Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

        Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΥΣΤΕΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

 

Αρχείο

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

 


 

 

Έναρξη Μάιος 2002

 

 

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΟ

 

Γράφουν οι : Πάμπλο Πικασσό, Ορέστης Κανέλλης, Οδυσσέας Ελύτης, ένα άρθρο από τη Νέα Εποχή, ο Prerre Joly, οι ποιητές Πωλ Ελυάρ, ο Απολλιναίρ, ο καθηγητής J. D. Bernal, o Ray Bradbury, οι ζωγράφοι: Αλέκος Κοντόπουλος, Γιάννης Χαϊνης, ο Ζωρζ Σαντούλ, (Ένα χρονολογικό διάγραμμα του Πικασσό παρουσιάζει ο Κώστας Κουλουφάκος) και τέλος πολλές φωτογραφίες από πίνακες του Picasso.

 

Ένα εκπληκτικό Αφιέρωμα του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

Η σημασία της “αντιστοιχίας” στο έργο του Picasso

 

Γράφει ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΗΧΟΣ

 

Οι αντιδράσεις που δοκιμάζει ένας ζωγράφος απέναντι στην πραγματικότητα, εκδηλώνεται συνήθως με μερικές ενστικτώδεις κινήσεις, που μια προσεκτική μελέτη του έργου του επιτρέπει να τις ξεχωρίσει κανείς και να τις αναγάγει σε αληθινό «σύστημα». Το σύστημα αυτό αντιπροσωπεύει βέβαια τη στάση του καλλιτέχνη, δηλαδή τους προσωπικούς τρόπους που ακολουθεί για ν’ αναδείξει τις πλαστικές αξίες μέσα στη ζωγραφική του, όπως αυτός τις αντιλαμβάνεται. Με την μετατόπισή του όμως σε μιαν άλλη κλίμακα, την κλίμακα των «ανθρωπίνων αξιών», μας προμηθεύει μια πλούσια σειρά από «αντιστοιχίες» που αποβαίνουν εξαιρετικά σημαντικές για την ευρύτερη κατανόηση του έργου του.

Στο ύπαιθρο ή στο εργαστήρι του είναι ο άνθρωπος πια που μας ενδιαφέρει, ο αντιμέτωπος με τη μοίρα του, που ζει το δράμα του απέναντι στον άλυτο, στον «γόρδιο δεσμό», που αποτελεί γι’ αυτόν η πραγματικότητα. Ένα δράμα που το εκφράζει με τα χέρια του, με τις βουβές χειρονομίες του, που φτάνουν από το θρίαμβο ως την απελπισία. Έτσι, πίσω από τους πίνακες διακρίνουμε κάθε φορά την παντομίμα που οδήγησε ως το συγκεκριμένο τους αποτέλεσμα. Βλέπουμε άλλον, να παίρνει ένα κομμάτι έτοιμο από τη φύση και να οχυρώνεται πίσω του. Αλλον, να προτάσσει τους καθαρούς τόνους που επέτυχε ν’ ανασύρει από ένα αντικείμενο, μολονότι το αντικείμενο αυτό κατά βάθος εξακολουθεί να του διαφεύγει. Βλέπουμε πολλούς, να στρέφονται με μανία εναντίον του εαυτού τους, και να παίρνουν ύφος ηρωικό ενώ στα χέρια τους κρατούν, τις περισσότερες φορές, ένα πενιχρότατο λάφυρο. Βλέπουμε τέλος άλλους – και είναι οι περισσότεροι αυτοί – να καραδοκούν υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή που θα τους επιτρέψει να επιχειρήσουν, με άκρα προσοχή στα δάχτυλα, να λύσουν τον περίφημο «γόρδιο δεσμό» που τους βασανίζει.

Μέσα στο θίασο που συγκροτούν χωρίς να το υποψιάζονται όλοι αυτοί οι υποθετικοί ηθοποιοί, ξαφνικά, ο Πικασσό, προβάλλει αγέρωχος σαν ένας άλλος Μέγας Αλέξανδρος. Το πινέλο στο δεξί χέρι του, είναι το σπαθί που χτυπάει αλύπητα δεξιά κι αριστερά μέσα στην πραγματικότητα και του ανοίγει το δρόμο να προχωρήσει. Επειδή ξέρει καλά ότι το ουσιώδες είναι αυτό: πρέπει να προχωρήσει. Με κάθε τρόπο, με κάθε θυσία, εξόν από την υποταγή, το συμβιβασμό, τη δουλικότητα. Αν ένα μυστικό του παρουσιάζει αντίσταση, αν δεν του παραδίδεται, παρευθύς οπλίζεται με κάποιο άλλο και του αντεπιτίθεται. Αν ένα εμπόδιο του μοιάζει αξεπέραστο, δε χάνει καιρό αλλά γρήγορα μετατρέπει τα πάντα γύρω του ώστε να πάψει αυτό πια να φαντάζει για εμπόδιο. Αναπτύσσει έτσι μια ταχύτητα, που όχι μόνο δεν τον ζημιώνει αλλ’ απεναντίας γίνεται από πολύ νωρίς η φυσική του κατάσταση. Χάρη σ’ αυτήν αισθάνεται ότι μπορεί να κινητοποιήσει όλες τις δημιουργικές του ικανότητες, να επιχειρήσει εκείνες τις καταπληκτικές «δεξιοτεχνίες τιμονιού» που του επιτρέπουν να καθηλώσει απόψεις της πραγματικότητας που μας ήτανε ως τότε ολότελα άγνωστες. Είναι μια ταχύτητα που εξαναγκάζει τις κινήσεις του να συντελεσθούν στα όρια ενός χρόνου ελαχίστου, όσος είναι ακριβώς ο χρόνος που απαιτούν, το μάτι και η καρδιά μαζί, για να υπερβούν τον ψυχρό υπολογισμό και να οδηγηθούν στην αποκάλυψη των ποιητικών συσχετισμών που διέπουν τον κόσμο.

Έτσι ο Πικασσό φτάνει, θα έλεγε κανένας, στο σημείο ν’ αποθαρρύνει τη βαθύτερη αντίσταση που κρύβουν μέσα τους τα πράγματα. Ωσάν π.χ. ένα αντικείμενο, εξοικειωμένο με τους τρόπους που ως τότε συνήθιζαν να το πλησιάζουν, να λάβαινε όλα τα μέτρα του για ν’ αμυνθεί και να μην παραδώσει παρά ένα μικρό μονάχα μέρος του εαυτού του. Και ξαφνικά, χτυπημένο από παντού, περικυκλωμένο, πολιορκημένο, μη βρίσκοντας άλλη σωτηρία, να τόπαιρνε απόφαση και να συνθηκολογούσε. Τι περίεργο μα την αλήθεια! Έπρεπε να βρεθεί το πιο ανυπότακτο παιδί του αιώνα μας για να εξαναγκάσει τη συγκεκριμένη πραγματικότητα να του δηλώσει υποταγή και μάλιστα άνευ όρων. Στα μέτρα του εξαναγκασμού αυτού, ο Πικασσό μας προσφέρει μια καινούργια αίσθηση του πραγματικού. Και γίνεται ο πρώτος αληθινός ρεαλιστής των Νέων Καιρών.

Ας δοκιμάσουμε τώρα ν’ ακολουθήσουμε τις γραμμές του τις γεμάτες από σιγουριά και τόλμη, να ζήσουμε για λογαριασμό δικό μας την ανακατάταξη των μορφών που επιχειρεί, την καινοτόμο σύνθεση απ’ όπου κάθε μιμητισμός έχει εξοβελιστεί και όπου ωστόσο οι παρομοιώσεις του κόσμου ξεσπούν σε όλο τους το μεγαλείο. Είναι φανερό ότι μια ορισμένη ανθρώπινη στάση μας επιβάλλεται. Και πραγματικά: ο ζωγράφος που ξέρει με τέτοιο τρόπο να εκδηλώνεται και να δρα, δεν είναι σ’ ένα άλλο επίπεδο, θα λέγαμε ο άνθρωπος που αποκρούει την έννοια της ελεημοσύνης και που – όχι μόνον αυτό αλλά – κατακυρώνει την υπερηφάνεια της ανθρώπινης μοίρας, αφού παίρνει αυτό που είναι δικαίωμά του να πάρει; Δεν είναι ο κατ’ εξοχήν γενναιόδωρος που με κανένα τρόπο δεν εννοεί να τοκίζει τα κεφάλαιά του; Στη χώρα που κατοικεί άλλωστε από καιρό η δημιουργική πράξη έχει αντικαταστήσει το χρυσάφι. Οι δυνάμεις του είναι ένας θησαυρός που βιάζεται να μας τον μοιράσει, επειδή απεχθάνεται την άκαρπη αποταμίευση κι επειδή δεν του αρέσει να τον παρακολουθούν και να τον παραχαϊδεύουν. Από την άλλη μεριά, όταν δείχνει ότι ξέρει, σαν άνθρωπος που σχεδιάζει, ν’ απομακρύνεται από την ευθεία για να την επιτύχει έτσι καλύτερα, δεν είναι αλήθεια ότι ενεργεί ακριβώς όπως ο ερωτευμένος στον συναισθηματικό τομέα, που ακολουθεί έναν αντίθετο από τη λογική δρόμο, νοιώθοντας ότι αυτός είναι ο μόνος ενδεδειγμένος να τον οδηγήσει στην κατάκτηση της ποθητής γυναίκας; Και όταν βεβαιώνει – όπως το βεβαιώνει με το σύνολο του έργου του – ότι το πιο ευνοϊκό πεδίο για την ανάπτυξη της φαντασίας δεν βρίσκεται καθόλου στους ουρανούς αλλ’ απεναντίας μέσα στα πιο ταπεινά πράγματα που μας περιτριγυρίζουν, είναι παράλογο να λέμε ότι απλούστατα μας διδάσκει την εμπιστοσύνη προς τη ζωή και προς τις άπειρες συνδυαστικές της δυνατότητες;

Όπως οι αυστηρές γραμμές ενός γυμνού βουνού και μόνο το γεγονός ότι μας υποβάλλουν τις ιδέες της λιτότητας και της καθαρότητας, μας υπαγορεύουν και πράξεις αντίστοιχες στο ηθικό επίπεδο, έτσι και οι απροσδόκητα ευφάνταστες γραμμές του Πικασσό, καθώς τις βλέπουμε να ξεδιπλώνονται μες από την εκπληκτική τροχιά του έργου του, μας επιτάσσουν την περιπέτεια, μας προτρέπουν να ξανοιχτούμε προς τη μαγική ανακάλυψη του κόσμου. Κάτι περισσότερο: αποτελούν μιαν υπόδειξη σαφή προς όλους εμάς, ότι οφείλουμε σαν καλλιτέχνες, ν’ απελευθερώσουμε σε κάθε στιγμή το ποιητικό «δυναμικό» των πραγμάτων, έξω και πέραν από κάθε προκατάληψη.

Κάλλιστα λοιπόν μπορεί να υποστηρίξει κανείς, αντίθετα προς όσα κατά κόρον έχουν λεχθεί τα τελευταία χρόνια, ότι πρώτο και κύριο μέλημα του Πικασσό δεν είναι καθόλου να «δώσει» το πνεύμα παρακμής της εποχής του. Με την εποχή του βέβαια θέλησε να ζήσει και έζησε άρρηκτα δεμένος. Ποτέ όμως για να μεταφέρει στη γλώσσα της πλαστικής τα συνθήματα που αποτέλεσαν και αποτελούν ακόμη, κατά κάποιο τρόπο, το κρυφό καμάρι της. Η καταφυγή στη δημαγωγία του πόνου, η λατρεία του αρρωστημένου, η επιδειξιομανία του άγχους, από το ένα μέρος, και από το άλλο, η πανάκεια των λογής μυστικισμών και οι φιλοσοφίες της δεκάρας, ανήκουν σ’ ένα πνεύμα εκ διαμέτρου αντίθετο με το πνεύμα που υποβάλλουν ο υγιής και γήινος δυναμισμός του σχεδίου του, ο μορφολογικός πρωτεϊσμός των ποικίλων ζωγραφικών περιόδων του, η περιπαθής αναστροφή του με τη γοητεία της ύλης και των ζωντανών πλασμάτων. Πολύ περισσότερο, όταν μελετούμε τις πρόσφατες εμπνεύσεις του τείνουμε να πιστέψουμε ότι ο Πικασσό συνειδητά του επιζητεί ν’ αντισταθεί στη σύγχυση των συγκαιρινών του, ν’ αντιτάξει στη διάλυση κάτι σταθερό, ένα είδος υγείας φυσικής και ηθικής, που η προσήλωσή του στην αλήθεια και μόνο στάθηκε ικανή να του προσπορίσει. Αυτή άλλωστε αποτελεί κατά τα φαινόμενα και την έσχατη σοφία που αξιώθηκε να καρπωθεί στο τέρμα μιας μακράς και έντιμης σταδιοδρομίας.

Δεν επεδίωξε ποτέ του να συναντηθεί με την Ελλάδα, η Ελλάδα όμως βρήκε τον τρόπο να σταθεί στο δρόμο του. Από την ημέρα εκείνη ο ήλιος του Vallauris  και η θάλασσα του Golfe Juan κηδεμονεύουν τα βήματά του. Μας μιλά για τη γυναίκα που αγαπά και για τα δύο μικρά του παιδιά και μας μιλά για ολόκληρο το Σύμπαν. Ορθός και ηλιοκαμένος, ιδού, τον βλέπουμε σήμερα να προχωρεί ανάμεσα στα δύο αρχέτυπα που εκφράζουν ευγλωτότερα το μήνυμά του: την Κυοφορούσα Γυναίκα και την πασίγνωστη Αίγα της Μεσημβρίας.

Μέσα στη σκοτεινή δροσιά των εργαστηρίων του Vallauris έχει κανείς την παράξενη αίσθηση ότι φυσά ο ίδιος εκείνος γνώριμος αέρας που συχνά, στην Μεσόγειο, κάτω από έναν θηριώδη μεσημεριάτικο ήλιο, ξεσηκώνει τα κύματα και ξεβράζει στους έρημους γιαλούς λογιώ – λογιώ μικροαντικείμενα: ένα παλιό τρύπιο καλάθι, ένα άδειο κουτί από κονσέρβα, δύο – τρία ξερόκλαδα, κάμποσα κομματάκια από σπασμένα γυαλιά ή κανάτια πήλινα. Δε μου φάνηκε καθόλου παράξενο που τα ξανασυναντούσα, αυτά τα ευρήματα μιας αμέριμνης στιγμής, ενσωματωμένα σοφά και στέρεα μέσα στα έργα που μόλις είχαν βγει από τα χέρια του γλύπτη Πικασσό. Μία τέτοια χειρονομία, που σ’ έναν άλλο θα μπορούσε να μοιάζει με απλό παιχνίδι, εδώ πέρα αποκτούσε όλη τη μυστηριακή σοβαρότητα μιας πράξης τελετουργικής, υπαγορευμένης θα έλεγες από μιαν άγνωστη θρησκεία. Κι ήταν αλήθεια μια θρησκεία που την αναγνώριζα κι εγώ, που μου φαινόταν οικεία, σα νάμουν, χωρίς ποτέ να το ξεκαθαρίσω μέσα μου, απ’ ανέκαθεν ο πιστός και ο ιερέας της. Ίσως γι’ αυτό άλλωστε και νάνοιωσα ένα είδος παράπονου κάτι σαν ζήλια που τα μεγάλα αυτά σύμβολα της Μεσημβρίας, τα αρχέτυπα που κατέβαιναν θαρρούσες από τα βάθη καιρών αμνημόνευτων, δεν είχαν πραγματοποιηθεί κι αυτά σ’ ένα από τα μυθικά νησιά του Αιγαίου, όπου τα δάχτυλα του ανθρώπου με την αφελή εκείνη αδεξιότητα που δε λαθεύει ποτέ, τολμήσανε κάποτε να πρωτοπλάσσουνε την άμορφη ύλη. Αλλά προς τι; Το δίδαγμα ήτανε το ίδιο: να μιλάς γι’ αυτά που αγαπάς, γι’ αυτά μονάχα, με τα ελάχιστα μέσα που διαθέτεις, αλλ’ από την ευθεία οδό, την οδό της Ποίησης.

Ενστικτο ποιητικό, ένστικτο βαθύτατα δημιουργικό, αυτό που βάζει τους απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, να στήνουν με ταπεινή χαρά τα σπιτικά και τα καράβια τους. Ιδού λοιπόν ότι και αυτός ο μεγάλος άνθρωπος του λαού στήνει τα έργα του και τα θέλει χρήσιμα, όπως ακριβώς τα καράβια και όπως ακριβώς τα σπίτια. Γιατί ναι, μπορείς να τα κατοικήσεις αυτά τα έργα, μπορείς να ζεσταθείς στην ανθρώπινη θέρμη τους ή να ταξιδέψεις στην πλώρη τους που βυθίζεται με σιγουριά στο μέλλον. Και μόνο να τα’ ατενίζεις, αισθάνεσαι σιγά – σιγά, να διαμορφώνεται κάπου αλλού ένας χώρος ιδανικός, ευλογημένος από το πνεύμα της γονιμότητας, όπου η Θεά Αίγα ορθή βασιλεύει ανάμεσα στα τραχειά βράχια, στα θάμνα και στις θάλασσες. Κόσμος υπέρτατης απλότητας, όπου τη νύχτα οι κουκουβάγιες στηλώνουν τα μάτια τους ορθάνοιχτα και όπου την ημέρα, οι με χίλιους τρόπους ιστορημένες μορφές σε ξαναοδηγούν, άθελά σου, από την πολλαπλότητα του κόσμου στη μια του και μόνη ουσία. Είτε Vallauris λοιπόν τον ονομάσουμε αυτόν τον χώρο είτε «ανθρώπινη περηφάνια», τον βλέπουμε να υπάρχει εκεί, δοσμένος μια για πάντα, σαν ένα είδος «επικράτειας της ψυχής» όπου η δουλοφροσύνη δεν έχει καμιά θέση, όπου το διπλό παιχνίδι αποβαίνει αδύνατο και η έχτρα κάτι το αδιανόητο. Είναι ο χώρος που όπως είπαμε στην αρχή, αντιστοιχεί στο σύνολο από τις κινήσεις που χαρακτηριστικά κινητοποιεί ο Πικασσό για ν’ ατενίσει κατά πρόσωπο την εποχή του. Αλλά είναι συνάμα – και αυτό έχει σημασία – το ύστατο σημείο όπου το φως του ήλιου και το αίμα του ανθρώπου δεν αποτελούν παρά ένα και το ίδιο πράγμα.

 

St. Jean Cap Ferrat, 1951

 

{Ελεύθερη απόδοση από το γαλλικό πρωτότυπο που δημοσιεύτηκε μαζί μ’ ένα κείμενο του D. H. Kahnweiler, στην πρώτη παρουσίαση των μεσογειακών έργων του Πικασσό. (Αντίπολις 1949 – 1951) από το Παρισινό περιοδικό “Verve”, vol. VII. No 25-26}

 

Πικάσο, Γκουέρνικα, 1937

 

Ακολουθεί ένα ποίημα του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ αφιερωμένο στον ΠΙΚΑΣΣΟ με τον τίτλο: Ωδή στον Picasso.

 

Ωδή στον Picasso

 

                                        A

Όπως όταν

βάζουν φωτιά σ’ ένα φυτίλι τρίχινο

Τρέχοντας ύστερα μακριά οι άνθρωποι των λατομείων

Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελοί

Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές τα ψάθινα

καπέλα τους –

Όπως όταν

ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει μέσα στα σκοτεινά

Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της

Οι παπαρούνες μες στη λάμψη της χειροβομβίδας

Και τα πέτρινα χέρια μες στις ερημιές που ασάλευτα και τρομερά

δείχνουν κατά την ίδια θέση πάντα Φωνάζουν:

Σημαίνουν:

Η ζωή δεν είναι ερημητήριο

Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή

Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά ή κυλιέται

χαμηλά και ψιθυρίζει λόγια αγάπης

Λόγια που ότι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέμματα

Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν “πυρ αιθόμενον”

Γιατί δεν έχει δυό στοιχεία ο κόσμος – δε μοιράζεται

Παύλε Πικασσό – κι η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο του ανθρώπου

Μοιάζουν Juego de luna y arena – σμίγουν εκεί που ο ύπνος

Αφήνει να μιλούν τα σώματα – εκεί που ζωγραφίζεις

Το Θάνατο ή τον Έρωτα

Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους κάτω απ’ τα τρομερά ρουθούνια του Βοριά

Γιατί έτσι μόνο υπάρχεις.

 

Αλήθεια Πικασσό Παύλε υπάρχεις

Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε

Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας – αλλά συ γελάς

Μαύρα τείχη γύρω μας – αλλά συ με μιας

Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα

Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρόξανθη κραυγή

Που μ’ έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί τα’ αέρια, τα υγρά,

και τα στερεά του κόσμου ετούτου

Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο

Ετσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλον

Να μην υπάρχει εχτρός

Πλάι – πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λεοντάρι

Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι

Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά της

Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά μας…

 

                                        Β’

 

Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα – κ’ η άχνα του ζεστού ψωμιού έτσι ανεβαίνει.

Αλλά το τρίξιμο της αψηλής οξιάς

Στα βουνά που ο Κεραυνός σεβάστηκε – Αλλά και

Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντήλια κόκκινα

Πρωτομαγιά –

Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο

Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ λαιμό τους

οι αίγαγροι των βράχων

Αγερομπασιά –

Τα πλατειά μαλλιαρά στήθη σου σα θειαφισμένο αμπέλι

Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό

Πάει κι έρχεται στ’ άσπρα χαρτιά, στο φως και στο σκοτάδι

Πάει κι έρχεται βουίζοντας και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα

Οχι μόνο απ’ αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές το μέγα Σάββατο

στα ράφια τους

Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων

Ολο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους

Αλλά κι απ’ τ’ άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει

ένα βαθύ μεράκι

Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών

Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων

Μέσα στ’ αυγά της χελώνας

Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη νοτιά

Ή ακόμη μες στα δάση των Ηπείρων τ’ απέραντα

- Πέφτοντας η νύχτα –

Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ’ τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί

Το «αλληλούϊα» με τις φυσαρμόνικες…

 

Τ’ είναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται – τ’ είναι αυτό που αντέχει

Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα, στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων

Στο λειψό φεγγάρι, στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο – τ’ είναι

αυτό που δε λέγεται

Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται

Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο

Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά η μαγνητική βελόνα

Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια

Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης

Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας

Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας

Πικασσό: Παλόμα

Πικασσό: Ιπποκένταυρε

Πικασσό: Guernica

 

                                            Γ’

 

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη – και τον γόρδιο

κόβει δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά

Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος, μόνο να το σκέφτεσαι

Τα στάχυα  όταν οσφραίνονται τον ουρανό

Είναι η κοπέλα που κοιτάει μέσα στα μάτια πάλι τον αγαπημένο της

Είναι η γλυκιά κοπέλα που λέει “σ’ αγαπώ”

Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες

Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονά τους

Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα

Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια που στριφογυρίζουν

τόνα μάτι τους

Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους

ΚΙΝΔΥΝΟΣ

ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ

Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει – κι η γυναίκα

με τη γιγαντιαία πατούσα

Στον αέρα – τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της

Έτη μετά Χριστόν πικρά

Παρά λίγη καρδιά θάταν ο κόσμος άλλος

Θάτανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά

Όμως να – ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος και στα

πόδια του πάλι δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά

 

Την ώρα που εσύ θηρίο

Εσύ Παύλε Πικασσό

Πικασσό Παύλε που μες στ’ αμάραντα μάτια σου

Χώρεσες όσα δε μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ’ εκατομμύρια

Στρέμματα φυτεμένης γης

Δουλεύεις το πινέλο σου σα να τραγουδάς

Σα να χαϊδεύεις λύκους ή σα να καταπίνεις πυρκαγιές

Σα να πλαγιάζεις νύχτα – μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή

Σα να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού

Ενώ εσύ θυελοχαϊδεμένε

Πικασσό Παύλε αρπάζεις τον Θάνατο από τους

καρπούς των χεριών

Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο

Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι

Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις

Λουλούδια, ζώα, φιλιά, ευωδιές, κοπριές, κοτρώνια και διαμάντια

Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια

η κίνηση της γης που μας έφερε και που θα μας πάρει

Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα

Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου

Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν

και που θα περάσουν!

 

Golfe Juan 1948

 

Συνεχίζεται με το άρθρο του καθηγητή J. D. BERNAL, Σε τούτον τον τρομερό αιώνα ο Picasso μας μαθαίνει να βλέπουμε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

10/06/2004