|
Οι
σχέσεις φυσικών και κοινωνικών
επιστημών στα πλαίσια της
οικολογικής προβληματικής
Εισαγωγή
Στο κείμενο που ακολουθεί
προσπαθούμε να διερευνήσουμε
παράγοντες και παραμέτρους που
θέτουν οι φυσικές και κοινωνικές
επιστήμες στην οικολογική
προβληματική.
Θα ξεκινήσουμε με την εξέλιξη των
ιδεών και την προβληματική που
αναπτύχθηκε στις φυσικές επιστήμες
από τον Κοπέρνικο μέχρι τις μέρες μας,
από την κατάρρευση
της γεωκεντρικής αντίληψης, την
κυριαρχία της μηχανιστικής λογικής
μέχρι τις σύγχρονες προβληματικές
της κβαντομηχανικής.
Όσον αφορά τις κοινωνικές
επιστήμες θα σταθούμε περισσότερο
στους βασικότερους εκφραστές των
κοινωνικών και οικονομικών θεωριών
την ίδια χρονική περίοδο δηλαδή από
το 17ο αιώνα μέχρι τον
20ο αιώνα. Οι παραπάνω περιγραφές
είναι αναγκαστικά σύντομες και
αποσπασματικές, εφόσον μια πλήρης
περιγραφή τους θα ξέφευγε από τα όρια
αυτής της εργασίας.
Στη συνέχεια θα δούμε πως οι ιδέες
αυτές των φυσικών και κοινωνικών
επιστημών αντικατοπτρίζονται
στην επιστήμη της οικολογίας, το
οικολογικό κίνημα, την οικολογική
προβληματική γενικότερα και φυσικά
την επανατροφοδότηση των παραπάνω
επιστημών με νέες
θέσεις και προβληματικές.
Αναλυτικότερα θα δούμε τις κύριες
τάσεις και προβληματικές στην
επιστήμη τη οικολογίας, την σχέση του
οικολογικού κινήματος με τον
επιστημονικό λόγο, τις προτάσεις και
την προβληματική που αναπτύσσεται
στο οικολογικό κίνημα και θα
προσπαθήσουμε να κάνουμε τη
διασύνδεση των ιδεών της επιστήμης
με τις προτάσεις του οικολογικού
κινήματος.
Θέση μας είναι ότι όπως κάθε
κοινωνική διεργασία έτσι και η
επιστημονική πρακτική
μεταφέρει τις ιδέες που έχουν οι
επιστήμονες για την κοινωνία και τη
φύση. Με άλλα λόγια, μια ανάλυση του
επιστημονικού φαινομένου σε επίπεδο
μεταεπιστημονικό μπορεί και οφείλει
να ανακαλύπτει τις αναλογίες και
αλληλοπροσδιορισμούς, που
εμφανίζουν το επιστημονικό και
κοινωνικό κοσμοείδωλο. Σ' αυτό το
πλαίσιο σκέψης οι επιστημονικές
θεωρίες, τα εργαλεία της
επιστημονικής πρακτικής και τα
πειραματικά σχέδια αντανακλούν στο
επίπεδο της επιστήμης την αντίληψη
που σχηματίζει η κοινωνία για τον
εαυτό της και τον κόσμο. Με δύο λόγια :
η ανάπτυξη
της επιστήμης είναι αποτέλεσμα της
διαλεκτικής σύνθεσης που
αναπτύσσεται ανάμεσα στις
εσωτερικές αντιφάσεις στα πλαίσια
της ίδιας της επιστήμης και τις
αναγκαιότητες που επιβάλλει
η κοινωνία.
Η εξέλιξη των φυσικών επιστημών
Η άποψη για τον κόσμο και το
σύστημα αξιών που συνθέτουν τα
θεμέλια του πολιτισμού μας και που
υπόκεινται πλέον σήμερα σε μια
προσεκτική αναθεώρηση,
διαμορφώθηκαν ως προς τις γενικές
τους γραμμές κατά τον 16ο
και 17ο αιώνα.
Η επιστημονική επανάσταση
ξεκίνησε με τον Κοπέρνικο που μετά
από χίλια χρόνια απέρριψε την
γεωκεντρική άποψη του Πτολεμαίου και
της Βίβλου. Η Γη πλέον δεν είναι το
κέντρο του Σύμπαντος, είναι ένας
κοινός πλανήτης ενός μικρού άστρου
στην άκρη του Γαλαξία. Ο άνθρωπος
χάνει την περήφανη θέση του σαν
κεντρικό πρόσωπο της θεϊκής
δημιουργίας. Το δρόμο του Κοπέρνικου
ακολούθησε ο Kepler με τους εμπειρικούς
του νόμους για την κίνηση των
πλανητών. Όπως, η πραγματική αλλαγή
στα επιστημονικά πράγματα
σημειώθηκε από το Γαλιλαίο. Ο
Γαλιλαίος ήταν ο πρώτος που συνδύασε
την επιστημονική εμπειρία με τη
χρήση της γλώσσας των μαθηματικών.
"Η φιλοσοφία"
έλεγε, "είναι
γραμμένη σ' αυτό το τεράστιο βιβλίο
που στέκεται πάντα ανοιχτό εμπρός
στα μάτια μας. Δεν μπορούμε όμως να το
διαβάσουμε αν δε μάθουμε πρώτα τη
γλώσσα και το αλφάβητο στα οποία έχει
γραφτεί. Η
γλώσσα του είναι τα μαθηματικά και το
αλφάβητο, τα τρίγωνα, οι κύκλοι και τα
άλλα γεωμετρικά σχήματα". Τον ίδιο
καιρό στην Αγγλία ο Μπέηκον
διακήρυττε με ενθουσιασμό την
εμπειρική μεθοδολογία της επιστήμης.
Εκείνη την εποχή ο Καρτέσιος
απέρριψε το σύνολο των παραδοσιακών
γνώσεων και καταπιάστηκε με το
χτίσιμο ενός νέου συστήματος σκέψης
που σύμφωνα με τον B. Russell "κάτι
τέτοιο δεν είχε ξανασυμβεί από την
εποχή του Αριστοτέλη, και αποτελεί
ένα σημάδι αυτοπεποίθησης,
δικαιωμένο από την πρόοδο της
επιστήμης". Εφαρμόζοντας τις
αριθμητικές σχέσεις στα γεωμετρικά
σχήματα ο Καρτέσιος κατάφερε να
συσχετίσει την άλγεβρα και τη
γεωμετρία και να δημιουργήσει ένα
νέο κλάδο μαθηματικών, την αναλυτική
γεωμετρία. Τα φυσικά φαινόμενα πια
μπορούν να αναχθούν σε ακριβολογικές
μαθηματικές σχέσεις. Τη
μαθηματική του ιδιοφυΐα τη
διακρίνουμε και στη φιλοσοφία του. Το
Λόγος περί Μεθόδου,
ένα από τα κλασικότερα κείμενα της
φιλοσοφίας, είναι η μέθοδος με την
οποία ο Καρτέσιος απέβλεπε στη
σύλληψη της επιστημονικής αλήθειας,
με την ορθή καθοδήγηση της λογικής
και την αναζήτηση της αλήθειας στις
επιστήμες. Αμφισβητεί το σύνολο των
παραδοσιακών γνώσεων, τις εντυπώσεις
των αισθημάτων μέχρι να φτάσει σε ένα
πράγμα που δεν μπορεί να
αμφισβητήσει, την ύπαρξη του
σκεπτόμενου εαυτού του άρα: cogito, ergo sum,
σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
Έτσι έρχεται ο διαχωρισμός νου
και ύλης, κάτι που επηρέασε βαθιά τη
δυτική σκέψη. Οδήγησε
στο να αντιλαμβανόμαστε τον
εαυτό μας σαν ένα απομονωμένο εγώ στο
εσωτερικό του σώματος μας, να
θεωρούμε τη διανοητική εργασία
ανώτερη της χειρωνακτικής, τους
γιατρούς να αγνοούν τη ψυχολογική
διάσταση των παθήσεων, τη σύγχυση σε
ότι αφορά τη σχέση του νου
με τον εγκέφαλο. Κατά τον W. Heisenberg
έναν από τους θεμελιωτές της
κβαντικής θεωρίας "ο διαχωρισμός
διαπότισε βαθιά τον ανθρώπινο νου
στους τρεις αιώνες που ακολούθησαν
τον Καρτέσιο και θα χρειαστεί πολύς
καιρός ακόμη μέχρι να αντικατασταθεί
από μια διαφορετική νοοτροπία
απέναντι στο πρόβλημα της αντίληψης
της πραγματικότητας". Η μέθοδος
του Καρτέσιου είναι αναλυτική.
Διασπά τις σκέψεις
και τα προβλήματα σε μικρά κομμάτια
και τα τοποθετεί σε μια λογική σειρά.
Η αναλυτική μέθοδος ίσως είναι και η
σημαντικότερη προσφορά του στην
επιστήμη. Με την αναλυτική μέθοδο
κατόρθωσε ο άνθρωπος να ταξιδέψει
στη Σελήνη, από την άλλη μεριά όμως η
υπερβολική έμφαση οδήγησε να
πιστεύουμε πως όλες οι όψεις των
πολύπλοκων φαινομένων μπορούν να
γίνουν κατανοητές χάρη στην αναγωγή
τους στα συνθετικά τμήματα.
Για τον Καρτέσιο το υλικό σύμπαν
ήταν αποκλειστικά και μόνο μια
μηχανή. Η φύση λειτουργούσε σύμφωνα
με τους μηχανικούς νόμους και τα
πάντα στα πλαίσια του υλικού κόσμου
μπορούσαν να ερμηνευτούν σύμφωνα με
τη διάταξη και την κίνηση των
τμημάτων τους. Η αντίληψη της γης ως
ζωντανού οργανισμού, ως μιας τροφού-μητέρας
είχε δημιουργήσει μια λατρευτική
ηθική που περιόριζε τις
καταστροφικές τάσεις των ανθρώπων σε
βάρος της. Η φύση είναι πλέον μια
τέλεια μηχανή. Οι ηθικοί περιορισμοί
εξαφανίστηκαν. Η νέα άποψη για τον
κόσμο προσέφερε την επιστημονική
ευλογία για τη χειραγώγηση και την
εκμετάλλευση της φύσης, τις δύο
τυπικές δηλαδή δραστηριότητες του
δυτικού πολιτισμού.
Ο Καρτέσιος δημιούργησε το
διανοητικό πλαίσιο της επιστήμης του
17ου αιώνα,
για τα φυσικά φαινόμενα όμως δεν
κατάφερε παρά να χαράξει τις
χοντρικές γραμμές της θεωρίας. Ο
άνθρωπος που πραγματοποίησε το
καρτεσιανό όραμα και ολοκλήρωσε την
Επιστημονική Επανάσταση ήταν ο Ισαάκ
Νεύτωνας. Για να περιγράψει την
κίνηση των σωμάτων προχώρησε πέρα
από τη μαθηματική τεχνική του
Γαλιλαίου και του Καρτέσιου και
επινόησε μια καινούργια μαθηματική
μέθοδο το 'διαφορικό
λογισμό'. Αυτό το υπέροχο διανοητικό
επίτευγμα χαρακτηρίστηκε από τον
Αϊνστάιν σαν 'το μεγαλύτερο ίσως άλμα
σκέψης που θα μπορούσε να κάνει από
μόνος του ένας άνθρωπος'.
Ο Νεύτωνας παρουσίασε τη θεωρία
του για τον κόσμο στο βιβλίο:
Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής
Φιλοσοφίας. Τα Principia, όπως
αναφέρονται πολλές φορές με το
λατινικό τους τίτλο, περιλαμβάνουν
ένα κατανοητό, σαφές και συνεκτικό
σύστημα ορισμών, προτάσεων και
αποδείξεων, που για δυο ολόκληρους
αιώνες οι επιστήμονες το αναγνώρισαν
σαν την ορθότερη περιγραφή της φύσης.
Η σκηνή του νευτώνειου σύμπαντος,
όπου συμβαίνουν όλα τα φυσικά
φαινόμενα, είναι ένας απόλυτος
τρισδιάστατος χώρος άδειος και
ανεξάρτητος από τα φυσικά φαινόμενα
που συμβαίνουν στο εσωτερικό του.
Κάθε αλλαγή στα πλαίσια του φυσικού
κόσμου περιγράφεται πάλι από
έναν απόλυτο χρόνο που κινείται
ομοιόμορφα από το παρελθόν προς το
μέλλον. Τα στοιχεία του νευτώνειου
κόσμου είναι τα υλικά μόρια από την
ίδια υλική ουσία σε διαφορετικά
μεγέθη και οι δυνάμεις που κινούν
είναι οι βαρυτικές δυνάμεις.
Έτσι κατά το Νεύτωνα, ο Θεός,
ξεκινώντας τη δημιουργία του κόσμου,
κατασκεύασε κατ' αρχήν τα υλικά μόρια,
τις δυνάμεις που ασκούνται μεταξύ
τους και τους θεμελιώδεις νόμους της
κίνησης. Μ' αυτόν τον τρόπο μπήκε σε
κίνηση ολόκληρο το σύμπαν
και από τότε δεν έπαψε να
κινείται σαν μια τεράστια μηχανή,
υπακούοντας σε απαράβατους νόμους.
Κατά συνέπεια, η μηχανιστική άποψη
του κόσμου σχετίζεται άμεσα με έναν
αυστηρό ντετερμινισμό. ΄Όλα όσα
συμβαίνουν προκαλούνται από ένα
προκαθορισμένο αίτιο και καταλήγουν
σε προκαθορισμένα αποτελέσματα, που
σημαίνει ότι το μέλλον οποιουδήποτε
τμήματος του σύμπαντος μπορεί να
προβλεφθεί με απόλυτη βεβαιότητα. Η
ύπαρξη του εξωτερικού δημιουργού,
θεού, στα πλαίσια της κοσμικής
μηχανής όπου διαδραματίζονται τα
φυσικά φαινόμενα χωρίς άμεση θεϊκή
παρέμβαση, σιγά-σιγά με την πρόοδο
της επιστήμης εξαφανίστηκε.
Στα χρόνια που ακολουθούν η
νευτώνεια μηχανική καθιερώνεται
γρήγορα σαν η ορθότερη θεωρητική
αντίληψη της πραγματικότητας. Οι
επιστήμονες επεξεργάζονται το
μηχανιστικό πρότυπο τόσο στη φυσική
όσο και στη χημεία, τη βιολογία, τη
ψυχολογία και τις κοινωνικές
επιστήμες.
Οι πρώτες ρωγμές στο μηχανιστικό
πρότυπο επισυμβαίνουν το 19 αιώνα,
όταν ένας από τους μεγαλύτερους
πειραματιστές ο Μ. Faraday και ένας
λαμπρός θεωρητικός ο Maxwell
διατυπώνουν την ηλεκτροδυναμική.
Υποκαθιστούν την έννοια της δύναμης
με την ευφυέστερη σύλληψη του
δυναμικού πεδίου και αναδεικνύουν
ότι τα δυναμικά πεδία διαθέτουν τη
δική τους πραγματικότητα και μπορούν
να μελετηθούν ανεξάρτητα από τις
αναφορές στα υλικά σώματα. Ενώ ο
ηλεκτρομαγνητισμός άρχισε να
αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία της
νευτώνειας μηχανικής, οι γεωλόγοι
συμπεραίνουν ότι η σημερινή
κατάσταση της Γης αντιπροσωπεύει το
εξελικτικό αποτέλεσμα μιας
συνεχόμενης ανάπτυξης γεννημένης
από τη δράση των φυσικών δυνάμεων
κατά τη διάρκεια τεράστιων χρονικών
περιόδων. Στη βιολογία πρώτα ο Λαμάρκ
και στη συνέχεια ο Δαρβίνος
αποδεικνύει τη βιολογική εξέλιξη. Ο
τρόπος σκέψης αλλάζει, ο νέος τρόπος
προβάλλει την έννοια της εξέλιξης,
της αλλαγής, της μεταβολής, της
ανάπτυξης. Οι εξελικτικές αρχές στη
φυσική εμφανίζονται με τη δημιουργία
της θερμοδυναμικής, 'την επιστήμη της
πολυπλοκότητας'. Ο δεύτερος νόμος της
θερμοδυναμικής δείχνει ότι κοινή
τάση όλων των φαινομένων είναι να
ακολουθούν μια εξελικτική
διαδικασία προς μια συγκεκριμένη
κατεύθυνση, από την τάξη στην αταξία.
Η εντροπία, το μέτρο της αταξίας,
αυξάνεται σημειώνοντας την
κατεύθυνση του χρόνου.
Ο λόρδος Kelvin σε μια διάλεξή του,
στα τέλη του 19ου αιώνα, για τη
θεωρητική Φυσική,
δήλωσε ότι επισκιαζόταν από δύο
σύννεφα και γιαυτό την θεωρούσε
περίπου τελειωμένη.Το πρώτο είχε
σχέση με την σταθερότητα της
ταχύτητας του φωτός και το άλλο με
την εξάρτηση της ακτινοβολούμενης
ενέργειας από το μήκος κύματος. Τα
δύο αυτά σύννεφα αποδείχτηκαν
σεισμοί στα θεμέλια της Φυσικής. Έτσι
στις αρχές του 20 αιώνα ο Αϊνστάιν
διατυπώνει τη θεωρία της
σχετικότητας που ενοποιεί και
συμπληρώνει την κλασική Φυσική, αλλά
παράλληλα εισήγαγε ριζικές αλλαγές
στις παραδοσιακές αντιλήψεις για το
χρόνο και το χώρο υπονομεύοντας έτσι
ένα από τα θεμέλια της νευτώνειας
άποψης για τον κόσμο. Ο απόλυτος
χώρος και χρόνος δεν υπάρχουν. Ο
χώρος και ο χρόνος συνιστούν μια
ενότητα τα γεγονότα προσδιορίζονται
πλέον από τέσσερις διαστάσεις του
χωροχρόνου.
Ο δεύτερος μεγάλος σεισμός ήταν η
θεωρία των κβάντα. Διατυπώθηκε κατά
τη διάρκεια των τριών πρώτων
δεκαετιών του 20ου
αιώνα και ήταν έργο μιας μεγάλης
διεθνούς ομάδας κορυφαίων
επιστημόνων. Οι επιστήμονες έπρεπε
να μάθουν να θέτουν τα ερωτήματά τους
με διαφορετικό τρόπο γιατί αλλιώς η
φύση τους απαντούσε παράλογα όπως
σημειώνει o
Heisenberg ένας από τους θεμελιωτές της
θεωρίας των κβάντα "Θυμάμαι τις
ατέλειωτες συζητήσεις με τον Μπορ.
Επαναλαμβάνοντας το ίδιο ερώτημα.
Μπορεί να είναι η φύση τόσο παράλογη
όσο φαίνεται από τα ατομικά
πειράματα;". Οι νόμοι της ατομικής
φυσικής είναι στατιστικοί νόμοι,
εκφράζουν τις πιθανότητες των
ατομικών συμβάντων που καθορίζονται
από τη δυναμική του συστήματος. Ενώ
στην κλασική φυσική επικρατεί ο
ντετερμινισμός και η συμπεριφορά των
τμημάτων καθορίζει τη συμπεριφορά
του όλου. Η νέα φυσική έδειξε τα όρια
του καρτεσιανού υποδείγματος.
Η σύγχρονη φυσική ξεπερνώντας
τον καρτεσιανό διαχωρισμό απέρριψε
το κλασσικό ιδανικό της
αντικειμενικής περιγραφής της φύσης
και συγχρόνως το μύθο της επιστήμης,
απαλλαγμένης από το πολιτιστικό
σύστημα αξιών. Τα επιστημονικά
αποτελέσματα και οι τεχνολογικές
εφαρμογές καθορίζονται από το
διανοητικό πλαίσιο. Παρόλο που όλα τα
κομμάτια της επιστημονικής έρευνας
δεν υπακούουν στο σύστημα αξιών, το
ευρύτερο υπόδειγμα που μέσα του
εντάσσεται το γεγονός της
επιστημονικής έρευνας δεν
απαλλάσσεται από τους δεσμούς με το
σύστημα αξιών.
Οι μεγάλοι θεωρητικοί των
κοινωνικών επιστημών
Με την είσοδο των νεοτέρων χρόνων
τα κοινωνικά θέματα άρχισαν να
γίνονται αντικείμενο ανάλυσης και
πάλι. Ένας βασικός παράγοντας που
ώθησε τους διανοούμενους στην
ανάλυση τέτοιων θεμάτων ήταν οι έριδες στη διάρκεια της
μεταρρύθμισης. Πολιτική εξουσία,
ηθικές και κοινωνικές αξίες
αμφισβητούνται. Η αμφισβήτηση των
θεσμών συμπίπτει με μια γενικότερη
αναστάτωση στην κοινωνία που
οφείλεται στους πολέμους, τη
μετανάστευση πληθυσμού από την
ύπαιθρο στις πόλεις, τη δημιουργία
των μεγάλων πόλεων. Ο κύριος όμως
παράγοντας είναι η βιομηχανική
επανάσταση, η τρίτη επανάσταση του
ανθρώπου. Έως τότε ο άνθρωπος
χρησιμοποιούσε στην παραγωγή
αυτούσιες ζωικές και φυτικές
δυνάμεις, με τη βιομηχανική
επανάσταση χρησιμοποιεί συστηματικά
ενέργεια (ατμό, ηλεκτρισμό, ατομική
ενέργεια) την οποία παράγει ο ίδιος
και τη διοχετεύει με μηχανισμούς που
παράγουν έργο. Έτσι ξεπετάγεται ένας
καινούργιος, πρωτόγνωρος
κόσμος που τον χαρακτηρίζουν νέες
μορφές πολιτισμού και κοινωνικής
οργάνωσης. Αυτό το νέο κόσμο
προσπαθούν να αναλύσουν οι
κοινωνικές επιστήμες, μερικές
μάλιστα γεννιούνται μαζί με αυτόν.
Η περίοδος της κλασσικής
πολιτικής οικονομίας αρχίζει με τη
δημοσίευση του βιβλίου Μια έρευνα
για τη φύση και τα αίτια του πλούτου
των εθνών του Άνταμ
Σμιθ (1723-1790). Σύμφωνα με τον Σμιθ, η
πηγή του πλούτου μιας κοινωνίας
είναι η εργασία των ανθρώπων.
Οι προηγούμενοι οικονομολόγοι
πίστευαν ότι πηγές πλούτου ήταν λίγο
πολύ σταθερές και ότι η αύξηση του
πλούτου ήταν δώρο της φύσης και η
εργασία του ανθρώπου απλώς συνέβαλε
στο μετασχηματισμό αυτού του πλούτου,
χωρίς όμως να τον αυξάνει. Από τους
φυσιοκράτες ο Σμιθ δανείστηκε την
ιδέα του laissez faire και την έκανε
αθάνατη με την περίφημη παρομοίωση
του 'αόρατου χεριού'. Το 'αόρατο χέρι'
της αγοράς έχει την ικανότητα να
καθοδηγεί το συμφέρον των εργοδοτών,
των παραγωγών και των καταναλωτών
προς την αρμονική 'καλυτέρευση' όλων
δηλαδή την παραγωγή υλικού πλούτου.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, το κοινωνικό
αποτέλεσμα ανεξαρτητοποιείται από
τις ατομικές βλέψεις και έτσι
θεμελιώνεται μια αντικειμενική
επιστήμη της οικονομικής
δραστηριότητας.
Οι τιμές διαμορφώνονται στα
πλαίσια της ελεύθερης αγοράς, χάρη
στην εξισορροπητική
επίδραση του νόμου της προσφοράς
και της ζήτησης. Οι νευτώνειες αρχές
της ισορροπίας, της κίνησης και της
αντικειμενικής πραγματικότητας
είναι εδώ. Η νευτώνεια μηχανική
αγνοεί την τριβή. Κατά τον Σμιθ οι
εξισορροπητικοί μηχανισμοί της
αγοράς δρουν ακαριαία.
Την ίδια περίπου εποχή αρχίζει
και η περίοδος της κοινωνιολογίας
σαν ξεχωριστής επιστήμης με πατέρα
τον Auguste Comte (1798-1857). Η συμβολή του
βρίσκεται στο γεγονός ότι προσπάθησε
να απομακρύνει την κοινωνιολογία από
τον αφηρημένο φιλοσοφικό στοχασμό
και να την καταστήσει μια επιστήμη
που βασίζεται στην αντικειμενική
παρατήρηση. Ο Comte πιστεύει ότι η
εξέλιξη της ανθρωπότητας είναι η
εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος,
του τρόπου που ο άνθρωπος βλέπει και
ερμηνεύει την πραγματικότητα που τον
περιβάλλει. Έτσι η ανθρωπότητα
πέρασε από το στάδιο της θεολογικής
ερμηνείας των πραγμάτων στο στάδιο
της μεταφυσικής ερμηνείας και από
εκεί στο στάδιο της επιστημονικής ή
θετικής εξήγησης, τη θεωρία δηλαδή
των τριών σταδίων. Για τον Comte η
θετική επιστήμη, που αναζητεί τις
σταθερές σχέσεις, τους νόμους, που
υπάρχουν μεταξύ των φαινομένων,
μπορεί να προβλέψει και με βάση την
πρόβλεψη αυτή ο άνθρωπος μπορεί να
αναλάβει δράση. Η κοινωνία δεν είναι
ένα απλό σύνολο ατόμων αλλά υπάρχει
εκεί που πραγματώνεται γενική και
συνδυασμένη δράση. Τα κοινωνικά
φαινόμενα, κατά τον Comte, πρέπει να
μελετούνται κάτω από δύο ξεχωριστές
αλλά αλληλοσυμπληρούμενες σκοπιές :
τη στατική και τη δυναμική.
Όποιος καλλιεργεί τη σοβαρή
πρόθεση να καταλάβει τις κοινωνικές
συνθήκες της ανθρωπότητας είναι
υποχρεωμένος να μελετήσει τη σκέψη
του Karl Marx (1818-1883). Μια από τις
μεγαλύτερες μορφές του 19ου αιώνα, που
το έργο του εξακολουθεί να ασκεί
ποικιλότροπη επιρροή μέχρι και
σήμερα και τον κατατάσσει μεταξύ των
μεγάλων πολιτικών φιλοσόφων,
οικονομολόγων και κοινωνιολόγων. Η
κοινωνιολογική σκέψη του Marx ξεκινά
από τη διάκριση μεταξύ κράτους και
κοινωνίας. Αντίθετα από τις απόψεις
του Hegel, για αυτόν το κράτος είναι ένα
από τα αποτελέσματα των
ανταγωνιστικών σχέσεων που
εμφανίζονται και λειτουργούν μέσα
στην κοινωνία των πολιτών του Hegel. Για
να εξασφαλισθεί ο συγκεκριμένος
τρόπος παραγωγής πρέπει οι
παραγωγικές σχέσεις να παραμένουν
σταθερές και αυτό το έργο επιτελούν
το κράτος και η ιδεολογία. Όταν οι
παραγωγικές δυνάμεις αναπτυχθούν
τόσο, που να οδηγούν σε νέους τρόπους
παραγωγής, οι παλιές παραγωγικές
σχέσεις ανατρέπονται, μέσα από
επαναστατικές διαδικασίες που
εγκαθιστούν νέες παραγωγικές
σχέσεις, που αντιστοιχούν στους
νέους τρόπους παραγωγής. Η φιλοσοφία
του Marx είναι ο διαλεκτικός υλισμός, ο
υλισμός του όμως δεν είναι μηχανικός,
αλλά δυναμικός. Το σύμπαν είναι ένα
αιώνιο γίγνεσθαι, και η πρόοδος
πετυχαίνεται με τη διαλεκτική σχέση
θέση-αντίθεση- σύνθεση σαν σειρά
ποιοτικών αλμάτων που είναι
αναπόφευκτες λόγω των εσωτερικών
τάσεων που ανατρέπουν την υπάρχουσα
ισορροπία. Επιδίωξε να διατυπώσει
τις θεωρίες του στη γλώσσα του
Καρτέσιου και του Νεύτωνα γιαυτό
χρησιμοποιεί συχνά τον όρο
επιστημονικός, όμως η πλατιά οπτική
του πάνω στα κοινωνικά φαινόμενα του
επέτρεψε να αρνηθεί να υιοθετήσει
την κλασσική θέση του αντικειμενικού
παρατηρητή και υπογράμμισε με πάθος
τη συμμετοχή στα φαινόμενα,
διακηρύσσοντας το αδιαχώριστο
κοινωνικής δράσης και κοινωνικής
ανάλυσης.
Τη θετικιστική
παράδοση στη Γαλλία που άρχισε ο Comte
συνέχισε ο Emile Durkheim (1858-1917), αν και ο
ίδιος δεν συμμεριζόταν τη
θετικιστική μεταφυσική του Comte. Ήθελε
να δει την κοινωνιολογία να
αναπτύσσεται σε μια αυτοτελή
επιστήμη και θεωρούσε τον εαυτό του
απλώς ορθολογιστή. Για τον Durkheim η
κοινωνία δεν είναι μια ιδέα. Είναι
μια ιδιότυπη πραγματικότητα που
αποτελεί τον ισχυρότερο συνδυασμό
φυσικών και ηθικών δυνάμεων. Η
κοινωνία υπάρχει έξω και πάνω από τα
άτομα, έχει δηλαδή αντικειμενική
υπόσταση και είναι ανώτερη και
ισχυρότερη από τα άτομα, πράγμα που
φανερώνεται με τον εξαναγκασμό που
ασκεί σ' αυτά. Όμως η κοινωνία αποκτά
υπόσταση και εκφράζεται μέσα από τα
άτομα, με τη συλλογική συνείδηση, που
είναι 'η συνείδηση των συνειδήσεων'. Η
συλλογική συνείδηση είναι το
στοιχείο εκείνο που εξασφαλίζει την
κοινωνική συνοχή, αποτελεί το
θεμέλιο της ανθρώπινης γνώσης και
καθορίζει την ατομική συμπεριφορά
και τη μορφή που παίρνουν οι
ανθρώπινες σχέσεις. Οι τρόποι που
δρουν, σκέπτονται και αισθάνονται τα
μέλη της κοινωνίας δεν έχουν ή μάλλον
δεν πρέπει να έχουν υποκειμενικό
χαρακτήρα, δεν πρέπει δηλαδή να
απορρέουν από ατομικές ιδιορρυθμίες,
αλλά να υπακούουν σε κοινωνικές
αναγκαιότητες, να εξυπηρετούν το
συλλογικό συμφέρον. Γιατί η κοινωνία
είναι κάτι πολύ περισσότερο από το
άθροισμα των μελώς της.
Την εποχή που στη Γαλλία
κυριαρχεί ο Durkheim
στη Γερμανία κυρίαρχη μορφή
είναι ο Max Weber (1864-1920) . Η κοινωνιολογία
για το Weber είναι η επιστήμη που
αντικείμενο μελέτης της είναι η
κοινωνική δράση. Η κοινωνική δράση
προϋποθέτει την ύπαρξη ενός άλλου
υποκειμένου , προς το οποίο
κατευθύνεται σαν σκόπιμη ενέργεια.
Σκοπός της κοινωνιολογίας είναι η
κατανόηση της κοινωνικής δράσης για
να μπορέσει να εξηγήσει αιτιοκρατικά
την πορεία και τα αποτελέσματά της. Η
θέση αυτή εκφράζει τη διαμάχη μεταξύ
θετικισμού και ιδεαλισμού. Ο
γερμανικός ιδεαλισμός έβλεπε ένα
αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του κόσμου
του πνεύματος και του κόσμου της
φύσης, πράγμα που διαφοροποιούσε τις
επιστήμες σε φυσικές επιστήμες και
επιστήμες του πνεύματος. Οι φυσικές
επιστήμες μπορούσαν να ερμηνεύσουν
το φυσικό κόσμο με βάση τους φυσικούς
νόμους, ενώ οι επιστήμες του
πνεύματος τα ανθρώπινα φαινόμενα με
βάση τη μοναδικότητά τους, σαν
ανεπανάληπτα αποτελέσματα
αλληλουχίας και συνδυασμού ιστορικά
συγκεκριμένων παραγόντων. Σε
αντίθεση ο Weber πίστευε ότι οι φυσικές
επιστήμες μπορούσαν μόνο να
εξηγήσουν απαντώντας στο ερώτημα 'πως
;', οι πνευματικές επιστήμες
μπορούσαν να εξηγήσουν και να
ερμηνεύσουν, να απαντήσουν δηλαδή
στο ερώτημα 'γιατί;'. Η κοινωνιολογία,
σαν κατανοούσα επιστήμη, είναι μια
επιστήμη εμπειρική. Ο χαρακτήρας της
είναι διαπιστωτικός και όχι
κανονιστικός. Μια εμπειρική επιστήμη
δεν μπορεί να διδάξει τον άνθρωπο τι
οφείλει να κάνει αλλά τι μπορεί να
κάνει. Αν
και δεν ήταν αποκλειστικός του
σκοπός, ο Weber αντέκρουσε τη θεωρία που
απέδιδε στο Marx, ό,τι γνώριζε τότε
ακόμη από το Marx και κυρίως από την
πρώτη γενιά μαρξιστών, ότι όλες οι
πίστεις και αξίες δεν είναι τίποτε
άλλο από μια απλή υπερδομή που
εξηγείται με βάση την οργάνωση
παραγωγής. Ο Weber έδειξε ότι και οι
πίστεις και οι αξίες θα πρέπει να
χρησιμοποιούνται παράλληλα με
άλλους παράγοντες για να εξηγήσουν
την ανάπτυξη ενός συστήματος
παραγωγής. Έτσι εξήγησε την γένεση
και ανάπτυξη του καπιταλισμού στην
Αγγλία και τη Βόρεια Ευρώπη
στηριζόμενος στην προτεσταντική
ηθική με τις αξίες του ασκητισμού,
της πίστης ότι ο θεός εκλέγει
αυθαίρετα μερικές ψυχές για να
σωθούν, που δημιούργησαν κίνητρα για
σκληρή εργασία, αυστηρή ζωή και
συγκέντρωση πλούτου (γι' αυτό το
ζήτημα, βλ. Ανθογαλίδου, 2001 ).
Η εξέλιξη της οικολογίας
Η σύγχρονη επιστήμη
της οικολογίας έχει τις απαρχές
της στο λινεϊκό πρόγραμμα , η
διαμόρφωση του οποίου συμπίπτει με
την πρώτη φάση της ανάπτυξης του
καπιταλισμού. Ο Λιννέος βασίζεται
στην αντίληψη ότι η φύση είναι θεϊκό
δημιούργημα. Στο επίπεδο του φυσικού
κόσμου αντανακλάται η σοφία του Θεού
και αποκρυσταλλώνεται η αρμονία του
θεϊκού λόγου. Η επιστημονική πράξη
περιγράφει τους ιδεατούς τύπους
βιολογικής οργάνωσης, τους ολότυπους
που αποτυπώνουν εικόνες της τέλειας
φύσης. Στη συνέχεια η επιστημονική
εργασία καταγράφει τον υλικό κόσμο
και τον κατατάσσει σε κατηγορίες με
βάση την ομοιότητα που εμφανίζουν οι
υλικές οντότητες με τους ιδεατούς
ολότυπους. Στόχος της επιστημονικής
πρακτικής είναι η υπαγωγή του υλικού
κόσμου σε ιδεατά σχήματα που
περιγράφουν την οικονομία της φύσης,
ώστε να γίνει γνωστή στους ανθρώπους
η θεϊκή τάξη των πραγμάτων.
Η επιστήμη της οικολογίας
εισέρχεται στη φάση της ωριμότητας
στα τέλη του 19ου αιώνα οπότε και
χρησιμοποιείται ο όρος οικολογία με
την επιστημονική έννοια από τον E.
Haeckel. Η ανάδειξη της οικολογίας σε
αυτόνομο επιστημονικό πεδίο
σχετίζεται με τη φθορά της αντίληψης
ότι η φύση συνιστά αστείρευτη πηγή
ενέργειας και υλικών στην απόλυτη
διάθεση του ανθρώπου. Στις ΗΠΑ, την
εποχή εκείνη, εμφανίζονται
προβλήματα στη γεωργική, δασική και
αλιευτική παραγωγή, ενώ σε ορισμένες
περιοχές έχουμε προβλήματα
υπερπληθυσμού. Οι πρώτες προσπάθειες
έχουν σαν αντικείμενο την επίλυση
πρακτικών προβλημάτων, αλλά γρήγορα
αναπτύχθηκαν οι σχετικές
επιστημονικές θεωρίες. Είναι
χαρακτηριστικό ότι πάντοτε η
επιστημονική πρακτική συνδεόταν
στενά με τις κοινωνικές ανάγκες της
εποχής. Από την αρχή του 20ου αιώνα
διαμορφώθηκαν δύο σε γενικές γραμμές
παράλληλοι δρόμοι ανάπτυξης της
επιστήμης της οικολογίας : η ολιστική
ή συστημική και η πληθυσμιακή ή
ατομιστική σύλληψη του οικολογικού
φαινομένου.
Α) Το
ολιστικό πρότυπο
Η συστημική οικολογία
περιγράφει την φύση σαν ένα τεράστιο
μηχανισμό που υπακούει στις αρχές
της κυβερνητικής και ρυθμίζεται από
μηχανισμούς ανάδρασης. Πρόκειται για
μηχανιστική οπτική με τη διαφορά ότι
η αναλυτική νευτώνεια εικόνα του
μηχανικού ρολογιού έχει
αντικατασταθεί από μια πιο σύνθετη.
Τα φυσικά οικοσυστήματα θεωρούνται
ισόμορφα με τα θερμοδυναμικά ή
ηλεκτρομαγνητικά συστήματα και
περιγράφονται από τα ίδια
διαγράμματα. Η ροή ενέργειας είναι το
βασικό στοιχείο που ρυθμίζει την
κατάσταση ενός συστήματος. Τα
διάφορα μέρη που απαρτίζουν αυτό το
σύστημα εκτιμούνται μόνο ως προς
αυτή την ιδιότητα, δηλαδή ως
μετασχηματιστές ενέργειας. Τα
διάφορα στοιχεία, αυτά καθαυτά, δεν
έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη
λειτουργία του συστήματος. Αυτό που
μετράει περισσότερο είναι οι σχέσεις
μεταξύ των διαφόρων τμημάτων και ο
ενεργειακός τους ρόλος. Τα βασικά
κριτήρια την εκτίμηση της κατάστασης
του οικοσυστήματος είναι η ισορροπία
και η σταθερότητα.
Η συστημική θεωρεία που
αναπτύχθηκε στην διάρκεια του
μεσοπολέμου επηρέασε βαθύτατα και
εξακολουθεί να επηρεάζει την εξέλιξη
της επιστήμης της οικολογίας. Την
εποχή αυτή έχει ολοκληρωθεί η
καταστροφή του ελεύθερου ατόμου, η
κοινωνία είναι πλήρως διαμορφωμένη
σε τάξεις, αποτέλεσμα του
καταμερισμού της εργασίας. Η
κοινωνική δομή έχει γίνει τόσο
περίπλοκη, που το σύστημα χάνει την
ικανότητα αυτορύθμισης, που του
διασφαλίζει, υποτίθεται, η
λειτουργία της αγοράς. Στις
καπιταλιστικές μητροπόλεις τα
φαινόμενα αποκτούν εκρηκτικές
διαστάσεις. Μια εκδοχή για την έξοδο
από την κρίση είναι ο τεχνοκρατισμός
με βάση την κυβερνητική. Το ηγεμονικό
μπλοκ εξουσίας παραχωρεί
διευθυντικές ευθύνες σε τεχνοκράτες
και η ρυθμιστική λειτουργία του
συστήματος ασκείται με βάση τον
επιστημονικό ορθολογισμό.
Η συστημική θεωρία έγινε η
θεωρητική βάση πολλών επιστημών όπως
οι οικονομικές επιστήμες, οι
κοινωνικές επιστήμες, διάφοροι
κλάδοι των μαθηματικών και της
φυσικής και φυσικά της οικολογίας. Η
θεωρία των συστημάτων, η κυβερνητική,
η θεωρία των παιγνίων υπόσχονταν
επιτυχή διαχείριση των οικονομικών
και κοινωνικών προβλημάτων και
αποδείχθηκαν, ως ένα βαθμό,
κατάλληλες για την οικονομική
ανασυγκρότηση των ΗΠΑ από την κρίση
του 1930 και των ευρωπαϊκών κρατών μετά
τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατ'
αντιστοιχία η συστημική θεωρία
θεωρήθηκε κατάλληλη για την ανάλυση
ενός τόσο πολύπλοκου και
πολυπαραγοντικού
συστήματος όπως ο φυσικός κόσμος.
Πρόκειται, όπως γίνεται αντιληπτό,
για μια τεχνοκρατική θεωρία
διαχείρισης και ελέγχου, γιαυτό και
διαδόθηκε σε αυτούς τους τομείς της
οικολογίας που είχαν σχέση με την
ανάπτυξη πρακτικών διαχείρισης
φυσικών πόρων. Σύμφωνα με τον Τερζάκη
αν η δαρβινική-αναγωγική εικόνα του
κόσμου, της 'πάλης για επιβίωση', της 'επιβίωσης
του ισχυρότερου' κ.λ.π., μπορεί να
θεωρηθεί το βιολογικό αντίστοιχο του
καπιταλισμού, της ελεύθερης
οικονομίας και των ανεξάρτητων
παραγόντων που ανταγωνίζονται
μεταξύ τους, τότε σίγουρα η συστημική
οικολογία ανταποκρίνεται στην εποχή
του 'μεγάλου πλανητικού χωριού', των
μεγάλων οικονομικών, πολιτικών και
διακρατικών ενώσεων του παγκόσμιου
εμπορίου και της ανάγκης κεντρικού
σχεδιασμού και ταυτόχρονα βέβαια,
του κατακερματισμού της κοινωνικής
ζωής. Ο ισομορφισμός του κοινωνικού
και βιολογικού κόσμου, όπως αυτοί
περιγράφονται μέσα από τις
συστημικές θεωρίες, είναι
χαρακτηριστικότατος : η κοινωνική
διαίρεση και διαστρωμάτωση της
ανθρώπινης κοινωνίας αντιστοιχεί
στα επίπεδα οργάνωσης του
οικοσυστήματος σε καταναλωτές,
παραγωγούς, αποικοδομητές, οι
έννοιες της παραγωγικότητας, της
ισορροπίας και της σταθερότητας
είναι κοινού περιεχομένου και κοινής
σπουδαιότητας και για τα δύο
συστήματα. Επομένως, ο ρόλος του
ανθρώπου είναι αυτός του μηχανικού-διαχειριστή
των οικοσυστημάτων.
Ενώ η οικολογία συστημάτων
δανείστηκε πολλά στοιχεία της
θεωρίας της από άλλους κλάδους,
προσέφερε στις επιστήμες το πιο
πλήρες πρότυπο για το 'πώς είναι ο
κόσμος', ένα πραγματικά σύγχρονο 'φυσικό'
μοντέλο κοινωνικής τάξης,
ξεπερνώντας το παλιό πρότυπο του
καρτεσιανού ωρολογιακού μηχανισμού.
Ρεύμα της ολιστικής οικολογίας
είναι και η βαθιά οικολογία. Με τον
όρο αυτό χαρακτηρίζεται ένα
ετερόκλητο σύνολο θεωρήσεων για τη
φύση, των οποίων κοινό
χαρακτηριστικό είναι
οι μεταφυσικές - φυσιοκρατικές
αντιλήψεις για τον κόσμο και η
αναφορά στο συστημικό επιστημονικό
πρότυπο για τις αντίστοιχες
φιλοσοφικές αντιλήψεις. Για τη βαθιά
οικολογία τα είδη της βιόσφαιρας
αποτελούν μέρη ενός ενιαίου και
απόλυτα συνεκτικού όλου. Το
κοσμοείδωλο που προβάλλεται είναι
αυτό της οικολογίας συστημάτων, στο
οποίο η βαθιά οικολογία δίνει έμφαση
στις σχέσεις αλληλεπίδρασης και
αλληλεξάρτησης μεταξύ των μερών,
στην ισορροπία, την πολυπλοκότητα
και την συνοχή που χαρακτηρίζει όλη
την δομή. Η διατήρηση κάθε είδους στη
θέση του και στη λειτουργία που
επιτελεί είναι αποφασιστικής
σημασίας για την ύπαρξη της ολότητας.
Ταυτόχρονα, όμως, κάθε είδος αποκτά
οντότητα μόνο ως μέρος του
συνολικότερου συστήματος. Κάτω από
αυτό το πρίσμα το ανθρώπινο είδος δεν
είναι ανώτερο ή καλύτερο από τα άλλα
είδη, στο βαθμό που όλα τα είδη είναι
απαραίτητα για το καλό του όλου, και
στο βαθμό που ως είδος μπορεί να
υπάρξει μόνο σαν μέρος του όλου. Το
περιβάλλον είναι ένας τεράστιος,
σύνθετος μηχανισμός και ο άνθρωπος
εξαρτάται από την συνοχή και την καλή
λειτουργία αυτού του μηχανισμού.
Αυτό ταυτόχρονα παραπέμπει , εφόσον
όλοι είμαστε ίσοι σαν υποτελείς
όμως μιας ανώτερης οντότητας,
στην 'υπόθεση
της Γαίας'.
Η 'υπόθεση της Γαίας' εμφανίστηκε
την δεκαετία του '70 από τον Lovelock και
έτυχε θερμής υποδοχής στους κόλπους
του οικολογικού κινήματος και αλλού.
Η σύνθεση του κοσμοειδώλου της Γαίας
στηρίζεται σε δύο άξονες : τη
σύγχρονη συστημική οικολογία και τις
βιταλιστικές αντιλήψεις της
ρομαντικής φιλοσοφίας του 19ου αιώνα.
Η 'υπόθεση της Γαίας' συνδέει όλες τις
κατά καιρούς διατυπωμένες
επιστημονικές υποθέσεις σχετικά
με την βιόσφαιρα και την εξέλιξή
της σε μια, εκ κατασκευής, ολιστική
θεώρηση του ενιαίου γήινου
οικοσυστήματος. Σύμφωνα με την 'υπόθεση
της Γαίας', ολόκληρος ο πλανήτης, με
τα βιοτικά και αβιοτικά στοιχεία που
τον αποτελούν, συνιστά ένα γιγάντιο
ζωντανό οργανισμό. Όλα τα είδη από
τους ιούς έως τις φάλαινες και από τα
φύκια έως τα
έλατα, μπορούν να θεωρηθούν μέλη
αυτού του ζωντανού
οργανισμού. Η Γαία λειτουργώντας σαν
μια κυβερνητική μηχανή που
οργανώνεται από μόνη της, είναι
εφοδιασμένη με ιδιότητες που
υπερβαίνουν αυτές των συστατικών της
μερών και είναι ικανή να μεταβάλλει π.χ.
το κλίμα ή την ατμόσφαιρα να
ικανοποιεί τις ανάγκες της.
Παρουσιάζει δηλαδή συμπεριφορά
ανάλογη με αυτή ενός οργανισμού που,
με τους μηχανισμούς ομοιόστασης που
διαθέτει, είναι ικανός να διατηρεί
σταθερές εσωτερικές συνθήκες, καθώς
και να προσαρμόζεται στις αλλαγές
του εξωτερικού περιβάλλοντος. Ο Lovelock
χρησιμοποιώντας σχετικά με τις
μεταβολές της θερμοκρασίας , της
σύστασης της ατμόσφαιρας κ.λ.π.
προσπάθησε να τεκμηριώσει τον
ισχυρισμό του ότι η Γη
συμπεριφέρεται κατά κάποιο τρόπο σαν
νοήμων σύστημα. Έτσι, μέσα από μια
επιστημονική επιχειρηματολογία, η
εικόνα για τον κόσμο αποκτά
μυστικιστικές διαστάσεις. Σύμφωνα με
τη θεωρία του Lovelock
, παρ' όλη την περιβαλλοντική κρίση, η
Γαία θα καταφέρει να βρει νέα σημεία
ισορροπίας, αδιαφορώντας για ποια
είδη θα επιβιώσουν στις νέες
συνθήκες, αφού, όπως αναφέρει, 'σε
πλανητική κλίμακα η ζωή είναι
αθάνατη'.
Σύμφωνα με την βαθιά οικολογία η
φύση είναι ο παραγωγός και ο φορέας
των ηθικών αξιών που πρέπει να
ενστερνιστεί ο άνθρωπος. Η φύση είναι
ο οδηγός και ο κριτής των ανθρώπινων
πράξεων. Οι άνθρωποι είναι
υποταγμένοι στη Γαία το ηθικό
κριτήριο των πράξεών τους είναι η
διατήρηση της ολότητας της Γαίας.
Ποιος όμως ορίζει ποιοι είναι οι
κανόνες της φύσης που πρέπει να
σέβονται οι άνθρωποι; Προφανώς αυτή
την θέση την διεκδικούν για τον εαυτό
τους οι θεωρητικοί
της βαθιάς οικολογίας και οι
τεχνοκράτες. Οι φυσιοκρατικές
θεωρίες είναι θεωρίες που απαιτούν
'ειδικούς', οι οποίοι
αναλαμβάνουν την ερμηνεία της
αλήθειας της φύσης. Δεν είναι λοιπόν
περίεργο που στον πυρήνα τέτοιων
θεωριών βρίσκονται τεχνοκρατικές
αντιλήψεις.
Ο ντετερμινιστικός χαρακτήρας
των θεωριών της βαθιάς οικολογίας
δεν αφήνει χώρο ούτε για ανθρώπινη
ελευθερία ούτε για ανθρώπινη
υποκειμενικότητα, το μέλλον της
βιόσφαιρας κρίνεται σε πλανητικό
επίπεδο. Έτσι ο 'βιοκεντρισμός' και ο 'αντι-ανθρωποκεντρισμός'
φτάνουν πολλές φορές σε ακραία
σημεία. Όπως η άποψη που έχει
εκφρασθεί ότι η εξαφάνιση του
ανθρώπινου είδους θα οδηγήσει σε
αύξηση της βιοποικιλότητας, γιατί θα
διασωθούν είδη που τώρα κινδυνεύουν
με αφανισμό από τον άνθρωπο, άρα,
μακροπρόθεσμα η Γαία θα ωφεληθεί, ή
ότι στον αναπτυγμένο κόσμο θα πρέπει
να εφαρμοσθεί το μέτρο της
υποχρεωτικής στείρωσης, γιατί η
ανατροφή των παιδιών είναι μια
ιδιαίτερα δαπανηρή υπόθεση από
οικολογική άποψη. Φυσικά τέτοιες
θέσεις γίνονται αντικείμενο έντονης
κριτικής και μέσα στους κόλπους της
βαθιάς οικολογίας.
Βότσης Θεόδωρος
http://www.auth.gr/virtualschool/2.4/TheoryResearch/Votsis.html
Συνέχεια
|