"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Πολιτικά Θέματα

Αρχείο

 

 

 

 

Ιμπεριαλισμός,
δολαριοποίηση και ευρώ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΟΔΑΚΗΣ

Eνα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην περιοδική ετήσια έκδοση Σόσιαλιστ Ρετζίστερ 2002 (Socialist Register 2002). Συγγραφέας του άρθρου με τίτλο Ιμπεριαλισμός, δολαριοποίηση και ευρώ είναι ο Γουλιέλμο Καρκέντι. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους σήμερα μαρξιστές οικονομολόγους, συνέντευξη μάλιστα του οποίου είχαμε δημοσιεύσει πρόσφατα και το Πριν.

Ο συγγραφέας τονίζει καταρχάς ότι η υιοθέτηση αστικών ιδεολογημάτων που σχετίζονται με την παγκοσμιοποίηση υπονομεύει τον αντικαπιταλιστικό αγώνα της Αριστεράς. Ο ίδιος τονίζει τη σημασία των αντιθέσεων μεταξύ εθνικών κρατών, αλλά και καπιταλιστικών μπλοκ, και μεταξύ των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών χωρών και των κυριαρχούμενων χωρών, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει και αναλύει ορισμένες από τις αντικειμενικές διαδικασίες διεθνούς ολοκλήρωσης και διεθνοποίησης του κεφαλαίου, και, μεταξύ αυτών, την τάση διεθνικής διαμόρφωσης τόσο της αστικής τάξης όσο και του προλεταριάτου.

Εξετάζοντας τη σημερινή διαμόρφωση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων, υποστηρίζει ότι, από οικονομική άποψη, ο ιμπεριαλισμός συνεπάγεται μια συστηματική ιδιοποίηση διεθνών αξιών (από τις επιχειρήσεις των κυριαρχούμενων προς αυτές των κυρίαρχων χωρών), ενώ υπογραμμίζει ότι οι μη οικονομικές προϋποθέσεις του ιμπεριαλισμού περιλαμβάνουν την πολιτική, στρατιωτική και ιδεολογική κυριαρχία ειδικότερα. Εστιάζει την ανάλυση του στην ιδιοποίηση αξίας με τη μορφή του νομισματικού (εκδοτικού) προνομίου, καθώς και στην πάλη δολαρίου και ευρώ, που αντανακλά μια όψη της ενδοϊμπεριαλιστικής διαπάλης.

Αναλύοντας τους τρόπους ιδιοποίησης αξιών, εξετάζει ειδικότερα τη λεγόμενη άνιση ανταλλαγή και τις σχέσεις ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Τα οφέλη από το νομισματικό προνόμιο, που προκύπτουν ως ιδιοποιούμενες αξίες, συνδέονται με τη χρήση του νομίσματος (του δολαρίου) της ηγεμονικής χώρας (των ΗΠΑ) ως διεθνούς νομίσματος. Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται άμεσα με την τάση δολαριοποίησης, η οποία σύμφωνα με το συγγραφέα διακρίνεται σε άτυπη, ημιεπίσημη και επίσημη δολαριοποίηση. Παρουσιάζεται μια ειδικότερη ανάλυση των ωφελειών, από τις επιμέρους αυτές μορφές δολαριοποίησης, για την κυρίαρχη χώρα (ΗΠΑ) ή για τις άρχουσες τάξεις των χωρών που προβαίνουν σε δολαριοποίηση.

Στις χώρες αυτές, αν και η δολαριοποίηση ενδέχεται να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, λειτουργεί τελικά σε βάρος των συμφερόντων της εργατικής τάξης (κάτι αντίστοιχο μπορεί να υποστηριχτεί και στην περίπτωση της ΟΝΕ της ΕΕ). Καθώς συνεπάγεται την εξάλειψη ενός βασικού μέσου της πολιτικής ανταγωνισμού (της υποτίμησης), το βάρος της πολιτικής αυτής πέφτει στη μείωση των μισθών και του εργασιακού κόστους, ενώ η εργατική τάξη έχει επίσης να αντιμετωπίσει πιθανότατα μια αυξημένη ανεργία.

Η δολαριοποίηση εξετάζεται παραπέρα ως στρατηγική ανάσχεσης του ιμπεριαλισμού της Ε.Ε. Μέσα στα πλαίσια του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού εξετάζεται ειδικότερα ο ανταγωνισμός του δολαρίου προς το ευρώ, που συνεπάγεται τη συμμετοχή επίσης της ευρωζώνης και ιδιαίτερα των κυρίαρχων ευρωπαϊκών χωρών, στα οφέλη από το νομισματικό προνόμιο. Αν και όπως επισημαίνεται, το ευρώ δεν έχει μάλλον τις προϋποθέσεις ανάδειξης σε ένα ισότιμο ανταγωνιστή του δολαρίου, λόγω πολιτικού κατακερματισμού, ανεπαρκούς στρατιωτικής ισχύος και τεχνολογικής υστέρησης της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ, η κυριαρχία του δολαρίου δεν θα πρέπει επίσης να θεωρείται απεριόριστη. Το ίδιο το ευρώ λειτουργεί ακριβώς ως ένας τέτοιος περιορισμός και ανοικτή πρόκληση για το δολάριο.

Παρά το γεγονός ότι οι εθνικές αστικές τάξεις εξακολουθούν να υπάρχουν, υποστηρίζεται ότι η διαμόρφωσή τους καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την αλληλοδιείσδυση του κεφαλαίου, ενώ ταυτόχρονα τείνει να διαμορφωθεί μια διεθνική αστική τάξη, ως ενιαία σύνθεση των εθνικών αστικών τάξεων, η οποία εκφράζεται και προωθεί τα συμφέροντα της μέσα από διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Παρά τον φαινομενικά κυρίαρχο ρόλο του κερδοσκοπικού κεφαλαίου, επισημαίνεται ότι είναι τελικά το παραγωγικό (κυρίως βιομηχανικό) κομμάτι της διεθνικής αυτής τάξης, και δη το ολιγοπωλιακό της τμήμα, που παίζει τον πλέον αποφασιστικό ρόλο.

Το παγκόσμιο προλεταριάτο και η ευρωπαϊκή εργατική τάξη παλεύουν για τα συμφέροντα τους, όπως επισημαίνεται, κυρίως σε εθνικό επίπεδο, και η αδυναμία αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Καταρχάς, στην έλλειψη θεσμών για την ενοποίηση της εργατικής τάξης. Στο επίπεδο της ΕΕ, οι θεσμοί όχι μόνο δεν είναι ουδέτεροι, αλλά στην πραγματικότητα είναι εγγενώς αντεργατικοί. Επίσης οφείλεται στην τεχνολογική από-ειδίκευση, στον κατακερματισμό των εργασιακών καθηκόντων και στην ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, που επιδρούν διαβρωτικά και παραπλανητικά στην ταξική και ιδεολογική συγκρότηση και στην πάλη της εργατικής τάξης. Οφείλεται ακόμα στον εκβιασμό και την απειλή φυγής του κεφαλαίου σε περίπτωση διεκδικήσεων από την εργατική τάξη, που στηρίζονται και στο μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό, δημιουργώντας έτσι ένα πρόσθετο παραπλανητικό ρήγμα στους εργάτες (π.χ. ρατσισμός), που ουσιαστικά έχουν κοινά συμφέροντα. Tέλος, οφείλεται στο γεγονός ότι οι ηγεσίες του εργατικού (και συνδικαλιστικού) κινήματος και πολλοί διανοούμενοι έχουν ενστερνιστεί αρκετά από τα αστικά ιδεολογήματα περί παγκοσμιοποίησης.

 

 19/11/2002