Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

ΠΑΙΔΕΙΑ

 


Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

Η εκπαίδευση των ανηλίκων στα ιδρύματα αγωγής και στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας μας

 

Αντωνία Γεωργούλα

 

http://www.auth.gr

 

Οι καλοί άνθρωποι

δεν πέφτουν απ΄ τον ουρανό.

Δημιουργούνται.

 

Σήμερα που ο μύθος της εγκληματικής προσωπικότητας του «γεννημένου» εγκληματία με προδιαθέσεις γεννητικά προκαθορισμένες, έχει πια καταρριφθεί, είναι πια ευρέως αποδεκτό ότι  η   παραβατική   συμπεριφορά   σχετίζεται   άμεσα   με  τους  όρους ζωής του ατόμου, είναι προϊόν του περιβάλλοντός του και «ατυχών» συγκυριών. Σε όλους μας, παραβάτες και μη, αλλά πολύ περισσότερο στους ανηλίκους, τους εκφραστές της δυναμικής μιας κοινωνίας, θ’  πρεπε λοιπόν, να παρέχεται κάθε δυνατότητα, κάθε ευκαιρία για καλυτέρευση αυτών των όρων ζωής, για επιλογή άλλου μέλλοντος απ΄ αυτό που το περιβάλλον τους προδιαγράφει.

Παρ΄ όλα αυτά η πρακτική που το ελληνικό κράτος υιοθέτησε για την αντιμετώπιση της παραβατικότητας των ανηλίκων, που ολοένα και αυξάνεται, εκπορεύεται και σαφώς εξυπηρετεί την ιδεολογία της περιθωριοποίησης, του στιγματισμού και τελικά του εγκλεισμού των «κακών» προς «προστασία του κοινωνικού συνόλου».

Η κοινωνική ένταξη των ανηλίκων παραβατών, η προετοιμασία τους για τον «έξω κόσμο» πραγματοποιείται κάτω από συνθήκες στέρησης ελευθερίας, μέσα σε ιδρυματικό περιβάλλον και με χρήση μέτρων περισσότερο κατασταλτικών παρά «αναμορφωτικών». Μέσα σ΄ ένα καθεστώς εγκλεισμού και κοινωνικής απομόνωσης που χαρακτηρίζεται κι απ΄ τη σχεδόν παντελή ανυπαρξία ερεθισμάτων, τα παιδιά αυτά καλούνται, παραμένοντας στο μικρό τους «γκέτο», να μάθουν ν΄ αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της «αληθινής» ζωής, να αναπτύξουν τις καλύτερες πλευρές της προσωπικότητάς τους, να μορφωθούν να επανενταχθούν και να μας «εκπλήξουν».

 

Οι ανήλικοι παραβάτες

 

Κατά την τελευταία εικοσαετία, ο αριθμός των ανηλίκων που φέρεται να εκδηλώνει παραβατική συμπεριφορά, αυξάνεται σταδιακά και σταθερά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής της Δικαιοσύνης ενώ το 1973, 20.000 περίπου άτομα ηλικίας 7 έως 21 ετών, φέρονταν ως δράστες παραβατικών πράξεων, το 1984 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στις 38.000, το 1900 στις 40.000 και το 1993 στις 46.000 περίπου. Κατά την ίδια εικοσαετία παρατηρείται μια αύξηση της καταγραμμένης παραβατικότητας των νέων που είναι πολύ μεγαλύτερη απ΄ την αύξηση της εγκληματικότητας των ενηλίκων. Εντύπωση επίσης προκαλεί το πολύ υψηλό ποσοστό υποτροπής που παρατηρείται σε δράστες μετεφηβικής ηλικίας και το οποίο φθάνει στο 80% επί του συνόλου. Όσο επιφυλακτικοί κι αν σταθούμε μπροστά στα αποτελέσματα αυτά των ερευνών, τα προαναφερθέντα στατιστικά στοιχεία και ιδιαίτερα το υψηλότατο ποσοστό των υποτροπών δεν μπορεί παρά να μας προβληματίσει για την αποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού μας συστήματος και την επιτυχία της «αναμορφωτικής» διαδικασίας που λαμβάνει χώρα στα ιδρύματα αγωγής και σωφρονιστικά καταστήματα για ανηλίκους.

 

ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΑΓΩΓΗΣ

 

Στον ελληνικό χώρο η ειδική αντιμετώπιση των ανηλίκων παραβατών άρχισε μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο η νομοθετική ρύθμιση και η εδραίωση του θεσμού των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων έλαβαν χώρα με το νόμο 1724/1940 «Περί οργανώσεως και λειτουργίας των αναμορφωτικών ιδρυμάτων». Το 1976 με το προεδρικό διάταγμα 602 έγινε αλλαγή του ονόματος των «αναμορφωτικών ιδρυμάτων» σε «ιδρύματα αγωγής» με δικαιολογητικό των «κατάργηση ενός όρου που δύναται να δυσχεράνει την επανένταξη του ανηλίκου». Με βάση τον ποινικό κώδικα που ισχύει, «η τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή και ιδιωτικό κατάστημα αγωγής» πραγματοποιείται με την προϋπόθεση ότι δεν έφεραν αποτέλεσμα άλλα προηγηθέντα μέτρα καθώς και με την προϋπόθεση ότι «η κατάσταση του ανηλίκου δεν απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση» στην περίπτωση δηλαδή που ο ανήλικος «πάσχει από ψυχική ασθένεια ή άλλη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών ή είναι τυφλός, κωφάλαλος, επιληπτικός ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη, οπότε και «το δικαστήριο διατάσσει την παραπομπή του σε θεραπευτικό ή άλλο κατάλληλο κατάστημα». Ο εγκλεισμός πραγματοποιείται είτε μέσω της δικαστικής οδού, είτε μέσω διοικητικών ενεργειών και πιο συγκεκριμένα με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης ύστερα από γνωμάτευση του δικαστή ανηλίκων. Προϋπόθεση για τον εγκλεισμό στο ίδρυμα μέσω της διοικητικής οδού είναι η ύπαρξη «σοβαρών ενδείξεων ηθικού κινδύνου», όταν ο ανήλικος παρουσιάζει σημεία «ηθικής παρέκκλισης» εξαιτίας «κακών συνηθειών» που έχει αποκτήσει, ή όταν έχει αναφερθεί ως εγκαταλελειμμένος και άστεγος χωρίς εμφανείς πόρους ή στερούμενος οποιασδήποτε άλλης βοήθειας.

Έτσι σύμφωνα με το ισχύον νομικό καθεστώς, τα ελληνικά ιδρύματα αγωγής στεγάζουν στον ίδιο χώρο ανηλίκους επτά ως δεκαεπτά ετών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής με την έννοια ότι διαβιώνουν σε κοινωνικό περιβάλλον ατόμων, τα οποία τελούν καθ΄ έξη ή κατ΄ επάγγελμα αξιόποινες πράξεις (α΄17¦5ν. 2298/95), ανηλίκους εγκαταλελειμμένους ή δράστες αξιοποίνων πράξεων και εφήβους κατά των οποίων διατάχθηκε η εισαγωγή σε ίδρυμα αγωγής ως περιοριστικός όρος.

Η λειτουργία των ιδρυμάτων υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και μάλιστα στη διεύθυνση «Πρόληψης εγκληματικότητας και Σωφρονιστικής Αγωγής Ανηλίκων». Προς το παρόν λειτουργεί μόνο το ίδρυμα αγωγής ανηλίκων αρρένων Βόλου.

Το ίδρυμα αγωγής ανηλίκων Θηλέων Παπάγου και το ίδρυμα αγωγής αρρένων Κορυδαλλού καταργήθηκαν με το Π.Δ. 180/1977 λόγω της ανάγκης «αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού του τρόπου λειτουργίας τους προκειμένου τα ιδρύματα αυτά να ανταποκριθούν στους επαναπροσδιοριζόμενους στόχους τους σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές και κοινωνικές αντιλήψεις». Ειδικές εγκαταστάσεις για ανήλικες αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν. Γι αυτό κρατούνται μαζί με τις ενήλικες γυναίκες στο κατάστημα γυναικών Κορυδαλλού, σε μια ξεχωριστή πτέρυγα με δικό της προσωπικό και διεύθυνση. Η ισχύουσα αυτή πραγματικότητα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βασική αρχή του διαχωρισμού ανηλίκων και ενηλίκων κρατουμένων, υποδίκων και καταδίκων (α. 9¦1 και α. 12¦2 Κώδικα βασικών κανόνων για την μεταχείριση κρατουμένων). Έτσι οι ανήλικες κρατούμενες παραμένουν μαζί με τις ενήλικες στο ίδρυμα του Κορυδαλλού και οι υπόδικες μαζί μ΄ αυτές που ήδη εκτίουν στερητική της ελευθερίας τους ποινή, καταστρατηγώντας έτσι κι έναν απ΄ τους βασικούς κανόνες που περιλαμβάνεται στον Κανόνα των Ηνωμένων Εθνών για την Προστασία των Ανηλίκων και ορίζει: «οι υπόδικοι κρατούμενοι θα πρέπει να διαχωρίζονται απ΄ τους καταδικασμένους ανηλίκους» και «κάθε παιδί που στερείται την ελευθερία θα χωρίζεται απ΄ τους ενήλικες, εκτός αν θεωρηθεί ότι είναι προτιμότερο να μη γίνει αυτό για το συμφέρον του παιδιού»

(κανόνας 17, α. 37 περι.γ΄εδ. 2 της ΔΣΠΔ).

 

Ένα σχολείο «διαφορετικό»

 

Στη δημιουργία ειδικών σχολείων μέσα στα ιδρύματα συνηγόρησε εκτός των άλλων και η έντονη αντίδραση των γονέων των «φυσιολογικών» παιδιών οι οποίοι δεν ανέχονταν την παρουσία τροφίμων μέσα στις σχολικές τάξεις.

Όπως αναφέρει η κοινωνική λειτουργός ενός τέτοιου ιδρύματος:

«Παλιότερα δεν υπήρχε το ειδικό δημοτικό σχολείο μέσα στο ίδρυμα και τα παιδιά στέλνονταν όλα στο διπλανό σχολείο. Η αντίδραση των γονιών ήταν πολύ μεγάλη. Πέρυσι για παράδειγμα είχαμε στείλει κάποιο παιδί στο διπλανό δημοτικό. Το παιδί αυτό απέκτησε έναν κολλητό φίλο. Η μητέρα του όταν το έμαθε, ήρθε έξω από το ίδρυμα, φώναξε τον ανήλικο, του έδωσε ένα πενηντάρικο και του ζήτησε να σταματήσει να κάνει παρέα με το δικό της παιδί».

Με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας σε συνεργασία με το Υπουργείο Δικαιοσύνης στα πλαίσια του θεσμού λειτουργεί το ειδικό σχολείο, υποχρεωτικά στο εσωτερικό του ιδρύματος. Οι διδάσκοντες πέραν των τυπικών τους προσόντων οφείλουν να έχουν παρακολουθήσει ειδική εκπαίδευση, όσον αφορά τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων παιδιών. Η ειδική αυτή εκπαίδευση, με τη μορφή σεμιναρίων που διοργανώνει το Υπουργείο Παιδείας παρέχει «βασικές γνώσεις ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, κοινωνικής πρόνοιας, σε θέματα σχετικά με τις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές των ανηλίκων και τους τρόπους αντιμετώπισής τους. Η πραγματικότητα όμως απέχει πολύ απ΄ το νομοθετικό πλαίσιο. Ουσιαστικά ελάχιστοι εκπαιδευτές έχουν παρακολουθήσει την ειδική αυτή εκπαίδευση, ενώ συνήθως λειτουργεί μονάχα μία ή δύο τάξεις στα πλαίσια του σχολείου αυτού. Σύμφωνα με το νόμο, το πρόγραμμα πρέπει να ακολουθεί πιστά το πρόγραμμα που ορίζεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τη στιγμή που οι ώρες διδασκαλίας είναι μονάχα οι μισές. Η διδακτέα ύλη υποτίθεται ότι είναι η ίδια με εκείνη που διδάσκεται στα άλλα σχολεία. Σύμφωνα με την αφήγηση εκπαιδευτικού που εργάζεται σε ίδρυμα ανηλίκων   :

   «Το πρόγραμμα είναι το ίδιο, όμως πώς π.χ. ν΄ ανοίξεις τα μάτια ενός παιδιού που είναι κλεισμένο μέχρι τα δεκατέσσερά του […] Τα περισσότερα είχαν το σχολείο ξενοδοχείο. Διέκοπταν επανειλημμένως (εκπαιδευτικός)».

«Προσαρμόζουμε το πρόγραμμα στις ανάγκες τους. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα είναι α) γλώσσα, β) αριθμητική, γ) φυσική, δ) γεωγραφία, ε) γυμναστική, στ) οικοκυρικά. Σκοπός μας είναι να τους μάθουμε λίγο γραφή και ανάγνωση και να καταλάβουνε, πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμό και διαίρεση. Ενώ δεν τους γελάς στις συναλλαγές τους και τα ξέρουν πρακτικά, δεν τα ξέρουν στις πράξεις. Μερικές βασικές πληροφορίες για το περιβάλλον και να μάθουν τουλάχιστον που πέφτει γεωγραφικά η κάθε χώρα. Η ίδια ύλη διδάσκεται σε όλους, μόνο το αναγνωστικό είναι διαφορετικό ανάλογα με τις γνώσεις τους» (εκπαιδευτικός).

«Πιστεύω ότι θα έπρεπε να κωδικοποιηθούν και να μεθοδευτούν ως μάθημα που να διδάσκεται, γνώσεις «τις οποίες οι τρόφιμοι δεν έχουν αποκτήσει, όπως : πώς να στέκονται, πώς να χρησιμοποιούν τους γιατρούς, πώς να πλένουν, να μαγειρεύουν απλά φαγητά, να μπαλώσουν, να ξέρουν να σιδερώσουν ένα παντελόνι, τα εσώρουχά τους να ξέρουν να τα πλένουν, να ξέρουν το καλοκαίρι δεν φορούν καμπαρτίνα γιατί ο κόσμος θα τους πούνε βλάκες, να μη φοράνε καφέ κορδόνια με άσπρα παπούτσια, ποια ρούχα το χειμώνα και ποια το καλοκαίρι, ότι οι παντόφλες είναι για μέσα και τα παπούτσια για έξω. Τους εξηγώ τέτοια πράγματα πολλές φορές. Αυτά τα έχουν, πολλή ανάγκη. Τις άλλες γνώσεις είναι τα λίγο πρακτικά εφόδια που χρειάζονται. Έτσι κι αλλιώς οι  περισσότεροι γίνονται μικροπωλητές» (εκπαιδευτικός).

Όπως διαφαίνεται ούτε η οργάνωση της τάξης, ούτε οι μέθοδοι διδασκαλίας και αξιολόγησης μα ούτε και η διδακτέα ύλη, προσομοιάζει μ΄ αυτήν των υπόλοιπων σχολικών μονάδων της χώρας, αυτών για τα «κανονικά» παιδιά. Είναι χαρακτηριστική, η αφήγηση μια τέτοιας εμπειρίας απ΄ την καθημερινή εκπαιδευτική ζωή των ανηλίκων κρατουμένων όπως παρουσιάζεται στην διδακτορική διατριβή του Ν. Παναγιωτόπουλου (1997) «Οι απόκληροι. Τα ιδρύματα αγωγής ανηλίκων».

«Θέλω νά ΄μαι σκλάβος και χορτάτος»

Τα παιδιά προσέρχονταν στην αίθουσα περίπου στις 8.30 το πρωί. Οι παιδονόμοι παρακολουθούν την προσέλευση των παιδιών φωνάζοντας : «Έλα, έλα, όλοι για μάθημα μέσα», και στη συνέχεια απομακρύνονται με την είσοδο του εκπαιδευτικού. Ο εκπαιδευτικός ζητά από τα παιδιά να κάνουν ησυχία για να με παρουσιάσει, τα παιδιά όμως συνεχίζουν να φωνάζουν. Βλέποντας ότι δεν ήταν δυνατό να τα καθησυχάσει, ο εκπαιδευτικός βγήκε έξω και φώναξε τον παιδονόμο, ο οποίος έριξε στα παιδιά ένα αφ΄ υψηλού βλέμμα χωρίς να πει απολύτως τίποτε και αμέσως επικράτησε ησυχία. Κατόπιν, ο εκπαιδευτικός με παρουσίασε στα παιδιά ως συνάδελφό του, ο οποίος θα ήθελε να παρακολουθήσει πώς γίνεται το μάθημα, και ζήτησε από ένα παιδί να αρχίσει την ανάγνωση.

Μέσα στην τάξη υπήρχαν παιδιά με διαφορετικό γνωστικό επίπεδο : από τους αναλφάβητους μέχρι τα παιδιά που είχαν παρακολουθήσει τις δύο τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν για να μάθουν ποιος θα διαβάσει μετά. Το παιδί που άρχισε να διαβάζει, με παρακάλεσε να το προσέξω. Στη διάρκεια του μαθήματος, όταν ο εκπαιδευτικός υποδείκνυε κάποιο παιδί για να διαβάσει, τα άλλα παιδιά έπαιζαν σβούρες πάνω στα θρανία. Κάποια στιγμή, ένα «σκληρό καρύδι» (σύμφωνα με τη γνώμη του προσωπικού) σηκώθηκε, έκλεισε το μάτι στον καθηγητή και χωρίς να πει τίποτε, βγήκε έξω.

Σιγά - σιγά η φασαρία άρχισε πάλι να επεκτείνεται και ο καθηγητής προσπαθούσε να επαναφέρει την τάξη : «Σταμάτα ρε, μ΄ έφαγες», «Θα σηκώσω το χέρι μου και θα στις βρέξω, μη μιλάς, ρε», «ε, κοίτα, δεν θέλω να σε χτυπήσω». Κάποια στιγμή, όταν ένα παιδί χτύπησε το διπλανό του, ο καθηγητής γύρισε και το χαστούκισε και το παιδί αντέδρασε : «Δεν ντρέπεσαι, κύριε Β., να με χτυπήσεις μπροστά του», ενώ κάποια άλλα παιδιά φώναζαν «ε, πάρ΄ τα τώρα», «πάρ΄ τα μάπα».

Στη συνέχεια, για κάποιο παιδί που διάβαζε πολύ καλά ο καθηγητής ζήτησε από τους άλλους να χειροκροτήσουν, αλλά επί ματαίω. Το κεφάλαιο είχε τον τίτλο «Ο σκύλος και ο λύκος». Ο καθηγητής ρώτησε το παιδί αν θα ήθελε να είναι νηστικό και ελεύθερο όπως ο λύκος, και το παιδί του απάντησε «θέλω να είμαι σκλάβος και χορτάτος»

Λίγο πριν από το τέλος της ώρας και ενώ τα παιδιά είχαν χάσει τελείως την προσοχή τους, ο καθηγητής άρχισε να μου εξηγεί πως τα παιδιά είχαν πολύ χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Όπως  ήταν όρθια τα παιδιά, μου έδειξε κάποιο που ήταν μουσουλμάνος, και έγραψε πάνω στον πίνακα, δήθεν για να μην καταλάβει το παιδί : Κλίμακα Ν : 50-55. Τότε σηκώθηκε κάποιο άλλο παιδί και άρχισε να γράφει ακριβώς από κάτω, χωρίς να έχει καταλάβει, 60-65, 65-70 κ.ο.κ. Ο καθηγητής γέλασε και φώναξε «διάλειμμα!».

 

Η επαγγελματική εκπαίδευση ενδιαφέρει περισσότερο τα παιδιά και πραγματοποιείται σε εργαστήρια μέσα στο ίδρυμα. Κατά κανόνα οι υπεύθυνοι των εργαστηρίων, χαίρουν της εκτίμησης των παιδιών και ασκούν ιδιαίτερη επιρροή σ΄ αυτά. Πολλές φορές καταφεύγουν κατά τη διδασκαλία τους σε βίαιες κυρώσεις (όπως χτυπήματα, αγγαρείες κ.ο.κ.) τα οποία όμως όπως διαφαίνεται απ΄ τις συνεντεύξεις (των παιδιών), δεν είναι ικανά να άρουν την εμπιστοσύνη των παιδιών στο πρόσωπό τους. Πολλές φορές οι διδάσκοντες στο εργαστήριο, οι τεχνίτες που μεταδίδουν τη γνώση τους στα παιδιά αποτελούν ένα είδος προτύπου γι΄ αυτά, απ΄ τη στιγμή που αυτά ευελπιστούν ότι στο μέλλον ίσως ασκήσουν το ίδιο επάγγελμα. Οι διδάσκοντες στα εργαστήρια και η ίδια η επαγγελματική εκπαίδευση βρίσκονται όπως συνάγεται απ΄ τις αφηγήσεις των ίδιων των παιδιών πολύ υψηλότερα στην κλίμακα αξιών τους απ΄ ότι οι διδάσκοντες του σχολείου και η γενική παιδεία. Η πρωτοκαθεδρία της επαγγελματικής εκπαίδευσης στη συνείδηση των παιδιών και η θεώρηση της γενικής παιδείας ως συμπληρωματικής ή και «περιττής», διαιωνίζει και νομιμοποιεί την αντίθεση μεταξύ της χειρονακτικής και πνευματικής εργασίας.

Τα ίδια τα παιδιά, βιώνοντας καθημερινά μια κατάσταση διανοητικής χαλαρότητας και χαυνότητας, πλήρους ανυπαρξίας ερεθισμάτων και προαιρετικής ουσιαστικά συμμετοχής τους σε μαθήματα της στοιχειώδους εκπαίδευσης χωρίς κάποιο οργανωμένο πρόγραμμα διδασκαλίας τείνουν να πιστέψουν στο «μάταιο και ανέφικτο της σχέσης τους με την πνευματική εργασία», τείνουν να πιστέψουν ότι δεν είναι ούτε ικανά ούτε προκαθορισμένα γι΄ αυτή.

Χαρακτηριστικό είναι εξάλλου, ότι και στα ιδρύματα αγωγής θηλέων, ενόσω αυτά λειτουργούσαν, το μοναδικό αντικείμενο επαγγελματικής εκπαίδευσης ήταν η κομμωτική και η κεντητική που συγκέντρωναν και τη δηλωμένη προτίμηση της μεγάλης πλειοψηφίας των μαθητριών. Ανάλογο φαινόμενο παρατηρείται και στα αγόρια, όσον αφορά τα τεχνικά επαγγέλματα. Οι διδάσκοντες στα εργαστήρια λοιπόν, έχοντας συχνά την ίδια ταξική προέλευση, τον ίδιο τρόπο έκφρασης και αντιμετώπισης του κόσμου με τα παιδιά, μιλώντας την «ίδια γλώσσα» μ΄αυτά, αποκτούν διακεκριμένη θέση στη συνείδηση των παιδιών, σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους της γενικής εκπαίδευσης.

Τα ιδρύματα αγωγής προσφέροντας στην πράξη την ελάχιστα οργανωμένη και ελκυστική απ΄ άποψη ερεθισμάτων σχολική εκπαίδευση, σ΄ εκείνα τα παιδιά που έρχονται στο ίδρυμα, από περιβάλλον συνήθως στερημένο μορφωτικών ερεθισμάτων, οδηγούν τους ανηλίκους κρατουμένους να αποδίδουν τα αίτια της κοινωνικής τους «αποτυχίας», της σχολικής τους ανεπάρκειας, στις ελλείψεις της προσωπικότητάς τους.

Έξοδοι απ΄ το ίδρυμα για εκπαιδευτικούς ή πολιτιστικούς σκοπούς δεν πραγματοποιούνται σχεδόν ποτέ. Οι εκδηλώσεις μέσα στο ίδρυμα με παρόμοιο περιεχόμενο είναι σπάνιες.

Η επαφή των παιδιών με την καλλιτεχνική δημιουργία, με την κοινωνική πραγματικότητα, με τα μέσα και τις διαδικασίες παραγωγής είναι ανύπαρκτη. Τα παιδιά αγνοούν τη λειτουργία των θεσμών, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, την ιστορική και κοινωνική συνέχεια, τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, και κανείς δε φαίνεται να ενδιαφέρεται να τους τα γνωρίσει.

Σήμερα, μετά την αναστολή λειτουργίας των υπολοίπων ιδρυμάτων αγωγής, λειτουργεί μόνο το ίδρυμα αγωγής αρρένων Βόλου, δυναμικότητας 34 παιδιών. Ο εγκλεισμός τους εκεί επιβάλλεται σαν αναμορφωτικό μέτρο και είναι αόριστης διάρκειας, παρατείνεται ή συντομεύεται δηλαδή ανάλογα με την «επιτυχία» της «αναμορφωτικής» διαδικασίας.

Οι ηλικίες των παιδιών κυμαίνονται από 7 έως 17 ετών και τα περισσότερα στερούνται πλήρως γραμματικών γνώσεων. Όπως μας ενημέρωσε οι διευθυντής του ιδρύματος, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε μαζί του, λειτουργεί στο ίδρυμα 2/θέσιο Δημοτικό Σχολείο, το οποίο υπάγεται απευθείας στο Υπουργείο Παιδείας και υπηρετούν σ΄ αυτό δύο δάσκαλοι. Η φοίτηση σ΄ αυτό είναι υποχρεωτική για όλα τα παιδιά, εκτός αυτών που έχουν ήδη απολυτήριο δημοτικού. Δεν λειτουργεί όμως πέμπτη και έκτη τάξη, καθότι ενώ τα παιδιά είναι πολύ μεγαλύτερα ηλικιακά, οι γνώσεις τους είναι ελάχιστες. Τρεις φορές την εβδομάδα τα παιδιά κάνουν γυμναστική με γυμναστή σταλμένο απ΄ την τοπική Μητρόπολη.

Επίσης λειτουργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής εκπαίδευσης, τμήμα αγγειοπλαστικής, για τους αποφοίτους του Δημοτικού Σχολείου. Αυτή τη στιγμή κανένα απ΄ τα παιδιά του ιδρύματος δεν φοιτά στο Γυμνάσιο, παλαιότερα όμως υπήρξαν παιδιά που παρακολουθούσαν μαθήματα Γυμνασίου σε κανονική σχολική μονάδα έξω απ΄ το ίδρυμα. Άλλο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης ή άλλης μορφής αυτή τη στιγμή δεν πραγματοποιείται. Έξοδοι των παιδιών απ΄ το ίδρυμα πραγματοποιούνται πάντοτε όμως με συνοδεία προσωπικού του ιδρύματος. Ο διευθυντής στη συνομιλία μας μαζί του μας πληροφόρησε ότι θα μπορούσαμε να επισκεφθούμε το ίδρυμα και να παρακολουθήσουμε τον τρόπο λειτουργίας του, «χωρίς κανένα πρόβλημα» εφόσον μας παραχωρηθεί, μετά από αίτησή μας, άδεια απ΄ το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

 

Σωφρονιστικά καταστήματα ανηλίκων

 

Ο εγκλεισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα (ΣΚΑ) εφαρμόζεται μόνο για τους ανήλικους παραβάτες που βρίσκονται στην εφηβική ηλικία (12 έως 17 ετών) και που το δικαστήριο ανηλίκων ερευνώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις τέλεσης της παράνομης πράξης και την όλη προσωπικότητά τους κρίνει ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός τους για την αποφυγή τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων (ά. 127¦ 1 Π.Κ.). Σαν απαραίτητη προϋπόθεση εγκλεισμού του ανήλικου παραβάτη σε σωφρονιστικό κατάστημα τίθεται η καταφατική πρόγνωση επικινδυνότητας του συγκεκριμένου ανηλίκου, που επαφίεται στην ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ανηλίκων. Η πρόγνωση τούτη όμως, βασισμένη σε μια τόσο γενική διάταξη, είναι ιδιαίτερα επισφαλής και κανείς δεν εγγυάται την ομοιόμορφη εφαρμογή της, έρχεται δε σε αντίθεση με τα α. 2και5¦1 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Η δυσμενής αυτή πρόγνωση προσωπικότητας και μάλιστα από δικαστές  στερούμενους των βασικών γνώσεων για μια τέτοια διάγνωση και βασιζόμενους σε «ανύπαρκτα» κριτήρια, καθιστά επικίνδυνο και σαφώς αντισυνταγματικό αφ΄ ενός το δικαστικό κανόνα, αφετέρου την εφαρμογή του απ΄ τα δικαστήρια ανηλίκων.

Όπως ορίζεται στο άρθρο 39 του κώδικα μεταχείρισης κρατουμένων που τέθηκε σε ισχύ από την 1.1.1990, σκοπός της αγωγής των κρατουμένων είναι η ομαλή επανένταξή τους στο κοινωνικό, επαγγελματικό και οικογενειακό περιβάλλον. Η αγωγή των κρατουμένων γίνεται από εξειδικευμένο προσωπικό, με σύγχρονες και κατάλληλες επιστημονικές μεθόδους και προγράμματα, σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο (άρθρ. 40¦1 Κώδ. ΜΕΚ). Οι ανήλικοι κρατούμενοι διαβιώνουν χωριστά από τους ενήλικους κρατουμένους οποιασδήποτε κατηγορίας (ά.9¦1 Κωδ. ΜεΚ). Όσον αφορά τη σχολική παιδεία η πρωτοβάθμια εκπαίδευση των νέων κρατουμένων είναι υποχρεωτική (ά.48¦1 Κώδ.ΜεΚ). ενώ σ΄ αυτούς που έχουν συμπληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρέχεται η δυνατότητα να συνεχίσουν την δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εκπαιδευτικές άδειες (ά. 48¦2 Κωδ.ΜεΚ) ενώ μπορούν χωρίς περιορισμούς να σπουδάζουν με αλληλογραφία (ά. 47¦3 Κωδ.ΜεΚ). Η παιδεία των κρατουμένων αποβλέπει στην απόκτηση ή συμπλήρωση πρωτοβάθμιας ή επαγγελματικής εκπαίδευσης. Για το σκοπό ατό στα διάφορα καταστήματα λειτουργεί μονοτάξιο δημοτικό σχολείο. Επίσης οργανώνονται με τη συνεργασία αρμόδιων φορέων προγράμματα επαγγελματικού προσανατολισμού και εκπαίδευσης. Οι παρεχόμενοι τίτλοι σπουδών είναι ισότιμοι με τους τίτλους των αντίστοιχων σχολών της δημόσιας ή επαγγελματικής εκπαίδευσης και δεν αναγράφεται σ΄ αυτούς το όνομα του καταστήματος (ά. 47¦1 και 2 Κωδ.ΜεΚ). Αυτό είναι περίπου το θεωρητικό νομικό πλαίσιο όπου κινείται ο Κώδικας Μεταχείρισης Κρατουμένων, όσον  αφορά την εκπαίδευση σχολική και επαγγελματική των ανηλίκων.

Επιχειρώντας μία κάπως ουσιαστικότερη προσέγγιση της ισχύουσας κατάστασης στα σωφρονιστικά καταστήματα ανηλίκων (ΣΚΑ) ήρθαμε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τους διευθυντές των φυλακών, όπου βρίσκονται τα καταστήματα αυτά.

Στο ΣΚΑ Βόλου αυτή τη στιγμή κρατούνται ανήλικοι, κυρίως αλλοδαποί και στην πλειοψηφία τους Αλβανοί υπήκοοι. Λειτουργούν επίσης το σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων στην Αυλώνα (είναι το πρώην σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων Κορυδαλλού που πλέον έχει μεταφερθεί), το σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων Διαβατών (για το οποίο μεγάλη εντύπωση μας προκάλεσε το γεγονός ότι κανείς απ΄ τους υπόλοιπους διευθυντές δεν μας ανέφερε την ύπαρξή του) και το Αγροτικό σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων Κασσαβέτειας Βόλου.

Στο Α.Σ.Κ.Α. Κασσαβέτειας δυναμικότητας 200 κρατουμένων κρατούνται σήμερα 170 κρατούμενοι. Ενώ όμως το κατάστημα αυτό προορίζεται αποκλειστικά για ανηλίκους σήμερα κρατούνται εκεί και ενήλικες που εκτίουν την ποινή τους. Κρατούνται έτσι εκεί σε χωριστές πτέρυγες, ανήλικοι έλληνες υπήκοοι, ανήλικοι αλλοδαποί και ενήλικες. Σαράντα απ΄ αυτούς, ζουν σε συνθήκες «ημιελευθερίας» καθότι ασχολούνται με γεωργικής ή κτηνοτροφικής φύσης εργασίες, καθότι το κατάστημα αυτό έχει στην κατοχή του μεγάλες αγροτικές εκτάσεις.

Όπως πληροφορηθήκαμε, λειτουργεί εκεί ειδικό δημοτικό σχολείο όπου υπηρετεί ένας δάσκαλος και το παρακολουθούν δεκαπέντε μαθητές, κυρίως τσιγγάνοι.

Τα μαθήματα πραγματοποιούνται με συνδιδασκαλία όλων των τάξεων. Προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης είχαν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν στα πλαίσια λειτουργίας των ΚΕΚ. Αυτή τη στιγμή όλα τα προγράμματα «έχουν παγώσει», προφανώς λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.

Σύμφωνα με μια έγκυρη ερευνητική εργασία  οι ανήλικοι που κρατούνται στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας μας, έχουν βιώσει και βιώνουν καθημερινά πολλαπλές και ποικίλες καταστάσεις στέρησης και κοινωνικού αποκλεισμού, όπως «διαταραγμένο» οικογενειακό περιβάλλον, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, έλλειψη επαγγελματικών προσόντων, ασθενή οικονομική κατάσταση και μηδαμινές προοπτικές για μια μελλοντικά αυτοδύναμη αντιμετώπιση των βιοτικών τους αναγκών. Ένας στους τέσσερις ανηλίκους είναι αγράμματος, δεν κατέχει δηλαδή γραφή κι ανάγνωση, τρεις στους τέσσερις δεν διέθεταν κανενός είδους επαγγελματική εκπαίδευση και δύο στους πέντε προέρχονταν από δομικά ή λειτουργικά αποδιοργανωμένες οικογένειες. Βάσει της ίδιας έρευνας δυσάρεστα συμπεράσματα προκύπτουν κι όσον αφορά  τις συνθήκες κράτησής τους και συγκεκριμένα τις συνθήκες εκπαίδευσης, επιμόρφωσης και εργασίας των ανηλίκων παραβατών, τους σκοπούς  στους οποίους αποβλέπει ο εγκλεισμός τους, την επανένταξή τους δηλαδή μέσω της εκπαίδευσης, επιμόρφωσης και δυνατοτήτων μελλοντικής εργασίας.

Έτσι στο ερώτημα αν γίνονται κάποια μαθήματα στο Σωφρονιστικό Κατάστημα τα οποία οι ερωτηθέντες παρακολουθούν το 52,6% απάντησαν «όχι», το 8,3% «δεν ξέρω / δεν απαντώ», και μόνο ένας στους τρεις ανηλίκους (34,6%) δήλωσε ότι παρακολουθεί μαθήματα σχολείου (ποσοστό αναμενόμενο καθότι πολλοί ανήλικοι βρίσκονται στην περίοδο της σχολικής ηλικίας κι είναι αγράμματοι). Το 9% του συνόλου των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι συμμετέχουν σε μαθήματα καλλιτεχνικού χαρακτήρα, τεχνικής φύσης ή πρώτων βοηθειών.

Όσον αφορά την εργασία ή την επιθυμία τους για εργασία μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα, το 43,6% ανέφεραν ότι δεν εργάζονται ούτε απασχολούνται κατά κάποιο τρόπο αν και οι περισσότεροι απ΄ αυτούς (το 63,2%) δήλωσαν με απερίφραστο τρόπο την επιθυμία τους να εργαστούν, κυρίως βέβαια γιατί με το μέτρο ευεργετικού υπολογισμού των ημερών όταν εργάζονται, τους δίνεται η δυνατότητα να αποφυλακιστούν γρηγορότερα.

Η απραξία αυτή ή έστω υποαπασχόληση στην οποία καταδικάζονται οι ανήλικοι κρατούμενοι δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη βούληση της πολιτείας να τους βοηθήσει να διοχετεύουν κάπου την ενεργητικότητά τους καθότι και η δεδηλωμένη επιθυμία των ανηλίκων υπάρχει και χώροι μπορούν να εξερευνηθούν. Το 64,1% των ανηλίκων επίσης εκδηλώνουν έντονο ενδιαφέρον να απασχοληθούν δημιουργικά και κυρίως με μαθήματα σχολείου ή τεχνικού χαρακτήρα. Τα μαθήματα αυτά όμως κι όταν ακόμη πραγματοποιούνται, ελλείψει του οργανωμένου χαρακτήρα τους και του χαμηλού επιπέδου τους, ελλείψει μάλιστα και ειδικευμένων εκπαιδευτικών, καταλήγουν βαρετά κι ανούσια, όπως προκύπτει κι απ΄ τις απαντήσεις των μη επιθυμούντων να τα παρακολουθήσουν. Χρήσιμη ίσως να ήταν και η παροχή πρόσθετων κινήτρων για την παρακολούθησή τους (π.χ. ευεργετικός υπολογισμός ημερών κ.α.) καθότι οι ανήλικοι αυτοί ήδη διακρίνονται από κάποιου είδους δυσπιστία απέναντι σε κάθε είδους εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Ένα μεγάλο ποσοστό μάλιστα αυτών (56,6%) όταν κάποτε παρακολούθησαν τα μαθήματα σχολείου, έμειναν στην ίδια τάξη, συχνά μάλιστα και δύο φορές (το αντίστοιχο ποσοστό αρρένων μαθητών Γυμνασίου ή Λυκείου της χώρας που εγγράφονται για δεύτερη φορά στην ίδια τάξη είναι περίπου 7% : Ε.Σ.Υ.Ε., Στατιστική της Εκπαίδευσης 1983/84, Αθήνα 1992).

Σημειωτέον ότι από έρευνες που έχουν γίνει έχει συσχετιστεί η χαμηλή σχολική επίδοση με την μετέπειτα παραβατική συμπεριφορά και μια πιθανή εξήγηση είναι ίσως ότι παιδιά που ήδη βιώνουν απορριπτικές ή και τραυματικές εμπειρίες από ένα προβληματικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον παρουσιάζουν ως εκ του αποτελέσματος και χαμηλή σχολική επίδοση. έτσι με προστιθέμενη στις ήδη προϋπάρχουσες- ακόμα μία εμπειρία ματαίωσης κι αποτυχίας, ανταποκρίνονται με την παραβατική τους συμπεριφορά στις μηδαμινές προσδοκίες των γονέων, των δασκάλων, του γύρω τους κόσμου (η λεγόμενη αυτοεκπληρούμενη προφητεία).

Ερωτηματικά δημιουργεί και ο τρόπος με τον οποίο οι ανήλικοι περνούν το χρόνο τους μέσα στα ιδρύματα αγωγής και σωφρονιστικά καταστήματα, δεδομένης της σχεδόν ανύπαρκτης απασχόλησής τους με εκπαίδευση και εργασία. Βάσει λοιπόν της ερευνητικής εργασίας των Κουράκη, Μηλιώνη κ.ά. το 37,2% κυρίως βλέπει τηλεόραση ή ακούει ραδιόφωνο, αθλείται π.χ. παίζοντας μπάλα (20,1%) κάνει βόλτες στο προαύλιο (16,5%) και κατά βάση το μεγαλύτερο ποσοστό των ανηλίκων περιμένουν παθητικά να συμπληρωθεί ο χρόνος έκτισης της ποινής τους.

Δημιουργική αξιοποίηση του χρόνου τους παρουσιάζεται σ΄ ένα πολύ μικρό σχετικά ποσοστό : ενασχόληση με δραστηριότητες όπως διάβασμα ή γράψιμο (11,7%) και καλλιτεχνική δημιουργία (1,2%).

Σε ερώτηση σχετικά με τη συχνότητα πολιτιστικών ή άλλων εκδηλώσεων που οργανώνονται στα ιδρύματα ανηλίκων, η συντριπτική πλειονότητα των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αυτές γίνονται «σπάνια» (61,5%) ή «ποτέ» (15,4%),ενώ ένα ποσοστό 12,2% απάντησε με τη φράση «δεν ξέρω/δεν απαντώ».

Οι συνθήκες κράτησής τους χαρακτηρίστηκαν κατά βάση «απαράδεκτες» (30,1%) ή «όχι καλές» (26,3%). Σύμφωνα επίσης με την ίδια έρευνα το 30% περίπου των ανηλίκων κρατουμένων προέρχονται από ιδρύματα ή έχουν στο παρελθόν εκτίσει κι άλλη στερητική της ελευθερίας τους ποινή. Αυτό σημαίνει ότι οι ανήλικοι τούτοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια βαθμιαία, ανοδική τροχιά «εγκληματικής» συμπεριφοράς που εξελίσσεται με την πρόοδο του χρόνου σε «εγκληματική» σταδιοδρομία. Ένα ποσοστό της τάξης του 54% των ανηλίκων κρατουμένων δεν είχαν ποτέ προηγουμένως επαφή με το σύστημα δικαιοσύνης για ανηλίκους. Αυτό το πόρισμα της έρευνας γεννά ερωτηματικά, ως προς κατά πόσο ο εγκλεισμός στο ίδρυμα εφαρμόζεται περιοριστικά ως το έσχατο μέσο, αφού οι ανήλικοι έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε κάθε άλλο πρόσφορο εξωιδρυματικό μέτρο, όπως ορίζει η κείμενη νομοθεσία. Το πιο συχνά μάλιστα διαπραχθέν αδίκημα απ΄ τους ανήλικους παραβάτες είναι η κλοπή (49%). Απ΄ όλα τούτα συνάγεται, ότι παρά το γράμμα του νόμου, τα ελληνικά δικαστήρια πολύ γρήγορα προσφεύγουν στο έσχατο μέσο, δηλαδή στην επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής, χωρίς προηγουμένως να έχουν επιβάλλει εξωιδρυματικά αναμορφωτικά μέτρα, στους ανήλικους παραβάτες.

 

Μια κριτική προσέγγιση της ιδρυματικής και σωφρονιστικής μεταχείρισης των ανηλίκων στην Ελλάδα.

 

Στην ελληνική έννομη τάξη η ποινική ανηλικότητα εκτείνεται από το έβδομο ως το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας ενός ατόμου. Το έβδομο έτος άρα αποτελεί το κατώτερο ηλικιακό όριο για την παρέμβαση του μονομελούς δικαστηρίου ανηλίκων. Το ίδιο όριο ηλικίας ισχύει και στην Ελβετία, ενώ στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες είναι αισθητά πιο υψηλό (π.χ. στην Πορτογαλία το δωδέκατο, στην Βόρειο Ιρλανδία το δέκατο, στην Πολωνία το δέκατο τρίτο). Επειδή η παραβατικότητα των παιδιών (παιδιά κατά τον Ποινικό Κώδικα θεωρούνται οι ανήλικοι επτά έως και δώδεκα ετών) είναι στη συντριπτική πλειοψηφία ελαφράς φύσης (μικροκλοπές κ.ά.), η επαφή τους αυτή με το ποινικό και σωφρονιστικό μας σύστημα έχει στιγματικές συνέπειες.

Η εγγραφή του επιβληθέντος αναμορφωτικού μέτρου στο ποινικό τους μητρώο, το καθεστώς εγκλεισμού σε ίδρυμα αγωγής χωρίς τη δική τους συναίνεση ή τη συναίνεση των γονέων τους, χρήζουν σίγουρα επανεξέτασης, καθότι τα μέτρα αυτά, δεν είναι σύμφωνα με τις αρχές του κράτους δικαίου. Το ελληνικό δίκαιο προβλέπει αυτή τη στιγμή πολύ φτωχό αριθμό εξωιδρυματικών αναμορφωτικών μέτρων αντιμετώπισης της παραβατικότητας των ανηλίκων (επίπληξη, ανάθεσης της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς, στους επιτρόπους ή τους κηδεμόνες του και ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε επιμελητές ανηλίκων). Η θέσπιση περισσότερων αριθμητικά και πιο σύγχρονων και αποτελεσματικών εξωιδρυματικών αναμορφωτικών μέτρων για τους ανηλίκους, κρίνεται απαραίτητη, έτσι ώστε να καθίσταται περιττό μέτρο στις περισσότερες των περιπτώσεων, η εισαγωγή σε ίδρυμα αγωγής ή σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων (Σ.Κ.Α.).

Τέτοια εξωιδρυματικά αναμορφωτικά μέτρα θα μπορούσαν ίσως να είναι η επανόρθωση (έστω και μερική) της ζημίας, συγχρόνως με προσπάθεια συνδιαλλαγής ή συμφιλίωσης του δράστη με το θύμα, η συμμετοχή σε κύκλο μαθημάτων κοινωνικής αγωγής, η παροχή κοινωφελούς εργασίας κ.ά.). Οι κυρώσεις του ποινικού δικαίου ανηλίκων είναι αόριστης διάρκειας. Αόριστη είναι τόσο η διάρκεια των αναμορφωτικών και θεραπευτικών μέτρων όσο και η διάρκεια του ποινικού σωφρονισμού με καθορισμό του ελάχιστου και του μέγιστου ορίου του από τα δικαστήρια ανηλίκων. Η συγκεκριμένη σε κάθε περίπτωση διάρκεια του ποινικού σωφρονισμού του ανηλίκου εξαρτάται γενικά απ΄ την πορεία κοινωνικής αναπροσαρμογής του και αποσαφηνίζεται κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής του. Η χρονική αοριστία σκοπό έχει να ενεργοποιήσει τον ανήλικο, έτσι ώστε να σμικρύνει το χρόνο κράτησής του με δικές του προσπάθειες. Στην πράξη όμως έχει αποδειχθεί ότι αφενός η αόριστη διάρκεια της ιδρυματικής κύρωσης οδηγεί στην πραγματικότητα σε παράταση της κράτησης προκειμένου να αποτραπεί η τέλεση νέων εγκλημάτων, αφετέρου δε βιώνεται απ΄ τον ανήλικο ως πρόσθετο δεινό και δρα αποθαρρυντικά οδηγώντας τον μάλιστα αρκετές φορές και ανάλογα με την προσωπικότητά του, σε υποκριτική προσαρμογή στις συνθήκες των σωφρονιστικών καταστημάτων, με σκοπό την επίτευξη μιας βραχύτερης ποινής.

Η αοριστία τούτη στη διάρκεια έκτισης της στερητικής της ελευθερίας, ποινής γίνεται διεθνώς αντικείμενο κριτικής, καθότι αποδεδειγμένα επιφέρει βλαπτικά και ζημιογόνα αποτελέσματα στην ανάπτυξη του ανηλίκου.

Διαπιστώνοντας την πλήρη έλλειψη ουσιαστικού ενδιαφέροντος απ΄ τη μεριά της πολιτείας για την παροχή πραγματικά «ίσων» ευκαιριών εκπαίδευσης στους ανήλικους παραβάτες, δε μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς  με ποιο τρόπο οραματίζεται η πολιτεία πως θα συντελεστεί η «αγωγή και η κοινωνική τους επανένταξη» που αποτελεί σκοπό των κατά καιρούς σωφρονιστικών νομοθετημάτων (ά.1¦1 Κωδ. ΜεΤ.Κ) Οι ανήλικοι κρατούμενοι κατά την έξοδό τους απ΄ τα ιδρύματα αγωγής και ειδικά απ΄ τα σωφρονιστικά καταστήματα, «φέρουν» μαζί τους ακόμη μια «κατάσταση αποκλεισμού». Το «στίγμα» του πρώην τροφίμου και την απόκτηση πια μιας «αρνητικής» κοινωνικής ταυτότητας, που τους ακολουθεί. Με ελλιπή σχολική εκπαίδευση, μικρή έως ανύπαρκτη επαγγελματική κατάρτιση, επιστρέφουν σε ένα «αρνητικό» συνήθως οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον επιδιώκοντας την ισότιμη ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο και τη διεκδίκηση ευκαιριών εργασίας, από εργοδότες πολύ επιφυλακτικούς ή αρνητικά προδιατεθειμένους σε ένα πρώην «έγκλειστο».

Απ΄ το 1986, προχωρώντας σ΄ ένα θετικό βήμα, ο Ο.Α.Ε.Δ. οργάνωσε τα πρώτα προγράμματα επιχορήγησης εργοδοτών για τη δημιουργία επιδοτούμενων εργασιακών θέσεων για νέους 15 έως 21 ετών στους οποίους επιβλήθηκαν αναμορφωτικά μέτρα ή ποινικός σωφρονισμός και βρίσκονται εκτός ιδρύματος ή Σωφρονιστικού καταστήματος. Οι όροι επιχορήγησης των εργοδοτών είναι άκρως δελεαστικοί, αφού η απασχόληση των νέων που προσλαμβάνονται, τους κοστίζει ένα ασήμαντο συγκριτικά με τους υπόλοιπους εργαζομένους ποσό. Το πρόγραμμα τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του (έως και το 1988) δεν στέφθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία.

Η δυσπιστία των ιδιωτών εργοδοτών απέναντι σ΄ αυτά τα παιδιά ήταν «δικαιολογημένη» εάν αναλογιστούμε ότι το ίδιο το κράτος που τα οργάνωνε απέκλειε την υπαγωγή των κρατικών φορέων ως εργοδοτών, σ΄ αυτά τα προγράμματα (άρθρ. 2 της 30714/1988 Απόφ. Υπ. Εργασίας). Το κράτος λοιπόν ζητεί απ΄ τους ιδιώτες εργοδότες να περιβάλλουν μ΄ εμπιστοσύνη « έστω κι έναντι αντιτίμου « τους ανηλίκους αυτούς, ενώ το ίδιο δυσπιστεί, τους στιγματίζει και τους απομονώνει.

Η εκπαίδευση, όπως επισημαίνεται απ΄ τον Γ. Πανούση [(1998) Η ποινική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων] θα πρέπει να σκοπεύει όχι μόνο στην αποτροπή της εγκληματογέννησης, μέσω της επίτευξης κοινωνικής αποδοχής, σχολικής - οικογενειακής ένταξης και εργασιακής αποκατάστασης, για τους ανηλίκους παραβάτες. Κύριος σκοπός της θα πρέπει να είναι να τους μάθει να ζουν ελεύθεροι - μέσα κι έξω απ΄ τη φυλακή - κι όχι σαν «φυλακισμένοι», παγιδευμένοι σε συγκεκριμένες κοινωνικές προδιαγραφές.

Η ελληνική πολιτεία μέχρι σήμερα δεν έχει επιδείξει όχι τη «βούληση» μα ούτε καν την «πρόθεση» να δώσει στα παιδιά αυτά « γιατί για παιδιά πρόκειται» αυτό που «οφείλει»΄ μια πραγματική «δεύτερη» ευκαιρία, όπου το «δεύτερη» αποτελεί πλεονασμό, γιατί αυτά στο συντριπτικό τους ποσοστό δεν είχαν καν «μια ευκαιρία».

Αυτό όμως προϋποθέτει, ότι η εκπαίδευση δεν θα αντιμετωπίζεται πια σαν ένα «προνόμιο» που παραχωρείται στους ανηλίκους κρατουμένους, αλλά σαν «δικαίωμα» αυτών και «θεμελιώδη συνταγματική υποχρέωση» της πολιτείας.

Η ύπαρξη της χρόνιας κεκαλυμμένης ιδεολογίας «περί της κατωτέρας ή διαφορετικής φύσεως του εγκληματία», που καλλιεργείται εντέχνως μέσα από τα Μ.Μ.Ε. και την εκπαίδευση, και παρουσιάζεται κεκαλυμμένη μεν αλλά ισχυρή σ΄ όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου, θα ήταν το πρώτο που θα καλούνταν να αντιμετωπίσει η πολιτεία, σε περίπτωση που υπήρχε από μέρους της, πραγματική βούληση να προχωρήσει σε τομές, στο χώρο της αντιμετώπισης των ανηλίκων παραβατών. Η ανυπαρξία υλικοτεχνικής υποδομής, η έλλειψη ειδικά επιμορφωμένου ειδικού προσωπικού, το δυσκίνητο γραφειοκρατικό σύστημα, η έλλειψη γενναίων χρηματοδοτήσεων και οι προκαταλήψεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους ανήλικους παραβάτες, αποτελούν επίσης μερικά μόνο απ΄ τα προβλήματα, που χρήζουν άμεσης και γενναίας αντιμετώπισης. Παρόλα αυτά, επειδή «η παιδεία αποτελεί βασικήν αποστολήν του Κράτους» (άρθρο 16¦2 του Συντάγματος) και το προκύπτον «δικαίωμα στη μόρφωση» πουθενά δεν αναφέρεται ότι αφορά μόνο «τους μη στερηθέντες την ελευθερία τους», είναι επιβεβλημένο συνταγματικά, να δοθούν στους ανήλικους παραβάτες, ευκαιρίες εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης,  τουλάχιστον ίσες - αν όχι περισσότερες - με αυτές που δίνονται στους υπόλοιπους συνομηλίκους τους. Όπως εξάλλου διατύπωσε απ΄ το 1984 ήδη σε διάλεξή του, ο έγκριτος καθηγητής του Ποινικού Δικαίου, Ι. Μανωλεδάκης : «οι κοινωνικές συνθήκες είναι ώριμες για να αναγνωριστεί το κοινωνικό αγαθό της παιδικής ηλικίας, η ιδιότητα του αυτοτελούς εννόμου αγαθού και να του αφιερωθεί ιδιαίτερο σχετικό κεφάλαιο στον Ποινικό μας Κώδικα.

Το παιδί πρέπει να προστατευθεί ως αυτοτελής κοινωνική οντότητα και αξία, αφού είναι το μέλλον αλλά και το πιο όμορφο παρόν της κοινωνίας μας, η προέκταση της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στο χρόνο. Ούτε ως αντικείμενο εξουσίας ούτε ως απαραίτητο στοιχείο της αστικής οικογένειας, αλλά ως αυτοτελές αγαθό που μόνο του - ανεξάρτητα από την ύπαρξη, τη δομή, τη μορφή και το μέλλον της οικογένειας - έχει προέχουσα κοινωνική σημασία καθεαυτό και συνεπώς αξίζει την ιδιαίτερη δραστική προστασία της πολιτείας. Φορέας του αυτοτελούς αυτού αγαθού θα είναι, φυσικά ο ίδιος ο ανήλικος, πράγμα που θα αποκλείει την αναγνώριση οποιουδήποτε «δικαιώματος» πάνω σ΄ αυτόν».

Όπως είναι αυτονόητο, οι φορείς του έννομου αγαθού της ανηλικότητας, πουθενά δεν διαχωρίζονται ούτε με βάση την εθνική τους ή κοινωνική τους προέλευση ούτε με βάση την παραβατική ή μη συμπεριφορά τους. Η ανηλικότητα αποτελεί ξεχωριστό, αυτοτελές έννομο αγαθό, που κατά την προστασία του από την πολιτεία, δε χωρεί καμία διάκριση.

 

Προσπάθειες υλοποίησης προγραμμάτων κοινωνικής ένταξης των ανήλικων παραβατών

 

Επισημαίνοντας το βαθύ χάσμα ανάμεσα στο νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει για τους ανηλίκους παραβάτες και την πρακτική εφαρμογή του, και στηριζόμενοι στην ευρέως αποδεκτή αντίληψη ότι οι όροι ζωής ενός ατόμου κι όχι στοιχεία της προσωπικότητάς του παίζουν τον κυρίαρχο ρόλο στην υιοθέτηση μορφών παραβατικής συμπεριφοράς, μέλη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ξεκίνησαν το 1991, - σε συνεργασία με την Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων μια πειραματική προσπάθεια παρέμβασης.

Σκοπός της, εξασφαλίζοντας πρώτα την οικειοθελή συμμετοχή των ανηλίκων και αξιοποιώντας τις χρηματοδοτικές δυνατότητες που προσέφερε η Ευρωπαϊκή Ένωση, να υλοποιήσει κάποια πειραματικά προγράμματα στο χώρο των ανήλικων παραβατών.

Η πρώτη προσπάθεια αφορούσε την επαγγελματική κατάρτιση νέων που είχαν απασχολήσει την Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων ή είχαν περάσει από ιδρύματα αγωγής ή σωφρονιστικά καταστήματα. Η κατάρτισή τους αφορούσε αρχικά τις γραφικές τέχνες και γινόταν στο τυπογραφείο του Πανεπιστημίου, υπήρχε δε παράλληλη στήριξη από ψυχολόγο και κοινωνικό λειτουργό.

Οι εκπαιδευτές, είχαν επιμορφωθεί προηγουμένως σχετικά με τον τρόπο προσέγγισης των ανηλίκων. Όπου υπήρχε δυνατότητα γινόταν προσπάθεια για συνεργασία και παράλληλη στήριξη του ανηλίκου κι΄ απ΄ την οικογένεια.

Παράλληλα δημιουργήθηκε και λειτουργεί ο συμβουλευτικός σταθμός «ΡΟΤΑ», όπου αφενός παρέχονται πληροφορίες στους ανηλίκους και στους γονείς τους σχετικά με τις δυνατότητες εκπαίδευσης, εργασίας, διαμονής, παροχής επιδομάτων, αφετέρου οργανώνονται μαθήματα διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας αλλά και άλλες δραστηριότητες σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα και τη συμμετοχή των ανηλίκων.

Η συμμετοχή του ανηλίκου σ΄ αυτές είναι απόλυτα ελεύθερη, με μόνη δέσμευσή του την πιστή τήρηση του ωραρίου. Στο σταθμό λειτουργεί αυτοτελές τμήμα νομικής υποστήριξης, που στηρίζεται στην εθελοντική παροχή νομικών υπηρεσιών από νεαρούς δικηγόρους. Προσπάθειες επίσης γίνονται και στην κατεύθυνση της ανεύρεσης, ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης εργοδοτών, οι οποίοι να προσλαμβάνουν τους ανηλίκους που έχουν ολοκληρώσει κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης, καθότι υπάρχουν προγράμματα επιδότησης από τον ΟΑΕΔ που μέχρι πρόσφατα σε μεγάλο ποσοστό έμεναν ανεκμετάλλευτα.

Συγχρόνως με τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης για κοινωνικά μειονεκτούντες εφήβους, λειτουργούν ειδικότερα προγράμματα με σκοπό την καταπολέμηση του αποκλεισμού τους απ΄ την αγορά εργασίας.

Στο πλαίσιο αυτό έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία δύο νέα προγράμματα, τα προγράμματα INTEGRA και LEONARDO.

Στο πλαίσιο του LEONARDO, προβλέπεται η κατασκευή μιας εφαρμογής πολυμέσων σε CD για εξ αποστάσεως διδασκαλία και εκπαίδευση μέσω υπολογιστών, των ανηλίκων που βρίσκονται σε σωφρονιστικά καταστήματα και ιδρύματα αγωγής. Συγχρόνως υλοποιείται το ερευνητικό πρόγραμμα «Διερεύνηση αναγκών και μέθοδος επαγγελματικής κατάρτισης ανηλίκων παραβατών και ανηλίκων σε κίνδυνο  «ΟΡΕΣΤΗΣ»- με διακρατική συνεργασία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και άλλων Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και φορέων.

 

Το πρόγραμμα INTEGRA  προβλέπει :

· Εξ αποστάσεως διδασκαλία και εκπαίδευση των εγκλείστων σε σωφρονιστικά καταστήματα ανηλίκων, στις γραφικές τέχνες, μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, με κατασκευή σχετικού CD.

· Απασχόληση ανηλίκων παραβατών σε θέσεις εργασίας επιδοτούμενες απ΄ τον ΟΑΕΔ, μέσω σύμπραξης με ιδιωτικές επιχειρήσεις.

· Οργάνωση club εργασίας, που πέρα από έρευνα αγοράς εργασίας, θα προσφέρει τηλεπικοινωνιακή βοήθεια, συμβουλές και στήριξη των νέων κατά τη διαδικασία εργασιακής τους ένταξης.

· Οργάνωση δύο προγραμμάτων κατάρτισης μέσω Η/Υ : αυτό της κατάρτισης στις γραφικές τέχνες μέσω CD θα πραγματοποιηθεί στο ΑΠΘ, ενώ το άλλο που αφορά χειρισμό Η/Υ στο ΑΣΚΑ Κασσαβέτειας.

· Δημιουργία οργανωμένου συστήματος πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης σχετικά με τους ανήλικους παραβάτες. Αυτό θα περιλαμβάνει τόσο τη δημιουργία εξειδικευμένου πληροφορικού υλικού όσο και τη μελλοντική λειτουργία σχετικού Κέντρου πληφορόρησης.

 

Η εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και ο μη αποκλεισμός των ανηλίκων αυτών από την εργασία, σκοπό δεν έχει μόνο τη παροχή γνώσεων ή την εξασφάλιση χρημάτων. Σκοπό της έχει και την βίωση απ΄ αυτούς εμπειριών αποδοχής κι ελευθερίας, την ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους και την γνωριμία τους μ΄ ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, που ν΄ απέχει πολύ απ΄ τις συνθήκες απόρριψης, στιγματισμού και περιθωριοποίησης όπου έχουν ζήσει.

Στις προσπάθειες που γίνονται, δεν θα ΄πρεπε να παραλείψουμε την αναφορά στην πραγματοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων σχετικά με την κατάρτιση, την εργασία, την ψυχοκοινωνική υποστήριξη των κοινωνικά μειονεκτούντων ανηλίκων, αλλά και τον εθελοντισμό που αναδεικνύεται σ΄ ένα δυναμικό κίνημα υποστήριξης των ανηλίκων αυτών, συσπειρωμένο κυρίως γύρω απ΄ το Συμβουλευτικό Σταθμό «ΡΟΤΑ».

 

                                            Επίλογος

 

Ο εγκλεισμός είτε σε ίδρυμα είτε σε σωφρονιστικό κατάστημα αποτελεί στην ουσία μια κοινωνική διεργασία θέσης συνόρων. Η νοητή τούτη συνοριακή γραμμή χωρίζοντας τους «φυσιολογικούς» ανηλίκους απ΄ τους συνομηλίκους τους «παραβάτες», ουσιαστικά συντελεί στην παραγωγή «ξεχωριστών» «αφύσικων» ανθρώπων, που αναγνωρίζοντας τα διαχωριστικά σύνορα που έχουν υψωθεί τριγύρω τους και την αρνητική κοινωνική ταυτότητα που έχουν  ως τρόφιμοι αποκτήσει, αποδέχονται πια για τον εαυτό τους τις πιο χαμηλές προσδοκίες και τείνουν να ανταποκριθούν σ΄ αυτές.

Η συγκέντρωση σ΄ ένα απομονωμένο χώρο νεαρών ατόμων που προσομοιάζουν μεταξύ τους - πολύ συχνά - απ΄ την άποψη κάποιων κοινωνικών χαρακτηριστικών, έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μιας ομοιογενούς ομάδας, της οποίας η ομοιογένεια ενισχύεται απ΄ τη συνεχή επαφή μεταξύ των εγκλείστων και την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας με τους υπολοίπους συνομήλικους τους.

Η αποκοπή των ανηλίκων απ΄ τον έξω κόσμο, η εκ του αποτελέσματος προσχώρηση και προσκόλλησή τους σε μια άτυπη ομάδα με «κοινά» χαρακτηριστικά έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας πραγματικά «κοινής» «κουλτούρας», που χαρακτηρίζει πια τους σωφρονιζόμενους. Αυτή η κοινή κουλτούρα που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη συμπεριφορά, τρόπο ομιλίας αλλά ίσως και «στάση» απέναντι στην ίδια τη ζωή, τους καθορίζει και τους ακολουθεί ακόμη και μετά την έξοδό τους απ΄ το ίδρυμα ή το σωφρονιστικό κατάστημα. Το γεγονός δε του εγκλεισμού τους και όσων αυτός επιφέρει αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα, καθότι οι ανήλικοι βρίσκονται κατά τη διάρκειά του, σε μια καθοριστική για τη διαμόρφωση άποψης και προσωπικότητας, ηλικία. Αν σ΄ όλα αυτά προστεθεί αφενός η παντελής έλλειψη ερεθισμάτων εκπαιδευτικών, πολιτιστικών, καλλιτεχνικών που χαρακτηρίζει αυτού του είδους τα ιδρύματα «σωφρονισμού» και αφετέρου το αρνητικό περιβάλλον - οικογενειακό και κοινωνικό - απ΄ το οποίο σε πολύ υψηλό ποσοστό προέρχονται οι ανήλικοι, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση το πολύ υψηλό ποσοστό «υποτροπής» που παρουσιάζουν αυτοί, κατά την έξοδό τους απ΄ τα ιδρύματα αγωγής και σωφρονιστικά καταστήματα. Εξερχόμενοι απ΄ αυτά συνήθως δεν έχουν άλλα εφόδια παρά μόνο το «στίγμα» του εγκλεισμού τους και την εδραίωση της πίστης τους ότι ανήκουν πια σε μια «ιδιότυπη κοινωνική ομάδα»  που χαρακτηρίζεται απ΄ τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση.

Τείνουν έτσι ν΄ ανταποκριθούν στην αναμονή, στις προσδοκίες του γύρω τους κόσμου γι΄ αυτούς, ακολουθώντας μια προδιαγεγραμμένη κοινωνική και προσωπική πορεία.

Καθότι γίνεται σήμερα ευρέως αποδεκτό, ότι η κοινωνική επανένταξη και η αγωγή των ανηλίκων κάτω από συνθήκες κοινωνικής απομόνωσης και στέρησης της ελευθερίας τους δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί, αναζητούνται πια νέες μορφές παρέμβασης και στήριξης των ανηλίκων παραβατών. Το ζητούμενο είναι ο ανήλικος να μάθει να ζει ελεύθερος και ν΄ ανταποκρίνεται επιτυχώς στις προκλήσεις του πραγματικού κόσμου κι όχι να προσαρμόζεται στις τεχνικές συνθήκες ζωής του ιδρύματος ή του σωφρονιστικού καταστήματος όπου παραμένει έγκλειστος (ιδρυματοποίηση).

Ένα πλέγμα εξωιδρυματικών μέτρων κοινωνικής στήριξης του ανηλίκου και παροχής σ΄ αυτόν ευκαιριών εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης και μετέπειτα εργασιακής απασχόλησης, θα μπορούσαν ίσως να φέρουν θετικά αποτελέσματα. Στην έσχατη περίπτωση που δεν μπορεί να αποφευχθεί η ιδρυματική μεταχείριση, θα πρέπει να προβλέπεται ως κανόνας η κράτηση σε ανοικτά καταστήματα.

Σύμφωνα εξάλλου με τους κανόνες των Ηνωμένων Εθνών για την Προστασία Ανηλίκων στερημένων της ελευθερίας τους «οι εγκαταστάσεις για ανηλίκους θα πρέπει να είναι αποκεντρωμένες και τέτοιου μεγέθους ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση και η επαφή μεταξύ των ανηλίκων και των οικογενειών τους».

«Μικρής κλίμακας εγκαταστάσεις θα πρέπει να ιδρυθούν και να ενταχθούν στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον της τοπικής κοινότητας (κανόνας 30) ώστε η σχολική παιδεία και ενδεχομένως η επαγγελματική εκπαίδευση να μπορεί να περατωθεί στον «έξω κόσμο», σε σχολεία και προγράμματα της τοπικής κοινότητας (κανόνας 38)». Η ύπαρξη καταρτισμένου και ικανού παιδαγωγικού προσωπικού καθώς και η καλλιέργεια κοινωνικών σχέσεων με τους άλλους συνομήλικους τους, κρίνονται απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη της κοινωνικής στήριξης και ένταξης των ανηλίκων με παραβατική συμπεριφορά.

Καθότι η ελλιπής ή ανύπαρκτη εκπαίδευση και η απουσία σταθερής εργασιακής απασχόλησης συνδέονται άμεσα με την τέλεση αξιόποινων πράξεων, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην παροχή μιας μορφής εκπαίδευσης που θα προσφέρει βιώματα επιτυχίας και αυτοεκτίμησης στους ανηλίκους, βοηθώντας τους να αξιοποιήσουν δημιουργικά τον χρόνο  παραμονής τους σε τέτοιου τύπου καταστήματα «σωφρονισμού». Αυτού του είδους η εκπαίδευση όμως δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τους σκοπούς της, παρεχόμενη στους ανήλικους κρατουμένους, σε «ειδικές» κλειστές σχολικές μονάδες μέσα στο  ίδρυμα ή στο σωφρονιστικό κατάστημα.

Οι ανήλικοι που διαβιώνουν εκεί θα πρέπει ανάλογα με την ηλικία και το επίπεδό τους να εντάσσονται σε κανονικές σχολικές μονάδες και με την παράλληλη στήριξη ειδικά επιμορφωμένου εκπαιδευτικού, να συμμετέχουν στην ίδια εκπαιδευτική διαδικασία που συμμετέχουν κι οι υπόλοιποι συνομήλικοί τους. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει κοινωνική αλληλεπίδραση, κοινωνικές σχέσεις και αλληλοαποδοχή με τον «έξω» κόσμο, το κοινωνικό σύνολο.

Ήδη με τη ψήφιση και δημοσίευση του νόμου 2817/2000 γίνεται ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, αν και πιστεύουμε πως όταν ο νομοθέτης τον συνέτασσε καμία πρόθεση δεν είχε να συμπεριλάβει στο νομοθέτημα αυτό τους ανηλίκους με παραβατική συμπεριφορά. Σύμφωνα με το νόμο αυτό - που αφορά την εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες - άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες θεωρούνται τόσο αυτά που έχουν σημαντική δυσκολία μάθησης και προσαρμογής εξαιτίας σωματικών, διανοητικών, ψυχολογικών, συναισθηματικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων (άρθρο 1¦ 1) όσο κι αυτά που έχουν σύνθετες γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες (άρθρο 1¦2 περ. στ.) ή έχουν ανάγκη από ειδική εκπαιδευτική προσέγγιση και φροντίδα για ορισμένη περίοδο ή ολόκληρη την περίοδο της σχολικής ζωής τους (άρθρο 1¦ 3 εδαφ. 1).

Σύμφωνα με τον ίδιο νόμο οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες μπορεί να φοιτούν «στη συνήθη σχολική τάξη με παράλληλη στήριξη από εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής» ή «σε ειδικά οργανωμένα και κατάλληλα στελεχωμένα τμήματα ένταξης που λειτουργούν μέσα στα σχολεία της γενικής και τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης» (άρθρο 11 περιπτ. α) και β))

Μόνο στην περίπτωση που η φοίτηση στα κοινά σχολεία καθίσταται ιδιαιτέρως δύσκολη, λόγω του είδους και του βαθμού του προβλήματός τους η εκπαίδευση των παιδιών αυτών παρέχεται :

α)  σε αυτοτελή σχολεία ειδικής αγωγής

β)  σε σχολεία ή τμήματα που λειτουργούν είτε ως αυτοτελή είτε ως παραρτήματα άλλων σχολείων (άρθρο 12 περιπτ. α) και β).

 

Σ΄ αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται νομίζουμε το «παράθυρο» που αφήνει ο νόμος, έτσι ώστε να συνεχίζεται η εκπαίδευση να παρέχεται στο ίδιο καθεστώς εγκλεισμού και απομόνωσης, που παρεχόταν μέχρι τώρα, όσον αφορά τους ανηλίκους παραβάτες.

Παρόλα αυτά βάσει ακριβώς αυτού του νομοθετήματος, μπορεί και πρέπει να διεκδικηθεί δυναμικά, η ένταξη στη «κανονική» σχολική ζωή και η συνεκπαίδευση μαζί με τους υπολοίπους συνομηλίκους τους, των παιδιών που διαμένουν σε ιδρύματα αγωγής ή κρατούνται αυτή τη στιγμή σε σωφρονιστικά καταστήματα. Κι αυτό γιατί όπως κι ο νόμος τούτος ορίζει η «ειδική» αυτή εκπαίδευση επιδιώκει ιδιαίτερα την αλληλοαποδοχή με το κοινωνικό σύνολο και την ισότιμη κοινωνική εξέλιξη των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, μέσω της ένταξης ή επανένταξής τους στο κοινό εκπαιδευτικό σύστημα (άρθρο 6 περίπτ. β. και δ).

Το εγχείρημα αυτό μπορεί να παρουσιάσει θεαματικά αποτελέσματα εφόσον υπάρξει - έστω και ως προϊόν πιέσεων - πραγματική βούληση της πολιτείας προς αυτή την κατεύθυνση. Θα πρέπει βέβαια να προηγηθεί προσπάθεια πληροφόρησης και παρέμβασης με σκοπό την αλλαγή στάσης τόσο των συμμετεχόντων στην εκπαιδευτική διαδικασία όσο και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Οι εκπαιδευτικοί που θα στηρίξουν τούτη την προσπάθεια, θα πρέπει να διαθέτουν όχι μόνο την κατάλληλη εκπαίδευση αλλά και την προσωπική θετική στάση, την ιδιαίτερη ευαισθησία έτσι ώστε να μπορούν να διαμορφώσουν ένα κλίμα αποδοχής, εμπιστοσύνης και θετικών προσδοκιών απέναντι στους ανηλίκους που προερχόμενοι συνήθως από αρνητικό κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον και έχοντας βιώσει την εμπειρία του εγκλεισμού, της στέρησης ελευθερίας και της κοινωνικής τους απομόνωσης, είναι αναμενόμενο να τους διακρίνει δυσπιστία έως ακόμη και επιθετικότητα απέναντι σ΄ ένα κόσμο τόσο εχθρικό γι΄ αυτούς.

Γιατί όπως σωστά είχε επισημανθεί απ΄ τον Bruno Bettelheim στο βιβλίο του «L’ amour ne suffit pas» : «κανένα παιδί δεν παρουσιάζει εγκληματική συμπεριφορά, αν προηγουμένως δεν έχει ζήσει σ΄ ένα περιβάλλον απορριπτικό ή καταστροφικό. Αυτή λοιπόν η οριακή κατάσταση οδηγεί το παιδί σε ακραίες ενέργειες. Δηλαδή ή να εξοντώσει τους εχθρούς του ή να αποσυρθεί ολοκληρωτικά από έναν κόσμο τόσο τρομακτικό».

Η αλλιώς : «δεν μπορείς να δώσεις τίποτε, παρά μόνο ότι έχεις πάρει. κι αν έχεις εισπράξει βία, δυσπιστία κι απόρριψη αυτά είναι και τα καλύτερα που μπορείς να δώσεις».

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

· Πιτσελλά Αγγελική (1996) Η ποινική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων. Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας.

· Στασινός Δ. (1991) Η ειδική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Αθήνα, Gutenberg.

· Παναγιωτόπουλος Νίκος (1998) Οι απόκληροι. Τα ιδρύματα αγωγής ανηλίκων, Αθήνα, Α. Καρδαμίτσα.

· Μανωλεδάκης Ι. (1990). Μελέτες για εμβάθυνση στο ποινικό δίκαιο (1978-1989) Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας

· Κουράκης, Μηλιώνη Φ. κ.α. (1995). Έρευνα στις ελληνικές φυλακές. Α΄: Τα σωφρονιστικά καταστήματα ανηλίκων Κορυδαλλού και Κασσαβέτειας

· Πανούση Γ. (1998). Η ποινική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων. Σάκκουλας

· Μπεζέ Λουκία (1991) (επιμελ.) Πρόληψη εγκληματικότητας ανηλίκων, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας

 

 

ΚΕΙΜΕΝΑ - ΑΡΘΡΑ

 

· Συμεωνίδου - Καστανίδου Ελισάβετ (1997) Παραβατικότητα των ανηλίκων και προτάσεις κοινωνικής τους ένταξης. Απόσπασμα εισήγησης σε ημερίδα για την κοινωνική ένταξη των ανήλικων παραβατών.

· Παύλου Μίλτος (1998) Ανήλικοι κακοποιοί. Άρθρο στα ΝΕΑ της 27/8/98

· Παύλου Μίλτος (1998). Η επαγγελματική κατάρτιση ανηλίκων στη φυλακή. «Εικονικό Σχολείο  The science of Education Online» Τόμος 1, τεύχος 2.

· Παύλου Μίλτος (1998). Προγράμματα κατάρτισης και στήριξης κοινωνικά μειονεκτούντων εφήβων. Οι φορείς - ο συμβουλευτικός σταθμός Α.Π.Θ.  ΕΠΑΘ Virtual school, The sciences of education Online, τόμος 1, τεύχος 2.

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

 Σχεδιαμός  και επιμέλεια