ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ
ΕΙΝΑΙ
ΌΛΑ ΤΟΣΟ ΩΡΑΙΑ ΜΑ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΨΕΥΤΙΚΑ
Όλη
η Ελλάδα τους απάτη και ντόπα!
Η
Ολυμπιάδα αποκάλυψε και στους πλέον
άσχετους ποιος είναι ο κόσμος που
θαυμάζουν!
Σαν
κυνηγημένα αγρίμια το σκάνε προς όλες
τις κατευθύνσεις πολλοί Έλληνες (αλλά
και ξένοι) πρωταθλητές. Άλλοι
παραιτούνται, άλλοι κρύβονται, άλλοι
πιάνονται ντοπαρισμένοι, άλλοι «τραυματίζονται»
στις προπονήσεις για να μην
αγωνιστούν ή να δικαιολογηθούν οι
αποτυχημένες επιδόσεις τους, καθώς
μέσα στο κλίμα πανικού που επικρατεί
κάποιοι παίρνουν εσπευσμένα τα
αντίδοτα για τις ντόπες, που όμως έτσι
υποβαθμίζουν τις επιδόσεις τους. Όσο
για την αθλητική αλλά και την
πολιτική ηγεσία, τους ποικιλώνυμους
παράγοντες κάθε υφής, αυτοί
προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν,
υποκρίνονται ότι αγνοούν τα πάντα και
έχουν επιδοθεί σε αγώνα δρόμου για να
σώσουν τα δικά τους κυκλώματα. Είναι
όμως καθαρό ότι όλοι αυτοί γνώριζαν
τα πάντα και τα συγκάλυπταν συνειδητά,
τόσο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, επί των
ημερών της οποίας επιχειρήθηκε η
κατασκευή της ελληνικής αθλητικής
μεγάλης δύναμης και η οποία φέρει
έτσι και τις κύριες ευθύνες, όσο και η
κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία είχε πλήρη
επίγνωση του τι παρέλαβε και το
συντήρησε, ώστε να δώσει τη δική της
εκδοχή της «ισχυρής Ελλάδας».
Από
το περιβόητο «για την Ελλάδα, ρε
γαμώτο»! της Β. Πατουλίδου προ 12ετίας
στη Βαρκελώνη, το οποίο εξέφραζε το
ότι «έσπασε ο διάολος το ποδάρι του
μια φορά και πήραμε κι εμείς ένα
μετάλλιο», φτάσαμε στην τεράστια,
μεθοδική επιχείρηση να οικοδομηθεί
πάνω στη βάση του πιο προηγμένου
ντοπαρίσματος μια ισχυρή αθλητική
παρουσία της Ελλάδας σε όλα τα
αγωνίσματα, ακόμη και στα πιο
εμπορικά, όπως είναι οι δρόμοι μικρών
αποστάσεων, ή αυτά που μπορούν να
συγκινήσουν νεανικό κοινό, όπως π.χ.
το μπιτς βόλεϊ. Αυτό που έχει όμως
ιδιαίτερη σημασία από πολιτική
σκοπιά είναι πως με το όργιο
ντοπαρίσματος, τα άδεια στάδια και
γυμναστήρια, τη φωτιά από τα
βεγγαλικά της Γιάννας, την
αστυνομοκρατία, κλπ., ο πολύς κόσμος
αισθάνθηκε αποξενωμένος, παγωμένος ή
αδιάφορος για τους Ολυμπιακούς. Έτσι
είναι πλέον σαφές ότι τα
ιδεολογικοπολιτικά κέρδη που
αποκομίζει η ελληνική αστική τάξη από
τους Αγώνες είναι πολύ μικρότερα από
όσα προσδοκούσε. Όχι μόνο δεν
ενίσχυσε τις κοινωνικές συμμαχίες
της, αλλά απογοήτευσε και πολλούς από
τα μεσαία στρώματα που είχαν πιστέψει
ότι θα έχουν σοβαρά οικονομικά κέρδη
από τους Ολυμπιακούς.
Δημοσιεύουμε
σήμερα ένα άρθρο του συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ
ΣΚΑΜΝΑΚΗ.
Η
σκιά του ντόπινγκ πέφτει βαριά πάνω
στη βιτρίνα των Αγώνων
Η
διοργάνωση πάει καλά. Που σημαίνει
πως σε γενικές γραμμές η Οργανωτική
Επιτροπή ανταποκρίθηκε στις
προδιαγραφές της Διεθνούς Ολυμπιακής
Επιτροπής και είχε γήπεδα, δρόμους,
βασικές υποδομές, έτοιμα για τους
αγώνες. Συν η τελετή έναρξης που πήρε
κολακευτικές κριτικές. Συνεπώς,
σκέφτηκε η Ολυμπιακή Γιάννα, μπορούμε
να το κάψουμε. Κι έτσι τη νύχτα του
προηγούμενου Σαββάτου αποφάσισε να
κάψει τη Φιλοθέη. Δικός της είναι ο
κόσμος ότι θέλει τον κάνει. Αλλά την
ευκαιρία δεν την άφησαν
ανεκμετάλλευτη οι ίδιοι οι άσπονδοι
φίλοι της, που δεν θέλουν να βλέπουν
μια Γιάννα να απειλεί τα κεκτημένα
τους.
Αν
όμως αυτή είναι η ευτράπελη, αλλά όχι
και τόσο ασήμαντη, πλευρά των
πραγμάτων, υπάρχει και η άλλη, που
αφορά την ουσία. Ματαίως επί μια
εβδομάδα οι αρμόδιοι της ΔΟΕ, η «Αθήνα
2004», ο τύπος και τα ραδιοτηλεοπτικά
μέσα προσπάθησαν να μεταθέσουν την
προσοχή στα μετάλλια, στην γιορτή,
στις επιτυχίες. Η υπόθεση του
ντόμπινγκ έριχνε βαριά σκιά, όχι μόνο
γιατί αφορά δυο πολύ προβεβλημένους
πρωταθλητές, αλλά και γιατί είναι
αποκαλυπτική των συνθηκών που
επικρατούν στον κόσμο του «αθλητικού
ιδεώδους». Γιατί
αποκάλυψε και στους πλέον
άσχετους ποιος είναι ο κόσμος που
θαυμάζουν. Φυσικά το να ζητάει
κανείς να μη χαθεί η ευκαιρία και να
γίνει άμεσα κάθαρση είναι κάτι λογικά
και πολιτικά ισοδύναμο με το να
ζητάει να γίνει τη Δευτέρα
σοσιαλισμός.
Εν
πάση περιπτώσει η προσπάθεια να
προβληθούν οι επιτυχίες και να
ξαναζωντανέψει ο πατριωτισμός των
Ελλήνων συνεχίζονται. Κι αρχίζουν
πάλι οι αστειότητες περί της
ελληνικής ψυχής, όπως εκείνης του
τζουντόκα από τη Γεωργία που δεν
ξέρει ούτε μια λέξη ελληνικά. Και η
πλάκα είναι πως δεν τα λένε για πλάκα
αλλά τα πιστεύουν κι αυτοί που τα λένε
κι ένα μέρος εκείνων που τα ακούνε, ή
έστω, οι τελευταίοι, στην αγωνία τους
να πιστέψουν κάτι, πιστεύουν ακόμη κι
αυτό.
Όσο
και να κάνουμε, πάντως, η Ολυμπιάδα,
είναι μια μεγάλη επιτυχία για τους
κυρίαρχους κύκλους. Και το γεγονός
δεν θα μείνει καθόλου ανεκμετάλλευτο,
όσα επεισόδια τύπου Κεντέρη – Θάνου
κι αν το διαταράξουν. Εξ ου και η
Γιάννα Αγγελοπούλου άναβε τις φωτιές.
Ωστόσο η ΔΟΕ κρατάει στην τσίτα την
ελληνική πλευρά, υπό την πίεση και των
διαφόρων συμφερόντων, κι ενώ απονέμει
εύσημα ασκεί ταυτόχρονα και τις
ανάλογες κριτικές. Και σημείο
ευαίσθητο είναι η πώληση των
εισιτηρίων. Οι Έλληνες κατέβαλαν
φιλότιμες προσπάθειες να
καταναλώσουν εισιτήρια, κάτω και από
το φοβερό διαφημιστικό μπαράζ. Ωστόσο
είτε γιατί κάποιοι, έως πολλοί
βρίσκονται σε διακοπές, είτε γιατί
δεν έχουν λεφτά, είτε γιατί
αδιαφορούν, δεν ικανοποίησαν τις
προσδοκίες.
Η
«Αθήνα 2004» απαντά πως τα εισιτήρια
που πουλήθηκαν είναι πολλά, μέχρι
τώρα όσα πουλήθηκαν συνολικά στους
Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης, αλλά η
κυβέρνηση είναι δυσαρεστημένη και
ρίχνει τις ευθύνες στην Οργανωτική
Επιτροπή που δεν δέχτηκε την
επιδότηση των εισιτηρίων και την
μαζική αγορά από τα λεφτά του
κρατικού ταμείου, προκειμένου να
διατεθούν στους δημοσίους υπαλλήλους.
Το
θέμα όμως που προκύπτει με τα τόσα
πολλά και τα τόσα μεγάλα γήπεδα είναι
τι θα γίνουν μετά. Ερώτημα που
διατυπώθηκε, όχι μόνον από μας, και
που δεν έχει ακόμη απαντηθεί, γιατί
δεν έχει απάντηση. Πως θα συντηρηθούν,
ποιες ανάγκες θα εξυπηρετήσουν;
Ίσως
να είναι λίγο άχαρο, στο τέλος της
γιορτής, εμείς να γκρινιάζουμε για τα
μεθεόρτια, αντί να απολαύσουμε το
πανηγύρι. Όσο άχαρο είναι και να
ψάχνεις μετά μανίας να βρίσκεις
ανάποδα, λεπτομέρειες, για να
αποδείξεις πως αυτό που δεν σου
αρέσει, αλλά αρέσει σε «όλους τους
άλλους», δεν είναι ωραίο. Δεν είναι
όμως από μιζέρια, η κριτική. Στο τέλος
– τέλος δεν είναι δική μας η γιορτή.
Ακόμη κι αν κάποιοι από τους
κριτικούς πρόλαβαν να δηλώσουν
μεταμέλεια, για όσα αρνητικά είχαν
πει και γράψει. Δεν ανήκουμε στην
κατηγορία εκείνων που όταν τους
βιάζουν χαλαρώνουν για να το
απολαύσουν.
Είναι
αλήθεια πως έγιναν πολλά πράγματα,
χάρις στην πίεση και στην ανάγκη να
αποδείξουμε ότι μπορούμε ως Έλληνες.
Επιστρατεύθηκε το φιλότιμο και η
ευθιξία μας. Ακόμη και η αστυνομία
στέκεται διακριτικά, αφού το μεγάλο
ρόλο τον έχουν αναλάβει τα μηχανήματα
που παρακολουθούν και οι μηχανισμοί
που είναι αθέατοι. Ωστόσο για πρώτη
φορά είναι και ευγενικοί και μπορείς
να πεις πως είναι και εξυπηρετικοί.
Για να μην μας δουν οι ξένοι και μας
κάνουν άσχημη κριτική. Είναι αλήθεια
πως υπήρξε μια φροντίδα στους κήπους
και στις πλατείες. Όσο όμως είναι
αλήθεια πως τα έργα υποδομής της
πόλης και τα έργα για το περιβάλλον
δεν έγιναν, γιατί τα λεφτά και οι
προσπάθεια ξοδεύτηκαν στις βιτρίνες.
Όσο είναι αλήθεια πως ο λογαριασμός,
και μάλιστα παραφουσκωμένος, θα έρθει
μετά και να δούμε πώς θα πληρώσουμε.
Όσο είναι αλήθεια, πώς οι τόσες
αχρείαστες εγκαταστάσεις θα μείνουν
ανεκμετάλλευτες και κυρίως χωρίς
φροντίδα, να συμβολίζουν το
παραλήρημα μεγαλείου μιας κυβέρνησης
(δύο κυβερνήσεων) και μιας κυρίας. Για
την ικανοιποίηση του διεθνούς
αθλητικού εμπορίου, το οποίο δεν
είναι διατεθειμένο να ανοίξει μαγαζί
και εδώ και να αφήσει κάτι από τα
κέρδη του σε ετούτη τη «δυνατή Ελλάδα»,
που πίστεψε πως με τη χρήση
αναβολικών φιλότιμου, μπορεί να κάνει
αγώνες και να πουλήσει μούρη στην
ανθρωπότητα. Ματαίως κάνει εκκλήσεις
ο ΣΕΒ και η κυβέρνηση μέσω του Athens
Business
Club
2004, στους επενδυτές να έρθουν να
επενδύσουν σε μια Ελλάδα που έδειξε
πόσο καλά τα καταφέρνει άμα θέλει.
Ματαίως ρίχνουν στο παιχνίδι
προγράμματα απασχόλησης. Και με την
ευκαιρία προχωρούν ραγδαία τις
ιδιωτικοποιήσεις, την εποχή που η
προσοχή μας είναι αλλού στραμμένη,
αλλά και που τα άδεια ταμεία
αναζητούν ζεστό χρήμα. Κοντολογίς η
Ελλάδα δεν έγινε πιο δυνατή επειδή
κέρδισε στο τζούντο ο Γεωργιανός, η
κυρίαρχη τάξη δυνάμωσε τη θέση της. Κι
αυτό είναι, πιο κι απ’ το κόστος
ακριβότερο.
|
|