|
Οι
Ολυμπιάδες της
αντίστασης
H Ελλάδα του 2004 δεν
είναι ούτε η Ελλάδα του 1896, ούτε το
Βερολίνο του 1936, ούτε το Μεξικό του 1968.
Το 2004 δεν ζούμε στον κόσμο του Ψυχρού
Πολέμου που θα μπορούσε να αποφέρει
κάποιο μποϊκοτάζ, ούτε υπάρχει ισχυρό
και συγκροτημένο εργατικό κίνημα για
να κάνει και να υλοποιήσει τη δική του
πρόταση για μια Εργατική αντι-Ολυμπιάδα.
«Το όπλο του μποϊκοτάζ μοιάζει σήμερα
αδιανόητο. Κανένα κράτος δεν θα ήθελε
να απαρνηθεί την εξαιρετική προβολή
στα μέσα ενημέρωσης την οποία
προσφέρουν οι Αγώνες. Αντίθετα, ο
αποκλεισμός παραμένει μια απειλή
υψίστης τιμωρίας», όπως σημειώνει η
γαλλική Μοντ Ντιπλοματίκ. «Η πολιτική
δεν χωρίζει πια τις μεγάλες δυνάμεις
σε αντίπαλα στρατόπεδα σε τέτοιο
βαθμό ώστε η αντιπαράθεση ανάμεσά
τους να φτάσει στους αγωνιστικούς
χώρους. Όλες οι σημαντικές εθνικές
ομάδες αποτελούν προϊόντα μιας
μοναδικής έκφρασης σε εθνικό επίπεδο
της τάσης που κυριαρχεί παγκοσμίως
και οδηγεί στην ελεύθερη αγορά […]
Όλες οι μεγάλες δυνάμεις
αντιμετωπίζουν σήμερα τους Αγώνες
πρωτίστως ως μια επιχείρηση και
αγωνίζονται για τα μετάλλια, όπως οι
επιχειρήσεις αγωνίζονται για να
αυξήσουν τις πωλήσεις τους»,
υπογραμμίζει από την πλευρά του το
περιοδικό Τάιμ.
Μια τεραστίων
διαστάσεων επιχείρηση, λοιπόν, σε
παγκόσμια κλίμακα, όπως επιτάσσει η
εποχή της καπιταλιστικής
παγκοσμιοποίησης - αλλά μήπως αυτό
δεν αποτελεί μια αναγκαία και ικανή
αιτία για να αναπτυχθεί ένα ρωμαλέο
κίνημα αντίστασης και να τεθεί ως
στόχος η πραγματοποίηση των δικών μας
εργατικών Ολυμπιάδων; Μήπως η εποχή
μας δεν σφραγίζεται από μια νέα
πολεμική έκρηξη που τροφοδοτείται
από τον επιθετικό οίστρο των μεγάλων
ιμπεριαλιστικών χωρών και κυρίως των
ΗΠΑ; Αν η πολιτική όντως δεν χωρίζει
τις μεγάλες δυνάμεις (πράγμα αμφίβολο,
όπως ίσως αποδειχθεί στη διεκδίκηση
των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012) τότε
μήπως δεν είναι πέρα για πέρα αλήθεια
ότι χωρίζει βαθιά τους εργαζόμενους,
τους άνεργους και τη συντριπτική
πλειοψηφία των νέων όλου του κόσμου
από το κεφάλαιο, τις κυβερνήσεις και
τους μηχανισμούς του;
Το γεγονός ότι η
ριζοσπαστική - επαναστατική Αριστερά
(και φυσικά η ρεφορμιστική και
καθεστωτική Αριστερά) ουσιαστικά δεν
έδωσε ποτέ τη μάχη κατά των
Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας δεν
σημαίνει ότι η αντίσταση δεν έχει
αξία. Κάθε άλλο, μάλιστα, όπως άλλωστε
αποδεικνύει και η πλούσια ιστορική
εμπειρία. Ένα άρθρο του συνεργάτη μας ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ο τίτλος των Ολυμπιακών Αγώνων
της αντίστασης μεταπολεμικά ανήκει,
χωρίς αμφιβολία, στους Αγώνες του
Μεξικού, που έγιναν τον Οκτώβριο του
1968 - τη χρονιά που σφραγίστηκε από ένα
σχεδόν παγκόσμιο εξεγερτικό ξέσπασμα,
από το Παρίσι μέχρι το Τόκιο και από
την Πράγα ως το Μπέρκλεϊ και την Πόλη
του Μεξικού. «Η αυτονομία των
πανεπιστημίων παραβιάστηκε για να
επιβληθεί μια μίζερη Παξ Ολύμπικα, σε
μια χώρα που θα έπρεπε να αφιερώσει
τις ζωτικές της δυνάμεις σε
προβλήματα που επείγουν […] Απευθύνω
έκκληση ιδιαίτερα σε δύο μεγάλους
καλλιτέχνες, τον Άρθουρ Μίλερ και τον
Μορίς Μπεζάρ, να μην επικυρώσουν με
την πολύτιμη παρουσία τους έναν
εορτασμό που τιμά μια αφηρημένη
έννοια του πολιτισμού, ποδοπατώντας
την ίδια στιγμή τις πραγματικές
πολιτιστικές ανάγκες». Με αυτά τα
λόγια, που δημοσιεύτηκαν στην γαλλική
εφημερίδα Λε Μοντ στις 10 Οκτωβρίου
του 1968 (και αναδημοσιεύτηκαν στον Ιό
της Κυριακής στις 3 Μαΐου του 1998), ο
Κάρλος Φουέντες ζητούσε τότε το
μποϊκοτάρισμα των Αγώνων που
επρόκειτο να ξεκινήσουν σε δύο 24ωρα,
ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σφαγή
που είχε προηγηθεί με θύματα
εκατοντάδες φοιτητές στην πλατεία
Τλατελόλκο (ή πλατεία των Τριών
Πολιτισμών), το μαύρο εκείνο βράδυ της
2ης προς την 3η Οκτωβρίου. Πρόσθεσε
έτσι τη φωνή του σε εκείνες άλλων
κορυφαίων διανοούμενων και
καλλιτεχνών της εποχής, όπως του Ζαν
Πολ Σαρτρ, του Μπέρναρντ Ράσελ και του
Οκτάβιο Πας ο οποίος, μάλιστα, όντας
πρέσβης της χώρας του στη μακρινή
Ινδία, έσπευσε να υποβάλλει την
παραίτησή του συνοδευόμενη από ένα
ποίημα: «Οι
υπάλληλοι του δήμου ξεπλένουν το αίμα
στην πλατεία των ανθρωποθυσιών».
Αιτία για όλα αυτά αποτέλεσε ένα
ογκούμενο κίνημα διαμαρτυρίας στα
πανεπιστήμια, που είχε ξεκινήσει
τουλάχιστον δύο μήνες νωρίτερα, όταν
φοιτητές και μαθητές είχαν
διαδηλώσει στους δρόμους της πόλης
υπέρ της επαναστατημένης Κούβας. Οι
δυνάμεις καταστολής επιχείρησαν να
τους διαλύσουν δια της βίας, δίνοντας
το έναυσμα για ένα κύμα καταλήψεων
και άλλων πράξεων αντίστασης που
έμελλε να κορυφωθούν, με τραγικό
τρόπο, στις αρχές Οκτωβρίου. Τότε που
ο στρατός, μετά από επιτακτική
απαίτηση της τότε Διεθνούς
Ολυμπιακής Επιτροπής και εντολή του
κυβερνώντος Θεσμικού Επαναστατικού
Κόμματος, χτύπησε στο ψαχνό, σαν σε
πραγματικό πόλεμο.
«Δεν
θέλουμε Ολυμπιάδα, θέλουμε
επανάσταση», ήταν ένα από τα
πιο δημοφιλή συνθήματα στις
καθημερινές σχεδόν διαδηλώσεις που
πραγματοποιούνταν τότε, παρά το
γεγονός ότι επισήμως το Εθνικό
Απεργιακό Συμβούλιο διαβεβαίωνε πως
το κίνημα «είναι
ανεξάρτητο από τον γιορτασμό της 19ης
Ολυμπιάδας και δεν έχουμε καμία
απολύτως πρόθεση να παρεμποδίσουμε
την πραγματοποίησή της στο παραμικρό».
Ωστόσο, όπως έγραφε και το περιοδικό
Τάιμ, «ακόμη και
ο μέσος άνθρωπος του δρόμου, που
αρχικά ήταν τουλάχιστον απαθής,
μεταπείστηκε εν μέρει ότι οι φοιτητές
κατήγγειλαν την κυβέρνηση ότι δαπανά
για άχρηστες ολυμπιακές
εγκαταστάσεις όταν υπάρχει τόση
πείνα και αθλιότητα στη χώρα».
Αλλά όλα αυτά θεωρήθηκαν
ασυγχώρητα ολισθήματα από τη ΔΟΕ και
τον αμερικανό πρόεδρό της Έιβερι
Μπράντεϊτζ, που ζήτησαν την έγκαιρη
επίλυση του «προβλήματος ασφαλείας»,
ενώ την ίδια στιγμή, μεγάλος μέρος του
διεθνούς Τύπου είχε φροντίσει να
προλειάνει το έδαφος για τα όσα θα
επακολούθησαν, κάνοντας λόγο για
σενάρια απαγωγής αθλητών από τους
φοιτητές και σαμποτάζ στη διάρκεια
των Αγώνων. Έτσι και έγινε: Στις 2
Οκτωβρίου, η επίλεκτη μονάδα του
στρατού με την ονομασία Τάγμα Ολύμπια,
επιτέθηκε στους 15.000 περίπου φοιτητές
που είχαν συγκεντρωθεί, αφήνοντας
πίσω τεράστιο αριθμό νεκρών και
τραυματιών, που ακόμη και σήμερα δεν
είναι ακριβώς γνωστό πόσοι ήταν. Οι
πληροφορίες κάνουν λόγο για 300 - 400
νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες μόνο
από εκείνη την επίθεση, αλλά μια σειρά
στοιχείων που βλέπουν το φως με το
πέρασμα των χρόνων ενισχύουν τις
υποψίες ότι οι απώλειες ήταν πολύ
περισσότερες.
«Τίποτε δεν θα εμποδίσει, την 12η
Οκτωβρίου, την ειρηνική είσοδο της
ολυμπιακής φλόγας στο στάδιο και την
διεξαγωγή των Αγώνων που θα
επακολουθήσουν», δηλώνει
ανερυθρίαστα την επομένη της μεγάλης
σφαγής ο Μπράντεϊτζ, όπως μας
πληροφορεί το Ιστορικό Λεύκωμα της
Καθημερινής. Πραγματικά, μετά και τη
συνθηκολόγηση των φοιτητών και την
εξαγγελία «εκεχειρίας» στη διάρκεια
των Αγώνων, όλα προμήνυαν ένα υπέροχο
θέαμα - μόνο που τα πράγματα δεν
εξελίχθηκαν ακριβώς έτσι.
Η αιτία της δεύτερης ανατροπής
ήρθε από τις ίδιες τις ΗΠΑ που «έβραζαν»
εξαιτίας του πολέμου του Βιετνάμ,
αλλά και του κινήματος για τη
χειραφέτηση των μαύρων το οποίο, πριν
μερικούς μήνες, είχε δει να
δολοφονείται ένας από τους
αδιαμφισβήτητους ηγέτες του, ο Μάρτιν
Λούθερ Κινγκ. Η εικόνα από την απονομή
των μεταλλίων στους νικητές της
κούρσας των 200 μέτρων, στις 16
Οκτωβρίου, προκάλεσε κυριολεκτικά
σοκ σε κυβερνώντες και θεατές: Ο Τόμι
Σμιθ και ο Τζον Κάρλος, οι δύο μαύροι
Αμερικανοί που είχαν αναδεχθεί στην
πρώτη και τρίτη θέση αντιστοίχως,
κατά την ανάκρουση του αμερικανικού
εθνικού ύμνου σκύβουν το κεφάλι και
υψώνουν τη γροθιά τους, μέσα σε ένα
μαύρο γάντι - επρόκειτο για το σύμβολο
της «Μαύρης Δύναμης» και ένας φόρος
τιμής στους συντρόφους τους που
αγωνίζονταν για ισότητα στη Χώρα της
Ελευθερίας!
«Η παράνομη αυτή εκδήλωση
αντιβαίνει προς τις βασικές αρχές του
αθλητισμού και τους καλούς τρόπους
του αθλητή, πράγμα στο οποίο
αποδίδουν μεγάλη σημασία οι ΗΠΑ»,
έσπευσε να δηλώσει έξαλλος ο πρόεδρος
της αμερικανικής Ολυμπιακής
Επιτροπής, Ντάγκλας Ρόμπι,
ανακοινώνοντας ότι αποφάσισε να
αποκλείσει τους δύο από την ομάδα.
Όμως, πέντε μέρες μετά, στην απονομή
για τη σκυταλοδρομία 4 επί 400, οι
νικητές Αμερικανοί μιμούνται τους
συναθλητές τους και οι γροθιές
υψώνονται και πάλι - για να
συναντηθούν, κάπου εκεί, στον ουρανό
του Μεξικού, με τις χιλιάδες γροθιές
των φοιτητών και μαθητών. Η πράξη
αντίστασης θα περνούσε για πάντα στην
ιστορία.
Οι Αθάνατοι, βεβαίως, ήλπιζαν
ότι το Μεξικό δεν θα ήταν παρά μία
κακή παρένθεση και ότι, από τους
επόμενους κιόλας Αγώνες, τα «ιδεώδη
του ολυμπισμού» θα επανέρχονταν.
Διαψεύστηκαν παταγωδώς! Οι
Ολυμπιακοί Αγώνες που έγιναν στο
Μόναχο το 1972, σφραγίστηκαν ανεξίτηλα
από την απαγωγή και την εκτέλεση 11
ισραηλινών αθλητών και προπονητών
από παλαιστίνιους κομάντος, της
ομάδας «Μαύρος Σεπτέμβρης», η οποία
είχε πάρει το όνομά της από τον
πραγματικά μαύρο Σεπτέμβρη του 1970,
όταν ο Ιορδανός μονάρχης Χουσεϊν είχε
δώσει την εντολή που οδήγησε στη
σφαγή χιλιάδων Παλαιστινίων και την
εκδίωξη της Οργάνωσης για την
Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης από τη
χώρα.
Η άρνηση της κυβέρνησης του
Ισραήλ να απελευθερώσει 200
κρατούμενους Παλαιστίνιους και η
απόφαση των Γερμανών να δώσουν βίαιο
τέλος στην υπόθεση προκάλεσαν λουτρό
αίματος καθώς, εκτός από τους
Ισραηλινούς, έχασαν τη ζωή τους οι
πέντε από τους οκτώ ένοπλους
Παλαιστίνιους και ένας αστυνομικός.
Όσο για την πρόταση ακύρωσης των
Αγώνων που διατυπώνεται αμέσως,
βρίσκει απέναντί του και πάλι τον
Μπράντεϊτζ, που βάζει βέτο, καθώς
εκτιμά ότι η οικονομική ζημιά από τη
μη συνέχιση των Αγώνων, καθώς και το
πλήγμα στην ΔΟΕ θα ήταν τεράστια.
Έτσι, την επομένη, γίνεται στο
στάδιο του Μονάχου επιμνημόσυνη
δέηση και οι Αγώνες συνεχίζονται -
τίποτε δεν είναι, όμως, όπως πριν. Οι
αποστολές των αραβικών χωρών και της
ΕΣΣΔ απουσιάζουν επιδεικτικά, ενώ
Συρία και Αίγυπτος έχουν ήδη
αποχωρήσει, καταγγέλλοντας ως
υπεύθυνη για το μακελειό τη γερμανική
κυβέρνηση. Όχι άδικα, βεβαίως, καθώς
τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς μια
υπόθεση αεροπειρατείας από
Παλαιστίνιους είχε λυθεί αναίμακτα
με την καταβολή λύτρων - ίσως, επειδή
σε εκείνο το Μπόινγκ επέβαινε και ο
γιος του αμερικανού γερουσιαστή Τεντ
Κένεντυ, Τζότζεφ…
Η άνοδος και η πτώση των Εργατικών
Ολυμπιάδων
Για τον Πιερ ντε Κουμπερτέν, η
ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών
Αγώνων δεν είχε καμία σχέση με τη
μαζική λαϊκή άθληση ούτε προοριζόταν
να αγκαλιάσει το σύνολο των
κοινωνικών στρωμάτων ή εξίσου τους
άνδρες και τις γυναίκες. Επρόκειτο,
κυρίως, για ένα παγκόσμιο παιχνίδι
και τόπο συνεύρεσης των παιδιών της
αστικής τάξης, που δεν ήταν βυθισμένα
στα εργοστάσια ατέλειωτες ώρες και οι
ρυθμοί ζωής τους επέτρεπαν να
επιδίδονται στον πρωταθλητισμό.
Παράλληλα δε, από τα πρώτα κιόλας
χρόνια, οι Ολυμπιάδες έγιναν και η
κορυφή μιας πυραμίδας που εξέφραζε
μια ιδιαίτερη και εξαιρετικά
σημαντική πλευρά του κυρίαρχου
ιδεώδους σε μια εποχή έξαρσης του
εθνικισμού: Εξυπηρετούσαν τη φυσική
προετοιμασία της νέας γενιάς για την
υπεράσπιση των πατρίδων και των
συμφερόντων των καπιταλιστών.
Γρήγορα, όμως, οι εξελίξεις
πρόσθεσαν νέα δεδομένα και άλλαξαν τα
σχέδια της κοινότητας των αστών και
των Αθανάτων. Αφενός, η ορμητική
άνοδος των εργατικών κινημάτων και η
Οκτωβριανή Επανάσταση και, αφετέρου,
το μακέλεμα της αφρόκρεμας της
ευρωπαϊκής νεολαίας στο σφαγείο του
Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που έφερε
αναγκαστικά στο προσκήνιο τις
γυναίκες, ανατρέποντας αντιδραστικά
κοινωνικά πρότυπα αιώνων, έθεσαν υπό
αμφισβήτηση το υπάρχον μοντέλο, το
περιεχόμενο, αλλά και την οργανωτική
δομή των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων.
Όσο για το αποτέλεσμα, δεν ήταν άλλο
από τη διοργάνωση μιας σειράς
Εργατικών και Γυναικείων Ολυμπιάδων
στη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
Η σχέση των εργαζόμενων με τον
αθλητισμό δεν ξεκίνησε, φυσικά, με την
αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896.
Όπως αναφέρεται σε σχετικό αφιέρωμα
του Βήματος, «η κοινή καταγωγή, η
γειτονιά, το επάγγελμα συνιστούσαν τα
βασικά κριτήρια ίδρυσης και
συμμετοχής των εργατών σε αθλητικούς
συλλόγους. Καλλιεργώντας ένα κλίμα
αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, οι
σύλλογοι αυτοί ανατροφοδοτούσαν τη
φυσική και ψυχολογική εγγύτητα
μεταξύ των εργατών και λειτουργούσαν
ως πεδίο συγκρότησης της εργατικής
ταυτότητας». Έτσι, πριν ακόμη από τον
πόλεμο, στην Γερμανία η Ένωση των
γυμναστών εργατών αριθμούσε περίπου
185.000 μέλη, ενώ η αντίστοιχη ένωση στην
Τσεχοσλοβακία, στα εδάφη της
Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, είχε
30.000 μέλη.
Σιγά σιγά, η έντονη
πολιτικοποίηση οδήγησε, μετά από
πρωτοβουλία των σοσιαλιστικών
αθλητικών ομοσπονδιών της Γαλλίας
και του Βελγίου, στην ίδρυση το 1913 στη
Γάνδη της Σοσιαλιστικής Διεθνούς
Ένωσης Φυσικής Αγωγής. Οι εξελίξεις
πάγωσαν στη διάρκεια του πολέμου,
αλλά αμέσως μετά έγινε προσπάθεια
αναβίωσής της, με αποτέλεσμα τη
διοργάνωση, το 1921 στην Τσεχοσλοβακία,
της πρώτης διεθνούς συνάντησης
εργατών - αθλητών, της πρώτης
ανεπίσημης εργατικής Ολυμπιάδας.
Την ίδια χρονιά, ως αποτέλεσμα
της διάσπασης που είχε επέλθει στους
κόλπους του εργατικού κινήματος,
ιδρύθηκε στη Μόσχα, την πρωτεύουσα
της νεαρής ΕΣΣΔ, η Κόκκινη Αθλητική
Διεθνής, γεγονός που ουσιαστικά
σηματοδότησε τη μόνιμη διάσπαση
ανάμεσα στις δύο βασικές συνιστώσες
και σε αθλητικό επίπεδο.
Πάντως, η πρώτη επίσημη Εργατική
Ολυμπιάδα διοργανώθηκε το 1925, ένα
χρόνο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες
του Παρισιού. Εκείνη τη χρονιά, πάνω
από 150.000 εργάτες υποδέχθηκαν στη
Φρανκφούρτη τους εργάτες - αθλητές
από διάφορες χώρες, οι οποίοι
παρέλασαν όχι με τις σημαίες των
χωρών τους, αλλά με κόκκινες σημαίες
και συνοδεία του ύμνου της Διεθνούς.
Βεβαίως, είχαν αποκλειστεί οι ενώσεις
που ανήκαν στην Κόκκινη Διεθνή οι
οποίες, με τη σειρά τους, έδωσαν το 1928
τη δική τους απάντηση στη Μόσχα, όπου
διοργανώθηκε η Πρώτη Σπαρτακιάδα.
Κοινό χαρακτηριστικό και των
δύο «τάσεων» ήταν ο διαφορετικός
πολιτισμός που επικράτησε: Η
συμμετοχή ήταν ελεύθερη και δεν είχε
σχέση με επιδόσεις, ενώ οι εκδηλώσεις
περιλάμβαναν επιδείξεις, ποιητικό
διαγωνισμό, αγώνες μοτοσικλέτας και
αυτοκινήτου, παρελάσεις, παραδοσιακή
μουσική και χορό.
Η υπόθεση είχε και συνέχεια. Το
1931, ένα χρόνο πριν τους επίσημους
Αγώνες του Λος Άντζελες, πάνω από 1.400
αθλητές και 100.000 θεατές πήραν ενεργά
μέρος στη δεύτερη Εργατική Ολυμπιάδα,
που διοργανώθηκε στη Βιέννη. Στη
συνέχεια δε, με βάση και την
επικράτηση της γραμμής περί
αντιφασιστικού μετώπου στις τάξεις
σοσιαλιστών και κομμουνιστών, επήλθε
και η προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα
στις δύο αθλητικές Διεθνείς. Μάλιστα,
η προσπάθεια αυτή επιχειρήθηκε να
κορυφωθεί με μία πράξη κορυφαίου
συμβολισμού - την πραγματοποίηση, σε
συνεργασία με το Λαϊκό Μέτωπο της
Ισπανίας, της Λαϊκής Ολυμπιάδας στην
Βαρκελώνη, την πόλη δηλαδή την οποία
είχε απορρίψει η ΔΟΕ έπ’ ωφελεία της
πρωτεύουσας του Χίτλερ, του Βερολίνου.
Ο Ισπανικός Εμφύλιος δεν
επέτρεψε την υλοποίηση αυτού του
σχεδίου, αναγκάζοντας τους
διοργανωτές, σοσιαλιστές και
κομμουνιστές, να προχωρήσουν στην
διοργάνωση της τρίτης Εργατικής
Ολυμπιάδας στην Αμβέρσα, το 1937, όπου
συμμετείχε ο πρωτοφανής αριθμός των
27.000 εργατών - αθλητών. Αυτό το γεγονός
αποτέλεσε, ουσιαστικά, και το κύκνειο
άσμα των Εργατικών Ολυμπιάδων καθώς,
σταδιακά, μετά το τέλος του Δεύτερου
Παγκοσμίου Πολέμου, το «ανατολικό
μπλοκ» ενσωματώθηκε σε όλους τους
διεθνείς θεσμούς,
συμπεριλαμβανομένης της ΔΟΕ, με
αποτέλεσμα να ρίξει το βάρος του στη
διασφάλιση της πρωτιάς στους
διαδοχικούς Ολυμπιακούς Αγώνες.
|
|