|
Του ΔΗΜΟΥ ΜΟΥΤΣΗ μουσικοσυνθέτη
«Σιγά σιγά κι αυτό το βράδυ...»
Ονομάζομαι Δήμος Μούτσης.
Ζω με τη γυναίκα μου που είναι
φιλόλογος και συνεχίζει να
διδάσκει γιατί αγαπάει τα παιδιά,
όπως και με τον Αργο, τον
καυκασιανό σκύλο μου.
Δεν ξέρω πόσο καιρό θα
συνεχίσω ακόμα να γράφω
τραγούδια. Όσο περνάει ο χρόνος
γράφω όλο και πιο αραιά, γιατί
γυρεύω πιο πολλές διευκρινίσεις
απ' αυτό που κάνω. Δεν έχει πολλά
να πει κανείς. Όλοι τα ίδια λένε.
Στην τέχνη δεν έχει σημασία τι
λες, αλλά πώς το λες. «Σ' αγαπάω»,
λέει ο Φώσκολος, «σ' αγαπάω» λέει
και ο Σέξπιρ.
Το τραγούδι είναι
ένα είδος εξελισσόμενο που
εκφράζει την εποχή του. Στην
πραγματικότητα το τραγούδι θα
πρέπει να είναι η εποχή του, αλλά
αν δεν είναι τόσο δυνατό,
τουλάχιστον να τη χαρακτηρίζει.
Αν θα ήθελα ν' αναζητήσω
στο παρελθόν τις εμπειρίες που
καθόρισαν τη μελλοντική μου
μουσική πορεία θα έπρεπε να
εστιάσω το βλέμμα μου στη
δεκαετία του '60. Κυρίως αυτή τη
δεκαετία τελείωσα τις μουσικές
μου σπουδές έγκλειστος σ' ένα
ωδείο, όπου το πιο προχωρημένο
πράγμα ήταν ο Ντεμπισί. Ολα τ'
άλλα ήταν εξτρεμιστικά, πόσο
μάλλον τα τραγούδια.
Είχα μοντέλα στην κλασική
μουσική, μέχρι που εμφανίστηκε ο
Θεοδωράκης με τον Επιτάφιο. Τότε
για πρώτη φορά άκουσα τραγούδι
και ήταν συγκλονιστικό. Μαθητής
ακόμα στο ωδείο πήγαινα και
παρακολουθούσα κάποιες
συναυλίες μ' έναν Μπιθικώτση
αξεπέραστο. Για να μπω ωστόσο και
εγώ στο χώρο του λαϊκού
τραγουδιού δεν λειτούργησε
καθοριστικά ούτε το τραγούδι του
Θεοδωράκη. Ειλικρινά, εκεί που
πιάστηκα στα ξαφνικά και
τρελάθηκα, είναι όταν έπεσε στα
χέρια μου μια μικρή
μαγνητοταινία με παλιά
τραγούδια του Βαμβακάρη, όπως το
«Απελπίστηκα μανούλα», η «Φραγκοσυριανή»
κ.ά. Και τ' άκουσα. Τότε, ύστερα
από τόσα χρόνια με τον Μότσαρτ
και τον Μπαχ κάθησα και
αναρωτήθηκα: Ο Μότσαρτ είναι
μεγάλος, μα και τούτα εδώ τα
τραγούδια δεν είναι σπουδαία;
Και αν ο Μότσαρτ είναι μεγάλος,
τι είδους μεγάλος είναι ο
Βαμβακάρης;
Δεν είναι ίδιοι. Όμως αυτά
που ακούω είναι σπουδαία και τα
δύο. Και ακριβώς τότε κατάλαβα
ότι μπορεί να μην είχαν την ίδια
αξία ο Μότσαρτ και ο Βαμβακάρης,
αλλά είχαν την ίδια υψηλή
ποιότητα. Όσα μέχρι τότε μάθαινα
στο ωδείο, ήταν της ίδιας υψηλής
ποιότητας με τα τραγούδια προ
των οποίων βρέθηκα έχοντας
τελειώσει τις μουσικές μου
σπουδές. Τότε συνειδητοποίησα
ότι δεν θα μπορούσα να κάνω
τίποτε άλλο στη ζωή μου εκτός απ'
αυτό. Έτσι μπήκα στο χώρο του
λαϊκού τραγουδιού γύρω στο 1967-68.
Κάποιες μελωδίες είχα
συνθέσει στο ωδείο, στο
κουτσοπιάνο που παίζω. Όταν
παίζεις από μικρός βιολί, είναι
δύσκολο να παίξεις στη συνέχεια
πιάνο γιατί τα χέρια πάνε
τελείως αντίθετα. Σαν να είσαι
ορειβάτης και μετά να σε βάλουν
να κάνεις πατινάζ. Δεν γίνεται.
Με την είσοδό μου στο
λαϊκό τραγούδι είχα την τύχη να
γνωρίσω τον Νίκο Γκάτσο. Ενα σοφό
άνθρωπο. Σ' αυτόν οφείλω τα πάντα
σ' ότι αφορά την εξέλιξη της
σκέψης μου. Ήταν ένας πραγματικά
πνευματικός άνθρωπος που ο
τρόπος σκέψης του σ' εντυπωσίαζε.
Το θέμα συζήτησης με τον Γκάτσο
μπορεί να ήταν για ένα φλιτζάνι
με καφέ, αλλά μέσα από τον καφέ
έβγαιναν χιλιάδες πράγματα.
Σε υπέβαλλε με μια σοφή
παρουσία. Τα τραγούδια που
κάναμε μαζί τα περισσότερα τα 'χαμε
γράψει στου «Φλόκα» πάνω σε μια
χαρτοπετσέτα. Του 'λεγα λίγο τη
μελωδία και ο Γκάτσος έγραφε
τους στίχους. Ήταν γύρω στο '67.
Είχε προηγηθεί βέβαια η
πολύχρονη συνεργασία του
Γκάτσου με τον Χατζιδάκι, με τον
οποίο επίσης έκανα παρέα. Ο
Χατζιδάκις ήταν μουσική
ιδιοφυΐα, δεν είχε όμως την
απελευθέρωση του Γκάτσου.
Έτσι στα τέλη της
δεκαετίας του '60 παρουσίασα τα
πρώτα μου τραγούδια, όπως το «Βρέχει
ο Θεός», το «Μη μου χτυπάς τα
μεσάνυχτα την πόρτα», την «Πειραιώτισσα»,
την «Ελευσίνα», «Του Προφήτη
Ηλία τα σοκάκια» (στίχοι Γ.
Παπαστεφάνου).
Το χαρακτηριστικό
εκείνων των πρώτων μου
τραγουδιών, που αγαπήθηκαν πολύ
από τον κόσμο, είναι ότι
ξεπέρασαν την εποχή τους,
ξεπέρασαν τον τραγουδιστή τους,
όπως και το συνθέτη τους, εδώ που
τα λέμε. Οφείλω να ομολογήσω ότι
τώρα, όταν τα ακούω καμιά φορά, τα
νιώθω τόσο δικά μου όσο εκείνος
που τα τραγουδάει σήμερα. Σαν ν'
ακούω το τραγούδι κάποιου άλλου.
Είναι πολύ ωραία, αλλά και τόσο
μακρινά από εμένα επειδή στη
συνέχεια ακολούθησα νέους
δρόμους: τον πρώτο, το 1972 με τον «Άγιο
Φεβρουάριο» και το δεύτερο, στις
αρχές της δεκαετίας του '80 με
τραγούδια πιο μπαλαντοειδή και
σε πιο προσωπικό στιλ.
Όταν πρωτοεμφανίστηκα
στο τραγούδι ήταν ακόμα η ωραία
εποχή των μπουάτ. Το 1969, μαζί με
τη Γαλάνη και τον Μητσιά κάναμε
την πρώτη μεγάλη αλλαγή στο χώρο
των μπουάτ. Μέχρι τότε οι μπουάτ
λειτουργούσαν με μία κιθάρα κι
ένα πιάνο. Εμείς στο «Zoom»
εγκαταστήσαμε μια στέρεη
ορχήστρα που έπαιζε τόσο καλά,
ώστε κάποιος περαστικός νόμιζε
ότι άκουγε δίσκο.
Ο Καρνέζης έπαιζε
μπουζούκι, ο Βαρδής κιθάρα, ο
Γκοβόστης ντραμς κ.ά.
Τη δεκαετία του '60 ήμουν ο
νεότερος της γενιάς, μετά τον
Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον
Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο.
Ένας συνθέτης εκείνης της
εποχής που μ' άρεσε πάρα πολύ
ήταν ο Μάνος Λοΐζος, που τα
τραγούδια του με τρελαίνουν και
σήμερα.
Αν κάποιος με ρωτήσει αν
θα ήθελα να ξαναζήσω εκείνα τα
χρόνια, όπου έκανα τα πρώτα μου
βήματα στο τραγούδι, θα
απαντούσα ανεπιφύλαχτα: Όχι. Οι
δισκογραφικές συνθήκες ήταν
φοβερά καταπιεστικές. Έπρεπε να
περάσει πολύς καιρός, ώστε να
φύγω και να πάω σε άλλη εταιρεία,
για να μπορέσω να κάνω την πρώτη
ολοκληρωμένη μου δουλειά, τον «Άγιο
Φεβρουάριο». Εκεί ήμουν ο εαυτός
μου, οι μουσικές μου γνώσεις, η
καλλιέργειά μου.
Η δεκαετία του '60, με τις
απαγορεύσεις της δικτατορίας,
έκανε τον κόσμο να την προσέξει
πιο πολύ, να την αγκαλιάσει σαν
μια σανίδα παρηγοριάς, να τη
σφραγίσει καλύτερα μέσα του.
Έκανε, όμως, κι ένα κακό. Ο
Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις
έφυγαν την περίοδο της χούντας.
Εμείς που μείναμε και κάναμε
έργο εκείνη την εποχή, όπως ήταν
ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος ή η
αφεντιά μου, κάποια δουλειά μας
ίσως να μην προσέχτηκε τόσο εν
αναμονή της επιστροφής των
μεγάλων. Έτσι, μουσικά έργα όπως
ο «Άγιος Φεβρουάριος»
ανακαλύφτηκαν πολύ αργότερα.
Αν κάποιος τώρα με
ρωτούσε τι έμεινε ανεξίτηλο στη
μνήμη μου από τη δεκαετία του '60
θα του απαντούσα: Η μορφή του
Βαμβακάρη να περιμένει στην ίδια
σειρά μ' εμένα να πάρει τα
ποσοστά του και η εικόνα του
Μπιθικώτση να τραγουδάει. Εκεί,
σε μια συναυλία του '60, σε κάποιο
θέατρο, άκουσα τον Μπιθικώτση να
τραγουδάει «Τα περιβόλια».
Μπιθικώτσης δεν πρόκειται να
ξαναπεράσει ποτέ. Ο Καζαντζίδης
είναι καλός τραγουδιστής, ο
Μπιθικώτσης είναι άλλο πράγμα.
Είναι η Ελλάδα. Πετάς ένα σπόρο
και ξαφνικά φυτρώνει ένα δέντρο
που σκεπάζει όλη την Ελλάδα.
Καμία προσπάθεια δεν έκανες να
το ποτίσεις και να το
καλλιεργήσεις. Άκουσα τον
Μπιθικώτση να τραγουδάει
Βαμβακάρη και ξέχασα ποιος είναι
ο συνθέτης και ποιος ο
τραγουδιστής. Είχα την τύχη να δω
τραγούδια μου να ερμηνεύει ο
Μπιθικώτσης, όπως το «Αύριο πάλι»,
το «Μ' ένα παράπονο» ή το «Μέσα απ'
το παλιό μου σπίτι».
Για τον Θεοδωράκη είμαι ικανός ν'
αντιληφθώ τι έκανε. Για όλους
τους άλλους αντιλαμβάνομαι τι
έκαναν. Για τον Μπιθικώτση και
τον Βαμβακάρη δεν μπορούσες να
καταλάβεις τίποτα. Ήταν ένα
κομμάτι χρυσάφι που βγήκε από τη
γη. Δεν ήξεραν τι έκαναν γιατί αν
το μάθαιναν θα τρελαίνονταν. |