Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

ΠΕΡΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ


Αρχείο


ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΘΕΜΑΤΩΝ

 


Κεντρική Σελίδα

 

ΝΤΙΖΙ ΓΚΙΛΕΣΠΙ

 

 

ΝΤΙΖΙ ΓΚΙΛΕΣΠΙ ΚΑΙ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΤΖΑΖ

Από τον πρόλογο στο ομώνυμο βιβλίο του Νταν Μόργκενστερν. Μετάφραση της Λιλιάνας Δρίτσα. Δημοσιεύεται αποκλειστικά στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε στο νου μας για ένα μουσικό είναι ότι η μουσική του είναι το καθρέφτισμα του αληθινού του εαυτού. Η μουσική του μπορεί να μην είναι αυτό που νομίζει ο ακροατής γι’ αυτόν, όμως στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ξεφύγει μέσα από το παίξιμό του από τον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο μπορούμε να ξεφύγουμε εμείς απ’ αυτόν τον κόσμο που βρεθήκαμε τυχαία, αν εξαιρέσουμε το θάνατο.

Ο καθένας μας είναι αυτό που είναι. Αυτή είναι η αλήθεια και κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει. Κι η αλήθεια για έναν μουσικό – ιδιαίτερα έναν μουσικό της τζαζ – είναι ότι η μουσική είναι σαν συνέχεια του εαυτού του.

Ένα καλό παράδειγμα είναι ο Miles Davis. O Miles μιλάει άσχημα, τον ακούς να χρησιμοποιεί ένα σωρό βαριές κουβέντες. Αλλά όταν ακούς το πάθος της μουσικής του  - είναι μια άλλη ιστορία. Η μουσική του καθρεφτίζει τον αληθινό του χαρακτήρα. Κάποτε είχα μια μακριά συζήτηση με την κόρη του, την Cheryl. Μιλήσαμε γι’ αυτόν και στη διάρκεια της συζήτησης έκανα μια δήλωση. Είπα: «Πολύς κόσμος δεν το πιστεύει αυτό, αλλά εγώ τον ξέρω πολύ πολύ καιρό. Και θα σας δώσω ένα παράδειγμα γι’ αυτό. Ένα βράδυ, παίζαμε μαζί στο Village Gate και μπήκαν μέσα ο Sugar Ray Robinson Και ο Archie Moore. Λοιπόν, ο Miles είναι φανατικός οπαδός της πάλης και θα νόμιζε κανείς πως θ’ άρπαζε την ευκαιρία να παρουσιάσει δύο πρωταθλητές από τη σκηνή. (δεν θυμάμαι αν ο Robinson ήταν πρωταθλητής ακόμα εκείνη την εποχή, αλλά ο Sugar Ray είναι πάντα), Όπως και να ‘ναι, ο Miles που η ορχήστρα του έπαιζε εκείνη τη στιγμή, ήρθε σε μένα και μου είπε: “Ε, ο Sugar Ray και ο Archie Moore είναι εδώ». “Και λοιπόν;” του λέω εγώ. Και αυτός μου απαντάει: “Δεν θα τους παρουσιάσεις, τώρα που θα συνεχίσεις το πρόγραμμα;”. “Μα, αφού εσύ κάνεις πρόγραμμα τώρα, παρουσίασέ τους εσύ”, του είπα. “Εκπληκτική ευκαιρία”. Αλλά δεν το έκανε. Το άφησε σε μένα. Αυτό αποδείχνει αυτό που λέω.

Αυτό βέβαια αποδείχνεται και με κάτι που έχει σχέση μ’ αυτό το βιβλίο: Όπως η μουσική, έτσι και μια καλή φωτογραφία ενός μουσικού καθρεφτίζει την ψυχή του. Μ’ ενδιαφέρει πολύ η φωτογραφία και το πώς συλλαμβάνει η μηχανή την προσωπικότητα και μ’ αρέσει περισσότερο η ασπρόμαυρη φωτογραφία. Έχει κάποιο βάθος μέσα της. Έτσι είμαι ενθουσιασμένος μ’ αυτό το βιβλίο γιατί οι φωτογραφίες που έχω δει, ιδιαίτερα εκείνες του Ben Webster και του Jo Jones, πράγματι δείχνουν τον αληθινό εαυτό των ειδώλων τους.

Αυτόν τον καιρό ετοιμάζομαι να κάνω μια σειρά βιντεοκασέτες. Θα είναι μαθήματα που ερμηνεύουν και κάνουν διάφανη τη μουσική μας – τη μουσική που στη δημιουργία της έπαιξα κάποιο ρόλο στη δεκαετία του σαράντα. Ελπίζω πως θα βοηθήσουν στο να ξεκαθαριστούν πολλές ασάφειες σχετικά με τους ρόλους των Charlie Parker, Thelonius Monk, Kenny Clarke και μένα του ίδιου. Τώρα λένε πως ο Parker ήταν μια μεγαλοφυΐα, αλλά όσο ζούσε η κοινωνία τον θεωρούσε παραφωνία της. Όσο για μερικά απ’ τα βιβλία, που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν, ειδικά αυτό που έχουν αποκαλέσει «βιογραφία», είναι όλο παραμύθια. Ο Νταν Μόργκενστερν και χαίρομαι που το λέω αυτό, δεν γράφει παραμύθια.

Η μουσική μας είναι μια γλώσσα. Ένας τρόπος επικοινωνίας. Θα μπορούσα να πάω στην Κίνα με τη μουσική μου, να πάρω Κινέζους μουσικούς που να μην καταλαβαίνουν λέξη αγγλικά και πρώτα να τους αφήσουν να παίξουν τη μουσική όπως την άκουσαν κι ύστερα να ξαναπεράσω διάφορα κομμάτια μαζί τους και να τους εξηγώ: Αυτό το πέρασμα πάει έτσι: Μπαι-ι-νταντα-μπαντι-λι-ια-μπαπ-α-ντόου και να τους αφήσω να δοκιμάσουν να το παίξουν με το στόμα και να μην τους φαίνεται περίεργο αυτό που κάνουν.

Θα ήταν πολύ δύσκολο για ένα Κινέζο ηθοποιό να πετύχει τις εκφράσεις που ένας ξένος σκηνοθέτης θα ήθελε απ’ αυτόν, αλλά στη μουσική η επικοινωνία δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο πρόβλημα. Όλο κι όλο που χρειάζεται είναι να μπορείς ν’ ακούσεις και να επαναλάβεις μια μουσική φράση και μετά να τη μεταφέρεις στο όργανο. Η μουσική μας είναι μια γλώσσα που διαπερνά τις γλώσσες, μια πραγματικά παγκόσμια γλώσσα.

Το μέλλον της τζαζ; Η τζαζ είναι ζωντανή και μια χαρά και κατοικεί στη Νέα Υόρκη. Δεν ανησυχώ για το αν η μουσική βαδίζει μπροστά. Πάντα θα έχουμε τους επαναστάτες που μαθαίνουν τους κανόνες για να τους παραβούν. Πολλοί λένε πως οι νεότεροι μουσικοί δεν δουλεύουν όπως εμείς, αλλά όπως και να δουλεύουν, τελικά δουλεύουν. Στην εποχή μας ήταν απαραίτητο, να έχουμε ολόκληρα πλήθη, μεγάλες ορχήστρες και πολλά κομμάτια ανάμεσα στους μουσικούς. Σήμερα φαίνεται ότι χρειάζονται άλλα πράγματα. Η μουσική συνεχίζει να προοδεύει, άρα η δημιουργία είναι θετική. Οι ίδιοι οι μουσικοί θα βρουν τι τους πάει καλύτερα.

Για παράδειγμα, κάποτε έπαιξα σε μια δυτική πολιτεία κι ένας παλιός τρομπετίστας που έπαιζε με μπάντες στο δρόμο κι ήταν θαυμαστής μου απ’ τον πρώτο καιρό, μου είπε, αφού κάθισε και με είδε δύο-τρεις βραδιές στη σειρά, ότι δεν φανταζόταν πώς ήταν δυνατό να δουλέψει κανείς παραπέρα το στυλ του Charlie Parker που είχα κάποτε κι εγώ. «Όμως εσύ το δούλεψες και το αποτέλεσμα είναι θαυμάσιο», συνέχισε. «Προσπαθώ να φέρω το γιο μου που είναι δεκάξι χρόνων να παίζει κι αυτός τρομπέτα να σ’ ακούσει, αλλά αυτός λέει: “Θα περιμένω να έρθει ο Freddie Hubbard”». Το καταλαβαίνω αυτό το παιδί. Κάθε γενιά έχει τα δικά της ιδανικά, παρόλο που υπάρχουν και νέοι που ενδιαφέρονται ν’ ακούσουν από πού ξεκίνησε ο Freddie Hubbard και φαίνονται μάλιστα να το απολαμβάνουν. Έχει ειπωθεί πως δεν υπάρχουν τόσο πολλές αυθεντικές φωνές στην τζαζ όσο παλιά. Αλλά και τότε είχαμε πολλούς Charlie Parker και Dizzy Gillespie όπως και τώρα έχουμε πολλούς John Coltranes. Δώστε τους, λίγο καιρό! Κοιτάξτε πόσο καιρό πήρε το Coltrane να ξεφύγει από την επίδραση του Parker. Σε κάθε γενιά, παίρνει περισσότερο χρόνο να χειραφετηθεί, να κόψει τον ομφάλιο λώρο γιατί τα μηνύματα, γίνονται όλο και ισχυρότερα και οι μουσικοί περισσότερο πολύπλοκοι. Γι’ αυτό όταν έρχεται κανείς και μου λέει, όπως γίνεται συχνά, «Ε, φίλε θέλω ν’ ακούσω, λίγο Bebop. Αυτά που έπαιζες εσύ κι ο Yard κι όχι τις άλλες τις αηδίες», λέω, «Κοίτα, φίλε, επειδή ανήκεις σ’ εκείνη τη γενιά, μην νομίζεις πως μόνο εσύ ξέρεις από μουσική και κανένας άλλος».

Αυτό το πράγμα γίνεται πάντα. Στη μετάβαση απ’ τον Louis Armstrong στον Roy Eldridge, δεν ήθελαν καθόλου ν’ ακούσουν τι έπαιζε ο Roy. Ύστερα η γενιά του Roy δεν ήθελε ν’ ακούσει εμένα και η δική μου γενιά δεν ήθελε τον Miles. Αλλά είναι πάντα το ίδιο. Η μουσική είναι πάντα ίδια. Ο τρόπος που τη μεταδίδεις είναι αλλιώτικος – πως μιλάς, πώς παίζεις – αλλά η μουσική είναι μία. «Πρέπει να παραδεχτώ», είπε ο Dizzy Gillespie στο κοινό της Φιλαρμονικής Αίθουσας της Ν. Υόρκης που τον είχε υποδεχτεί με μια θορυβώδικη γιορτή. «Είμαι ο γηραιότερος εκπρόσωπος του Debop. Ήταν σε μια συναυλία του που δόθηκε το 1975 προς τιμή του Dizzy κι ο τρομπετίστας, στο κατώφλι των πενήντα οκτώ του χρόνων, ήταν ο πιο δραστήριος και δημιουργικός από τους προσκεκλημένους. Δίκαια ο John Birks Gillespie ήταν τόσο περήφανος, γιατί αυτός και ο Charlie Parkers, πιο πολύ απ’ οποιονδήποτε άλλον, έφεραν αυτό που ονομάστηκε «η πρώτη επανάσταση στην τζαζ»: Το νέο στυλ με το παράξενο όνομα debop.

Eκ των υστέρων, το bebop φαίνεται σαν εντελώς λογικό και φυσικό εξελικτικό στάδιο της τζαζ, αλλά εκείνη την εποχή, ανάμεσα στο ’45 και το ΄50, ήταν κάτι που έμοιαζε με αίρεση ή αποκάλυψη – εξαρτάται από ποια σκοπιά τα έβλεπε. Ο Dizzy ήταν ο πιο κατάλληλος για να γίνει ο σημαιοφόρος του debor. Ήταν ένας λαμπρός μουσικός, παρά την τάση του γι’ αστεία, δεν ήταν καθόλου αυτό που λέει το παρατσούκλι του (σ σ. Dizzy: ζαλισμένος) που το είχε κερδίσει σαν το νεότερο μέλος της ορχήστρας του Teddy Hill επειδή καμιά φορά την ώρα που κάποιος άλλος τρομπετίστας έπαιζε σόλο, αυτός σηκωνόταν και τον μιμούνταν, ή εμφανιζόταν στο πρόγραμμα με παλτό, καπέλο και γάντια, ή γύριζε την καρέκλα του κι έπαιζε με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό.

Από την ορχήστρα του Teddy Hill ο Gillespie έφυγε για την Cab Calloways Band όπου έγραψε μερικές ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις, αλλά δεν είχε καλές κριτικές. Πάντως, η απόλυσή του από την ορχήστρα είχε σαν αιτία μια άδικη κατηγορία: Κάποια πέταξε ένα αντικείμενο στον τρομπετίστα Tyrre Glenn την ώρα που σολάριζε κι επειδή ερχόταν από τη μεριά του Dizzy υπέθεσαν πως ήταν αυτός, ενώ το είχε κάνει ο Jonan Jones. O Dizzy πήγε στην ορχήστρα του Earl Hines και εκεί, συνάντησε τον Charlie Parker που είχε γνωρίσει χρόνια πριν στο Kansas City. Κατάλαβαν πως υπήρχε κάτι που τους ένωνε: Και οι δύο από διαφορετικούς δρόμους, βάδιζαν προς το ίδιο τέρμα, το σπάσιμο των παραδοσιακών ρυθμικών αρμονικών κανόνων της τζαζ.

Όταν ο τραγουδιστής του Hines, Billy Eckstine, αποφάσισε να φτιάξει δική του ορχήστρα το 1944, ο Parker κι ο Gillespie ήταν οι πρώτοι που τους πρότεινε συνεργασία. Η Eckstine Band, υπήρξε το εκκολαπτήριο της bebop. Η bebob, αν και συχνά ήταν «ιερόσυλη» και ποτέ «σεμνή» μουσική, ήταν η πρώτη τζαζ που παίχτηκε δημόσια σαν τέχνη κι όχι σαν ψυχαγωγία. Μια μουσική που γεννήθηκε μέσα από τους πειραματισμούς των jazzmen, προϊόν μιας νέας κοινωνικής, πολιτικής, αισθητικής, οπτικής απέναντι στη ζωή γενικά και στη μουσική ειδικότερα.

ΝΤΑΝ ΜΟΡΓΚΕΝΣΤΕΡΝ

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 
 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  W.D.G

 

 

21/01/2005