Ακόμη και όσοι γέλαγαν στο παρελθόν
με τον Σάκη Ρουβά, τώρα υποκλίνονται
στο…ταλέντο και τις ικανότητές του
Η νέα
χιλιετία άνοιξε με το άστρο του Νότη
Σφακιανάκη στο ζενίθ: «Πρώτη πρώτου
με τον πρώτο», ήταν ο τίτλος μιας
συνέντευξής του σε μεγάλο ιδιωτικό
κανάλι την Πρωτοχρονιά του 2000. Έκτοτε
πολλά αστέρια αναδύθηκαν, έδυσαν ή
έμειναν στάσιμα στο εγχώριο μουσικό
στερέωμα. Για ένα φεγγάρι ο
Πλούταρχος ήταν «το καλύτερο παιδί»,
όμως μετά ήρθε ο Ρέμος, το
καλυτερότερο. Χαμός στο ίσωμα είχε
γίνει και με τον ιατρό Τσαλίκη,
μικροχαμός έγινε πέρυσι με τις Hi-5, αλλά φέτος μην τις είδατε μην τις
απαντήσατε. Το 2004 δεν μπήκε με το δεξί
ποδάρι, αλλά με το Γκούτσι
Φόρεμα, το σουξέ του Μαζωνάκη.
Προτού όμως κλείσει εξάμηνο, το
Γκούτσι μπήκε στη ναφθαλίνη και στην
πρώτη γραμμή της επικαιρότητας ήρθε
το ShakeIt και ο Σάκης Ρουβάς! Ας
δούμε ένα άρθρο της σ. ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ
ΤΖΙΑΝΤΖΗ για το Φεστιβάλ της
Γιουροβίζιον που μας τρέλαναν τα ΜΜΕ
της αποβλάκωσης, τις τελευταίες
ημέρες.
Δώδεκα χρόνια βρίσκεται ο
Σάκης στο κλαρί, αλλά η Γιουροβίζιον
τον εκτίναξε στο πάνθεον των ημίθεων.
Η δήμαρχος Αθηναίων άνοιξε διάπλατα
τις πύλες του δημαρχείου και της
καρδιάς της για τον περφόρμερ-τραγουδιστή,
ο πατριάρχης Βαρθολομαίος
παραπονέθηκε επειδή ο Σάκης δεν του
έφερε μπλουζάκια με τη στάμπα του Shakeit, υπουργοί και τέως υπουργοί
συζητούσαν για τον παραλίγο ελληνικό
θρίαμβο σε πολιτικές εκπομπές, ενώ
στα δελτία ειδήσεων, τόσο της
ιδιωτικής όσο και της κρατικής
τηλεόρασης, η Γιουροβίζιον
είχε γίνει πρώτο και μέγα θέμα.
Στο χορό μπήκε κατόπιν
εορτής και η Εκκλησία. Ο Καλαβρύτων
Αμβρόσιος χαρακτήρισε το ρουβικό
άσμα «πορνοτράγουδο» και μπήκε στον
κόπο να μεταφράσει τους στίχους –
και χωρίς περικοπές – ώστε να
αποδείξει του λόγου το αληθές. Το
γεγονός ότι οι στίχοι του Shakeit δε διεκδικούν ποιητικές δάφνες, δε
σημαίνει ότι, εν έτει 2004, πρέπει να
γίνει αποδεκτή η εκκλησιαστική
λογοκρισία, ιδίως όταν η ηλιθιότητα
ξεχειλίζει από το 90% της μουσικής
παραγωγής.
Ρεκόρ τηλεθέασης
σημείωσε η μετάδοση της Γιουροβίζιον
το περασμένο Σάββατο: πέντε
εκατομμύρια Έλληνες (και αλλοδαποί
βεβαίως) είδαν έστω για ένα λεπτό το
μουσικό υπερθέαμα, ενώ πάνω από τρία
εκατομμύρια τηλεθεατές σε όλη τη
διάρκεια της εκδήλωσης. Προτού
αρχίσουμε να τραβάμε τα μαλλιά μας
για τα γούστα των συμπατριωτών μας (οι
παρόντες πάντα εξαιρούνται), ας
θυμηθούμε ότι «βλέπω» δε σημαίνει «αποδέχομαι».
Τα ιλιγγιώδη νούμερα τηλεθέασης
οφείλονται στη συστηματική
ρουβολογία στην οποία είχαν επιδοθεί
όλα τα κανάλια, αλλά και πολλοί από
τους λεγόμενους ταγούς του έθνους. Το
κοινό είδε Γιουροβίζιον
από περιέργεια, για πλάκα, για το «σασπένς»
του πράγματος και για έναν πολύ πιο
πεζό λόγο: η ψυχαγωγία εκτός οικίας
γίνεται όλο και πιο ακριβή.
Αυτό που είναι ακόμα πιο
εντυπωσιακό από τα νούμερα είναι η
αποδοχή, η αποενοχοποίηση του
εμπορικού τραγουδιού, καθώς και του
θεάματος της πίστας. Πριν λίγα χρόνια
ο Σάκης κατέβαινε στη σκηνή με
τροχαλίες σαν φτερωτός άγγελος,
πασαλειμμένος με χρυσόσκονη ή
εμφανιζόταν με φούστα Βαλεντίνο και
γελούσε το παρδαλό κατσίκι, καθώς
όλοι αναγνώριζαν ότι αυτά τα
καραγκιοζιλίκια δεν είχαν καμία
σχέση με την τέχνη του τραγουδιού.
Τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι που
κορόιδευαν αυτά τα φτιασιδώματα
ανακαλύπτουν την «ενέργεια» που
ελκύει ο Σάκης, το εκρηκτικό
καλλιτεχνικό του ταμπεραμέντο και το
κάλλος του που παραπέμπει κατευθείαν
στην κλασική αρχαιότητα. («Ερμής εν
κινήσει στο χρόνο και στο χώρο»,
σύμφωνα με τον τελευταίο έγκριτο
ορισμό…).
Αλίμονο αν χωριστούμε σε
«σακικούς» και «αντισακικούς». Η
αντίθεσή μας δεν αφορά το
συγκεκριμένο καλλιτέχνη, αλλά το «είδος»
που υπηρετεί: ένα τραγούδι αφασικό,
χωρίς μνήμη και κομψότητα, αλλά και
χωρίς καλλιτεχνικές φιλοδοξίες. Ένα
τραγούδι προϊόν, με ημερομηνία λήξης,
που επιβάλλεται στην αγορά, όπως
επιβάλλονται τα ριάλιτι και άλλα
προϊόντα.
Σαχλά τραγουδάκια
παράγονται εδώ και δεκαετίες. Η
διαφορά είναι ότι για αρκετές
δεκαετίες, ταυτόχρονα με τα
χαζοτράγουδα, γράφονταν και σπουδαία
τραγούδια. Όμως, για πρώτη φορά η
σαχλαμάρα γεμίζει όλο το τοπίο,
γίνεται σχεδόν εθνικό ζήτημα και
απειλεί είτε να στραγγαλίσει ότι
καινούργιο γεννιέται ή μπορεί να
γεννηθεί είτε να το καθηλώσει στο
περιθώριο του «έντεχνου», του
γραφικού.
Εύκολα η Αριστερά μπορεί
να πέσει στην παγίδα μιας απατηλής
διαφορετικότητας: αντί να μας
διαφοροποιεί το πρόγραμμά μας, ο
λόγος μας, ο τρόπος που βλέπουμε τον
κόσμο, θα μας διαφοροποιήσει η «ψαγμένη»
μουσική που θα ακούμε κατ’ ιδίαν ή
στις παρέες μας. Γι’ αυτό και ο
στόχος δεν είναι η αποκαθήλωση, η
απομυθοποίηση του Σάκη (στόχος
εύκολος, αφού γι’ αυτόν φροντίζει η
ίδια η αγορά επιβάλλοντας νέα
προϊόντα). Ο γυμνός βασιλιάς δεν
είναι ο τραγουδιστής, αλλά η κυρίαρχη
ευρωπαϊκή τάξη που παρελαύνει
καμαρωτή με τα (ανύπαρκτα) καινούργια
ρούχα του αυτοκράτορα.