"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Ναρκωτικά S.O.S

Αρχείο

 


Κεντρική Σελίδα

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ρόλος των ουσιών εξάρτησης σαν κοινωνικό φαινόμενο
Oρισμένα ιδεολογικά ζητήματα

Του Ηλία Μιχαλαρέα

Ναρκωτικά. Μια λέξη που η σημασία της συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Μια λέξη που παραπέμπει σε μια σειρά γεγονότων και καταστάσεων που είναι ταυτόχρονα αίτια και αποτελέσματα μιας γενικευμένης κοινωνικο-οικονομικής κρίσης.

Η λέξη ναρκωτικά από μόνη της δε λέει τίποτα. Είναι η ιστορικο-κοινωνική διάσταση του περιεχομένου της (τόσο σε επίπεδο χημικής σύνθεσης της οποιασδήποτε ουσίας, όσο και στο επίπεδο του ρόλου που αυτή παίζει σε μια δοσμένη κοινωνικο-ιστορική στιγμή, αλλά και σε επίπεδο αντανάκλασης αυτού του ρόλου στην ανθρώπινη συνείδηση) που έχει σημασία και πραγματική υπόσταση κοινωνικού φαινομένου.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια οι όροι που συνδέονται με το πρόβλημα των ναρκωτικών μπορούν να πάρουν χαρακτήρα ανατροπής, αλλά να πάρουν επίσης και χαρακτήρα αναπαραγωγής των αιτιών που το γεννούν. Πολλές φορές συνειδητά ή ασυνείδητα ζητήματα όπως αυτό της πρόληψης, θεραπείας και κοινωνικής επανένταξης ή αυτά που αφορούν το διαχωρισμό σκληρών και μαλακών ναρκωτικών, την καταστολή και τη νομιμοποίηση, ζητήματα ακόμα που αφορούν τη σχέση ατόμου και κοινωνίας, τις έννοιες της ελευθερίας, της αυτονομίας, της ηθικής κλπ., αντιμετωπίζονται μεταφυσικά και μοιραία - αρκετές φορές - ταυτίζουν τις λύσεις του προβλήματος με τα αίτιά του. Η διέξοδος που προτείνεται στο αδιέξοδο της τοξικομανίας δεν είναι παρά η αναπαραγωγή, σε τελευταία ανάλυση, των όρων που τη δημιούργησαν. Δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση μια κοινωνία που έχει ανάγκη από ναρκομανείς χωρίς ναρκωτικά και στη χειρότερη μια κοινωνία που έχει αναγάγει σε αξία την ανάγκη ναρκωτικών. Η αντίφαση είναι απόλυτη.

Η εξάρτηση σαν κοινωνικό φαινόμενο είναι αποτέλεσμα των ατομικιστικών αξιών των καπιταλιστικών κοινωνιών. Τα ναρκωτικά σαν προϊόντα κατανάλωσης διέπονται από τους νόμους της εμπορευματοποίησης και επηρεάζονται από τις αλλαγές του τρόπου ζωής, τις τοπικές ή εθνικές παραδόσεις, τα κυκλώματα διακίνησης, τις εθνικές πολιτικές. Σαν ιδεολογικό όπλο χρησιμοποιούνται για την κυριαρχία της αστικής τάξης μέσα από τον κοινωνικό έλεγχο της νεολαίας που "ναρκωμένη" τίθεται εκτός μάχης.

Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο στην ανακύκλωσή του έχει ανάγκη από τα τεράστια ποσά των "ξεπλυμένων", στις μεγάλες τράπεζες της Ελβετίας, του Παναμά, της Καραϊβικής, της Ουρουγουάης, ναρκοδολαρίων - για αυτό κρατά σαν κόρη οφθαλμού το τραπεζικό μυστικό - και από τις μυστικές υπηρεσίες του ιμπεριαλισμού. Όλα βέβαια γίνονται στο όνομα του ιερού, όπως ισχυρίζονται, "πολέμου κατά των ναρκωτικών", στην ουσία όμως για την επιβολή του οικονομικού και κοινωνικού ελέγχου. Στο βαθμό που οι κοινωνικές αντιθέσεις οξύνονται, σαν έκφραση του παρασιτισμού, της σήψης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, το φαινόμενο της εξάρτησης παίρνει όλο και πιο τρομακτικές διαστάσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτές οι ανησυχητικές διαστάσεις επιβάλλουν όσο ποτέ άλλοτε να γίνει το πρόβλημα αυτό υπόθεση συστηματικού και πολύμορφου αγώνα της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να αναδείξει ορισμένες ιδεολογικές πλευρές του προβλήματος που ίσως βοηθήσουν στην πάλη κατά της εξάρτησης που έτσι και αλλιώς είναι μέρος της γενικότερης πάλης κατά της εξουσίας των μονοπωλίων και των πολιτικών διατήρησης του πολιτισμού της παρακμής.

 

Ναρκωτικά: Το πέρασμα από την χρήση στην εξάρτηση

Τόσο ο όρος χρήση, όσο και ο όρος εξάρτηση υποδηλώνουν συγκεκριμένες συμπεριφορές που αποκτούν νόημα σε ένα συγκεκριμένο επίσης κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο. Η χρήση για παράδειγμα ψυχοτρόπων ουσιών χάνεται στα βάθη των αιώνων. Στο σύνολό τους αυτές οι χρήσεις ήταν μέρος μιας συλλογικής λειτουργίας μέσα σε ένα γενικότερο πολιτιστικό πλαίσιο όπου ο τελετουργικός ή μη χαρακτήρας τους (πχ. μύηση των έφηβων στην ενήλικο ζωή) στόχευε στην ενδυνάμωση των δεσμών του κοινωνικού ιστού της συγκεκριμένης κοινωνίας.

Με το πέρασμα στον καπιταλισμό εμφανίζεται η εξάρτηση σαν κοινωνικό φαινόμενο που στην αρχή αφορά κυρίως τμήματα του νεοδημιουργηθέντος προλεταριάτου και σχετίζεται με τις συνθήκες ζωής και εργασίας του.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού, η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και το βάθεμα της κρίσης του δημιουργούν τις προϋποθέσεις εξάπλωσης του φαινομένου που παίρνει επιδημικές διαστάσεις. Αφορά τη λειτουργία του συνόλου της κοινωνίας και αντανακλά την κρίση του αλλοτριωμένου ατόμου, μέσα από ένα τρόπο ζωής που το χαρακτηρίζει η φυγή από την κοινωνική, την προσωπική και φυσική πραγματικότητα. Ακόμα, διαπλέκεται με όλους εκείνους τους παράγοντες που προκύπτουν από τις αλλαγές που παρατηρούνται στο επίπεδο των εσωκαπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και που θα αναπτύξουμε σε επόμενο κεφάλαιο.

Ναρκωτικά, άτομο και κοινωνία

Οι αιτίες που οδηγούν στην εξάρτηση είναι πολλές και διαφορετικές (κοινωνικές, οικονομικο-πολιτικές, ψυχολογικές κλπ.). Σύμφωνα με τον Cl. Olievenstein όλο το σύμπλεγμα αυτής της αιτιολογίας που βασίζεται σε πολλαπλούς παράγοντες, ενσωματώνεται σε τρεις κυρίως, που αφορούν τη συνάντηση μιας προσωπικότητας με μια ουσία σε μια συγκεκριμένη κοινωνικο-πολιτιστική στιγμή.

Ο χρήστης μιας ψυχοτρόπου ουσίας διαφέρει από τον τοξικομανή. Ο τοξικομανής είναι ένας μονοσήμαντος άνθρωπος που έχει βάλει στο επίκεντρο της ζωής του την ουσία θυσιάζοντας στο βωμό της όλες τις ανθρώπινες πλευρές του. Ο συναισθηματικός άνθρωπος, ο πολιτικός άνθρωπος, ο ιδεολογικός άνθρωπος, ο κοινωνικός άνθρωπος, ο άνθρωπος με βιολογικές ανάγκες υποτάσσεται στην ανάγκη της αναζήτησης και χρήσης της ουσίας από την οποία έχει εξαρτηθεί. Αυτό που συντελείται είναι μια διαδικασία απώλειας της καθαρά ανθρώπινης, δηλαδή κοινωνικής του φύσης.

Η σύγχυση των δυο εννοιών - όπως χαρακτηριστικά τονίζει η Κ. Μάτσα - της χρήσης και της εξάρτησης, υποδηλώνει μια τάση αποϊστορικοποίησης του φαινομένου της εξάρτησης, και αναγωγής του στο πεδίο της ατομικής ψυχοπαθολογίας.

Στην πραγματικότητα, η τοξικομανία είναι αποτέλεσμα της πλήρους αποξένωσης του ατόμου από τον εαυτό του, το συνάνθρωπό του και την κοινωνία. Ο τοξικομανής είναι ένα άτομο που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, ενώ ταυτόχρονα η εξάρτησή του δεν εξαντλείται στην ατομική του ψυχοπαθολογία, όποια και αν είναι αυτή. Εάν η ψυχολογία δεν νοείται παρά μόνο σαν τη σχέση οργανικού και κοινωνικού, τότε η έννοια της ενηλικίωσης είναι αυτό που ο H. Wallon ονομάζει ανθρωποποίηση, humanization, δηλαδή μια διαδικασία κοινωνικοποίησης με την έννοια της αφομοίωσης κανόνων και αρχών μέσα από τις σχέσεις με τους άλλους, της μύησης σε κοινωνικές πράξεις, της πρόσβασης σε πολιτιστικές αξίες, της συνείδησης των περιορισμών που επιβάλλει η ίδια η πραγματικότητα στα πλαίσια της κοινωνικής δράσης.

Μέσα σε ένα κοινωνικό, οικογενειακό, πολιτιστικό περιβάλλον σε κρίση, η τοξικομανία είναι "μια ακραία μορφή εκδήλωσης της "παρεκκλίνουσας" συμπεριφοράς ολόκληρης της κοινωνίας, που χαρακτηρίζεται από την αποξένωση, τον ατομικισμό, την υποκρισία, τη διαμεσολάβηση των ανθρωπίνων σχέσεων από το χρήμα, την έλλειψη αξιών, τον καταναλωτισμό, την έλλειψη πνευματικών ενδιαφερόντων, την πολιτιστική και συναισθηματική φτώχεια".

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο τοξικομανής είναι το αποτέλεσμα της ακραίας αποξένωσης του ατόμου από την κοινωνία. Η ύπαρξη μιας αρμονικής σχέσης μεταξύ ατόμου και κοινωνίας ήταν μια βασική θέση της Αριστοτελικής ηθικής αρχής, η οποία βέβαια διατυπώθηκε μέσα στα πλαίσια του δουλοκτητικού συστήματος, οπότε και ο όρος "άτομο" αφορά αποκλειστικά τον ελεύθερο πολίτη, πολύ δε περισσότερο το δουλοκτήτη. Στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, με έντονο το παρασιτικό στοιχείο, πλήττεται η ιδέα ενός εμφύτου κοινωνικού ενστίκτου και τη θέση της παίρνει η άποψη πως οι ατομικές ελευθερίες ανήκουν πρωταρχικά στη διάσταση της φύσης και όχι της κοινωνίας. Οι κοινωνικοί δεσμοί ανάγονται σε κάτι τεχνητό που επιβάλλεται στο "αυτάρκες" άτομο από "εξωτερικούς παράγοντες". Έτσι διαμορφώνονται διάφορες σύγχρονες κοινωνιολογίζουσες έννοιες, όπως αυτές του "μοναχικού πλήθους" (Riesman 1961) κλπ., που συγκαλύπτουν τα όρια της ελευθερίας στα πλαίσια των καπιταλιστικών σχέσεων.

Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής διαμορφώνουν την ανάγκη εκείνης της "ελευθερίας" του ατόμου που θα επέτρεπε να συνάπτει "ελεύθερες συμβατικές σχέσεις" με άλλα άτομα και να μπορεί έτσι να πουλάει κυρίως την εργατική του δύναμη.

Το αποξενωμένο μοναχικό άτομο προσλαμβάνει την "ελευθερία" σα "φυσικό δικαίωμα" και η ιδέα του για "ατομική ελευθερία" έχει πάρει το χαρακτήρα δόγματος. Το άτομο, ζώντας την τραγικότητα της απομόνωσης του, ψάχνει την "απόλυτη ηρεμία" της ολοκλήρωσής του στο έξω από την πραγματικότητα "εμείς" αναζητώντας τη λύση του πραγματικού προβλήματος της απομόνωσής του σε ένα φανταστικό "Εμείς", έξω από κοινωνικές σχέσεις. Κάθε φορά που η φαντασίωση υποχωρεί, τη θέση της παίρνει η πραγματικότητα της αλλοτριωτικής απομόνωσης και γίνεται η μόνη αλήθεια που, επειδή υπάρχει, δίνει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Το άτομο ταυτίζεται με την ανασφάλεια, την ανημποριά, την περιχαράκωση που απορρέει από την αλλοτρίωση, γίνεται ένα μαζί της και έτσι "μοιραία" συμφιλιώνεται με αυτήν. Αυτή είναι η "ανθρώπινη μοίρα" μέσα στον καπιταλισμό.

Όσο το άτομο "κόβει τους δεσμούς του από τη φύση και την καθαρά ανθρώπινη, κοινωνική φύση του" τόσο υποτάσσεται στο "φυσικό νόμο της πραγματοποίησης" (Verdinglichung), όπως τον έθεσε ο Μαρξ, αναφερόμενος στην αιτιακή σχέση και στο φετιχισμό του εμπορεύματος, τόσο οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους μετατρέπονται σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα και καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι η ατομική απομόνωση είναι προϊόν της ελεύθερης επιλογής ατόμων ή της ατομικής βούλησης και λειτουργεί σαν μέσο προστασίας από την καταπίεση που επιβάλλουν οι αλλοτριωμένες και αλλοτριωτικές κοινωνικές σχέσεις. Η τοξικομανία μπορεί να θεωρηθεί ως μια τέτια ψευδαίσθηση "προστασίας" από τη βαρβαρότητα των αλλοτριωμένων σχέσεων, μια ψευδαίσθηση αυτάρκειας και αυταξίας.

Σε αυτά τα πλαίσια η έννοια της "αυτόνομης ατομικότητας" γίνεται μέσο νομιμοποίησης ενός κοινωνικού συστήματος που φυλακίζει τους ανθρώπους στη φενάκη και τη μοναξιά τους.

Η ουσία της εξάρτησης δεν βρίσκεται στη χημική σύνθεση μιας κάποιας ψυχότροπης ουσίας, αλλά εμπεριέχεται εν δυνάμει στον καπιταλιστικό χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής.

Η ουσία του ανθρώπου μπορεί να εκδηλωθεί μόνο μέσα στη μη αλλοτριωμένη εργασία του, στην ελεύθερη δημιουργία, την εκπλήρωση όλων των δυνατοτήτων και των αναγκών του, στην "κοινωνική ατομικότητα". Γιατί, όπως λέει ο Μαρξ, "η ουσία του ανθρώπου ανάγεται στο σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων".

Σε διαφορετική περίπτωση, αλλοτριωμένες ανάγκες δημιουργούν αλλοτριωμένα συστήματα αξιών, μέσα στη γενικότερη ανάγκη συσσώρευσης του κεφαλαίου, έτσι ώστε "κάθε άτομο μηχανεύεται τη δημιουργία μιας νέας ανάγκης στον άλλο, με σκοπό να τον υποχρεώσει να κάνει μια νέα θυσία, τοποθετώντάς τον σε μια νέα εξάρτηση", η δε "επέκταση της παραγωγής και των αναγκών γίνεται ο εφευρετικός και παντοτινός υπολογίσιμος δούλος στις απάνθρωπες εκλεπτυσμένες, αφύσικες και φαντασιωσικές ορέξεις".

Η εφηβεία μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και τις εσωκαπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις

Όπως προαναφέρθηκε ήδη στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, η τοξικομανία διαπλέκεται σήμερα με φαινόμενα και καταστάσεις που έχουν προκύψει από την όξυνση των καπιταλιστικών αντιθέσεων αλλά και τις προσαρμογές (ιδιωτικοποιήσεις, εργασιακές σχέσεις στη λογικής της Λευκής Βίβλου που πλήττουν ιδιαίτερα τους νέους) που επιχειρεί το σύστημα προκειμένου να εξασφαλίσει κέρδη και διατήρησή του. Η σπουδαιότητα του εντοπισμού τους έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί από αυτό εξαρτάται σε ένα βαθμό η επιτυχία των προσπαθειών πρόληψης - θεραπείας - κοινωνικής επανένταξης.

Η ταχύτητα με την οποία αλλάζουν τα πράγματα, σε συνδυασμό με τη διογκωμένη διαρκή ανεργία, ενισχύουν το άγχος και την αβεβαιότητα του εφήβου. Παράλληλα οι ανθρώπινες δραστηριότητες γίνονται όλο και περισσότερο συμβολικές, αναφερόμενες κυρίως στις σχέσεις φαινομένων παρά στα φαινόμενα αυτά καθεαυτά, και τα εκπαιδευτικά συστήματα αδυνατούν να προετοιμάσουν τις νέες γενιές προς αυτή την κατεύθυνση.

Τα κριτήρια προσαρμογής και σχολικής, επαγγελματικής και κοινωνικής επιτυχίας έχουν σχετικοποιηθεί και η ικανότητα δεν είναι πλέον στοιχείο της προσωπικότητας. Σε μια πρώτη φάση τίθεται σαν το προϊόν της αλληλεπίδρασης, μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου και όχι σαν μια ποιότητα του υποκειμένου. Είναι τοπική, προσδιορισμένη χρονικά και μπορεί να πάρει ένα λειτουργικό και όχι προσωπικό ορισμό. Ετσι δυσκολεύεται η προσπάθεια κοινωνικής αναγνώρισης του εφήβου. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι η σύγχρονη κοινωνία ωθεί το νέο στο να παραμένει εγκλωβισμένος στα στενά πλαίσια της οικογένειας, η οποία παραμένει, ίσως και για όλη τη ζωή του, ο προνομιούχος χώρος των συναισθηματικών του σχέσεων, μπλοκάρει τις διαδικασίες ενσωμάτωσης σε ένα κοινωνικό ρόλο και εμποδίζει τον έφηβο να διαμορφώσει δική του κοινωνική ταυτότητα.

Ταυτόχρονα το χάσμα μεταξύ των αποσπασματικών σχολικών γνώσεων και αυτών που νομιμοποιούν τις ατομικές και συλλογικές ικανότητες φαίνεται να μεγαλώνει διαρκώς.

Όλες οι πιθανές αντιθέσεις και ασυμφωνίες, αναγκάζουν τα άτομα που ζουν αυτές τις καταστάσεις, να αναπτύσσουν διάφορες στάσεις και αμυντικές συμπεριφορές. Οι σημερινές κοινωνίες αποτελούνται από μια πολλαπλότητα υποσυστημάτων (σχολείο, εργασία, κλπ.) όπου το κάθε υποσύστημα έχει τα δικά του κριτήρια εισόδου και εξόδου, τους δικούς του νόμους λειτουργίας, το δικό του χρονικό ορίζοντα. Φαίνεται πως το αληθινό πρόβλημα του νέου δεν είναι να τοποθετηθεί μέσα σε ένα σημερινό υποσύστημα, εκεί που είναι δηλαδή, αλλά κυρίως να τοποθετηθεί μεταξύ των υποσυστημάτων. Αναπτύσσει λοιπόν ορισμένες "στρατηγικές περάσματος", που συχνά τις αποφασίζει με τη βοήθεια άλλων (πχ. μέσω του επαγγελματικού προσανατολισμού). Η προϋπόθεση για να βιωθεί το πέρασμα σαν τέτιο, και όχι σαν εξαναγκασμός ή σαν προσποίηση, είναι το άτομο να μπορέσει να ανακαλύψει ένα "χώρο ελευθερίας", να βρει, να ανακαλύψει έναν τόπο λόγων και έργων ή προσπαθειών, χωρίς τραγικές συνέπειες.

Επομένως αυτός ο "χώρος" δε μπορεί να βρεθεί από το άτομο μέσα στο σύστημα που εγκαταλείπει, αλλά ούτε και σε αυτό που του είναι τελείως ξένο. Οι διάφορες μελέτες δείχνουν πως οι κοινότητες ζωής (οικογένεια, συνοικία, τα γκέτο χωρίς τοίχους, η κοινότητα, η ομάδα διασκέδασης, πολιτισμού, θρησκείας κλπ) παίζουν κεφαλαιώδη ρόλο σε αυτή τη φάση.

Μια δεύτερη ομάδα συμπεριφορών φαίνεται να έχει σα λειτουργία να μειώσει την αβεβαιότητα. Αυτές οι συμπεριφορές υφίστανται στο να αποκομίσουν και να επεξεργαστούν όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες. Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει οι πηγές πληροφοριών να είναι προσιτές και η προσλαμβανόμενη παιδεία να βοηθάει τα άτομα να υιοθετούν μια κριτική στάση απέναντι σε αυτές τις πηγές και τα προϊόντα τους. Διαφορετικά, το άτομο διατρέχει τον κίνδυνο της υποπληροφόρησης και της παραπληροφόρησης.

Ταυτόχρονα το νέο άτομο θα επιχειρήσει μια σειρά από δοκιμασίες της νέας του ταυτότητας που επίπονα αναδύθηκε από την εφηβεία. Χάριν αυτών των προσπαθειών χωρίς επαύριον, των δοκιμασιών, των διάφορων προσποιήσεων, θα δοκιμασθεί. Σήμερα, ίσως εξαιτίας του συναισθήματος του επείγοντος, των συγκεκριμένων επιδιώξεων του εκπαιδευτικού συστήματος και γενικά της κοινωνικο-οικονομικής δομής, της εξάρθρωσης της διαδικασίας των πρωτοβουλιών, της κρίσης σε τελευταία ανάλυση, οι νέες γενιές εμποτισμένες από το "πνεύμα του χρόνου" διακηρύσσουν την ανάγκη τους να δοκιμασθούν ταυτόχρονα σε όλες τις διαστάσεις και χωρίς υποχρέωση.

Δυστυχώς, όλα δείχνουν ότι επιχειρείται να αφομοιώσουν οι νέοι την ανεργία σαν μια φάση της ζωής. Ετσι επιχειρούν να δοκιμασθούν μέσα από διάφορους ρόλους και διάφορα πρόσωπα περισσότερο ή λιγότερο αναγνωρισμένα από την κοινωνική ομάδα, χωρίς όμως να εμπλέκονται ή να δεσμεύονται σε αυτά. Πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για μια πραγματικά προοδευτική κοινωνικά φάση και προτείνουν σοβαρά (;) τη δημιουργία και θεσμοθέτηση μιας μεταβατικής περιόδου μεταξύ μιας παρατεινόμενης σχολικής ζωής και μιας νέου στυλ επαγγελματικής ζωής!

Όλες οι προσπάθειες στοχεύουν στο να πείσουν τις νέες γενιές να αφομοιώσουν την αίσθηση του εφήμερου και να διαχειρίζονται αλλά όχι να αντιμετωπίζουν την κρίση. Προσπαθούν επίσης να περάσουν την άποψη πως η ουσία της ζωής είναι έξω από την εργασία, υπό τον όρο να έχεις μια σα μέσο για μια καλύτερη ζωή και όχι σαν σκοπό. Φτάνουν μάλιστα με θράσος να υποστηρίζουν πως εδώ είναι το σημείο περάσματος από μια φάση πολιτισμού σε μια άλλη (Βλ. έννοιες clubbing, νέο περιοδικό με τίτλο "Έξοδος" κλπ.). Το άγχος μπροστά σε αυτά τα γεγονότα και στο μέλλον παίρνει τέτοιο χαρακτήρα που πολλές στάσεις και συμπεριφορές έχουν μια λειτουργία προστασίας και αυτασφάλισης.

Ένας κύριος τρόπος άμυνας είναι η φυγή, η φυγή μέσα στο όνειρο, στη φαντασίωση ή ακόμα οι συμπεριφορές τύπου "μετανάστη". Αρκετές φορές είναι και οι δρόμοι της άρνησης ή και της ταύτισης με το "απόλυτο κακό" που τρομοκρατεί και παραλύει σαν τρόπος άμυνας απέναντι στο φόβο. Ταυτίζομαι με το απόλυτο κακό, σημαίνει πως αφού γίνομαι ένα, αφού "αυτό" είμαι "εγώ" δεν υπάρχει λόγος να φοβούμαι (βλ. φαινόμενα σατανισμού όπου εμπλέκονται παιδιά. Μπροστά σε μια κοινωνία που καραδοκεί για να συνθλίψει τους νέους και που έτσι εκπροσωπεί την έννοια του "απόλυτου κακού" γίνεται η ταύτιση μέσω μιας μεταφυσικής προσωποποίησης στο όνομα κάποιου Λεβιάθαν. Έτσι εξηγείται το φαινόμενο του να προξενεί ο σατανισμός αρχικά τρομακτικό φόβο στα παιδιά και στη συνέχεια να στρατολογούνται στο όνομά του δεκάδες από αυτά).

Αλλος τρόπος ενίσχυσης τους αισθήματος ασφάλειας είναι να "ριζώσει" ένας νέος κάπου. Ισως είναι ένας τρόπος για να κατασκευάσει άμυνες, για να έχει άλλοθι ώστε να μην αλλάξει τη στιγμή που ξέρει πως η "ευκαμψία" επιβάλλεται. Σε αυτές τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που η συλλογικότητα επιβάλλεται για να αντιμετωπισθεί η κρίση τους, ο άγριος ατομικισμός πριμοδοτείται διαρκώς. Έτσι σπρώχνονται τα άτομα να βρουν μια πρόσκαιρη ισορροπία μεταξύ των γκρουπ στα οποία ανήκουν γιατί οι σχέσεις εκεί εντείνονται (μεταξύ και μέσα στα γκρουπ), οι κανόνες αποκτούν υπόσταση, οι διαδικασίες διανομής ρόλων ενισχύονται και οι προοδευτικές ιδεολογίες χάνονται. Όλα αυτά διευκολύνουν τις προσπάθειες συρρίκνωσης της κοινωνικής ζωής.

"Στην κρίση της εφηβείας, λοιπόν, αντικατοπτρίζεται η κρίση της οικογένειας και της κοινωνίας στο σημερινό ιστορικό πλαίσιο. Ο τοξικομανής γίνεται το εξιλαστήριο θύμα μιας οικογένειας σε κρίση, μιας κοινωνίας σε κρίση". Αναφερόμαστε στην οικογένεια του τοξικομανή γιατί, παρόλο που δεν υπάρχει ένα ειδικό, παθογνωμικό profile, υπάρχει αντίθετα "μεγάλος βαθμός ενδοοικογενειακής σύγκρουσης που συνήθως εκφράζεται με άμεσο και πρωτόγονο τρόπο".

Βιώνοντας ο νέος, σήμερα, μια τρομερή έλλειψη "χώρου ελευθερίας" (προσωπικού, ψυχολογικού, κοινωνικού, ιδεολογικού κλπ.) και χωρίς σημεία αναφοράς βρίσκεται αντιμέτωπος με την εξής εσωτερική αντίφαση: Για να προσαρμοστεί, για να είναι αποδοτικός πρέπει να έχει κίνητρα, δηλαδή να εμπλακεί μέσα στην εργασία με τέτοιο τρόπο, ώστε να αφήσει εκεί ένα κομμάτι του εαυτού του, αλλά ταυτόχρονα, για να εξελιχθεί, για να προοδεύσει πρέπει να είναι εύκαμπτος. Επομένως η ευκαμψία προϋποθέτει μια κάποια αποστασιοποίηση από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτό πάει να πει πως δεν πρέπει να υπερεμπλακεί, πως η υπερκινητοποίηση ενοχλεί και ψάχνει την ουσία της ζωής του έξω και μακριά από την εργασία. Το clubbing αυτό ακριβώς εκφράζει. Ψάχνω την ουσία της ζωής σημαίνει μεταξύ των άλλων πως προσπαθώ να ανακαλύψω πλευρές του εαυτού μου που συνθέτουν την κοινωνική μου ταυτότητα, αφού βέβαια αναλάβω το δικό μου κοινωνικό ρόλο.

Δυστυχώς μέσα στη γενικότερη κοινωνική κρίση, ο νέος προσπαθεί να ανταποκριθεί σε ρόλους που άλλοι αποφασίζουν γι΄ αυτόν χωρίς αυτόν. Ακόμα και όταν το καταφέρει, διαπιστώνει πως ο αλλοτριωμένος άνθρωπος υπηρετεί τους ρόλους επιβεβαιώνοντας την ανυπαρξία του. Σε καμιά περίπτωση της αλλοτριωμένης καπιταλιστικής κοινωνίας οι ρόλοι δεν υπηρετούν τον άνθρωπο. Οι αλλοτριωμένοι άνθρωποι μπαίνουν στην υπηρεσία του ρόλου λοιπόν και όχι οι ρόλοι στην υπηρεσία του ανθρώπου.

Ένα τέτοιο άτομο κυριαρχείται από την "αίσθηση της έλλειψης" του κοινωνικού του είναι. "Αισθάνεται ότι κάτι του λείπει χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει συγκεκριμένα. Αυτή η πρωταρχική "έλλειψη" και η ανάγκη της κατάργησής της και της "πλήρωσης" της ύπαρξής του τον έκαναν να ακούσει σε κάποια στιγμή τις σειρήνες της ουσίας και του κόσμου της και να χαθεί εκεί μέσα". Η τοξικομανία εμπεριέχει στο βάθος της την αμφισβήτηση των αλλοτριωμένων κοινωνικών δομών. Η τοξικομανία είναι η άρνηση του κοινωνικού είναι, των κανόνων και των αρχών του. Πρόκειται όμως για μια "ψευδοάρνηση" αφού περιορίζεται στη "φυγή από την πηγή της αντίφασης". Από αυτήν την άποψη είναι μια "καταστροφική αυτοάρνηση" που μοιραία εμποδίζει την "ανάπτυξη της αρχικής αντίφασης και της λύσης της", καθηλώνοντας το συγκεκριμένο, εξαρτημένο άτομο στην προσκόλληση σε πρόσωπα και ουσίες, στην πλήρη απώλεια κάθε ελευθερίας, στην ακραία αποξένωση από τον εαυτό του και τους άλλους.

Ο διαχωρισμός σκληρών - μαλακών ναρκωτικών και η λογική της νομιμοποίησης

Γίνεται αντιληπτό πως οι ψυχότροπες ουσίες σε σχέση με την τοξικομανία, την εξάρτηση σαν κοινωνικό φαινόμενο, τοποθετείται σε δυο επίπεδα παρατήρησης και ανάλυσης. Από αυτήν την άποψη πραγματικά διαχωρίζονται στο επίπεδο της φαρμακολογίας τόσο ως προς τη χημική τους σύνθεση, όσο και προς τη δράση που έχουν πάνω στον άνθρωπο. Ως προς τα αίτια όμως που οδηγούν στη χρήση τους και από εκεί και πέρα στο κοινωνικό φαινόμενο της εξάρτησης ο διαχωρισμός είναι αδύνατος. Όλοι οι εξαρτημένοι διαβεβαιώνουν για ένα πράγμα: "χρησιμοποιώ τις ουσίες για να φύγω" για να "γεμίσω το κεφάλι μου". Οποιαδήποτε ουσία και αν χρησιμοποιηθεί, αποβλέπει στο να επηρεάσει τις αισθήσεις με τέτοιο τρόπο που να μη βιώνονται στις πραγματικές τους διαστάσεις η οδύνη, η απόγνωση, η ανία, η μοναξιά, η ανασφάλεια, η κατάθλιψη, η ντροπή, ο φόβος, η ενοχή, η οργή, η απουσία νοήματος, το κενό, το αδιέξοδο. Ο διαχωρισμός σκληρών και μαλακών ναρκωτικών μπορεί να είναι φαρμακολογικός, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να είναι κοινωνικός. Άλλο πράγμα η ηρωίνη, άλλο πράγμα η ηρωινομανία. Αυτός μπορεί να είναι ο πραγματικός διαχωρισμός.

Κανείς δεν γίνεται τυχαία τοξικομανής ή από περιέργεια. Το επιχείρημα της "έλξης του απηγορευμένου" υποδηλώνει μεταφυσική, ανορθολογική σκέψη και οδηγεί σε μια γενική στάση αποϊστορικοποίησης του φαινομένου. Οι συμπεριφορές που απορρέουν από την περιέργεια ή την μίμηση ή ακόμα αυτές που απορρέουν από την έλξη των απαγορευμένων μπορεί να οδηγήσουν πράγματι κάποιον στο να δοκιμάσει ναρκωτικά.

Γιατί όμως από όλους όσους δοκιμάζουν αυτοί που επιλέγουν την εξάρτηση σαν τρόπο ζωής αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό;

Ας είμαστε σοβαροί. Οι λόγοι που προαναφέρονται μπορεί να είναι αρκετοί για μια απλή δοκιμή, αλλά δεν είναι αρκετοί για το πέρασμα στη συστηματική χρήση και στην εξάρτηση. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα ναρκωτικά αλλά σε αυτό που οι νέοι αναζητούν σε αυτά και δια μέσου αυτών. Η παρόρμησή τους για να τα χρησιμοποιήσουν δεν εξαρτάται από το εάν υπάρχουν νόμιμα ή παράνομα ναρκωτικά, σκληρά ή μαλακά, αλλά σε σημαντικές εσωτερικές ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν.

Η οποιαδήποτε ψυχοτρόπος ουσία έρχεται για να απαλύνει επώδυνες εσωτερικές ψυχικές διεργασίες και ταυτόχρονα να οδηγήσει μακριά, να τον αποσπάσει από την εφιαλτική κοινωνική πραγματικότητα. Η τοξικομανία γίνεται έτσι ο καθρέφτης ενός πολιτισμού της παρακμής. Ο ίδιος ο τοξικομανής με την εξαθλίωσή του γίνεται ο καθρέφτης αλλά και ο τιμητής της εξαθλίωσής του και των αιτιών της. Κρατάει μέσα του στον ένα ή στον άλλο βαθμό την ανάγκη της ανατροπής τους. Οι προσπάθειες για να ιατρικοποιηθεί και να ψυχιατρικοποιηθεί το πρόβλημα της τοξικομανίας υποδηλώνουν την τάση της αποκοινωνικοποίησής του, ούτως ώστε οποιαδήποτε παρέμβαση να είναι ακίνδυνη για το σύστημα που γεννά και αναπαράγει το πρόβλημα.

Παράλληλα με τις προσπάθειες ψυχιατρικοποίησης του προβλήματος της τοξικομανίας επαναπροβάλλεται έντονα και το αίτημα της νομιμοποίησης όλων των ουσιών. Σε καμιά περίπτωση η νομιμοποίηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το κοινωνικό φαινόμενο της εξάρτησης γιατί αφήνει άθικτες τις κοινωνικές αιτίες που το γεννούν και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που το αναπαράγουν.

Ορισμένοι προβάλλουν σαν λύση την νόμιμη χορήγηση ηρωίνης και των υποκαταστάτων της (μεθαδόνη). Στην καλύτερη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν οδηγηθεί σε αποτυχία αυτό το μέτρο από την ανάγκη του τοξικομανή να βρει περισσότερη ποσότητα από αυτή που του χορηγείται, θα συντηρεί την αναπαραγωγή του φαινομένου σε νόμιμα, και αμφιβόλου βαθμού ελεγχόμενα πλαίσια, αφού συνήθως η νόμιμη μεθαδόνη συμπληρώνεται με την παράνομη ηρωίνη.

Όπως ήδη είπαμε, η τοξικομανία είναι μια αυτοκαταστροφική άρνηση των αξιών της συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτή η δυνάμει απειλή για την κυρίαρχη τάξη εξουδετερώνεται με την νόμιμη χορήγηση της δόσης και οι φακελωμένοι πλέον τοξικομανείς θα αποτελέσουν μια νέα κατηγορία αποκλεισμένων, ενσωματωμένοι όμως στο σύστημα αυτή τη φορά με την μέθοδο της θεσμοποιημένης περιθωριοποίησης που εξασφαλίζει συνάμα ένα πιο ασφαλή κοινωνικό έλεγχο.

Αυτή η νεοφιλελεύθερη, αντιναρκωτική πολιτική τρέφεται από την αποτυχία της ισχύουσας κατασταλτικής αντιναρκωτικής πολιτικής. Κάνοντας κριτική στην αστυνόμευση και την διαφθορά, καλλιεργεί ένα προοδευτικό, ριζοσπαστικό προφίλ. Στην πραγματικότητα είναι αντιδραστική και επικίνδυνη.

Ο ρόλος του κράτους απέναντι στα ναρκωτικά

Το κράτος μέσα από την συντηρητική πολιτική του είναι ο κύριος υπεύθυνος της αναπαραγωγής του φαινομένου της τοξικομανίας. Η ανεργία, η λιτότητα, οι αξίες του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αστικής τάξης, οξύνουν ανησυχητικά το πρόβλημα των ναρκωτικών. Το ίδιο το κράτος είναι επίσης υπεύθυνο για την ασύδοτη δράση των ναρκωκυκλωμάτων, των μεγαλεμπόρων, για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος, ενώ την ίδια στιγμή το κύριο βάρος των κατασταλτικών του μηχανισμών στρέφεται ενάντια στο λαϊκό κίνημα και την νεολαία.

Ταυτόχρονα, εξοντωτικές ποινές επιβάλλονται στους χρήστες, ενώ οι έμποροι διαμέσου ισχυρών διασυνδέσεων με τους κρατικούς μηχανισμούς αφήνονται ελεύθεροι.

Δεν είναι η απαγόρευση, αλλά το ισχύον νομικό καθεστώς που ευνοεί την διακίνηση τεραστίων χρηματικών ποσών διαμέσου της μαύρης αγοράς (υπολογίζονται σε 500 δις δολάρια ετησίως) εγκαθιδρύοντας επίσης ένα καθεστώς διαφθοράς και εγκληματικότητας, με τη συνενοχή και τη συμμετοχή του κράτους και των μηχανισμών του, της εκκλησίας, των αντιναρκωτικών υπηρεσιών, των τραπεζών, των αρχών του νόμου και της τάξης.

Πρόληψη - θεραπεία - κοινωνική επανένταξη

Η πρόληψη είναι το κυριότερο στοιχείο για την ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Πρέπει να υπάρχει μια συγκεκριμένη στρατηγική πρόληψης στο σύνολο του Ελλαδικού χώρου με ξεκάθαρους στόχους, που θα παίρνει υπόψη τους βασικούς παράγοντες που επιδρούν στην ζωή του νέου ανθρώπου. Η οικογένεια, η εκπαίδευση, τα ΜΜΕ, ο ελεύθερος χρόνος, η επαγγελματική αποκατάσταση αποτελούν μερικούς από αυτούς. Δυστυχώς τα πράγματα σε αυτόν τον τομέα είναι τόσο ρευστά που κατά κύριο λόγο η πρόληψη ταυτίζεται με την ενημέρωση. Αυτό που υπάρχει σήμερα δεν είναι παρά κάποιες αποσπασματικές πρωτοβουλίες από τον ΟΚΑΝΑ και ορισμένους φορείς σε επίπεδο Δήμων, Κοινοτήτων και σχολείων χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και φιλοσοφία, χωρίς στρατηγική και στόχους. Πρόληψη σημαίνει ουσιαστικά πρόταση ενός άλλου τρόπου ζωής, με ενδιαφέροντα, αξίες, στόχους, συλλογικότητα, μαχητικότητα, αξιοπρέπεια.

Στον τομέα της θεραπείας δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές από αυτόν της πρόληψης. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις για τον τοξικομανή, μέσα από τις οποίες αναπαράγεται η κυρίαρχη ιδεολογία, χαρακτηρίζονται από φόβους, προκαταλήψεις, κοινωνικό ρατσισμό. Ετσι ο τοξικομανής γίνεται εγκληματικό και επικίνδυνο άτομο και η θεραπεία του ταυτίζεται με την τιμωρία. Σε αυτά τα πλαίσια αντί η καταστολή να στρέφεται ενάντια στα ναρκωκυκλώματα, λειτουργεί ουσιαστικά ενάντια στη θεραπεία.

Βέβαια, η τοξικομανία σαν κοινωνικό φαινόμενο δεν αντιμετωπίζεται. Η λύση αυτού του τεράστιου προβλήματος περνάει μέσα από την ανατροπή των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων που το γεννούν. Αντίθετα ο τοξικομανής, σαν ένας άνθρωπος που υποφέρει μπορεί να θεραπευτεί, με την προϋπόθεση να αποφασίσει ο ίδιος την θεραπεία του μέσα από την ένταξή του σε ένα θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης.

Είναι υποχρέωση του κράτους να δημιουργήσει τόσα θεραπευτικά προγράμματα όσα απαιτούν οι σημερινές ανάγκες. Στην πράξη, όχι μόνο αυτό δεν συμβαίνει αλλά αντίθετα τα μεγάλα προβλήματα των θεραπευτικών προγραμμάτων παραμένουν άλυτα. Και σαν να μην έφθανε αυτό το κράτος περιέκοψε και την επιχορήγηση προς το ΚΕΘΕΑ.

Υποχρέωση του κράτους είναι επίσης η ανάπτυξη ενός τομέα έρευνας για τις εξαρτήσεις μέσα στα πλαίσια των υπαρχόντων θεραπευτικών προγραμμάτων (ΚΕΘΕΑ, 18 ΑΝΩ). Αυτή τη στιγμή η έρευνα μονοπωλείται από ιδιωτικό φορέα και στερούνται έτσι τα προγράμματα της δυνατότητας μιας πραγματικής ανάπτυξης του έργου τους σε όλα τα επίπεδα.

Σε ότι αφορά την διαδικασία επιστροφής του απεξαρτημένου ατόμου στην κοινωνική πραγματικότητα τα ερωτήματα που απορρέουν από συγκεκριμένες ελλείψεις σχεδιασμού και έργων υποδομής είναι πολλά. "Η κοινωνική ένταξη σαν διαδικασία συνυφαίνεται με τον προσωπικό χώρο, στα πλαίσια του κοινωνικού χώρου, με τον προσωπικό χρόνο, σαν κομμάτι του κοινωνικού χρόνου και με την νέα ταυτότητα, που πρέπει να δημιουργήσει ο εξαρτημένος".

Κατά συνέπεια η κατοικία και η εργασία είναι βασικές προϋποθέσεις για την ισχυροποίηση της νέας κοινωνικής ταυτότητας του εξαρτημένου ώστε να μπορεί να συμμετέχει ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι με αυτογνωσία και δημιουργικότητα μέσα από μια διαδικασία διαρκούς αλλαγής. Μόνο έτσι μπορούν να διασφαλιστούν μεταξύ άλλων και οι αλλαγές που προέκυψαν από την θεραπεία στις σχέσεις της οικογένειας και να ελεγχθούν παράγοντες που παίζουν ρόλο στην ανατροπή και σχετίζονται τόσο με το άτομο όσο και με το περιβάλλον του.

Είναι πολιτικές λοιπόν οι ευθύνες για την διακοπή των προγραμμάτων καταπολέμησης του αποκλεισμού από την αγορά εργασίας, οι ευθύνες για την ανυπαρξία της σχετικής υποδομής για την βοήθεια του απεξαρτημένου μέσα σε συνθήκες κοινωνικού ρατσισμού, οι ευθύνες για την έλλειψη συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν δομές επαγγελματικής κατάρτισης και αποκατάστασης στα πλαίσια της κοινωνικής επανένταξης του προγράμματος 18 ΑΝΩ, που λειτουργεί στα πλαίσια του ΕΣΥ.

Είναι τουλάχιστον κοινωνική αναλγησία η μη ρύθμιση των χρεών των απεξαρτημένων ατόμων (που δημιουργήθηκαν όταν ήταν χρήστες), χωρίς την οποία κινδυνεύουν να βρεθούν στην φυλακή. Είναι ακόμα μεγαλύτερη αναλγησία η φυλάκιση απεξαρτημένων ατόμων για αδικήματα που διέπραξαν όταν ήταν στα ναρκωτικά.

"Ο αγώνας ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά είναι αναπόσπαστο μέρος της γενικότερης πάλης κατά της εξουσίας και ασυδοσίας των πολυεθνικών, της πολιτικής που έχει κίνητρο και σκοπό το καπιταλιστικό κέρδος, της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων που οδηγεί λαούς σε απίστευτη φτώχεια, αμάθεια, εξάρτηση.

Αυτός είναι ο μονόδρομος για την αντιμετώπιση της εξαθλίωσης, της υποταγής, της μιζέριας της ηττοπάθειας, της φυγής των ναρκωτικών".

 

08/02/2003