυχων
σχημάτων του παρελθόντος ή
γονυκλισίες στην «αγορά και τον
ανταγωνισμό». Αυτό είναι που
δυναμιτίζει και τις δυνατότητες
ενός νικηφόρου εργατικού
αριστερού μετώπου, το οποίο
επίσης προσδοκά ο κόσμος της
Αριστεράς και των αγώνων.
Η επαναστατική Αριστερά έχει
ασφαλώς και αυτή τις ευθύνες της
σε αυτά τα προβλήματα.
Αναγνωρίζει αυτές τις ευθύνες,
μάχεται με ειλικρίνεια σε μια
διαφορετική προοπτική. Αναζητά
τους δρόμους πολιτικής
συμμετοχής και έκφρασης των
ζωντανών δυνάμεων των κινημάτων
και της αναζήτησης. Και ξέρουμε
ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά
μας.
Στον πολιτικό λόγο του ΚΚΕ, το κίνημα
καλείται να κατανοήσει πως «το
ΚΚΕ είναι το όπλο του». Έτσι στην
καθημερινή πολιτική προσπάθεια
αυτού του φορέα, οι αγώνες των
εργαζόμενων δεν είναι τίποτα
άλλο παρά το μέσο για να
κατανοήσουν οι εργαζόμενοι ότι
ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και βεβαίως ο ΣΥΝ και οι
...«αριστεριστές» είναι
υπεύθυνοι για τα προβλήματα ή
συγκαλύπτουν τις αιτίες τους,
ενώ ο δρόμος για την επίλυσή τους
περνάει μέσα από την εκλογική
ενίσχυση του ΚΚΕ. Δηλαδή, το
κίνημα χρειάζεται, για να
κατανοηθεί η ανάγκη του
κοινοβουλευτικού αγώνα, η
περιβόητη αλλαγή των «πολιτικών
συσχετισμών», εννοούμενη με
κοινοβουλευτικούς όρους. Δεν
είναι καθόλου τυχαίο πως αν ένας
αγώνας δεν ελέγχεται από το ΚΚΕ,
δεν έχει και την υποστήριξή του!
Ο ΣΥΝ και οι συνεργαζόμενες μαζί του
δυνάμεις, δεν υπολείπονται
καθόλου του ΚΚΕ στην προσπάθεια
χυδαίας (όσο και λαθραίας)
εκμετάλλευσης του κινήματος, σε
μια κατεύθυνση στήριξης όχι απλά
της κοινοβουλευτικής λογικής,
αλλά και της ίδιας
κοινοβουλευτικής επιβίωσης με
κάθε μέσο. Ποιος δεν θυμάται ότι
αμέσως μετά τα πρώτα σκιρτήματα
του κινήματος κατά της
καπιταλιστικής
παγκοσμιοποίησης, εμφανίστηκε
το εξαιρετικά πρωτότυπο σύνθημα
«μια άλλη Αθήνα είναι εφικτή»(!),
εννοείται με τον ...Κουβέλη
επικεφαλής. Την περίοδο των
μεγάλων αντιπολεμικών
κινητοποιήσεων, οι αυταπάτες για
τη φιλειρηνική Ευρωπαϊκή Ένωση,
αναζήτησαν τη νομιμοποίησή τους
στους αγώνες με το σύνθημα «μια
άλλη Ευρώπη είναι εφικτή». Και
τώρα βέβαια, λόγω βουλευτικών
εκλογών, υπάρχει η δημιουργική
προσαρμογή που κοσμεί όλα τα
φυλλάδια του ΣΥΝ: «Για μια άλλη
Ελλάδα, σε μια νέα Ευρώπη που
είναι εφικτή»! Το γεγονός, ότι
εκτός από την όμορφη Ευρώπη της
ελληνικής μυθολογίας, υπάρχει
και η Ευρωπαϊκή Ένωση της
αντεργατικής πολιτικής, της
συμμετοχής στους
ιμπεριαλιστικούς πολέμους, των
τρομονόμων και του ρατσισμού,
φυσικά αποσιωπάται.
Στην αντίληψη και την πολιτική
πρακτική της ριζοσπαστικής
επαναστατικής Αριστεράς, η
αναφορά στο κίνημα δεν είναι
μπουζουριέρα για το μάζεμα ψήφων.
Αντίθετα, η κινηματική πολιτική
λογική με κύριο περιεχόμενο την
εργατική πολιτική και ορίζοντα
την αντικαπιταλιστική
επαναστατική τομή και την
κομμουνιστική απελευθέρωση,
αποτελούν συστατικά στοιχεία
της καθημερινής πολιτικής
προσπάθειας. Είμαστε πέρα για
πέρα πεισμένοι, πως η
απελευθέρωση και χειραφέτηση
των εργαζόμενων ή θα είναι έργο
των ίδιων ή δεν θα υπάρξει. Και ο
δρόμος αυτός είναι ο
βασανιστικός δρόμος της ταξικής
πάλης, με πυρήνα τα βασικά
εργασιακά, κοινωνικά και
δημοκρατικά δικαιώματα της
εργαζόμενης πλειοψηφίας. Ο δικός
μας «σεχταρισμός» έγκειται στην
επιμονή μας να αναδείξουμε την
καθοριστικότητα της εργασίας,
της εργατικής πολιτικής και του
κοινωνικού ζητήματος γενικότερα.
Αυτή είναι η πρώτιστη «πολιτική
στροφή» που προτείνουμε. Ο ΣΥΝ
κοιμάται και ξυπνάει με το
όνειρο του αντι-νεοφιλελεύθερου
μετώπου και τρελαίνεται με τα
πειράματα της «πληθυντικής
Αριστεράς» στη Γαλλία. Το ΚΚΕ
εμφανίζει διαρκώς νέα σχήματα
για να κάνει το περίφημο μέτωπο
των εργατών με τους
μικρομεσαίους και τους
εθνικιστές, ενάντια στο «μεγάλο
ξένο κεφάλαιο και τους
ιμπεριαλιστές» γενικά. Εμείς
αγωνιούμε και παλεύουμε για την
ενότητα των εργατών στη βάση
ενός νέου εργατικού πολιτικού
σχεδίου, που θα στηρίζεται σε ένα
ανεξάρτητο εργατικό κίνημα και
νέους χειραφετητικούς
μαχητικούς αγώνες για τα βασικά
δικαιώματα, που θα είναι στα
χέρια των ίδιων των εργαζομένων.
Αυτά είναι επί της αρχής, θα έλεγε
κανείς. Ωστόσο υπάρχει και η
εμπειρία και τα δείγματα γραφής
όλων μας. Για ποιους αγώνες και
κινήματα μπορεί να μιλήσει ο ΣΥΝ,
όταν όλα τα χρόνια είναι
στυλοβάτης της γραφειοκρατίας
της ΓΣΕΕ, της εργασιακής ειρήνης
και των συμβάσεων εργασιακής
υποταγής, που υπογράφει μαζί με
την ΠΑΣΚΕ; Ποιό κίνημα θα
στηρίξουν οι παραπάνω ψήφοι του
ΚΚΕ, όταν το Συνδικάτο Οικοδόμων
της Αθήνας των δεκάδων χιλιάδων
μελών και των εκατοντάδων
αντιπροσώπων στο ΕΚΑ, ανέχτηκε
τα κάτεργα των μεγάλων
ολυμπιακών τεχνικών έργων με τα
δεκάδες ατυχήματα και τις
βάρβαρες εργασιακές σχέσεις και
θυμήθηκε συμβολικές κινήσεις
στο υπουργείο Εργασίας, μόνο ένα
μήνα πριν τις εκλογές και αφού
προηγήθηκαν αυθόρμητες
αντιδράσεις των εργατών από τα
κάτω και χωρίς τον έλεγχο του;
Μήπως και οι δύο οφείλουν να μας
απαντήσουν, αν νοιώθουν κάπου να
ευθύνονται για το κύριο ζήτημα
που είναι η ανυπαρξία μαζικών
και νικηφόρων αγώνων, ιδιαίτερα
στον ιδιωτικό τομέα και την
βιομηχανία, όπου ο κόσμος
νοιώθει έρμαιο του εργοδοτικού
δεσποτισμού; Θα ήταν πιο χρήσιμο,
από το να πλιατσικολογούν στις
πλάτες του κινήματος κατά της
καπιταλιστικής
παγκοσμιοποίησης και των
ιμπεριαλιστικών πολέμων, όπου
υπήρξαν ως η δεξιά του πτέρυγα
και στο θέμα του περιεχομένου
και της μορφής των
κινητοποιήσεων.
|