|
Η
λόγια μουσική και ο Μάνος
Χατζιδάκις
Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ Θ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, συνθέτη
Φαίνεται πως καμιά άνοιξη
δεν μπορεί να έρθει αν δεν
προηγηθεί ένας χειμώνας του
θανάτου και της προετοιμασίας
της ζωής.
Καμιά άνοιξη δεν θα έρθει
αν δεν έχουν προηγηθεί το βαθύ
όργωμα και οι βροχές του
φθινοπώρου.
Η σπορά είναι η απώτερη
και η νεότερη παράδοση, η μουσική,
η ποιητική αλλά και η γενικότερη
ελληνική πνευματική παράδοση.Το
όργωμα είναι οι δοκιμασίες, ο
πόλεμος, ο εμφύλιος. Αλλά και οι
προσωπικές δυσκολίες και
περιπέτειες και των ίδιων των
δημιουργών και ερμηνευτών, αλλά
και ολόκληρου του λαού.
Ο καταλυτικός χειμώνας
δεν προετοιμάζει μόνο την
ανθοφορία της άνοιξης· είναι και
ο θάνατος που έπρεπε να δώσει ένα
τέλος σε όλα τα αρρωστημένα,
σάπια και μουχλιασμένα
υποπροϊόντα της μουσικής του
Μεσοπολέμου και της
μεταπολεμικής περιόδου ως το '60.
Εννοώ την παρηκμασμένη
ρομαντική -γαλλικής, ιταλικής,
γερμανικής, επίδρασης - «σοβαρή»
μουσική της «εθνικής», όπως
λέγεται, ελληνικής σχολής - χωρίς
καθόλου να παραβλέπω ότι μέσα σ'
αυτήν υπάρχουν κάποια
συμπαθητικά και ευπρεπή, κάποτε
και εμπνευσμένα, έργα, καθώς και
όλο σχεδόν το χώρο της ελαφράς
μουσικής, το ξενότροπο -του
τάνγκο, του βαλς και της
επιθεώρησης- ελαφρό τραγούδι,
όπου και εκεί επίσης υπάρχουν τα
συμπαθητικά, κάποτε θαυμάσια,
κομμάτια, αυτά που και σήμερα
ακόμα αντέχουν στο χρόνο.
Ας μη γελιόμαστε, όμως.
Δεν φτάνει ένας χειμώνας να
νεκρώσει ότι σάπιο και άχρηστο.
Χρειάζονται κι άλλοι κι άλλοι.
Πολλοί χειμώνες.
Στον τομέα της μουσικής,
θεωρώ έργο αυτού του ατέλειωτου
χειμώνα τη δημιουργία του
απίστευτα γόνιμου, υπόγειου
ποταμού που έθρεψε και έδωσε
χυμούς στο μεταγενέστερο
ελληνικό τραγούδι αλλά και σε
όλη την έντεχνη, κάθε μορφής και
είδους, μουσική, την ελληνική
μουσική παράδοση που διέσωσαν,
κατέγραψαν και μελέτησαν
σπουδαίοι και παθιασμένοι
εργάτες του νεοελληνικού μας
πολιτισμού: η Μέλπω Μερλιέ, ο
Σαμουέλ Μπομποβί, ο Σίμων Καρράς,
ο Σπύρος Περιστέρης και πολλοί
άλλοι γνωστοί ή αφανείς
συλλέκτες και μελετητές της
δημοτικής ή βυζαντινής μουσικής,
αλλά και του ρεμπέτικου.
Συμπυκνώνω τις
αλκυονίδες, μικρές ανοίξεις, τις
προ του '60, στο έργο τεσσάρων
προσώπων που αποτελούν
ακρογωνιαίους λίθους στα
θεμέλια και στο εποικοδόμημα της
άνοιξης του '60.
Χωρίς τους τέσσερις
αυτούς ακρογωνιαίους λίθους
ίσως η πορεία των μουσικών
πραγμάτων του τόπου μας θα
έπαιρνε άλλες κατευθύνσεις,
φοβούμαι λιγότερο ή καθόλου
ενδιαφέρουσες.
Ο πρώτος ακρογωνιαίος
λίθος στο χώρο της «σοβαρής», «κλασικής»
όπως λεγόταν, ή λόγιας όπως
χαρακτηρίζεται τελευταία,
μουσικής είναι ο Νίκος Σκαλκώτας.
Στην περίπτωσή του εφαρμόζεται
κατά γράμμα το ευαγγελικό: «λίθον
ον απεδοκίμασαν οι
οικοδομούντες, ούτος εγεννήθη
εις κεφαλήν γωνίας». Είναι ο
μεγάλος αγνοημένος από τον τόπο
του και το μουσικό κατεστημένο
της εποχής του, που αναδείχθηκε,
εν τούτοις, σε έναν από τους
κορυφαίους συνθέτες του πρώτου
μισού του 20ού αιώνα.
Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε
ότι ήδη το '49 ο Σκαλκώτας είχε
πεθάνει ή, για να το πούμε
σωστότερα, είχε εγκαταλειφθεί να
πεθάνει.
Όσο κι αν το έργο του
ακόμα και σήμερα δεν είναι
γνωστό και οικείο στο λαό μας,
ούτε βασικό υλικό προς μελέτη
και σπουδή στους χώρους μουσικής
εκπαίδευσης, ο Σκαλκώτας άνοιξε
το δρόμο προς τη θεαματική
άνοιξη που ακολούθησε.
Ο δεύτερος ακρογωνιαίος
λίθος στο χώρο της, προσιτής για
το μεγάλο κοινό, μουσικής, στο
χώρο του τραγουδιού, της
μουσικής για το θέατρο και τον
κινηματογράφο είναι ο Μάνος
Χατζιδάκις.
Δεκαπέντε χρόνια πριν από
την άνοιξη της δεκαετίας του '60 ο
Χατζιδάκις, κυρίως μέσα από τη
μουσική για το θέατρο,
διαμορφώνει τη νέα γλώσσα του
νεοελληνικού τραγουδιού, μια
καινούργια γλώσσα, βασισμένη
στους τρόπους και τους ρυθμούς
της ελληνικής, αλλά και της
ευρωπαϊκής παράδοσης. Πώς να
πιστέψει κανείς ότι ήδη -μετά το
'43 και ως το '60- έχει γράψει τόσες
μοναδικές μουσικές για:
* το θέατρο 33 έργα, ανάμεσά
τους ο Ματωμένος γάμος, το
Παραμύθι χωρίς όνομα, ο Κύκλος με
την κιμωλία,
* τον κινηματογράφο 39 έργα
πριν από το '60,
* το αρχαίο δράμα (ανάμεσά
τους η Μήδεια, η Λυσιστράτη και
προπαντός οι Ορνιθες),
* το χορόδραμα (7 έργα,
ανάμεσά τους ο Μαρσύας, Εξι
λαϊκές ζωγραφιές, Το καταραμένο
Φίδι, η Ερημιά), ή
* Κύκλους Τραγουδιών (ανάμεσά
τους Ο Κύκλος του CNS),
* έργο για πιάνο όπως Για
μια Λευκή Μικρή Αχιβάδα γραμμένο
το '47.
Ήδη το '49 έχει δώσει και
την περίφημη διάλεξή του για το
ρεμπέτικο τραγούδι, φέρνοντας
στο προσκήνιο μια τόσο σημαντική
ρίζα του μεταγενέστερου
έντεχνου τραγουδιού.
Στα θεμέλια της άνοιξης
του '60 πρέπει να συμπεριλάβουμε,
ως τρίτο ακρογωνιαίο λίθο, την
παρουσία μιας μεγάλης μορφής:
του «Αγίου» της σύγχρονης
ελληνικής μουσικής, του Γιάννη Γ.
Παπαϊωάννου, μεγάλου μελετητή
της ελληνικής μουσικής σ' όλη τη
συνεχή ιστορική της διαδρομή,
επί εφτά, περίπου, χιλιάδες
χρόνια και, προπαντός, θερμό
συμπαραστάτη όλων των Ελλήνων
συνθετών.
Τέταρτος ακρογωνιαίος
λίθος, στα θεμέλια της άνοιξης
που μελετά τούτο το αφιέρωμα,
είναι ο συνθέτης Γιάννης Ανδρέου-Παπαϊωάννου,
ο μοναδικός -εκείνη την εποχή-
δάσκαλος των περισσότερων
Ελλήνων συνθετών και
αρχιμουσικών του (Μ. Αδάμη, Θ.
Αντωνίου, Γ. Απέργη, Δ. Τερζάκη,
Στεφ. Βασιλειάδη, Δ. Αγραφιώτη, Ν.
Αθηναίου, Σπ. Αργύρη, Δ.
Μαραγκόπουλου κ.ά.). Σ' αυτόν
χρωστάμε τη μύησή μας στα
σύγχρονα ρεύματα της μουσικής
του 20ού αιώνα. Αυτός με τους
μαθητές του και πολλούς άλλους
συνθέτες έφεραν με το
δημιουργικό τους έργο τη χυμώδη
άνοιξη του '60.
Η εκρηκτική μουσική άνοιξη του '60
Η εκρηκτική άνοιξη της
δεκαετίας του '60 αποτελεί ένα
υπέροχο εποικοδόμημα
θεμελιωμένο πάνω στους τέσσερις
ακρογωνιαίους λίθους με όλα τα
κάθετα και οριζόντια
υποστυλώματα που συμπλέκονται
σαν τροφοδότρες ρίζες του
καρπερού δέντρου της σύγχρονης
ελληνικής μουσικής.
Τη μουσική άνοιξη του '60
όχι μόνο δεν τη στήριξαν οι
επίσημοι φορείς της μουσικής
ζωής του τόπου, αλλά και την
πολέμησαν. Από την Ένωση Ελλήνων
Μουσουργών ως τη Λυρική Σκηνή,
την Κρατική Ορχήστρα, ως τη
Συμφωνική του Ραδιοφώνου. Έπρεπε,
επομένως, να στηθούν οργανωτικοί
και καλλιτεχνικοί φορείς που θα
αναλάμβαναν την υποστήριξη όλης
αυτής της δυναμικής μουσικής
δημιουργίας. Στυλοβάτες αυτής
της υποδομής υπήρξαν ο
ακούραστος εργάτης στην
υπηρεσία της μουσική
πρωτοπορίας Γιάννης Γ.
Παπαϊωάννου και ο Μάνος
Χατζιδάκις.
Στον πρώτο χρωστάμε τη
δημιουργία των ελληνικών και των
διεθνών οργανωτικών
προϋποθέσεων της άνθησης της
σύγχρονης ελληνικής μουσικής,
την προβολή των Ελλήνων συνθετών
στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Είναι ο άνθρωπος που αλώνισε όλο
τον κόσμο για να παρουσιάσει και
να προβάλει την ελληνική μουσική
και κυρίως τους πρωτοποριακούς
Ελληνες συνθέτες.
Να σκεφτεί κανείς ότι ως
το '69 είχε συντελέσει στην έκδοση
του μεγαλύτερου μέρους των
διασωθέντων έργων του Νίκου
Σκαλκώτα, ότι με δικές του
πρωτοβουλίες και τη βοήθεια του
διακεκριμένου αρχιμουσικού και
δασκάλου Γιώργου Χατζηνίκου και
της εμπνευσμένης πρέσβειρας του
ελληνικού πολιτισμού,
διευθύντριας του Αγγλικού
Φεστιβάλ Μπαχ, Λίνας Λαλάντη
εξασφάλισε τις προϋποθέσεις της
παρουσίασης 19 από τα
σημαντικότερα έργα του
αγνοημένου, ακόμα και σήμερα,
μεγάλου συνθέτη.
Σ' αυτόν χρωστάμε τις
υποδομές και τις
χρηματοδοτήσεις αφ' ενός του
εργαστηρίου σύγχρονης μουσικής
('62) που διηύθυνε σε συνεργασία με
τον Γκίντερ Μπέργκερ, σημαντικό
Γερμανό συνθέτη, θερμό φίλο και
υποστηρικτή της ελληνικής
μουσικής, που ζούσε εκείνη την
εποχή στην Ελλάδα, και αφ' ετέρου
του Ελληνικού Συνδέσμου
Σύγχρονης Μουσικής (ΕΣΣΥΜ), ως
ελληνικού φορέα, αλλά και ως του
ελληνικού τμήματος της
παγκόσμιας εταιρείας για τη
σύγχρονη μουσική, που μαζί με
πολλούς συνθέτες και
πρωτεργάτες επίσης της
πρωτοποριακής μουσικής ίδρυσε
το '65.
Έτσι, στο δεύτερο μισό της
δεκαετίας του '60 διοργανώνονται
οι πρώτες Εβδομάδες Σύγχρονης
Ελληνικής Μουσικής με
παρουσιάσεις πολλών ελληνικών
έργων σε παγκόσμια πρώτη
εκτέλεση αλλά και αρκετών έργων
ξένων συνθετών, άγνωστων ως τότε
στο ελληνικό κοινό.
Την άνοιξη του '60, που δεν
πρόλαβε να ζήσει ο Νίκος
Σκαλκώτας, τη χάρηκαν αρκετοί
συνθέτες που γεννήθηκαν τις
πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα
και πρόσφεραν πολλά στην
ανθοφορία και την καρποφορία
αυτής της άνοιξης.
Εννοώ το δάσκαλο Γιάννη
Ανδρέου Παπαϊωάννου, τον Δημήτρη
Δραγατάκη, τον Γιώργο Σισιλιάνο -οι
δύο τελευταίοι εξακολουθούν και
σήμερα να προσφέρουν, να
δημιουργούν και να χαίρονται τις
εκτελέσεις των έργων τους.
Επίσης τους δύο δημιουργούς που
σταδιοδρόμησαν στο εξωτερικό: το
μέγιστο συνθέτη του 20ού αι.,
Γιάννη Ξενάκη, που ήδη από το '54
μπαίνει στο διεθνές προσκήνιο
και κρατιέται αδιάπτωτα στην
κορυφή της πρωτοπορίας και της
καινοτομίας, των νέων τολμηρών
ιδεών και επιτευγμάτων, και τον
πολύ Ανέστη Λογοθέτη, κύριο
εισηγητή της γραφικής, όπως
λέγεται, σημειογραφίας και
δημιουργό των μοναδικών Horspiele,
είδος ραδιοφωνικής όπερας, που
λεπτουργούσε, ως άλλος
χειροτέχνης, ο ίδιος με ένα
επιτελείο, ειδικευμένων στο
είδος, συνεργατών του.
Άλλος μέγιστος συνθέτης
που μια ανεξήγητη μοίρα δεν έχει
ακόμα επιτρέψει να διαγράψει την
τροχιά που κρύβει εν δυνάμει το
συγκλονιστικό έργο του, ο
Γιάννης Χρήστου. Δίνει ήδη από
τις αρχές της δεκαετίας του '50 τα
πρώτα του έργα -αριστουργήματα
που πολλοί συνθέτες θα
φιλοδοξούσαν να κλείσουν τη
σταδιοδρομία τους με τέτοιες
κορυφαίες δημιουργίες. Ο Χρήστου
μάς έδωσε στην περίοδο της
μουσικής άνοιξης, που θέλουμε να
φωτίσουμε σ' αυτό το αφιέρωμα, τα
μεγάλα αριστουργήματά του, όπως
οι Πύρινες Γλώσσες, το Μυστήριον,
Πράξις για Δώδεκα, Η Κυρία με τη
Στρυχνίνη, οι συγκλονιστικές
Αναπαραστάσεις Ι και ΙΙΙ, η
μεγαλόπνοη Εναντιοδρομία και
τέλος ο Επίκυκλος.
Αλλά και οι συνθέτες οι
γεννημένοι λίγο πριν, λίγο μετά
το '30 ετοιμάζονται να ανοίξουν τα
φτερά τους, εκείνα με τα οποία,
άλλοι προς το τέλος αυτής της
δεκαετίας, άλλοι αργότερα,
διέσχισαν δυναμικά τους
ελληνικούς, τους ευρωπαϊκούς
αλλά και τους παγκόσμιους
ουρανούς. Είναι οι ευφάνταστοι
και καινοτόμοι συνθέτες, όπως ο
Αργύρης Κουνάδης και ο Νίκος
Μαμαγκάκης.
Ο Μιχάλης Αδάμης, προς το
τέλος αυτής της δεκαετίας,
διαμορφώνει μια μουσική γλώσσα
που μετουσιώνει στοιχεία της
βυζαντινής, κυρίως, παράδοσης σε
μια σύγχρονη γραφή.
Ενώ ο Θόδωρος Αντωνίου, ο
Δημήτρης Τερζάκης, ο Γιώργος
Απέργης μόλις εξορμούν προς την
πλουσιότατη δημιουργία τους
μέσα στο ζωογόνο άνεμο αυτής της
άνοιξης.
Μάλιστα πρέπει να
τονίσουμε την καθοριστική
συμβολή του Θόδωρου Αντωνίου ως
αρχιμουσικού που από τότε ως
σήμερα διευθύνει έργα Ελλήνων
συνθετών σε όλο τον κόσμο,
ιδιαίτερα στην Ελλάδα, τη
Γερμανία και την Αμερική.
Το Ελληνικό Συγκρότημα
Σύγχρονης Μουσικής (1967) και τα
συγκροτήματα Alea Ι, ΙΙ και ΙΙΙ
είναι δικά του δημιουργήματα.
Εξάλλου ο Μάνος
Χατζιδάκις, ως χορηγός και ως
αρχιμουσικός, συμβάλλει στην
προαγωγή και την προβολή της
πρωτοποριακής ελληνικής
μουσικής: Ήδη το '62 διοργανώνει
στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό
Ινστιτούτο το διαγωνισμό «Χατζιδάκι»
όπου η κριτική επιτροπή απονέμει
το Α' βραβείο στον Γιάννη Ξενάκη
και τον Ανέστη Λογοθέτη, ενώ το '64
ιδρύει την Πειραματική Ορχήστρα
Αθηνών με την οποία παρουσίασε
σε πρώτη εκτέλεση 15 ελληνικά
έργα νέων συνθετών.
Θέλω εν τούτοις -και θα
είναι αυτό και μια προσωπική
επανόρθωση ενός λάθους, ανάμεσα
στα πολλά που έχω κάνει- να
ξεχωρίσω την προσφορά του Μάνου
Χατζιδάκι ως συνθέτη. Ο ίδιος
τοποθετούσε τον εαυτό του στην
κατηγορία ενός απλού
τραγουδοποιού. Σήμερα μόνο
καταλαβαίνουμε πόσο ήταν
σημαντική η μουσική του
δημιουργία. Την εποχή των
χαρακωμάτων για την προάσπιση
κάθε μουσικού πειραματισμού, την
ίδια στιγμή που τόσο αγαπούσαμε
και τραγουδούσαμε τα τραγούδια
του Χατζιδάκι, δυσκολευόμαστε -και
τη δυσκολία αυτή φαίνεται να τη
συμμερίζεται ακόμα και ο ίδιος-
να της αναγνωρίσουμε την
εξαιρετική της σπουδαιότητα, το
αστείρευτό της μέλος, την
ευαισθησία της αρμονικής και
ηχοχρωματικής της γλώσσας.
Θεωρούσαμε, λες και αυτό είναι
λίγο, τη μουσική του μόνο
ευχάριστη και ψυχαγωγική, όσο κι
αν δίναμε σ' αυτούς τους όρους το
κυριολεκτικό τους νόημα, μιας
μουσικής που άγει προς τα άνω την
ψυχή μας.
Κάτι που έχει τελείως
ξεφύγει από την προσοχή μας και
δεν του έχουμε αποδώσει την
ξεχωριστή σημασία που διαθέτει,
σε παγκόσμια κλίμακα, είναι η
ελληνική μουσική στο αρχαίο
δράμα, στην τραγωδία και στην
κωμωδία.
Ήδη η δουλειά του
Χατζιδάκι, ιδιαίτερα στην
κωμωδία, έσπειρε ένα απέραντο
λιβάδι για να ανθίσουν στη
συνέχεια εκεί τόσες ακόμα
θαυμάσιες δημιουργίες πολλών
άλλων Ελλήνων δημιουργών.
Όμως στην περιοχή της
αρχαίας τραγωδίας οι μεγάλες
στιγμές ορίζονται από τον
Προμηθέα Δεσμώτη και προπαντός
από τους Πέρσες του Γιάννη
Χρήστου. Υστερα από αυτή είναι
πια έτοιμος ο χώρος του θεάτρου
να δεχτεί και άλλους συνθέτες
που, πράγματι, έδωσαν μοναδικό
έργο στο αρχαίο δράμα: Είναι
δύσκολο να απαριθμήσει κανείς τα
έργα που γράφτηκαν από πολλούς
Ελληνες συνθέτες. Για την
περίοδο της δεκαετίας του '60 δεν
μπορούμε να μην αναφέρουμε
τουλάχιστον τους συνθέτες που
έδωσαν σημαντικό έργο στον τομέα
αυτό: Μιχάλη Αδάμη, Θόδωρο
Αντωνίου, Στέφανο Γαζουλέα,
Δημήτρη Δραγατάκη, Μίκη
Θεοδωράκη, Γιώργο Κουρουπό, Νίκο
Μαμαγκάκη, Γιάννη Α. Παπαϊωάννου,
Γιώργο Σισιλιάνο, Δημήτρη
Τερζάκη.
Μια μοναχική πορεία στη
σκηνική δημιουργία για το θέατρο
και γενικά το αρχαίο δράμα
τράβηξε και εξακολουθεί να
πορεύεται ο Νικηφόρος Ρώτας. Το
ιδίωμά του, καθαρά ελληνικό,
θεατρικό, η γλώσσα του χυμώδης
και γεμάτη διονυσιασμό.
Δεν πρέπει να
παραξενευόμαστε που ονόματα και
έργα που μας είναι τόσο γνωστά
δεν αναφέρονται εδώ καθόλου. Οι
περισσότεροι από τους Ελληνες
συνθέτες που μετέχουν σήμερα
ενεργά στη μουσική ζωή του τόπου
μας, την εποχή εκείνη ή δεν είχαν
ακόμα εμφανιστεί ή μόλις
ξεκινούσαν τη σταδιοδρομία τους.
Το έργο κάποιων από αυτούς
συνέπεσε με το απόγειο αυτής της
άνοιξης ή με το «καλοκαίρι» που
ακολούθησε.
Και τούτη όμως η άνοιξη,
στην αέναη διαλεκτική εξέλιξη
της ιστορίας του πνεύματος και
της τέχνης, δεν μπόρεσε να
ξεφύγει από το νόμο της φθοράς
και, σε αρκετές περιπτώσεις, από
το κατάντημα του συμβιβασμού.
Λίγα έργα και λίγοι δημιουργοί άντεξαν
και αντέχουν στο χρόνο αγέραστα.
Σίγουρα η οριστική τους
καταξίωση θα έρθει ακόμα
αργότερα, όταν όλοι οι
πρωτεργάτες εκείνης της άνοιξης
θα έχουν μετουσιωθεί σε σπόρο
κρυμμένο βαθιά στη γη που θα
προετοιμάζει μιαν άλλη άνοιξη. |